Supreme Court dismisses State's appeal on property title, ruling State bears burden of proof for public ownership claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Lower Court's decision recognizing private ownership of specific real estate. The State argued that the property belonged to it based on historical treaties and laws, but the Court held that the State failed to prove these claims. Consequently, the Court ruled that the burden of proof for public ownership lies with the State, not the private claimants, and the appeal was rejected.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; The State bears the burden of proving its ownership claims in civil proceedings, and failure to do so results in the dismissal of its appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 757 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 757/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Νικόλαο Πρίτσινα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. χήρας Χ. Β., το γένος Γ. και Κ. Α., κατοίκου Θ. Κ., 2) Η. Β. του Χ., κατοίκου Α., 3) Μ. συζ. Π. Τ., κατοίκου Θ. Κ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Κανελλοπούλου, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-2-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 105/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 76/2021 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-9-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 10-09-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 76/2021, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν έφεση του ήδη αναιρείοντος - εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθμ. 105/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε γίνει δεκτή η από 07-02-2017 αναγνωριστική κυριότητας ακινήτων και διόρθωσης ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά στοιχεία, που τηρούνται στο κτηματολογικό γραφείο Θ. νομού Μ., αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 560, 564§3 Κ.Πολ.Δ. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 130/2016).
Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 1572/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, το αναιρεσείον προβάλλει αιτίαση εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παράβαση των διατάξεων του βυζαντινορωμαικού δικαίου για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία [ν. 20 παρ.6, πανδ. (5,3), ν. 27 Πανδ. (18,1), Β 38 και 48 πανδ. (41,3), ν 5 Πανδ. (41,8), ν 3 Πανδ. (41,10), 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 7 (Βασ. 50.14), ν. 2 παρ. 2 πανδ. (41.4), ν. 6 πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 πανδ. (23.3)], που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, καθώς και εκείνων του Αστικού Κώδικα (1041 επ.
ΑΚ), σύμφωνα με τις οποίες για την κτήση κυριότητας δημοσίων κτημάτων με χρησικτησία, αυτή πρέπει να είναι τριακονταετής και να έχει συμπληρωθεί μέχρι την 11-09-1915, δεδομένου ότι έκτοτε ισχύει το "απαράγραπτο" των εμπράγματων δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν εκτίθενται παντελώς οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου εκ μέρους του δικάσαντος Δικαστηρίου.
Σε κάθε, όμως περίπτωση είναι και αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι δεν υπάρχει παραδοχή του Δικαστηρίου ότι τα επίδικα ακίνητα ήταν δημόσια και συνεπώς οι επικαλούμενες από το αναιρεσείον διατάξεις δεν ήταν εφαρμοστέες.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 45/2016, ΑΠ 536/2011).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094 ΑΚ και 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για την πληρότητα και το ορισμένο της διεκδικητικής αλλά και της αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου (άρθρ 1094 ΑΚ, 70 ΚΠολΔ) αγωγής, ο ενάγων πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει το δικαίωμα της κυριότητάς του πάνω σε αυτό, το οποίο απέκτησε με κάποιο προβλεπόμενο από το νόμο (παράγωγο ή πρωτότυπο) τρόπο και ότι ο εναγόμενος νέμεται ή κατέχει το επίδικο ακίνητο ή αμφισβητεί το δικαίωμα κυριότητάς του επ' αυτού.
Για την πληρότητα και το ορισμένο της αγωγής πρέπει να αναφέρεται, εκτός των άνω, κάποιος προβλεπόμενος από το νόμο τρόπος με τον οποίο απέκτησε ο ενάγων την κυριότητα ακινήτου, την αμφισβήτηση της κυριότητάς του από τον εναγόμενο ως και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Επί αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής, που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας, για το ορισμένο αυτής αρκεί να γίνει επίκληση της σύμβασης, που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του άμεσου δικαιοπαρόχου του, κυρίου του μεταβιβαζόμενου ακινήτου, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που μεταγράφηκε, χωρίς να είναι αναγκαίο να καθορίζεται στο δικόγραφο της αγωγής και ο τρόπος με τον οποίο κατέστη κύριος ο δικαιοπάροχος αυτός του ενάγοντος.
