Appeal dismissed because procedural defects must stem from procedural law, not substantive tax laws.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against a first-instance judgment regarding property ownership disputes. The appellants argued that the lower court erred by refusing to appoint expert witnesses and by failing to declare certain procedural points inadmissible. The court ruled that these issues do not constitute grounds for appeal because the refusal to appoint experts is a discretionary judicial decision not subject to appellate review, and the alleged procedural defects arose from substantive tax laws rather than procedural code violations.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(14) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; A procedural defect justifying an appeal must arise from the Code of Civil Procedure itself, not from substantive laws regulating tax purposes, and the refusal to appoint expert witnesses is not reviewable on appeal unless the court explicitly deems specialized scientific knowledge necessary.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 757 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 757/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο-εισηγητή και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Γ. Ν. του Ν., 2.Ι. συζ. Γ. Ν., το γένος Δ. Κ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Ηλία Τσίγκανου.
Της αναιρεσίβλητης: Γ. χήρας Ι. Ρ., το γένος Α. Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παντελή Κοναξή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-2-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κορίνθου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1422/2013 του ιδίου Δικαστηρίου, 123/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-9-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 13-9-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 123/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, το οποίο δίκασε ως Εφετείο και εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 495, 552, 553, 556, 558. 564, 566 παρ. 1). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔικ υπάρχει λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο και μόνο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου 559 αριθμός 1 ή 560 αριθμός 1 ΚΠολΔικ Έτσι, σε περίπτωση παράλειψης κήρυξης προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζήτησης, ο πιο πάνω λόγος ιδρύεται, όταν το απαράδεκτο αυτό επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξης, που προηγήθηκε ή (και) προς εξασφάλιση της άσκησης δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ. 12/2000).
Απαράδεκτο, η μη κήρυξη του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας δημιουργεί τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, δεν καθιερώνεται, όταν οι επιταγές για αναβολή της συζήτησης ή αναστολής της προόδου της δίκης περιέχονται όχι στις διατάξεις του ΚΠολΔικ, που ρυθμίζουν την πορεία της διαδικασίας, αλλά σε διατάξεις νόμων που επιδιώκουν φορολογικούς σκοπούς, γιατί οι τελευταίοι μπορεί να επιτευχθούν και με άλλα μέσα, δηλαδή με την ενέργεια των φορολογικών οργάνων, χωρίς να απαιτείται η αναίρεση της απόφασης για την επίτευξη των επιδιωκόμενων φορολογικών σκοπών, οι οποίοι δεν έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης και, συνακόλουθα, στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης [ΟλΑΠ 1331/1985].
Τέτοια διάταξη είναι και αυτή του άρθρου 9 παρ. 5 του Ν. 4223/2013 «Ενιαίος φόρος ακινήτων και άλλες διατάξεις», κατά την οποία «είναι απαράδεκτη η συζήτηση εμπράγματης αγωγής ή οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ενώπιον δικαστηρίου ή δημόσιας αρχής από υπόχρεο στον ΕΝ.Φ.Ι.Α. επί ακινήτου, αν δεν προσκομισθεί μέχρι τη συζήτηση της, κατά περίπτωση, το πιστοποιητικό των παραγράφων 1 ή 3 του άρθρου αυτού [περί καταβολής του φόρου ή απαλλαγής της σχετικής υποχρέωσης ].
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔικ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο Τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και έχει ισχύ από 1-1-2016, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ’ ύλη αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας. 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Όπως προκύπτει από την σαφή διατύπωση των ως άνω διατάξεων, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ’ αποφάσεων των ειρηνοδικείων απαριθμούνται περιοριστικά σ’ αυτές (ΟλΑΠ 45/1987) , οι οποίες είναι ειδικές ως προς τους επιτρεπομένους λόγους αναίρεσης κατά των αναφερομένων εκεί αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 559 ΚΠολΔ που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων και ως τούτου άλλες αιτιάσεις δεν είναι παραδεκτές ως λόγοι αναίρεσης.
Έτσι, δεν συγχωρείται αναίρεση κατά των αποφάσεων αυτών, μεταξύ άλλων, α) αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, β) όταν το δικαστήριο δεν κήρυξε απαράδεκτο και γ) αν παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό , δηλαδή για λόγους που προβλέπονται από τους αριθμούς 11 περ.
