Supreme Court dismisses appeal against lower court's assessment of evidence regarding defamation and perjury charges.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by seven defendants against the Athens Court of Appeal's decision of 4291/2018. The appellants argued that the lower court failed to consider specific evidence proving their innocence regarding charges of perjury and defamation. The court ruled that the appellate court had properly weighed all submitted documents, including the appellants' own prior acquittal on similar charges, and that the appellants' claims regarding lack of knowledge were inadmissible as they violated the principle of judicial discretion in evidence evaluation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 57, 559, 561, 176, 183, 495 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that the appellate court's assessment of evidence is final and binding, and appeals challenging the non-consideration of specific documents are inadmissible if the lower court has already evaluated the full evidentiary record.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 757 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 757/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:
1) Σεβασμιοτάτου Μητροπολίτη (Γ.Ο.Χ.) Θηβών και Λεβαδείας και πρώην Τοποτηρητή Μητροπολίτη Αττικής και Μεγαρίδος κ. Χρ., κατά κόσμον Χ. Τ. του Η., κατοίκου κατά το δελτίο ταυτότητας Κατουνακίων Αγίου Όρους και σήμερα κατοίκου Κολωνακίου Θηβών Ιερός Μητροπολιτικός Ναός Παμμεγίστων Ταξιαρχών, υπό την ιδιότητά του ως μέλους της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας των Ματθαϊκών Γ.Ο.Χ. Ελλάδος,
2) Μητροπολίτη (Γ.Ο.Χ.) Λαρίσης, Φ., κατά κόσμον Χ. Τ. του Δ., κατοίκου Λαρίσης,
3) Α. Κ. του Η.,
4) Δ. Α. του Π.,
5) Χ. Π. του Ν.,
6) Π. Δ. του Ν. και
7) Δ. Γ. του Α., κατοίκων ... Αττικής. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φλώρα Τριανταφύλλου.
Των αναιρεσιβλήτων:
1) Π. χήρας Π. Σ., το γένος Δ. Δ., κατοίκου ... Αττικής, για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας την επιμέλεια και γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Κ. Σ. του Π., κατοίκου ομοίως,
2) Π. Σ. του Π., κατοίκου ... Αττικής, ως ασκούντος την επιμέλεια και γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων του Π. Σ. του Π. και Α. Σ. του Π., κατοίκων ομοίως,
3) Α. Δ. συζύγου Π. Σ., κατοίκου ... Αττικής, ως ασκούσης την επιμέλεια και γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Π. Σ. του Π. και Α. Σ. του Π., κατοίκων ομοίως,
4) Δ. Ν. του Π., κατοίκου Μαγούλας Αττικής,
5) Χ. Μ. του Ι., κατοίκου ... Αττικής και
6) Δ. Κ. του Ι., κατοίκου ... Αττικής. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Καρανάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων έλαβε τον λόγο και ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε και διά του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13.09.2012 αγωγή των ήδη τέταρτου, πέμπτου και έκτου αναιρεσιβλήτων και του αρχικού διαδίκου Π. Σ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 3984/2015 του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία διορθώθηκε με την υπ’ αριθ. 90/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 4291/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14.01.2019 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει το δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, επιπλέον δε, κατά το άρθρο 59 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί να καταδικάσει τον υπαίτιο και σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του προσβληθέντος και ειδικότερα να τον υποχρεώσει (τον υπαίτιο) σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε ο,τιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις.
Προστατεύεται έτσι με τα παραπάνω άρθρα η προσωπικότητα και κατ’ επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 2§1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας.
Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του.
Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων είναι: (α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, (β) η προσβολή να είναι παράνομη που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των άρθρ. 281 ΑΚ και 25§3 του Συντάγματος και (γ) πταίσμα του προσβολέα όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας.
Στην περίπτωση αυτή η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ιδίως για την αποκατάσταση της τυχόν υλικής ζημίας του προσβληθέντος (άρθρο 57 παρ. 2 ΑΚ), ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.
Συνεπώς παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρων 361-363 ΠΚ (ΑΠ 129/2020, ΑΠ 15/2018, ΑΠ 257/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (OλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017).
[II] Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχτηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής:
«| Οι διάδικοι είναι πρόσωπα της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης, αλλά, μόνον, ο πρώτος των εναγόντων και ήδη, εφεσιβλήτων, ο οποίος μετά την άσκηση της έφεσης απεβίωσε και στη θέση του συνεχίζουν τη δίκη οι κληρονόμοι του, ανήκε στο νέο ημερολόγιο, ενώ οι λοιποί ενάγοντες, ήδη, εφεσίβλητοι και οι εναγόμενοι, ήδη, εκκαλούντες, ανήκουν στο πάτριο (παλαιό) ημερολόγιο.
Μάλιστα, δε, ο πρώτος και δεύτερος των εναγομένων φέρουν την ιδιότητα του Μητροπολίτη Γνησίων Χριστιανών Ορθοδόξων (Γ.Ο.Χ.) Θηβών και Λειβαδείας και Λαρίσης αντίστοιχα. Η εκκλησία των Γ.Ο.Χ. έχει διασπαστεί από το έτος 1937 σε «Ματθαιϊκούς» και «Φλωρινικούς». Η καθεμία από τις δύο αυτές ομάδες συγκρότησαν δική τους σύνοδο και χειροτόνησαν δικούς τους Μητροπολίτες.
Έκτοτε , οι δύο παρατάξεις έχουν διασπαστεί σε περαιτέρω ομάδες και Συνόδους (συνολικά δώδεκα), εκ των οποίων εκάστη διατηρεί δικές της Επισκοπές και ενορίες και δικό της κλήρο και πλήρωμα πιστών. Στην κρινόμενη υπόθεση, αιτία της αντιδικίας μεταξύ των δύο αντιπάλων παρατάξεων, ήτοι αυτής των εναγόντων και αυτής των εναγομένων, είναι ο οικονομικός έλεγχος του ναού των Αγίων Αποστόλων στην … Αττικής, καθώς και των ιερών καθιδρυμάτων αυτού.
Ο ναός αυτός καθώς και ο ευρισκόμενος στο ημιυπόγειο ναΐσκος του Ευαγγελιστή Ματθαίου κτίστηκαν κατά την μακρά χρονική περίοδο κατά την οποία εφημέριος, αλλά και Μητροπολίτης Αττικής και Μεγαρίδος ήταν ο Μ. Μ., ο οποίος απεβίωσε το 2001. Αυτόν διαδέχθηκε, ως εφημέριος, ο πατέρας Δ., κατά κόσμον, Α. Π., έως τον Απρίλιο 2006, οπότε αυτός αποχώρησε από τη Σύνοδο των Μητροπολιτών Γ.Ο.Χ.
Μεσσηνίας Γρ. (κατά κόσμον Γ. - Β. Ρ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), Θηβών και Λειβαδείας Χρ. (κατά κόσμον Χ. Τ., πρώτου εναγομένου και ήδη εκκαλούντος), Τρίκκης και Σταγών (κατά κόσμον Χ. Σ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), και Φθιώτιδος Ιγ. (κατά κόσμον Δ. Λ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη). Πριν την αποχώρηση αυτού, την εκκλησιαστική επιτροπή του ναού αποτελούσαν οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι Χ.
Μ., Δ. Κ., Δ. Ν. και Α. Κ. (ο τελευταίος μη διάδικος στην παρούσα δίκη). Μετά το θάνατο του Μ. Μ. το έτος 2001 άρχισαν να δημιουργούνται προβλήματα στις σχέσεις του πατέρα Δ., ο οποίος προσπαθούσε να κάνει αποκλειστική χρήση των ανωτέρω ναών, καθώς τους κλείδωνε και δεν επέτρεπε σ’ άλλους να εισέλθουν για να λειτουργήσουν, συνλειτουργήσουν ή για να εκκλησιαστούν, παρά, μόνον, στους φίλους και οπαδούς του.