Αν ο εναγόμενος με τις προτάσεις του της πρωτοβάθμιας δίκης αμφισβητήσει όχι μόνο την κυριότητα του ενάγοντος, αλλά ειδικά και την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του (άμεσου ή και απωτέρων) επί του επιδίκου, τότε ο ενάγων, αν δεν το έχει κάνει καθ' υποφοράν με το δικόγραφο της αγωγής, είναι υποχρεωμένος, με τις προτάσεις της ίδιας πρωτοβάθμιας δίκης, να καθορίσει, με σαφή έκθεση γεγονότων, τον τρόπο κτήσης κυριότητας από τον άμεσο δικαιοπάροχό του και, αν είναι ανάγκη, και των απώτερων δικαιοπαρόχων του, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, φθάνοντας μέχρι πρωτότυπου τρόπου κτήσης κυριότητας, όπως είναι η τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, να επικαλεστεί δε τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες, υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το ακίνητο σαν δικό του (ΑΠ 1589/2008).
Η παράλειψη του ενάγοντος να συμπληρώσει την αγωγή με τον άνω τρόπο ή καθ' υποφοράν στην αγωγή των άνω στοιχείων, επιφέρει την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης (ΑΠ 1214/2020). Στην περίπτωση, όμως, που στο αγωγικό δικόγραφο ο ενάγων ιστορεί ότι κατέστη κύριος του επιδίκου και πρωτοτύπως, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, με την παράθεση εκ μέρους του διακατοχικών επ` αυτού (επιδίκου) πράξεων επιδηλωτικών της νομής του και αν συντρέχει περίπτωση προσμέτρησης νομής και εκείνης των δικαιοπαρόχων του επί διάστημα μείζον του απαιτούμενου κατά νόμο χρόνου της δεκαετίας και εικοσαετίας αντίστοιχα (άρθρα 1041 και 1045 ΑΚ), παρέλκει η ανωτέρω συμπλήρωση (ΑΠ 441/2021, ΑΠ 432/2019, ΑΠ 949/2018).
Η επιδεκτικότητα δε του πράγματος ως αντικειμένου χρησικτησίας, καθώς και η μη εξαίρεσή του από αυτήν, δεν αποτελούν στοιχείο της βάσης της αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, στηριζόμενης σε χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη), αλλά εναπόκειται στον εναγόμενο να επικαλεστεί, κατ' ένσταση και, αν αμφισβητηθεί, να αποδείξει (άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ), ότι το πράγμα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας ή ότι εξαιρείται αυτής, δεδομένου ότι τόσο οι διατάξεις των άρθρων 1054 - 1055 ΑΚ όσο και οι διατάξεις ειδικών νόμων που προβλέπουν ότι ορισμένα πράγματα δεν είναι δεκτικά χρησικτησίας (τακτικής ή έκτακτης) ή ότι εξαιρούνται αυτής θεσπίζουν εξαιρέσεις του κανόνα για την κτήση κυριότητας με τον πρωτότυπο αυτό τρόπο.
Το ίδιο ισχύει και όταν αντίδικος του χρησιδεσπόζοντος είναι το Δημόσιο, τα ακίνητα του οποίου μετά την 11-09-1915 εξαιρούνται της χρησικτησίας. Επομένως, αν ο ενάγων (ιδιώτης) επικαλείται πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας ακινήτου, στηριζόμενης σε χρησικτησία (τακτική και έκτακτη) ή παράγωγο τρόπο (π.χ. αγορά, κληρονομική διαδοχή κλπ) κτήσης κυριότητας αυτού και το Δημόσιο αμφισβητεί την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του, τότε θα πρέπει να αποδείξει (ο ενάγων) και την κυριότητα αυτών μέχρι να αναχθεί σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, που κατά κανόνα θα είναι η χρησικτησία και δη η έκτακτη.
Στις περιπτώσεις δε αυτές φέρει το βάρος να αποδείξει μόνο τις θετικές προϋποθέσεις της χρησικτησίας και όχι τις αρνητικές, όπως ότι το ακίνητο δεν είναι αντικείμενο επιδεκτικό χρησικτησίας ή ότι δεν εξαιρείται αυτής, επειδή δεν είναι δημόσιο. Ο ισχυρισμός ότι το ακίνητο εξαιρείται του θεσμού της χρησικτησίας, επειδή είναι δημόσιο, αποτελεί ένσταση και πρέπει, ως τέτοια, να προταθεί στη δίκη από το εναγόμενο Δημόσιο, με αναγωγή σε κάποιο νόμιμο τρόπο κτήσης κυριότητας.
