Legislator Case Law & Legislation
758/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on negligence causing injury, upholding lower court's finding of employer liability for lack of safety gear.

Case Number 758/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Athenian Court of Appeal's conviction for negligent injury. The court found the construction company liable because it failed to provide necessary safety equipment like insulated gloves and helmets to workers near high-voltage lines. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible as the lower court's assessment of evidence was not subject to review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 314(1)(a) and 28 of the Criminal Code; Negligence requires a failure to exercise due care, the ability to foresee the result, and a causal link, establishing employer liability when safety protocols are ignored.

Keywords

AI generated
negligence causing injury employer safety obligations insufficient protective gear high voltage safety criminal negligence appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 314(1)(a) of the Criminal Code
Article 28 of the Criminal Code
Article 510(1)(d) and (e) of the Criminal Code
Article 583(1) of the Criminal Code
Articles 78, 102, 105 and 106 of Presidential Decree 1073/1981

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 758 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 758/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Στ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Μιχαήλ Δέτση-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημοσθένη Κορδοπάτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσειόντος-κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καραγιάννη, περί αναιρέσεως της 5481/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21-6-2005 αίτηση του αναιρέσεως η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1318/2005.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 παρ.1 εδάφιο α' του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε ή πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία:

α) Να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ιδιότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε.

Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μια παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος.

Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υποχρέου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ή κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο.

Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε΄ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, τις αιτιολογίες των κατηγορουμένων στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι «οι κατηγορούμενοι στην Αθήνα στις 23-7-2001, από αμέλειά τους, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, προκάλεσαν σωματική βλάβη σε άλλους, χωρίς να προβλέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα που παρήχθη από την κατωτέρω πράξη τους.

Ειδικότερα, ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ1 και ήδη αναιρεσείων, ως ιδιοκτήτης κατασκευαστικής εταιρείας υαλοπινάκων, εδρεύουσας στο .... , δεν μερίμνησε, ώστε οι εργαζόμενοι σ' αυτόν: 1) Ψ1 και 2) Ψ2 να είναι εφοδιασμένοι με τα απαραίτητα για την ασφαλή εκτέλεση της εργασίας τους μονωτικά γάντια, παπούτσια εργασίας και κράνη, ούτε το ανυψωτικό μηχάνημα να είναι εφοδιασμένο με ειδικό μονωτικό καλάθι προς αποφυγή ηλεκτροπληξίας των εργαζομένων σε αυτό, σε περίπτωση επαφής με τα ηλεκτροφόρα καλώδια, αλλά τούτο έφερε μεταλλικό καλάθι, με αποτέλεσμα και λόγω των μη καταλλήλων ελιγμών εκ μέρους του δευτέρου κατηγορουμένου, Χ2, ως χειριστή του ανωτέρω ανυψωτικού μηχανήματος, κατά τη διαδικασία ανυψώσεως του ειδικού καλαθίου, εντός του οποίου ευρίσκοντο οι ανωτέρω εργαζόμενοι, προκειμένου να αντικαταστήσουν υαλοπίνακα του τετραόροφου επί της οδού ....

κτηρίου, να έλθει σε επαφή ο βραχίονας του Γερανού και το καλάθι, με τα ηλεκτροφόρα Καλώδια τη ΔΕΗ και να υποστούν, ο μεν Ψ1 ηλεκτρικό έγκαυμα με πύλη εισόδου το αρ. άνω άκρο και πύλη εξόδου τα πρόσθια επιφάνεια των δύο μηρών, έγκαυμα με συμμετοχή των τενόντων στην εγγύς και μέση φάλαγγα παλαμιαίας επιφάνειας σε όλα τα δάκτυλα πλην του αντίχειρα ολικού πάχους, έγκαυμα στην παλάμη που εκτείνεται στον 1ο μεσοδακτύλιο ολικού πάχους και έγκαυμα στον καρπό και στην πρόσθια επιφάνεια των μηρών, ο δε Ψ2, ηλεκτρικό έγκαυμα μερικού πάχους, εκτάσεως 3% της ολικής επιφάνειας του σώματος που αφορούσε το πρόσωπο, δεξιάς τραχηλικής χώρας και δεξιού αντιτραχίου.

Ετσι οι κατηγορούμενοι δεν κατέβαλαν την επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχήν, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει να καταβάλει βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή πείρα και λογική. Αυτοί είχαν τη δυνατότητα βάσει των προσωπικών τους περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων, δοθέντος ότι ήταν έμπειροι άνθρωποι, ασχολούμενοι από μακρύ χρόνου με την άνω εργασία, να προβλέψουν, ότι οι προαναφερθείσες πλημμέλειες εγκυμονούν κίνδυνο ηλεκτροπληξίας στους ανωτέρω εργαζομένους και εντεύθεν πρόκλησης σωματικών κακώσεων σ' αυτούς».