Έτσι σχηματίστηκαν σταδιακά δύο αντίπαλες παρατάξεις πιστών, εκ των οποίων η μία, στην οποία μετείχαν οι ενάγοντες, υποστήριζε τον πατέρα Δ. και η άλλη, στην οποία μετείχαν οι εναγόμενοι, λαϊκοί και κληρικοί, που προσπαθούσε να αποκτήσει για τον εαυτό της τον οικονομικό έλεγχο των ιδίων ναών. Στο πλαίσιο αυτό της αντιπαλότητας ο πατέρας Δ.
ήλθε σε ρήξη με τη Σύνοδο της Εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. Ελλάδος, με αποτέλεσμα στις 04.04.2006 να δηλώσει ότι αποσχίζεται απ’ αυτή και διακόπτει κάθε πνευματική σχέση και κοινωνία μαζί της. Ακολούθως, η Σύνοδος της Εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. Ελλάδος με την με αριθμό πρωτοκόλλου 69/10-10-2006 απόφαση - πράξη της επέβαλε στον πατέρα Δ.
την εκκλησιαστική ποινή της αργίας από κάθε ιεροπραξία, ενώ, με την με αριθμό πρωτοκόλλου 72/18-10-2006 απόφασή της, έπαυσε τους παραπάνω ενάγοντες ως μέλη της εκκλησιαστικής επιτροπής του ναού των Αγίων Αποστόλων, με την αιτιολογία ότι εξώθησαν με τις ενέργειές τους τον πατέρα Δ. να αποτοιχιστεί από την Ιερά Σύνοδο.
Επίσης, μετά την, κατά τα ανωτέρω, διάρρηξη των σχέσεων μεταξύ της Συνόδου της Εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. Ελλάδος και Α. Π. (πατέρα Δ.), η πρώτη διόρισε ως εφημέριο του Ναού Αγίων Αποστόλων και Ευαγγελιστή Ματθαίου ... Αττικής, τον Β. Α. (Ιερομόναχο Μ.) – μη διάδικο στην παρούσα δίκη, και νέα εκκλησιαστική επιτροπή αποτελούμενη από τους Δ.
Ζ., Δ. Α. (4ο εναγόμενο), Δ. Γ., Δ. Γ. (7ο εναγόμενο) και Α. Σ..
Κατά τα έτη 2006 και 2007, όπως σημειώθηκε και ανωτέρω, είχε ξεσπάσει έντονη διαμάχη για τον έλεγχο των ανωτέρω Ναών μεταξύ των διαδίκων. Στα πλαίσια της αντιδικίας αυτής, το έτος 2007, ο Α. Π., ο οποίος με την ιδιότητα του κληρικού (πατέρας Δ.) διαβιούσε, ανέκαθεν μέσα στο Ναό Αγίων Αποστόλων και Ευαγγελιστή Ματθαίου, άρχισε να προβάλει εμπράγματα δικαιώματα νομής και κυριότητας επί του Ναού αυτού, ως ασκών διακατοχικές πράξεις πλέον των είκοσι (20) ετών, με την ως άνω ιδιότητά του. Για το λόγο αυτό οι εναγόμενοι υπέβαλαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την με αρ.κατ.δικ. 3008/2007 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με αίτημα την απομάκρυνσή του από το ναό και την ελεύθερη πρόσβασή τους σ’ αυτόν. Κατά τη συζήτηση της ανωτέρω αιτήσεως, στις 30.03.2007, ενώπιον του προαναφερθέντος Δικαστηρίου, ο πατέρας Δ., υπέβαλε προφορικά ανταίτηση, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ως αποκλειστικός νομέας του ως άνω Ναού. Επί των αιτήσεων αυτών εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 3530/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση των εναγομένων, έγινε δεκτή η ανταίτηση του πατέρα Δ. και αναγνωρίστηκε αυτός προσωρινός νομέας του Ναού Αγίων Αποστόλων ... Αττικής.
Την 14.05.2007 κοινοποιήθηκε η απόφαση αυτή στους εκεί αιτούντες – διαδίκους, πλην, όμως, δεν απέδωσαν τη νομή του Ιερού Ναού στον πατέρα Δ. και, για το λόγο αυτό, ο τελευταίος έδωσε εντολή στον δικαστικό επιμελητή να προβεί στην αναγκαστική εκτέλεση της προαναφερομένης απόφασης ασφαλιστικών μέτρων. Η αναγκαστική αυτή εκτέλεση πραγματοποιήθηκε στις 21.05.2007.
Την επομένη ημέρα της εκτελέσεως , όπου δημιουργήθηκαν επεισόδια κατατέθηκε από τον Ιερομόναχο Μ., κατά κόσμον Β. Α., αίτηση ανάκλησης της ως άνω απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, η οποία συνεκδικάστηκε με την ανακοπή κατά επιταγής εκτέλεσης, που άσκησε ο πατέρας Δ. , για την εκτέλεση της προσωρινής διαταγής, που έλαβαν οι αντίδικοί του επί της αιτήσεως ανακλήσεως.
Επί των δικογράφων αυτών, συνεκδικασθέντων, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 89749-11-/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που τις απέρριψε. Εν τω μεταξύ, όμως οι αντίδικοι των εναγομένων, είχαν λάβει προσωρινή διαταγή μέχρι την εκδίκαση της αιτήσεως ανακλήσεως, η οποία τους επέτρεπε να παραμείνουν προσωρινά στα καθιδρύματα των Γ.Ο.Χ. (πνευματικό Κέντρο – Γηροκομείο επί της οδού … στην ...), καθώς και στον κάτω Ναό, που βρίσκεται στο ισόγειο του κτίσματος της Μητρόπολης Γ.Ο.Χ.
μέχρι την εκδίκαση της αιτήσεώς τους, περί ανακλήσεως της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων. Κατά τη συζήτηση της αίτησης ανάκλησης, στις 12.06.2007, η ισχύς της προσωρινής αυτής διαταγής παρατάθηκε μέχρι την έκδοση απόφασης επί της αίτησης ανάκλησης, ενώ προηγουμένως, την 01.06.2007, είχε απορριφθεί αίτημα της ομάδας των εναγόντων, περί αναστολής της ισχύος της.
Στις 11.06.2007, η δικαστική επιμελήτρια Μ. Δ., κατόπιν εντολής της πλευράς των εναγομένων, απέβαλε αναγκαστικά από τα καθιδρύματα και από τον Ιερό Ναό, που βρίσκεται στο ισόγειο της Μητρόπολης , τον πατέρα Δ. και εγκατέστησε την ομάδα των εναγομένων καίτοι στην προαναφερομένη προσωρινή διαταγή δεν γινόταν ουδεμία αναφορά περί αποβολής του πατέρα Δ.
και απόδοσης της νομής στους εναγομένους. Επιπρόσθετα , η ομάδα των εναγομένων, δεν αρκέστηκε, μόνον, στην αποβολή του πατέρα Δ. από τα καθιδρύματα και το Ναό, που βρίσκεται στο ισόγειο του κτίσματος της Μητρόπολης, αλλά προέβησαν και στην αποβολή του από τον Ιερό Ναό Ευαγγελιστή Ματθαίου – Αγίων Αποστόλων.
Ένεκα , δε, της αποβολής του αυτής από τον Ιερό Ναό, έδωσε εντολή στο δικαστικό επιμελητή Σ. Α., να προβεί, εκ νέου, στην εκτέλεση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, ώστε να του αποδοθεί η νομή του Ιερού Ναού, οπότε ο προαναφερόμενος δικαστικός επιμελητής, προέβη, εκ νέου, στην εκτέλεση της απόφασης.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, μεταξύ άλλων, και οι ως άνω εναγόμενοι άσκησαν κατά, πλην άλλων, και των εναγόντων την από 15.01.2007 (αρ. καταθ. Δικ. 2057/27-2-2007) αγωγή περί προσβολής προσωπικότητας από την παρεμπόδιση χρήσης των ως άνω καθιδρυμάτων και Ναών και αίτημα την απομάκρυνση των ανωτέρω εναγομένων (νυν εναγόντων) στο διηνεκές από το Ναό Αγίων Αποστόλων και Ευαγγελιστή Ματθαίου ...