Πέραν τούτων, όμως, το Δημόσιο, το οποίο δεν έχει εξοπλιστεί από το νομοθέτη με ένα γενικό τεκμήριο κυριότητας, το οποίο θα το απαλλάσσει από το βάρος απόδειξης των παραγωγικών του δικαιώματος του γεγονότων, σε κάθε περίπτωση που ισχυρίζεται ότι έχει την κυριότητα ενός ακινήτου, θα πρέπει παράλληλα να επικαλείται το συγκεκριμένο τίτλο κτήσης του, αποδεικνύοντας τα παραγωγικά του γεγονότα (άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ) (Α.Π 1935/2022, Α.Π 894/2020, Α.Π 1182/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, το αναιρεσείον ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολ.Δ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η ένδικη αγωγή είναι αόριστη, επειδή δεν αναφέρονται στο δικόγραφο συγκεκριμένες διακατοχικές πράξεις των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων των εναγόντων επί των επιδίκων σε χρόνο αναγόμενο πριν την 11-09-1915 αν και το αναιρεσείον αμφισβήτησε την κυριότητα των αναιρεσιβλήτων επ' αυτών, ισχυριζόμενο ότι πρόκειται περί δημοσίων κτημάτων.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της από 07-02-2017 αγωγής διόρθωσης πρώτων κτηματολογικών εγγραφών, προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ιστορούσαν ότι ο δικαιοπάροχός τους, Χ. Β., κατέστη κύριος των 4/5 εξ αδιαιρέτου των επίδικων αστικών ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία ως νεμόμενος αυτά ασκώντας τις διακατοχικές πράξεις που αναφέρουν στην αγωγή από το έτος 1968 μέχρι τον επισυμβάντα το έτος 2011 θάνατό του (της έκτακτης χρησικτησίας έχουσας συμπληρωθεί κατά την έναρξη λειτουργίας του κτηματολογικού γραφείου Θ., όπου βρίσκονται τα επίδικα, στις 03-01-2005).
Ότι ο δεύτερος από αυτούς, Η. Β., κατέστη κύριος του υπολοίπου ποσοστού του 1/5 εξ αδιαιρέτου των επίδικων ακινήτων ως εκ διαθήκης κληρονόμος της γιαγιάς του Α. Β., η οποία απεβίωσε το έτος 1981 και κατέλιπε την από 19-09-1979 ιδιόγραφη διαθήκη, δημοσιευθείσα με το υπ' αριθμ. ... πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών. Την παραπάνω κληρονομία ο Η.
Β. αποδέχθηκε με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβ/φου Καλαμάτας Γ. Α. - Λ., νόμιμα μεταγραμμένου. Αλλά και με τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία ως νεμόμενος αυτά κατά το παραπάνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό, ασκώντας τις διακατοχικές πράξεις που αναφέρονται στην αγωγή, με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, με την προσμέτρηση της νομής της δικαιοπαρόχου του.
Ότι, τα εν λόγω ακίνητα, κατά τις πρώτες κτηματολογικές εγγραφές, έλαβαν ΚΑΕΚ ... και ... και φέρονται ανακριβώς και εσφαλμένα ως "αγνώστου ιδιοκτήτη". Με βάση αυτό το ιστορικό οι ενάγοντες ζητούσαν να αναγνωριστεί ότι κατά το χρόνο έναρξης λειτουργίας του κτηματολογίου στην περιοχή του Δήμου Θ. Μ., οι Χ. Β. (δικαιοπάροχός τους) και ο Η.
Β. (δεύτερος εξ αυτών) ήταν (συγ)κύριοι κατά τα 4/5 και 1/5 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα των επιδίκων ακινήτων και να διαταχθεί η διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών. Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο για το ως άνω θέμα δέχθηκε τα εξής: "....Στην προκείμενη περίπτωση, το εκκαλούν με τον πρώτο λόγο της έφεσής του παραπονείται, επαναφέροντας το σχετικό ισχυρισμό που ανέπτυξε και με τις πρωτόδικες προτάσεις του, ότι η ένδικη αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη ένεκα της αοριστίας της ως προς τη μη επίκληση συγκεκριμένων πράξεων νομής για τη θεμελίωση χρησικτησίας.
Πλην, όμως, ο λόγος αυτός θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι σύμφωνα με τα εκτιθέμενα ανωτέρω, στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής διόρθωσης πρώτων κτηματολογικών εγγραφών κατ' άρθρο 6 παρ. 2 του Ν.2664/1998, πλην του ΚΑΕΚ και των συνημμένων σε αυτή κτηματολογικών διαγραμμάτων των επιδίκων ακινήτων, οι ενάγοντες για τη στοιχειοθέτηση της έκτακτης χρησικτησίας αναφέρουν στο κρινόμενο δικόγραφο συγκεκριμένες πράξεις νομής και δη ότι τόσο ο δικαιοπάροχός τους, Χ.
