Supreme Court quashes appeal court decision on tort liability due to insufficient factual findings regarding duty of care.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed the appeal court's judgment on tort liability because it failed to establish the necessary legal duty of care for the defendants' alleged negligence. The court found that the lower court did not sufficiently analyze whether the defendants had a legal obligation to inform the plaintiffs about the management transfer or whether the directors owed specific duties to the companies. Consequently, the appeal was allowed in part, and the case was remanded for retrial with a new panel to address these evidentiary gaps.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914 and 281 of the Civil Code; A tort claim requires proof of illegal and imputable conduct, damage, and causation, where the illegality of omission depends on the existence of a specific legal duty to act, which must be clearly established by the lower court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 757 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 757/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Χ1, ατομικά και ως νομίμου κληρονόμου του Χα, 2.Χ2, ως νομίμου κληρονόμου του Χα, 3. Χ3 και 5. Χ4, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αντωνόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμος Γενική Εταιρεία Τσιμέντων Ηρακλής (ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ)" που εδρεύει στην Λυκόβρυση Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμη Ναυτιλική Εταιρεία Ηρακλής (ΑΝΕ Ηρακλής)", που εδρεύει στη Λυκοβρυση Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσικρικά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 3-7-1984 και 5-7-1984 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8564/1985, 6114/2000 μη οριστικές, 3550/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3968/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-8-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 14-11-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης κατά παραδοχή των δεύτερου, έκτου και εβδόμου λόγω της αναίρεσης και την απόρριψη της αναίρεσης κατά τα λοιπά. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 914 ΑΚ η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει α) συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια β) επέλευση ζημίας και γ) αιτιώδη σύνδεσμο ανάμεσα στην εν λόγω συμπεριφορά και τη ζημία. Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να συνίσταται είτε σε θετική ενέργεια είτε σε παράλειψη. Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης προς επιχείρηση της πράξης που παραλείφθηκε.
Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύπτει, είτε από δικαιοπραξία οπότε υπάρχει και δικαιοπρακτική ευθύνη. είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από τις γενικές αρχές των άρθρων 281 και 919 ΑΚ. Όπως δε συνάγεται από το νόημα και τη διατύπωση της παραπάνω διάταξης (άρθρο 914 ΑΚ) και, εξ αντιδιαστολής, από τις εξαιρέσεις που καθιερώνονται περιοριστικά με τις διατάξεις των άρθρων 928 και 929 εδ. 2 ΑΚ, δικαιούχος της οφειλόμενης συναφώς αποζημίωσης είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που προσβλήθηκε από την αδικοπραξία άμεσα στα δικαιώματα ή τα έννομα συμφέροντά του και δεν αρκούν αντανακλαστικές συνέπειες της αδικοπραξίας στην περιουσία του.
Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται και όταν τα εκτιθέμενα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Η πρώτη από τις ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Α.Γ.Ε.Τ. ΗΡΑΚΛΗΣ" έχει ως κύρια δραστηριότητα την παρασκευή και εμπορία τσιμέντου και συναφών προϊόντων, θυγατρική δε αυτής είναι η δεύτερη τούτων ανώνυμη εταιρία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΗΡΑΚΛΗΣ", ασχολούμενη με ναυτιλιακές δραστηριότητες.
Κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1977 έως τον Σεπτέμβριο του έτους 1983 το Διοικητικό Συμβούλιο της πρώτης των αναιρεσιβλήτων αποτελείτο, μεταξύ άλλων, από τους τέσσερις (4) πρώτους εναγομένους, εκ των οποίων ο πρώτος είχε την ιδιότητα του Προέδρου, ο δεύτερος (ήδη πρώτος των αναιρεσειόντων) του Διευθύνοντος Συμβούλου, οι τρίτη και τέταρτος (ήδη δεύτερος των αναιρεσειόντων) των συμβούλων, ενώ οι πέμπτος και έκτος (ήδη τρίτος και τέταρτος των αναιρεσειόντων) δεν ανήκαν στο Διοικητικό Συμβούλιο, αλλά ήταν ανώτατα στελέχη της και δη γενικοί διευθυντές αυτής, οι οποίοι είχαν δικαίωμα πρώτης υπογραφής υπό την επωνυμία της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, δεσμεύοντάς την με την υπογραφή τους.
Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα οι πρώτος και δεύτερος (και ήδη πρώτος των αναιρεσειόντων) εναγόμενοι ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, αντιστοίχως, της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, ενώ οι πέμπτος και έκτος (ήδη τρίτος και τέταρτος των αναιρεσειόντων) ήταν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής. Την 31.3.1977 καταρτίσθηκε μεταξύ της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "REDEC INTERTRADE LTD" και με έδρα την Τζέντα της Σαουδικής Αραβίας, "σύμφωνο αγοράς και ανεγέρσεως", με το οποίο η πρώτη ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει τον σχετικό εξοπλισμό και να κατασκευάσει για λογαριασμό της δεύτερης (REDEC) σταθμό διανομής τσιμέντου στο λιμάνι του DAMMAM της Σαουδικής Αραβίας.
O εξοπλισμός αυτός αποτελείτο από 4 χαλύβδινα "σιλό" αποθηκευτικής ικανότητας χύδην τσιμέντου 1.000 τόνων, συμπληρωμένα με ατσάλινα υποστηρίγματα και 2 "σιλό", χωρητικότητας 550 τόνων, δύο (2) πλήρεις συναρμολογημένες σε τροχοφόρα μηχανές αυτόματης σακκεύσεως (συσκευασίας σε σάκκους), πλήρεις αποθηκευτικούς κάδους, ιμάντες μεταφοράς για φόρτωση σε φορτηγό αυτοκίνητο, εξοπλισμό για τροφοδοσία του τσιμέντου από τα σιλό στις 2 μηχανές σακκεύσεως, μία γεφυροπλάστιγγα, δυνατότητας 60 τόνων κτλ.
Η πρώτη των αναιρεσιβλήτων ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει στην REDEC τον παραπάνω εξοπλισμό, τον οποίο θα μετέφερε στη Σαουδική Αραβία η τελευταία (REDEC) και περαιτέρω να ανεγείρει τα 2 σιλό χωρητικότητας 550 τόνων με μηχανές σακκεύσεως, σε χρονικό διάστημα 45 εργασίμων ημερών από την έναρξη της ανεγέρσεως, και τα 4 σιλό χωρητικότητας 1.000 τόνων με μηχανές σακκεύσεως σε χρονικό διάστημα 80 εργασίμων ημερών από την έναρξη της ανεγέρσεως.
Η ανέγερση θα γινόταν σε τιμές κόστους, χωρίς εμπορικό κέρδος από πλευράς της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, αλλά η "REDEC" θα κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη αυτή 3% επί της αξίας FΟΒ (στο εργοστάσιο στη χώρα προελεύσεως) του εξοπλισμού για έξοδα παραγγελιών και 5% επί της αξίας FΟΒ για τα έξοδα σχεδίων, και μηχανολογικού εξοπλισμού.
Η "REDEC" θα παρείχε στην αναιρεσίβλητη αυτή εξοπλισμό ανεγέρσεως και ηλεκτρική ενέργεια καθώς και τη μισθοδοσία, διατροφή, κατοικία και ασφάλιση για το προσωπικό της ίδιας (Α.Γ.Ε.Τ.). Τέλος, για κάθε ημέρα καθυστερήσεως, πέραν του εγγυηθέντος χρόνου των 45 εργασίμων ημερών, συμφωνήθηκε ως ποινική ρήτρα το ποσό των 2.000 δολλαρίων ΗΠΑ, που θα επιβαρυνόταν η πρώτη των αναιρεσιβλήτων και το οποίο θα μπορούσε να αυξηθεί σε 4.200 δολλάρια ΗΠΑ.
Στην κατάρτιση της ως άνω συμβάσεως εκπροσώπησαν την πρώτη των αναιρεσιβλήτων ο Διευθύνων Σύμβουλος αυτής (πρώτος των αναιρεσειόντων) Χ1, και ο γενικός Διευθυντής αυτής (τέταρτος των αναιρεσειόντων), Χ3. Η συμφωνία αυτή εντασσόταν στο πλαίσιο ευρύτερης συμφωνίας, όσον αφορά στον συγκεκριμένο σταθμό διανομής τσιμέντου, μεταξύ της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, της "REDEC" και της Γερμανικής κοινοπραξίας "LAETZ", με βάση την οποία η πρώτη των αναιρεσιβλήτων θα μετασκεύαζε επιπλέον ένα εμπορικό πλοίο 25.000 - 30.000 τόνων, ώστε αυτό να λειτουργεί ως πλοίο - αποθήκη χύδην τσιμέντου, το οποίο, αγκυροβολημένο ανοιχτά του λιμένα του DAMMAM (καθώς το λιμάνι αυτό ήταν αβαθές), θα αναρροφούσε το τσιμέντο Ισπανικής προελεύσεως και όχι της "Α.Γ.Ε.Τ.