Αττικής, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία είχε συντάξει και καταθέσει η δικηγόρος τους Α. Μ.. Για τα αναφερόμενα εις βάρος των εναγόντων στα ως άνω δύο δικόγραφα, αίτησης ασφαλιστικών μέτρων και αγωγής , οι τελευταίοι άσκησαν, εις βάρος των εναγομένων, την από 25.04.2007 (αριθμ. καταθ. 4603/2007) αγωγή τους στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την οποία ζητούσαν να τους επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστησαν, από την σε βάρος τους διαπραχθείσα συκοφαντική δυσφήμιση και προσβολή της προσωπικότητάς τους.
Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 5393/2012 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε, εν μέρει, δεκτή η αγωγή αυτή και επιδικάσθηκε σε έκαστο των εναγόντων το ποσό των 5.000 ευρώ, ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επίσης, κατόπιν μηνύσεως, οι εναγόμενοι κρίθηκαν ένοχοι, με το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμελείας (άρθρ. 84 παρ. 2 εδ'.
δ ΠΚ), με την υπ’ αριθμ. 48639/2014 απόφαση του Τριμ. Πλημ. Αθηνών μετά από έφεση κατά της υπ' αριθμ. 102035/2013, 111475/2013 απόφασης του Μονομελούς Πλημ. Αθηνών, για το αδίκημα της εις βάρος των εναγόντων διαπραχθείσας συκοφαντικής δυσφήμισης, που τελέστηκε με τα διαλαμβανόμενα από αυτούς στα ως άνω δικόγραφα της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων και της αγωγής, από το δικόγραφο της οποίας, ήδη, είχαν παραιτηθεί, κατόπιν ματαίωσης της συζήτησης αυτής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Επιπλέον, όμως, στα πλαίσια της αντιδικίας αυτής, οι εναγόμενοι κατέθεσαν εις βάρος των εναγόντων την από 29.06.2007 έγκληση (ΑΒΜ Δ2007/2907), που υπογράφεται μεταξύ άλλων προσώπων και από τους εναγομένους ως εγκαλούντες σε βάρος, μεταξύ άλλων και των εναγόντων, ως εγκαλουμένων. Στη συνέχεια, μεταξύ άλλων και οι εναγόμενοι κατέθεσαν, ομοίως στον εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, στις 10.07.2007, την από 02.05.2007 έγκληση, η οποία έλαβε ΑΒΜ:
Δ07-3428 και συσχετίσθηκε με την προηγουμένη. Με τις προαναφερόμενες εγκλήσεις, οι οποίες είναι πολυσέλιδες και δυσνόητες, καθόσον τα ιστορούμενα πραγματικά περιστατικά δεν περιγράφονται σε αυτές με ακριβή χρονική σειρά και σαφήνεια ούτε προσδιορίζονται σε αυτές επακριβώς κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις, οι καταγγελλόμενες παράνομες πράξεις, που αποδίδονται σε καθένα από τους ενάγοντες, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου τους, καταγγέλλεται, κυρίως, ότι οι ενάγοντες, σε συνεργασία μεταξύ τους, αλλά και με άλλα πρόσωπα και υπό την καθοδήγηση, κυρίως, του Α.
Π. (πατέρα Δ.) και του πρώτου των εναγόντων, προέβησαν σε μία σειρά από παράνομες ενέργειες , και συγκεκριμένα:
(Ι) στην πρώτη ως άνω έγκληση οι εναγόμενοι, μεταξύ άλλων, ανέφεραν τα κάτωθι για τους ενάγοντες: (Α) για τον πρώτο των εναγόντων ότι τυγχάνει εγκέφαλος, άλλως, ηθικός αυτουργός της καταγγελλόμενης κακουργηματικής απάτης, αναφορικά με την ιδιοκτησία και τη νομή του Ιερού Ναού Αγίου Ευαγγελιστή Ματθαίου – Αγίων Αποστόλων ...
Αττικής, ότι ίδρυσε εταιρία για να οικειοποιηθεί με απάτη όλα τα καθιδρύματα της εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. στη … Αττικής, αξίας 10.000 ευρώ, ότι τέλεσε το αδίκημα της ψευδορκίας στη δίκη στις 30.03.2007, κατά την εκδίκαση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών , καταθέτοντας ψευδώς ότι ο πατέρας Δ.
είχε τη νομή με διάνοια κυρίου του ως άνω Ιερού Ναού, ότι ενήργησε προκειμένου να φαγωθούν τα καθιδρύματα των Γ.Ο.Χ. και, ελεγχόμενα και οικειοποιούμενα από τον ίδιο και τους συνεργούς του, να αποδοθούν στα Ιεροσόλυμα ή οπουδήποτε αλλού ήθελε αυτός και προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για τις «περίεργες μπίζνες του» , ότι τυγχάνει ηθικός αυτουργός σε «pogrom» εκβιαστών και σε ξυλοδαρμούς από μπράβους της ομάδας των μηνυομένων, που έλαβαν χώρα στις 21.05.2007, κατά την παράνομη εκτέλεση των καθηκόντων των επιμελητών τους, που προέβησαν σε σωματική βία και σε παράνομη κατάληψη του ως άνω ιερού ναού, ότι έχει προβεί σε εξυβρίσεις και συκοφαντικές δυσφημίσεις, εις βάρος τους, με δικόγραφα και εξώδικες δηλώσεις, ότι διασπείρει ψευδείς ειδήσεις, σε βάρος τους, σε τηλεοπτικούς σταθμούς και τους απειλεί και ότι έχει υπεξαιρέσει τιμαλφή και άγια σκεύη μεγάλης αξίας. (Β) για τους λοιπούς των εναγόντων ότι, με αρχηγό και πρωτοστατούντα τον πρώτο ενάγοντα, συνέστησαν ψευδές νομικό μόρφωμα, στην προσπάθειά τους να οικειοποιηθούν παράνομα τα καθιδρύματα των Γ.Ο.Χ., με μετακίνηση της ιδιοκτησίας τους στον δήθεν Οργανισμό και σε μερίδες Υποθηκοφυλακείων, ότι τα ανωτέρω αποτελούν ένα «δούρειο ίππο» απάτης, καθώς και ότι έχουν τελέσει τα αδικήματα της συκοφαντικής δυσφήμησης και εξύβρισης σε βάρος τους, καθώς και απόπειρα κατά της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας του πρώτου εξ αυτών σε επεισόδια, που έλαβαν χώρα στις 10.11.2006 στον Ιερό Ναό Αγίου Ευαγγελιστή Ματθαίου – Αγίων Αποστόλων ...
Αττικής, κατά την εκτέλεση της υπ’ αριθμ. 3530/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών•
(ΙΙ) στη δεύτερη ως άνω έγκληση οι εναγόμενοι, μεταξύ άλλων, ανέφεραν για τους ενάγοντες ότι τυγχάνουν νεόκοποι συνεργοί και συναυτουργοί, ότι, με νέα γιγαντιαία επιχείρηση κακουργηματικής απάτης και πλαστογραφίας, προσπάθησαν να γίνουν Ο.Δ.Α.Π.Ι.Ε.Γ.Ο.Χ., καταχωρώντας δύο απατηλές τροποποιήσεις του καταστατικού του ως άνω νομικού προσώπου, στο βιβλίο εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών, με απατηλά και, εξ υπαρχής, εικονικά και νόθα συμβόλαια, ότι έκαναν χρήση αυτών στην εκδίκαση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων στις 30.03.2007, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ισχυριζόμενοι ψευδώς, ότι ο Ο.Δ.Α.Π.Ι.Ε.Γ.Ο.Χ. εκπροσωπείται από άλλα πρόσωπα και ότι τέλεσαν το αδίκημα της απάτης στο Δικαστήριο.