Με βάση τα περιστατικά αυτά οι κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν ένοχοι, ο πρώτος Χ1 και ήδη αναιρεσείων, κατά πλειοψηφία, ο δε δεύτερος, ομοφώνως, των ανωτέρω σωματικών κακώσεων από αμέλεια και επί πλέον ο πρώτος, διότι δεν μερίμνησε ως ιδιοκτήτης της παραπάνω κατασκευαστικής εταιρείας να είναι εφοδιασμένοι οι ανωτέρω παθόντες με μονωτικά γάντια, παπούτσια εργασίας και κράνη και το ανωτέρω ανυψωτικό μηχάνημα με ειδικό μονωτικό καλάθι προς αποφυγή ηλεκτροπληξίας των εργαζομένων σ' αυτό σε περίπτωση επαφής του ανυψωτικού μηχανήματος με τα ηλεκτροφόρα καλώδια της ΔΕΗ, ο δε δεύτερος, διότι δεν μερίμνησε δια καταλλήλων ελιγμών κατά τη διαδικασία ανυψώσεως του ειδικού καλαθίου, εντός του οποίου ευρίσκοντο οι παραπάνω εργαζόμενοι, για την αποφυγή επαφής του καλαθίου με τα ηλεκτροφόρα καλώδια της ΔΕΗ και στη συνέχεια, επιβλήθηκε στον καθένα τους συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι (20) μηνών.

Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15,28 και 314 παρ.1 ΠΚ που εφήρμοσε, τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλειπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις παραβίασε.

Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το δικαστήριο της ουσίας αναφέρει αναλυτικώς τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του για την εξενεχθείσα κρίση του, εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνάγεται σαφώς το είδος της αμέλειας (ασυνείδητης), ενώ ορθώς εφήρμοσε και την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 15 ΠΚ, αφού συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, ως εκ του ότι η αμέλεια του αναιρεσείοντος αποτέλεσε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε των σωματικών κακώσεων που προξένησε, δεδομένου ότι η αμέλειά του, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, συνίσταται στο ότι:

H εταιρεία του, που είναι εταιρεία κατασκευής και τοποθετήσεως υαλοπινάκων, αν και είχε αναλάβει την αντικατάσταση υαλοπίνακα στο τετραόροφο κτήριο που βρίσκεται στην Αθήνα επί της οδού ...., κατά την τοποθέτησή του από τους εργαζομένους σ' αυτήν, Ψ1 και Ψ2, δεν μερίμνησε να τους έχει εφοδιάσει με τα απαραίτητα για την ασφαλή εκτέλεσή της εργασίας τους μονωτικά γάντια, παπούτσια εργασίας και κράνη, ούτε να έχει εφοδιάσει το ανυψωτικό μηχάνημα που θα εχρησιμοποιηείτο, με ειδικό μονωτικό καλάθι, προς αποτροπή σωματικών κακώσεων από ηλεκτροπληξία σε περίπτωση επαφής του με ηλεκτροφόρα καλώδια της ΔΕΗ, με αποτέλεσμα, όταν, λόγω και των αδέξιων χειρισμών του πιο πάνω ανυψωτικού μηχανήματος από τον χειριστή του, Χ2, ήλθε σε επαφή ο βραχίοντας αυτού με το καλάθι που ήταν μεταλλικό, με τα ηλεκτροφόρα καλώδια της ΔΕΗ, να υποστούν οι ανωτέρω, εντός του μεταλλικού καλαθίου εργαζόμενοι, ηλεκτροπληξία και εντεύθεν τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης σωματικές κακώσεις.

Η υποχρέωση του αναιρεσείοντος να παρεμποδίσει την επέλευση του ανωτέρω εγκληματικού αποτελέσματος με τη λήψη των παραπάνω προληπτικών μέτρων ασφαλείας απορρέει, τόσο από τις επιτακτικού χαρακτήρα διατάξεις των άρθρων 78, 102, 105 και 106 του ΠΔ 1073 της 12/16-9-1981 «Περί μέτρων ασφαλείας κατά της εκτέλεσης εργασιών σε εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού», από τις οποίες ενεργώς προκύπτει, ότι για την πρόληψη ατυχημάτων από άμεση ή έμμεση επαφή ή προσέγγιση με εναέρια ηλεκτρικά δίκτυα, οι εκτελούντες το έργο, πλην των άλλων προσθέτων ειδικών μέτρων που προβλέπονται και πρέπει να πάρουν για την ασφάλεια των εργαζομένων, πρέπει να έχουν εφοδιάσει αυτούς με μονωτικά γάντια, παπούτσια εργασίας και κράνη και το ανυψωτικό μηχάνημα (γερανός) που θα εχρησιμοποιείτο, με ειδικό μονωτικό καλάθι, όσο και από την προηγούμενη ενέργεια του να προβεί η εταιρεία του στην αντικατάσταση υαλοπίνακα στον τέταρτο όροφο του παραπάνω κτιρίου, πλησίον του οποίου διήρχοντο εναέρια ηλεκτροφόρα καλώδια της ΔΕΗ, συνεπεία της οποίας, αλλά και των προηγούμενων παραλείψεών του, δημιουργήθηκε ο κίνδυνος της επελεύσεως του ανωτέρω εγκληματικού αποτελέσματος.

Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 περ.1 στοιχ. Δ και Ε΄του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε, που με τον πρώτο από αυτούς πλήττεται, με την επίκληση κατ' επίφαση ελλείψεως αιτιολογίας, η περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν, συνακολούθως δε, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21 Ιουνίου 2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 5481/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων δέκα (210) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