γ , 14 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. Στην προκείμενη περίπτωση πλήττεται η απόφαση που προσβάλλεται α) με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης , διότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της ένδικης αγωγής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 του Ν. 4223/2013, το οποίο ορίζει ότι «είναι απαράδεκτη η συζήτηση εμπράγματης αγωγής ή οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ενώπιον δικαστηρίου ή δημόσιας αρχής από υπόχρεο στον ΕΝ.Φ.Ι.Α.
επί ακινήτου, αν δεν προσκομισθεί μέχρι τη συζήτηση της, κατά περίπτωση, το πιστοποιητικό των παραγράφων 1 ή 3 του άρθρου αυτού [περί καταβολής ή απαλλαγής από την υποχρέωση καταβολής ΕΝ.Φ.Ι.Α.], β) με τον τρίτο και τον τέταρτο κατά ένα μέρος αυτού λόγους της αναίρεσης, διότι παραμόρφωσε τα περιεχόμενο των εγγράφων, που αναφέρονται και λόγο αναίρεσης , διότι δεν έλαβε υπόψη της τα αποδεικτικά μέσα, που οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και γ) με τον τέταρτο λόγο κατά ένα μέρος αυτού , διότι δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, που οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, όμως, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Ειδικότερα α) ο πρώτος από αυτούς, γιατί η επικαλούμενη διάταξη θεσπίζει κανόνες δικονομικού δικαίου και η παραβίαση του δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔικ λόγο αναίρεσης, ανεξαρτήτως του ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν καθιερώνεται, απαράδεκτο , όπως προαναφέρεται, όταν οι επιταγές για αναβολή ή απαράδεκτο της συζήτησης περιέχονται όχι στις διατάξεις του ΚΠολΔικ, αλλά σε διατάξεις νόμων που επιδιώκουν φορολογικούς σκοπούς και β) οι υπόλοιποι ως άνω λόγοι , επίσης, ως απαράδεκτοι, γιατί οι πλημμέλειες , που αποδίδονται με αυτούς στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν εμπίπτουν στην περιοριστική απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατ’ αποφάσεων ειρηνοδικείων.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔικ , όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο Τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και έχει ισχύ από 1-1-2016, αντίστοιχος του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα , ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔικ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Ειδικότερα ως προς τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, λόγο αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται ποιά ήταν τα πράγματα, δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, και συγκεκριμένα τα πραγματικά περιστατικά που τους θεμελιώνουν νομικά, τους οποίους παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αν και παραδεκτώς προτάθηκαν, ή έλαβε υπόψη χωρίς να προταθούν, καθώς και ποιά επίδραση ασκούσαν στην έκβαση της δίκης.
Επομένως ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθμός 5 ΚΠολΔικ, ότι «.....νόμιμα τόσο με τις προτάσεις μου......ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όσο και στο δικόγραφο της έφεσής μου επρότεινα αφενός την ένσταση παραγραφής του δικαιώματος της ενάγουσας κατ’ άρθρο 992 ΑΚ , όσο και την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματός της κατ’ άρθρο 281 ΑΚ .
Πλην όμως η προσβαλλόμενη απόφαση ουδόλως ασχολήθηκε με τις ενστάσεις μου απορρίπτοντας αυτές σιγή, παρότι προτάθηκαν επαρκώς ορισμένα , νόμιμα και εμπρόθεσμα και αποδείχθηκαν πλήρως» είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν, κατά το νόμο (ΑΚ 281 ΚΑΙ 992) τους ισχυρισμούς αυτούς, για να ελεγχθεί η νομική βασιμότητά τους και ότι αν θα γινόταν δεκτοί θα επηρέαζε ευνοϊκά για τους αναιρεσείοντες το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔικ , όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο Τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και έχει ισχύ από 1-1-2016, αντίστοιχος του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα , ιδρύεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα , που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και είναι για το λόγο αυτό αναιρετέα, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την εφαρμογή της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε και, εξ αιτίας αυτού, δεν είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, αν ορθά εφαρμόστηκε η διάταξη αυτή.
Τέτοιος λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται , όταν στην απόφαση διατυπώνεται σαφώς το αποδεικτικό πόρισμα και η ανεπάρκεια των αιτιολογιών αναφέρεται στην εκτίμηση των από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθμοί 19 και 20 ιδίου Κώδικα.