Επί των συσχετισθεισών ως άνω εγκλήσεων, διατάχθηκε από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, κατά τη διάρκεια της οποίας, η δικηγόρος των εναγομένων, Α. Μ., στις 30.10.2007, εγχείρισε στην πταισματοδίκη Ελευσίνας το με ίδια ημερομηνία υπόμνημα των εναγομένων (μεταξύ και των άλλων εγκαλούντων), με περιεχόμενο παρόμοιο με αυτό των ανωτέρω εγκλήσεων. Στη συνέχεια, ύστερα από σχετική Εισαγγελική παραγγελία, να κληθούν εκ νέου, οι μηνυτές και να προσδιορίσουν επακριβώς, ποίες συγκεκριμένες παραβατικές συμπεριφορές αποδίδουν στους μηνυομένους, με ακριβή χρόνο τέλεσης κάθε πράξης, οι εκ των εναγομένων 2ος έως και 7ος, υπέβαλαν, στον πταισματοδίκη Ελευσίνας, το από 22.10.2008 διευκρινιστικό υπόμνημά τους, στο οποίο, διαλαμβάνουν συνοπτικά τα εξής:
Ότι στις αρχές του έτους 2007 ως εκ του καθήκοντός τους, ως εκκλησιαστική επιτροπή, ενόψει του ότι ο ιερέας Δ. Π. δεν πειθαρχούσε στην εκκλησιαστική του αρχή, ανέθεσαν στη δικηγόρο Α. Μ., να προστατεύσει τα δικαιώματα των πιστών στα πολιτικά δικαστήρια.
Ότι αυτή προέβη σε σειρά αγωγών και μηνύσεων, χωρίς οι ίδιοι να έχουν ελέγξει το ακριβές περιεχόμενό τους, πιστεύοντας ότι τα όσα αναφέρονταν σε αυτές, ήταν σύμφωνα με την ιστορική βάση, που της είχαν εκθέσει.
Ότι, ωστόσο, όταν, τελευταίως, ενημερώθηκαν για τα κείμενα αυτά, διαπίστωσαν ότι ήταν αντίθετα με τις εντολές τους, στη συνέχεια δε ότι προσέφυγαν στα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια, με άλλο νομικό παραστάτη, εκδοθείσας, τελικά, της υπ’ αριθμ. 38/2008 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ελευσίνας, με την οποία αναγνωρίσθηκε ότι δεν υφίσταται δικαίωμα νομής και κυριότητας στον αντίδικό τους Α. Π. (πατέρα Δ.) στον επίδικο ναό, διότι πρόκειται για πράγμα, που είναι εκτός συναλλαγής, αφιερωμένο στη λατρεία και, ως εκ τούτου, δεν τελεσφόρησαν οι προσπάθειες αυτού να οικειοποιηθεί περιουσία που ανήκει στους πιστούς της κοινότητας των παλαιοημερολογητών και ότι κατόπιν αυτών επιθυμούν να μη προχωρήσει περαιτέρω, η σχετική ποινική διαδικασία.
Ωστόσο, κατά την ίδια ημερομηνία και ώρα, οι ίδιοι εναγόμενοι , επιπρόσθετα, δε, και ο πρώτος εξ αυτών καθώς και οι μη διάδικοι [...] υπέβαλαν στον ίδιο Πταισματοδίκη και άλλο υπόμνημα, με την ίδια ημερομηνία, με το οποίο στρέφονταν, μόνον, κατά των 2ου, 3ου και 4ου των εναγόντων και, επιπλέον, κατά του Α. Π. και Α. Κ. και με το οποίο διευκρινίζουν ότι οι αξιόποινες πράξεις , που κατήγγειλαν στα πλαίσια της Δ07/2907 εγκλήσεως, συνίστανται στα εξής:
(Α) ότι στις 30.03.2007, κατά την εκδίκαση, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών της από 25.01.2007 αιτήσεώς τους για λήψη ασφαλιστικών μέτρων και, συγκεκριμένα, για άρση της προσβολής της προσωπικότητάς τους, συνισταμένης στην παρεμπόδιση χρήσης του Ιερού Ναού Αγίου Ευαγγελιστή Ματθαίου – Αγίων Αποστόλων, ο πρώτος ενάγων, Π. Σ., ισχυρίσθηκε ότι ο Α. Π. διέμενε στον επίδικο Ναό από το έτος 1975 σε κελί, ότι είχε πνευματικό πατέρα τον Μητροπολίτη Αττικής και Μεγαρίδος Μ., που απεβίωσε το 2001 και έλκει δικαιώματα εξ αυτού, ότι έκανε αγιογραφίες και διαχειρίσθηκε τα οικονομικά του Ναού και ότι, σύμφωνα, με τα ανωτέρω απέκτησε φυσική εξουσία στο Ναό από το 1975 και είναι νομέας αυτού, ασκώντας εξουσία, με διάνοια κυρίου, ενώ το αληθές είναι ότι ο ανωτέρω ήταν, μόνον, εφημέριος του Ναού και ουδέποτε άσκησε διακατοχικές πράξεις,
(Β) ότι στην πράξη του αυτή προέβη ύστερα από παραινέσεις των τότε εγκαλουμένων και ήδη, εναγόντων,
(Γ) ότι ο Α. Π. στις 30.03.2007, με την προφορική ανταίτηση, που άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου εναντίον τους, προέβαλε και ίδιος, ενώπιον του Δικαστηρίου, τους ως άνω ψευδείς ισχυρισμούς, ενώ, επιπρόσθετα, απέκρυψε από αυτό ότι ο επίδικος Ναός εγκαινιάσθηκε, ως χώρος λατρείας από το Μητροπολίτη Μ., στις 30.06.1986, ότι ο Ναός ανήκει στους πιστούς και δεν είναι δεκτικός νομής και κυριότητος, ως πράγμα εκτός συναλλαγής και ότι αυτός κατασκευάστηκε με εισφορές των πιστών.
Επιπρόσθετα, ισχυρίστηκε ψευδώς, ότι πώλησε ακίνητό του για οικοδομικές εργασίες και αγιογράφηση της εκκλησίας και ότι, νομίμως, παρεμποδίζει τους εγκαλούντες στην άσκηση των λατρευτικών τους καθηκόντων, εντός του επιδίκου Ναού, ενώ ο ίδιος, δικαιωματικά, ασκεί πράξεις νομής. Ότι με τον τρόπο αυτό παραπλάνησε το Δικαστήριο, εκδοθείσας, σχετικά, της υπ’ αριθμ. 3530/2007 απόφασης του Μον/λούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που τον δικαίωσε, τελώντας, έτσι, το αδίκημα της απάτης στο Δικαστήριο,
(Δ) Ότι στην ως άνω πράξη της απάτης συνήργησαν και οι λοιποί εγκαλούμενοι και νυν ενάγοντες , αντίδικοι στην ως άνω αίτησή τους ασφαλιστικών μέτρων,
(Ε) Ότι στις 11.05.2007, μεταξύ άλλων και οι 2ος και 3ος των εναγόντων, εισήλθαν στο πνευματικό κέντρο, γηροκομείο ... και περί ώρα 12η νυχτερινή δημιούργησαν επεισόδια , λέγοντας ότι τα ακίνητα αυτά είναι του πατέρα Δ., ότι να μην τολμήσουν να μπούνε μέσα, γιατί θα τους σκοτώσουν και απειλούσαν ότι θα χτυπήσουν τον ιερέα Μ. Α. και τον λαϊκό Δ. Α. (4ο εναγόμενο).
Στη συνέχεια, μεταξύ άλλων και οι εναγόμενοι, υπέβαλαν στον Πταισματοδίκη Ελευσίνας το από 29.06.2009 υπόμνημά τους, διευκρινίζοντας (προφανώς αναφορικά με την ΑΒΜ Δ07/2007 μήνυση), ότι οι καμία σχέση δεν έχουν με τη μήνυση αυτή και για αυτό, άλλωστε, είναι διαγραμμένοι από το κείμενο της μηνύσεως, οι, δε, λοιποί, προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι η πληρεξουσία δικηγόρος τους ενήργησε καθ’ υπέρβαση των εντολών τους, περιλαμβάνοντας σε διάφορα δικόγραφα, μεταξύ των οποίων και η παρούσα μήνυση, περιεχόμενο αντίθετο προς τις εντολές τους.