Β., όσο και ο δεύτερος ενάγων, Η. Β., από το χρόνο που περιήλθαν τα επίδικα ακίνητα στην κατοχή τους τα επέβλεπαν, τα διατηρούσαν σαφώς διακεχωρισμένα από τα όμορα ακίνητα, μη επιτρέποντας σε τρίτους τη διενέργεια διακατοχικών πράξεων επ' αυτών, τα δήλωναν στις αρμόδιες αρχές και κατέβαλαν τους αναλογούντες φόρους.
Έτσι που έκρινε και το πρωτοβάθμιο την αγωγή ορισμένη ορθά το νόμο εφάρμοσε, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβάσιμου του σχετικού λόγου έφεσης..". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ.. Συγκεκριμένα, προσδιορίζεται ο χαρακτήρας των επιδίκων ως αστικών ακινήτων και καθ' υποφοράν στο δικόγραφό της αγωγής, ενόψει της αμφισβήτησης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ο τρόπος κτήσης κυριότητας του δικαιοπαρόχου των εναγόντων με αναγωγή ως την πρωτότυπη κτήση με συγκεκριμένες πράξεις νομής, επί συνεχές χρονικό διάστημα πλέον της εικοσαετίας από το έτος 1968, ενώ η επίκληση της απόκτησης κυριότητας με χρησικτησία μέχρι τις 11-09-1915, προϋποθέτει δημόσιο κτήμα, πράγμα το οποίο δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, αλλά περιεχόμενο ισχυρισμού, με την επίκληση και την απόδειξη του οποίου βαρύνεται το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με όσα στην νομική σκέψη αναφέρονται.
Επομένως, το Εφετείο ορθώς αξιολόγησε ως ορισμένη την υπό κρίση αγωγή και ο άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ.13 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ. βάρος της απόδειξης, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.
Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό, προσδιορίζει τον διάδικο στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα, περί απόδειξης απόφαση, θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.
Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.
Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ένστασης κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα.
Εάν δεν το απορρίψει, υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διάταξης (ΑΠ 148/2016). Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση των προαναφερόμενων ισχυρισμών (ενστάσεων) του Ελληνικού Δημοσίου, πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και για το λόγο αυτό τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών αυτών τις φέρει το ενιστάμενο Δημόσιο και όχι ο ενάγων.
Κατά συνέπεια εάν δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κυριότητας ή άλλου δικαιώματος του Δημοσίου, η αγωγή δεν θα απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη (ΑΠ 1076/2022, ΑΠ 893/2020, ΑΠ 182/2018, ΑΠ 148/2016, ΑΠ 1527/2014). Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 13 Κ.Πολ.Δ., της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους απόδειξης ως προς τους προταθέντες από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ισχυρισμούς περί ιδίας κυριότητας επί των επιδίκων ως δημοσίων α) διότι περιήλθαν σ'αυτό με τη Συνθήκη της Κων/πολης της 9.7.1832 και τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου έτους 1830, ως ανήκοντα σε Οθωμανούς πριν την απελευθέρωση και τα κατέλαβε ως λεία πολέμου, β) περιήλθαν στην κυριότητά του με τακτική άλλως με έκτακτη χρησικτησία και γ) κατά τις διατάξεις του από 10.7.1837 β.δ. "περί διακρίσεως κτημάτων", ήταν αδέσποτα κατά τον χρόνο εκείνο, τους οποίους το Εφετείο αφενός έκρινε ότι αποτελούν ενστάσεις και αφετέρου τους έκρινε αναπόδεικτους και απορριπτέους και στη συνέχεια έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, σύμφωνα με όσα στη νομική σκέψη αναφέρονται δεν υπέπεσε στη νομική πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, καθόσον τις συνέπειες του μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποίθησης περί των επικαλούμενων γεγονότων ότι τα επίδικα ανήκαν στη κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, που αποτελούν ενστάσεις και όχι άρνηση της αγωγής, τις έφερε το ενιστάμενο αναιρεσείον και όχι οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η από 10-09-2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 76/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα τους, που υπέβαλαν με τις προτάσεις τους, σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-09-2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 76/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων εις βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