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του και με την επίκληση του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔικ, προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης τις αιτιάσεις ότι το Δικαστήριο , που την εξέδωσε «δεν έχει νόμιμη αιτιολογία ....καθώς δέχθηκε ότι το καλοκαίρι του 2008 αφαιρέσαμε την τότε υπάρχουσα μεταξύ του ακινήτου μας συρμάτινη περίφραξη και κόβοντας επτά ελιές που υπήρχαν στο επίδικο τμήμα κτίσαμε μανδρότοιχο , συμπεριλαμβάνοντας εντός του ακινήτου μα το επίδικο τμήμα.....δέχθηκε αναιτιολόγητα ότι από τη σύγκριση δύο τοπογραφικών διαγραμμάτων.....προκύπτει ότι η νότια πλευρά του ακινήτου συνορεύει με ιδιοκτησία Μ.
απεικονίζει πλευρά κατά 0,55μ. μεγαλύτερη σε βάρος του ακινήτου της αναιρεσίβλητης..... Η προσβαλλόμενη όμως δεν αιτιολογεί επαρκώς την ως άνω παραδοχή της καθώς δεν έλαβε υπόψην της ότι το τοπογραφικό από το Μάρτιο του 2006 έχει σφάλμα υπολογισμού του εμβαδού του αγρού μας........ Ειδικότερα το ανωτέρω τοπογραφικό αναφέρει εσφαλμένα ότι η επιφάνεια του αγρού μας είναι 2.890 τμ, πλην όμως αν υπολογιστεί το εμβαδόν με βάση το μήκος των πλευρών, όπως ακριβώς αναφέρονται στο ίδιο το τοπογραφικό διάγραμμα που επισυνάπτεται στον τίτλο κτήσης ήτοι πλευρά Α-Β μήκους 80,45μ, πλευρά Β-Γ μήκους 38,90 μέτρα, πλευρά Γ-Δ μήκους 79,60 μέτρα και πλευρά Δ-Α μήκους 33,80 μέτρα, το εμβαδόν του είναι 2.899 τμ και όγι 2.890 τμ......Η προσβαλλομένη δεν έλαβε υπόψην της την από 28-3-20113 υπεύθυνη δήλωση του μηχανικού Β.
Σ.......... Επί λέξει ο ίδιος ο κ. Σ. στη δήλωσή του αναφέρει : " κατά τη μέτρηση τις διαστάσεις τις πήρα από την υπάρχουσα περίφραξη η οποία υπήρχε στην εν λόγω ιδιοκτησία. Η περίφραξη αυτή κατά μήκος της πλευράς του δρόμου ήταν εσώτερα του ορίου του δρόμου με αποτέλεσμα να αφήνει τμήμα της ιδιοκτησίας εκτός της μετρούμενης ιδιοκτησίας.
Όταν κατασκευάστηκε ο νέος μανδρότοιχος εκ μπετόν υπό την επίβλεψή μου, συμπεριέλαβα μέσα στην εν λόγω ιδιοκτησία το τμήμα αυτό με αποτέλεσμα να μεγαλώσει η νοτιοδυτική πλευρά της ιδιοκτησίας από 38,90 σε 39,45 μ. πράγμα το οποίο είχε σαν αποτέλεσμα να μεγαλώσει και το εμβαδόν της ιδιοκτησίας από 2.890 τμ σε 2.932 τμ, όπως φαίνεται και σε νεώτερο τοπογραφικό που έγινε με όργανο ακρίβειας"..................Και ενώ ‘ όλη η αλήθεια περικλείεται στην υπεύθυνη αυτή δήλωση, από την οποία αποδεικνύεται ότι η επέκταση της πλευράς Β-Γ του ακινήτου μας δεν έγινε προς την πλευρά του ακινήτου της αντιδίκου η προσβαλλόμενη απόφαση δεν την έλαβε υπόψην της οδηγούμενη σε εσφαλμένο συμπέρασμα .
Όλα τα ανωτέρω αναλυτικά περιγράφονται και εξηγούνται στην από 12-12-2014 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Σ. Μ........... την οποία καθόλα νόμιμα προσάγαμε μετ’ επικλήσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και η οποία αποδεικνύει ότι το επίδικο τμήμα είναι τμήμα της ιδιοκτησίας μας, ότι δεν έχουμε επεκταθεί στο ακίνητο της αντιδίκου μας και καταλήγει αβίαστα στο συμπέρασμα ότι "ο μαντρότοιχος από οπλισμένο σκυρόδεμα έχει υλοποιηθεί σωστά στη θέση της παλαιάς περίφραξης"......Στην ίδια έκθεση επίσης αναλυτικά εξηγούνται και καταρρίπτονται όλες οι αλχημίες της αντιδίκου μου οι οποίες οδήγησαν σε εσφαλμένο συμπέρασμα την προσβαλλομένη......Για την σύγκριση των τοπογραφικών διαγραμμάτων που η προσβαλλομένη επικαλείται ως πλήρη απόδειξη της αγωγής, η ανωτέρω έκθεση αναλυτικά εξηγεί τα λάθη του αρχικού τοπογραφικού , τις αδυναμίες υπολογισμού του πραγματικού εμβαδού του οικοπέδου μας εξαιτίας της μεθόδου που χρησιμοποιήθηκε για την μέτρησή του, την επιτρεπτή απόκλιση κατά νόμο όταν χρησιμοποιείται για την μέτρηση ακινήτων μετροταινία, ώστε πλήρως να αποδεικνύει ότι έσφαλε η προσβαλλομένη η οποία ως απόδειξη της αγωγής επικαλείται τη σύγκριση των δύο τοπογραφικών.......