Εν συνεχεία, οι εκ των εναγομένων 2ος, 3ος, 5ος, 6ος και 7ος εγχείρισαν, στον Πταισματοδίκη Ελευσίνας, το από 07.04.2010 υπόμνημά τους, διασαφηνίζοντας με αυτό ότι η παράνομη βία των εγκαλουμένων δικαστικών επιμελητών, κατά την 21.05.2007, συνίστατο στο ότι οι εγκαλούμενοι δικαστικοί επιμελητές προσήλθαν να εκτελέσουν την υπ’ αριθμ. 3530/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ εκκρεμούσε η αίτησή τους περί ανάκλησης της απόφασης αυτής, ότι προέβησαν στην εκτέλεση της απόφασης την ώρα που λειτουργούσε η εκκλησία, με αποτέλεσμα να προκληθούν συμπλοκές και διαπληκτισμοί στο εκκλησίασμα, το οποίο χωρίστηκε σε δύο φατρίες, ότι οι επιχειρούντες να εισέλθουν στο Ναό, με εντολή δικαστικών επιμελητών, έσπασαν με λοστούς την πόρτα της κεντρικής εισόδου του Νού και κατέστρεψαν αντικείμενα εντός αυτού, ενώ ο 5ος και 7ος των εναγομένων εδέχθησαν χτυπήματα από τον 2ο ενάγοντα.
Περαιτέρω, αναφορικά με τις λοιπές καταγγελλόμενες πράξεις, οι εναγόμενοι, με το τελευταίο από 18.07.11 υπόμνημά τους, επανέρχονται στα προγενέστερα από 22.10.2008 και από 07.04.2010 υπομνήματα τους. Ωστόσο, σχετικά με τα καταγγελλόμενα από τους εναγομένους στις ως άνω μηνύσεις και στα επί αυτών υπομνήματα , δεν προέκυψε η ουσιαστική βασιμότητα αυτών, καθόσον, σχετικά ιδιαίτερα με την απάτη στο Δικαστήριο και τη ψευδορκία μάρτυρα, προέκυψε ότι ο πατέρας Δ., πράγματι, ασκούσε ιερατικό έργο με την τέλεση ιερουργιών και την τέλεση μυστηρίων στο Ναό, ενώ συμμετείχε και με προσωπική εργασία στην ανέγερση αυτού .
Το εάν , δε, με τις εργασίες του αυτές κατέστη ή όχι νομέας του ναού, αποτελεί νομικό και πραγματικό ζήτημα, επί του οποίου, όμως, οι μάρτυρες, που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο και, δη, ο πρώτος ενάγων, μην έχοντας νομικές γνώσεις, δεν θα μπορούσαν να γνωρίζουν και η εκφορά οποιασδήποτε γνώμης από αυτούς, δεν θα μπορούσε να έχει επιρροή επί του νομικού ζητήματος της νομής και των διακατοχικών πράξεων.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο Μητροπολίτης Γ.Ο.Χ. Αττικής και Μεγαρίδος Μ., κατά κόσμον, Δ. Μ. δεν άφησε διαθήκη κανενός είδους ή τουλάχιστον καμία διαθήκη του ως άνω προσώπου δεν δημοσιεύθηκε από το Πρωτοδικείο Αθηνών, ενώ δεν αποδεικνύεται, επίσης, ότι συνεστήθη κάποιου είδους νομικό πρόσωπο, το οποίο αποσκοπούσε στην ιδιοποίηση της περιουσίας του Ιερού Ναού των «Αγίων Αποστόλων».
Επιπλέον, όσον αφορά την οικονομική διαχείριση του Ιερού Ναού από την εκκλησιαστική επιτροπή που πρόσκειτο φίλα προς τον Α. Π., δεν αποδεικνύεται ιδιοποίηση των χρημάτων, που υπήρχαν στο λογαριασμό της ALPHA BANK, καθώς ουδέν στοιχείο, προς αυτή την κατεύθυνση, εισφέρθηκε από τις διάδικες πλευρές, οι οποίοι δεν είχαν γνώση περί της οικονομικής διαχείρισης του Ιερού Ναού, η, δε, εκκλησιαστική επιτροπή δεν έχει λογοδοτήσει για τη διαχείρισή της ούτε είχε υποβληθεί ποτέ αγωγή λογοδοσίας από τους έχοντες έννομο συμφέρον.
Εν συνεχεία, όπως προκύπτει από το σχετικό αντίγραφο του Βιβλίου Αδικημάτων και Συμβάντων του Α.Τ. ..., σε καμία παράνομη ενέργεια δεν προέβησαν οι εγκαλούμενοι δικαστικοί επιμελητές, κατά την εκτέλεση της υπ’ αριθμ. 3530/2007 απόφασης Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ασφαλιστικά μέτρα), κατ’ εντολή του πατέρα Δ., αντιθέτως, συνάντησαν αυτοί, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, αντιδράσεις από τους εναγόμενους και από ομάδα πιστών που τους υποστήριζε , οι οποίοι προσπαθούσαν να εμποδίσουν την εκτέλεση της απόφασης , εξάντλησαν , δε, αυτοί (δικαστικοί επιμελητές) όλα τα ήπια μέσα, που τους παρέχει η πολιτική δικονομία, ζητώντας τη συνδρομή του ΑΤ ...
και ερχόμενοι σε επικοινωνία με την Εισαγγελία Αθηνών, χωρίς, περαιτέρω, να έχουν ανάμειξη προσωπική στις έριδες και τους διαπληκτισμούς των πιστών. Είναι αλήθεια, μεν, ότι ο 5ος εναγόμενος προσήλθε για εξέταση στα εξωτερικά ιατρεία της Τ.Μ.Υ. …, στις 21.05.2007 και ώρα 12:00, όπου ανέφερε ξυλοδαρμό και διαγνώστηκαν θλαστικά τραύματα και εκδορές, όμως, με δεδομένο ότι, κατά την ανωτέρω ημερομηνία, έλαβαν χώρα γενικευμένα επεισόδια με εμπλοκή πληθώρας προσώπων, δεν θα μπορούσε να υποστηριχθεί από, μόνον, το στοιχείο αυτό, ότι υπαίτιοι των ως άνω σωματικών βλαβών ήταν, πράγματι, οι ενάγοντες.
Εξάλλου, από προσκομιζόμενο αντίγραφο του Βιβλίου Αδικημάτων και Συμβάντων του ΑΤ ..., προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης, που έγινε στις 11.06.2007, από την επιμελήτρια Μ. Δ., δεν δημιουργήθηκαν επεισόδια και άρα δεν θα μπορούσε βάσιμα να υποστηριχθεί ότι η τελευταία δέχθηκε απειλές, που παρεμπόδισε το έργο της, κατά οποιαδήποτε χρονική στιγμή ούτε τέλος προκύπτει ότι ζητήθηκε η παρέμβαση του ΑΤ ...
για κάποιο επεισόδιο, που έλαβε χώρα στο Γηροκομείο ..., κατά τις νυχτερινές ώρες στις 11.05.2007, όπως θα αναμένονταν, αν οι ενάγοντες είχαν, πράγματι, εισέλθει εκεί, απειλώντας τους εναγόμενους, ότι θα τους σκοτώσουν. Περαιτέρω, από κανένα στοιχείο δεν επιβεβαιώνονται και τα καταγγελλόμενα σε βάρος των Μ. Σ.
και Α. Β., περί παράνομης επανεισόδου τους στο Μοναστήρι της Ζωοδόχου Πηγής, υπεξαίρεσης γεωργικών εργαλείων, σφαγής εριφίων και πώλησης σφαγίων, πράξεις για τις οποίες οι ενάγοντες καταγγέλλονται ως ηθικοί αυτουργοί, ενόψει του ότι οι εναγόμενοι δεν αποδεικνύουν την ύπαρξη , την κυριότητα και την απώλεια, ακολούθως, των ως άνω αντικειμένων , περιοριζόμενοι σε γενικόλογες αναφορές και μη προσδιορίζοντας αυτά επακριβώς, ενώ, επιπρόσθετα, δεν κατονομάζουν κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο ως έμπορο, στον οποίο πωλήθηκαν τα σφάγια, ούτε περιγράφουν τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έλαβαν χώρα οι πράξεις αυτές και για το πώς περιήλθαν σε γνώση τους .
Όσον, δε, αφορά τα λοιπά καταγγελλόμενα αδικήματα και ιδίως της υπεξαίρεσης, οι εναγόμενοι ουδέν αποδεικτικό στοιχείο εισέφεραν στην ποινική διερεύνηση της υπόθεσης, ενώ επιπρόσθετα, εξέθεσαν αοριστίες και ασάφειες και υπέβαλλαν αντιφατικά αιτήματα, που κλονίζουν την αξιοπιστία τους, αφού, ενώ από τη μία αρνούνται το περιεχόμενο των αρχικών μηνύσεών τους και ζητούν, μάλιστα, ορισμένοι εκ των εγκαλούντων, ως προαναφέρονται, με το από 22.10.2008 υπόμνημά τους, τη μη συνέχιση της ποινικής διαδικασίας, στη συνέχεια, επανέρχονται, επιλεκτικά, ως προς τους ενάγοντες, επαναλαμβάνοντας παρόμοιους με τους αρχικούς σε βάρος τους ισχυρισμούς, οι οποίοι, όμως δεν συνδέονται με πραγματικά περιστατικά, που να τους θεμελιώνουν.
Για το λόγο αυτό, η χειρισθείσα τις ως άνω μηνύσεις Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την ΑΒΜ Δ07-2907/Δ07-3928 από 16.12.2011 Διάταξή της, απεφάνθη ότι δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις και απέρριψε τις ως άνω μηνύσεις και τα σχετιζόμενα με αυτές υπομνήματα των εναγομένων, ως αβάσιμα από άποψη ουσιαστικής βασιμότητας.
Κατά της διάταξης αυτής δεν ασκήθηκε προσφυγή και έχει καταστεί ήδη αμετάκλητη.
Ακολούθως, κατόπιν εγκλήσεως των εναγόντων σε βάρος των εναγομένων, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος των τελευταίων για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, κατ’ εξακολούθηση από κοινού, ψευδορκίας και συκοφαντικής δυσφήμησης, κατ’ εξακολούθηση, εκδόθηκε, δε, η υπ’ αριθμ. 2659/2013 απόφαση του Δ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας οι εναγόμενοι καταδικάστηκαν σε συνολική ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε έφεση από τους εναγομένους, πλην, όμως, η δικογραφία τέθηκε στο αρχείο κατά τις διατάξεις του Ν. 4198/2013.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα της υποβολής των επίμαχων μηνύσεων και υπομνημάτων, τις υποθέσεις των εναγομένων χειρίζονταν η τότε πληρεξουσία δικηγόρος τους Α. Μ., στην οποία είχαν δώσει εντολή να εκθέσει τα περιστατικά αυτά, στοιχειοθετούντα τα εις βάρος των εναγόντων καταγγελλόμενα ποινικά αδικήματα.
Κατά τους ισχυρισμούς των εναγομένων , οι οποίοι δεν αρνούνται την υπαιτιότητά τους, η ανωτέρω δικηγόρος τους συνέτασσε και υπέγραφε δικόγραφα, χωρίς αυτοί να γνωρίζουν το περιεχόμενό τους. Ειδικότερα, αυτοί υποστηρίζουν, πρωτοδίκως αλλά και, εν προκειμένω, με το σχετικό έκτο λόγο της έφεσής τους, ότι σε καμία περίπτωση δεν είχαν δώσει στην ανωτέρω δικηγόρο την εντολή να περιλάβει σκέψεις και κρίσεις μειωτικές ή απαξιωτικές ή υβριστικές ή συκοφαντικές και, ειδικότερα, ότι ουδέποτε της έδωσαν εντολή να περιλάβει στα ανωτέρω επίδικα δικόγραφα, φράσεις ή περιστατικά, που θίγουν την τιμή και υπόληψη των εναγόντων (τότε μηνυομένων).
Προς τούτο δε επικαλούνται: (α) ότι στις 30.09.2008, οι 1ος, 3ος και 6ος των εναγομένων κατέθεσαν στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών τη με αριθμό ΒΔ 560/26-9-2008 αναφορά τους, κατά της ανωτέρω δικηγόρου τους, στην οποία, ρητώς, εξέθεσαν ότι η δικηγόρος αυτή προέβη σε σύνταξη σωρείας δικογράφων , για τα οποία ουδέποτε της έδωσαν εντολή για τη σύνταξη αυτών ή για το περιεχόμενό τους, τα οποία ουδέποτε διάβαζαν , καθότι ήταν πολυσέλιδα, (β) την υπ’ αριθμ. 31/2011 απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, με την οποία η ανωτέρω δικηγόρος δικάστηκε, μετά τη γενομένη στις 30.09.2008 αναφορά τους και της επιβλήθηκε πειθαρχική ποινή παύσης από τα καθήκοντά της έξι (6) μηνών και (γ) ότι η συγκεκριμένη δικηγόρος έχει τιμωρηθεί και άλλες φορές για παρόμοια πειθαρχικά παραπτώματα και, μάλιστα, με διαδίκους και σε υποθέσεις άσχετες με τη διαμάχη, που έχει ξεσπάσει ανάμεσα στις διάφορες ομάδες παλαιοημερολογιτών.
Οι ενάγοντες, προς απόδειξη της υπαιτιότητας των εναγομένων και της συμμετοχής τους στις πράξεις της δικηγόρου αυτής, επικαλούνται και προσκομίζουν τη με ημερομηνία 24.03.2007 εξώδικη πρόσκλησή τους, η οποία επιδόθηκε στις 27.03.2007, με την οποία, αφού εξέθεσαν ότι το περιεχόμενο των εις βάρος τους δικογράφων είναι, καταφανώς, ψευδές και συκοφαντικό, καλούσαν τους υπογράφοντες αυτά να τους απαντήσουν, έως τις 29.03.2007, εάν αυτοί (εναγόμενοι) το υιοθετούσαν ως αληθινό παρά τα ψεύδη του, Πράγματι, στις 04.04.2007 επιδόθηκε η από 29.03.2007 εξώδικη απάντηση των εναγομένων, αποτελούμενη από 210 σελίδες, στην οποία δήλωσαν, αφενός, ότι αποδέχονται το περιεχόμενο των υποβληθέντων ενδίκων δικογράφων και, αφετέρου, ότι αυτά τα δικόγραφα συντάχθηκαν καθ' υπαγόρευσή τους ή από εξιστόρηση των γεγονότων εκ μέρους τους.
Η ανωτέρω αναφερθείσα εξώδικη δήλωση, μάλιστα, φέρει στο τέλος (σελ. 210 και 211) τις υπογραφές των ιδίων των εναγομένων, οι οποίοι ουδέποτε αμφισβήτησαν τη γνησιότητα των υπογραφών αυτών, τις αναγνώρισαν, δε, ως γνήσιες ενώπιον της ακροαματικής διαδικασίας στο ποινικό δικαστήριο. Ο ισχυρισμός τους, δε, ότι οι υπογραφές τους τέθηκαν στο εν λόγω εξώδικο με κολάζ από τη συνήγορό τους Α.
Μ., δεν κρίνεται πειστικός, δεδομένου ότι οι εναγόμενοι δεν προσκομίζουν έγγραφα, που να αποδεικνύουν την επικαλούμενη πλαστότητα των υπογραφών τους, ούτε αναφέρουν μάρτυρες και άλλα αποδεικτικά μέσα προς τούτο, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 463 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι δεν έχουν καταθέσει σχετική μήνυση, ώστε να εκτιμηθεί ο σχετικός ισχυρισμός τους ως ένσταση πλαστότητας από ουσιαστική βασιμότητα, επιπλέον δε τα υπ’ αριθμ. 2836/2012 και 3637/2011 βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, έχουν δεχθεί αμετακλήτως ότι η εκεί κατηγορουμένη Α.