Όλα τα ανωτέρω αποδεικνύουν ότι η προσβαλλόμενη δέχθηκε τους ισχυρισμούς της εφεσίβλητης χωρίς νόμιμη αιτιολογία. Για την απόδειξη της αγωγής έκρινε ότι είναι επαρκές στοιχείο η σύγκριση των δύο τοπογραφικών ενώ αποδεικνύεται ότι είναι ένα επισφαλές και λανθασμένο αποδεικτικό μέσο. ..............Ο αγρός της αντιδίκου μας έχει εμβαδόν κατά τον τίτλο κτήσης του 1.500 τμ.
ήδη στην αγωγή η αντίδικός μας αναφέρει ότι κατά νεώτερη μέτρηση ο αγρός της έχει έκταση 1.735,28 τμ, δηλαδή 235,28 τμ περισσότερα από τον τίτλο κτήσης της. ......... Η βορειοδυτική πλευρά του αγροτεμαχίου της αντιδίκου μου , η οποία γειτνιάζει με το ακίνητό μας και το αγροτεμάχιο κληρονόμων Β. Μ., σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της και την κατάθεση του μάρτυρά της είναι ΕΥΘΕΙΑ.............Την ίδια πλημμέλεια έχει η προσβαλλομένη αναφορικά με την μαρτυρική κατάθεση του Γ.
Μ., ο οποίος είχε αναλάβει την κατασκευή του μανδρότοιχου και ο οποίος με παρρησία κατέθεσε ότι το ακίνητο μας ήταν περιφραγμένο από όλες τις πλευρές , η μάνδρα κατασκευαζόταν κομμάτι κομμάτι , έκτισαν τον μανδρότοιχο ακριβώς στα σημεία που υπήρχε η περίφραξη , ότι ουδείς διαμαρτυρήθηκε από το Μάιο του 2008 που άρχισε η κατασκευή του μανδρότοιχου μέχρι την ολοκλήρωσή του .......Το περιεχόμενο όμως της ανωτέρω μαρτυρικής κατάθεσης αναιτιολογήτως η προσβαλλόμενη δεν δέχθηκε, αντίθετα έλαβε υπόψην της την κατάθεση μάρτυρος της αντιδίκου μας, ο οποίος δεν έχει σχέση με την περιοχή, είναι κάτοικος Άργους, οποίος ψευδόμενος προσπάθησε να μας πείσει ότι για να οργώσει το χωράφι της αντιδίκου μας ερχόταν από το Άργος με το τρακτέρ του».
Οι αιτιάσεις αυτές αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων σε σχέση με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, που είναι κατά τους αναιρεσείοντες αντίθετο με το αποδεικτικό υλικό, η οποία όμως δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ.
Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
Κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 368 ΚΠολΔικ "το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ειδικές (ιδιάζουσες) γνώσεις επιστήμης ή τέχνης".
Από τις αμέσως πιο πάνω παρατιθέμενες διατάξεις του ΚΠολΔικ προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση, κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές" αλλά "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.
Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα τα οποία απαιτούν, προκειμένου να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού, δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔικ.
Με τον τέταρτο, κατά το τρίτο σκέλος του λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι κακώς απέρριψε το αίτημα για διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης , «για να διαπιστωθεί η κυριότητα επί του επιδίκου». Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού η κρίση του Δικαστηρίου να δεχθεί ή να απορρίψει σχετικό αίτημα διενέργεια πραγματογνωμοσύνης δεν χρειάζεται αιτιολογία και δεν ελέγχεται αναιρετικά, ενώ, αφού δεν υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχή του Δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα, που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η απόρριψη του άνω αιτήματος δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔικ.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί , κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης κατά το νόμιμο αίτημα αυτής [ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ. 2].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 13-9-2016 αίτηση αναίρεσης της 123/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαϊου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαϊου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