Μ., δεν προέκυψε ότι υπερέβη την χορηγηθείσα σ’ αυτήν εντολή, εν' όψει του ότι οι, ήδη, εναγόμενοι, αφενός, μεν, έθεσαν τις υπογραφές τους επί των εγκλήσεων , αφετέρου τις κατέθεσαν οι ίδιοι, οπότε έλαβαν γνώση του περιεχομένου τους. Εκτός τούτου, το συκοφαντικό περιεχόμενο των εγκλήσεων αυτών επαναλαμβάνεται και σε κατατεθέντα υπομνήματα και άλλα δικόγραφα και μετά το έτος 2008, όταν οι εναγόμενοι, είχαν αλλάξει δικηγόρο, προσπαθώντας να μετακυλήσουν τις ευθύνες τους στην Α.
Μ., η οποία, όμως, αμετακλήτως δια του υπ’ αριθμ. 3637/2011 βουλεύματος απαλλάχθηκε της κατηγορίας αυτής, παραπέμφθηκε, όμως, να δικασθεί για τα εις βάρος του πρώτου ενάγοντα διαπραττόμενα αδικήματα της εξύβρισης και συκοφαντικής δυσφήμησης, που φέρεται να διέπραξε στην … Αττικής στις 15.05.2007 και κατά την εκτέλεση της υπ’ αριθμ. 3530/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αλλά και στις 21.05.2007, σε συνέντευξή της στα τηλεοπτικά κανάλια «ΑΝΤΕΝΝΑ» και «ΑΛΦΑ», καταδεικνυομένου και εκ του σκεπτικού του βουλεύματος αυτού, της μη διάπραξης από τον πρώτο ενάγοντα των αντιστοίχων προσαπτομένων σε αυτόν κατηγοριών με τις επίδικες εγκλήσεις ως άνω .
Εξάλλου, οι εκ των μηνυτών και της ομάδας των εναγομένων, απέστειλαν εκ των υστέρων εξώδικες δηλώσεις διαχωρίζοντας τη θέση τους από τους υπόλοιπους , τόσο με τις δηλώσεις τους αυτές, όσο και με τις απολογίες τους στο ποινικό δικαστήριο, ανέφεραν, σαφώς και κατηγορηματικά, ότι τα δικόγραφα συνετάγησαν κατόπιν υποδείξεως των εναγομένων και, κυρίως, του πρώτου εξ αυτών Μητροπολίτη Θηβών και Λεβαδείας, καθώς και του Μητροπολίτη Φθιώτιιδος και ότι άπαντες ήταν ενήμεροι σχετικά με το περιεχόμενό τους.
Σύμφωνα, δε, με το κλίμα, που μετέφεραν οι ως άνω διαχωρίσαντες τη θέση τους, με τις απολογίες τους στο ποινικό δικαστήριο, ουδείς εκ των λαϊκών εναγομένων, θα μπορούσε να αντιταχθεί στη βούληση των ως άνω Μητροπολιτών, χωρίς, όμως, αυτό να σημαίνει ότι δεν γνώριζαν τις συνέπειες των πράξεών τους ή το ψευδές του περιεχομένου των δικογράφων, που κατατέθηκαν στο όνομά τους και για λογαριασμό τους.
Εξάλλου, αν οι εναγόμενοι δεν συμφωνούσαν με αυτό το περιεχόμενο, θα έσπευδαν και αυτοί να διαχωρίσουν τη θέση τους, ως οι ανωτέρω έπραξαν, τουλάχιστον κατά τον ίδιο με αυτούς χρόνο, όπου, είναι, πλέον, βέβαιο ότι έλαβαν και αυτοί γνώση των περιλαμβανομένων στα δικόγραφα αυτά χαρακτηρισμών και ισχυρισμών.
Τουναντίον, όμως, οι εναγόμενοι, ουδέποτε έπραξαν έτσι, ούτε αρνήθηκαν ποτέ την αλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τους οποίους υποστηρίζουν μέχρι σήμερα .
Συνεπώς, το περιεχόμενο των ως άνω επιδίκων δύο (2) μηνύσεων και των υπομνημάτων, που τις διευκρινίζουν, πληροί την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της συκοφαντικής δυσφήμισης, τελεσθείσας από τους εναγομένους σε βάρος των εναγόντων, και προσβάλλει την τιμή και προσωπικότητα των τελευταίων, καθώς τους παρουσιάζει, ως άπληστους υπεξαιρέτες μεγάλων χρηματικών ποσών, που επιθυμούσαν να καταχραστούν την περιουσία του ιερού Ναού των «Αγίων Αποστόλων», ότι έχουν συστήσει ένα "Δούρειο Ίππο" και αποτελούν ένα ψευδές νομικό μόρφωμα , που σκοπό έχει το καταφάγωμα των τεράστιας αξίας καθιδρυμάτων και όλης της περιουσίας των Γ.Ο.Χ. της ... και ότι ο πρώτος εξ αυτών είναι ηθικός αυτουργός αυτών και όλοι μαζί έχουν τελέσει οικονομικά σκάνδαλα και υπεξαιρέσεις . Πρέπει, συνεπώς, ο σχετικός πρώτος και έκτος λόγος της έφεσης να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι [...].
Συνακόλουθα των ανωτέρω, συντρέχουν νόμιμες προϋποθέσεις και οι ενάγοντες δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη, που υπέστησαν από την εις βάρος τους αδικοπραξία. Το Δικαστήριο, ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη του το μέγεθος της προσβολής των εναγόντων από τα ως άνω ψευδή αναφερόμενα, τη μεγάλη δημοσιότητα, που έλαβε η προσβολή των τελευταίων, την ένταση του δόλου των εναγομένων, το φανατισμό και την κατ’ επανάληψη προβολή των επιδίκων ισχυρισμών και χαρακτηρισμών στα δικόγραφα της εν γένει μεταξύ τους αντιδικίας, καθώς και την κοινωνική και οικονομική θέση και κατάσταση των μερών, κρίνει ότι εύλογο ποσό χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστησαν από την ως άνω παράνομη και υπαίτια, κατευθυνομένη στο σκοπό της δυσφήμησής τους πράξη των εναγομένων, είναι αυτό των 3.000 ευρώ, ως προς έκαστο εξ αυτών, για κάθε αδικοπραξία που έλαβε χώρα με την υποβολή της αντίστοιχης έγκλησης και δη, το συνολικό ποσό των 6.000 ευρώ, ως προς έκαστο ενάγοντα. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγοντας και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, όσον αφορά το δικαίωμα των εναγόντων να ζητήσουν συνολική χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης για την πολλαπλώς, από τις ενέργειες των εναγομένων, πληγείσα προσωπικότητά τους και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις [...]|».
[III] Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης (3984/2015 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), η οποία είχε δεχθεί τα ίδια. Από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και συγκεκριμένα την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ και 362-362 του ΠΚ και δη της προϋποθέσεως της υπαιτιότητας των αναιρεσειόντων, διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εν λόγω εφαρμοστέων διατάξεων, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα, αφού προσδιορίζει με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της διαπραχθείσας από τους αναιρεσείοντες αδικοπραξίας, με την ειδικότερη μορφή του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης των άρθρων 363-362 του ΠΚ, που συνιστά προσβολή της προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων και δη εκείνα από τα οποία προκύπτει η εκ μέρους των αναιρεσειόντων γνώση του συκοφαντικού περιεχομένου των επιδίκων μηνύσεων και των υπομνημάτων που τις διευκρινίζουν και ο σκοπός των αναιρεσειόντων για προσβολή της τιμής και προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων, ως αμφισβήτηση της ηθικής και της κοινωνικής της αξίας.
Συγκεκριμένα, σε σχέση με τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι αυτοί δεν είχαν δώσει στην ανωτέρω δικηγόρο τους την εντολή να περιλάβει σκέψεις και κρίσεις μειωτικές ή απαξιωτικές ή υβριστικές ή συκοφαντικές και, ειδικότερα, ότι ουδέποτε της έδωσαν εντολή να περιλάβει στα ανωτέρω επίδικα δικόγραφα, φράσεις ή περιστατικά, που θίγουν την τιμή και υπόληψη των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων (τότε μηνυομένων), ρητά δέχεται: (α) ότι το συκοφαντικό περιεχόμενο των εγκλήσεων αυτών επαναλαμβάνεται και σε κατατεθέντα υπομνήματα και άλλα δικόγραφα και μετά το έτος 2008, όταν οι εναγόμενοι, είχαν αλλάξει δικηγόρο, προσπαθώντας να μετακυλήσουν τις ευθύνες τους στην Α.
Μ., η οποία, όμως, αμετακλήτως δια του υπ’ αριθμ. 3637/2011 βουλεύματος απαλλάχθηκε της κατηγορίας αυτής, (β) ότι κατόπιν εγκλήσεως των εναγόντων σε βάρος των εναγομένων, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος των τελευταίων για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης κατ’ εξακολούθηση από κοινού, ψευδορκίας και συκοφαντικής δυσφήμησης κατ’ εξακολούθηση, εκδόθηκε, δε, η υπ’ αριθμ. 2659/2013 απόφαση του Δ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας οι εναγόμενοι καταδικάστηκαν σε συνολική ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, (γ) ότι τα υπ’ αριθμ. 2836/2012 και 3637/2011 βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, έχουν δεχθεί αμετακλήτως ότι η εκεί κατηγορουμένη Α.
Μ., δεν προέκυψε ότι υπερέβη την χορηγηθείσα σ’ αυτήν εντολή, εν' όψει του ότι οι, ήδη, εναγόμενοι, αφενός, μεν, έθεσαν τις υπογραφές τους επί των εγκλήσεων, αφετέρου τις κατέθεσαν οι ίδιοι, οπότε έλαβαν γνώση του περιεχομένου τους, (δ) ότι οι εκ των μηνυτών και της ομάδας των εναγομένων αναφερόμενοι απέστειλαν εκ των υστέρων εξώδικες δηλώσεις διαχωρίζοντας τη θέση τους από τους υπόλοιπους, τόσο με τις δηλώσεις τους αυτές, όσο και με τις απολογίες τους στο ποινικό δικαστήριο, αναφέροντας σαφώς και κατηγορηματικά, ότι τα δικόγραφα συνετάγησαν κατόπιν υποδείξεως των εναγομένων και, κυρίως, του πρώτου εξ αυτών Μητροπολίτη Θηβών και Λεβαδείας, καθώς και του Μητροπολίτη Φθιώτιδος και ότι άπαντες ήταν ενήμεροι σχετικά με το περιεχόμενό τους, και (ε) ότι αν οι εναγόμενοι δεν συμφωνούσαν με αυτό το περιεχόμενο, θα έσπευδαν και αυτοί να διαχωρίσουν τη θέση τους, ως οι ανωτέρω έπραξαν, τουλάχιστον κατά τον ίδιο με αυτούς χρόνο, όπου, είναι, πλέον, βέβαιο ότι έλαβαν και αυτοί γνώση των περιλαμβανομένων στα δικόγραφα αυτά χαρακτηρισμών και ισχυρισμών, πλην όμως ουδέποτε έπραξαν έτσι, ούτε αρνήθηκαν ποτέ την αλήθεια των ισχυρισμών αυτών.
Οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι οι 1ος, 3ος και 6ος των εναγομένων κατέθεσαν στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών τη με αριθμό ΒΔ 560/26-9-2008 αναφορά τους κατά της ανωτέρω δικηγόρου τους και ότι με την υπ' αριθμ. 31/2011 απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, η ανωτέρω δικηγόρος δικάστηκε και της επιβλήθηκε πειθαρχική ποινή παύσης από τα καθήκοντά της έξι (6) μηνών, δεν έρχεται σε αντίφαση με τα άνω δεκτά γενόμενα περί γνώσεως των εναγόντων του συκοφαντικού περιεχομένου των επιδίκων μηνύσεων, αφού αναλυτικά και με σαφήνεια παρατίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η γνώση και η βούληση των εναγομένων για την καταμήνυση των εναγόντων, πλεοναστικά δε γίνεται αναφορά στην από 29.03.2007 εξώδικη απάντηση των αναιρεσειόντων, για την οποία οι τελευταίοι ισχυρίζονταν ότι κατασκευάστηκε εν αγνοία τους από την τότε δικηγόρο τους, καθόσον η εξώδικη αυτή συντάχθηκε πριν από την κατάθεση των επίδικων μηνύσεων και των συναφών υπομνημάτων και αφορούσε την προηγηθείσα αγωγή και αίτηση ασφαλιστικών μέτρων των αναιρεσειόντων.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υπό την επίκληση ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων περί μη γνώσεως εκ μέρους τους των προσβλητικών εκφράσεων που περιλήφθηκαν στα άνω δικόγραφα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
[IV] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ’ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι’ αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ’ ΚΠολΔ, αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν νόμιμα με επίκληση για την απόδειξη της αβασιμότητας της αγωγής και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη του την υπ’ αριθμ. 45308/15, 47009/15, 758/16, 5008/16, 12888/16 απόφαση του Γ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκαν αυτοί αθώοι των πράξεων της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ’ εξακολούθηση και κατά συρροή, αφού έγινε δεκτό ότι τα αναφερόμενα στην με αριθμ. 45361/2057/27/02/2007 αγωγή και στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με αριθμό κατάθεσης 51772/3008/06-03-2007 δεν υπαγορεύθηκαν από τους ίδιους αλλά περιελήφθησαν στα ως άνω δικόγραφα από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Α.
Μ. με δική της πρωτοβουλία και χωρίς προηγούμενη ενημέρωσή τους και ότι προέκυψαν σοβαρές αμφιβολίες για τη γνώση τους ως προς το περιεχόμενο της από 29.03.2007 εξώδικης δήλωσης – κοινοποίησης. Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του, πλην των άλλων, και τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα προσκομισθέντα από τους αναιρεσιβλήτους έγγραφα, μεταξύ των οποίων και η άνω επικαλούμενη απόφαση του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία, άλλωστε, κηρύχθηκαν αθώοι οι αναιρεσείοντες των πράξεων της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ’ εξακολούθηση και κατά συρροή, σε σχέση με τα αναφερόμενα στην με αριθμ. 45361/2057/27/02/2007 αγωγή και στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με αριθμό κατάθεσης 51772/3008/06-03-2007, καθώς και στην από 29.03.2007 εξώδικη δήλωση και όχι σε σχέση με τα αναφερόμενα στις επίδικες μηνύσεις και τα συναφή υπομνήματα των αναιρεσειόντων, οι οποίες μηνύσεις, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, απορρίφθηκαν ως ουσία αβάσιμες με την άνω διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών , ενώ στη συνέχεια, κατόπιν εγκλήσεως των αναιρεσιβλήτων, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος των τελευταίων για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, κατ’ εξακολούθηση από κοινού, ψευδορκίας και συκοφαντικής δυσφήμησης, κατ’ εξακολούθηση και εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 2659/2013 απόφαση του Δ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας οι εναγόμενοι καταδικάστηκαν σε συνολική ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών.
Επομένως, ο ανωτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, που μέμφεται την απόφαση για την μη λήψη υπόψη του ανωτέρω αποδεικτικού μέσου, είναι αβάσιμος.
Οι δε προβαλλόμενες περαιτέρω αιτιάσεις ότι από το παραπάνω αποδεικτικό μέσο αποδεικνύεται ο πιο πάνω ισχυρισμός τους περί μη γνώσεως εκ μέρους τους του περιεχομένου των άνω μηνύσεων και συνεπώς έπρεπε να απορριφθεί η αγωγή των αντιδίκων τους, κρίνονται απαράδεκτες, καθόσον, με την επίκληση τους πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
[V] Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Ιανουαρίου 2019 αίτηση των: 1) Χ. Τ., 2) Χ. Τ., 3) Α. Κ., 4) Δ. Α 5) Χ. Π., 6) Π. Δ. και 7) Δ. Γ., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 4291/2018 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