ΗΡΑΚΛΗΣ", από τα πλοία που θα το έφερναν στο DAMMAM ναυλωμένα από την "LAETZ", και στη συνέχεια ένα δεύτερο μικρότερο πλοίο ιδιοκτησίας της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων θα μετέφερε το τσιμέντο αυτό στις εγκαταστάσεις της ξηράς, όπου θα αποθηκευόταν στα σιλό του σταθμού διανομής και θα συσκευαζόταν με τις μηχανές σακκεύσεως.
Εξάλλου, την ίδια ημέρα (31.3.1977) καταρτίσθηκε μεταξύ της προαναφερομένης "REDEC" και της αλλοδαπής εταιρίας, με την επωνυμία "... (...)", συμφωνία διαχειρίσεως και χειρισμού (λειτουργίας) του ανωτέρω σταθμού διανομής τσιμέντου. Η "...", η οποία εμφανίσθηκε ότι "έχει πείρα στην μεταφορά και λειτουργία σταθμών διανομής τσιμέντου", ανέλαβε την υποχρέωση να λειτουργήσει τον σταθμό διανομής με δικό της εξειδικευμένο προσωπικό έως 12 ατόμων από την Ελλάδα, εγγυωμένη να παραδίδει ετησίως 600.000 μετρικούς τόνους σακκευμένου και χύμα τσιμέντου, με μέσο ρυθμό 2.000 μετρικών τόνων ανά ημέρα εργασίας, με την ποσότητα του σακκευμένου τσιμέντου να μην υπερβαίνει τους 1.200 μετρικούς τόνους, ανά κάθε ημέρα εργασίας, για τον σταθμό των 2 σακκευτικών μηχανών.
Η "REDEC" ανέλαβε την υποχρέωση να καλύπτει τη μισθοδοσία, διατροφή, παροχή κατοικίας και ασφαλίσεως για το προσωπικό της "..." και θα κατέβαλε ως "αμοιβή διαχειρίσεως" για παραδόσεις 600.000 μετρικών τόνων τσιμέντου ετησίως ή λιγότερο, το ποσό των 1,67 δολλαρίων ΗΠΑ για κάθε τόνο, που παραδίδεται, και για παραδόσεις πλέον των 600.000 μετρικών τόνων τσιμέντου, το ποσό των 2 δολλαρίων ΗΠΑ για κάθε τόνο, που παραδίδεται.
Στη σύμβαση αυτή συνεβλήθη ως αντιπρόσωπος της " ..." η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων "Α.Ν.Ε. ΗΡΑΚΛΗΣ", την οποία εκπροσώπησαν οι πρώτος και τρίτος των αναιρεσειόντων, Χ1 και Χ3. Στο συμφωνητικό αυτό δεν αναφέρεται έδρα ή εθνικότητα της εταιρίας αυτής, ούτε γίνεται μνεία για πληρεξούσιο έγγραφο της "...." προς την "Α.Ν.Ε.
ΗΡΑΚΛΗΣ", ως τέτοιο δε φέρεται η από 6.7.1977 επιστολή, που απέστειλε εκ των υστέρων ο Διευθυντής της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, Γ, προς την "REDEC", όπου αναφέρεται ότι με την επιστολή αυτή πιστοποιείται ότι η "...", Μονροβίας Λιβερίας εξουσιοδοτεί την "Ηρακλής ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" να υπογράψει εκ μέρους της την Συμφωνία Διαχειρίσεως και Χειρισμού, ημερομηνίας ....
Οι εναγόμενοι προσκομίζουν το από ... πρακτικό του Δ.Σ. της ..., το οποίο συνετάγη στο Λουξεμβούργο και σύμφωνα με το οποίο παρέχεται ευρεία εξουσιοδότηση στην "Α.Ν.Ε. ΗΡΑΚΛΗΣ" και τον πέμπτο των αναιρεσειόντων, Χ4, να εκπροσωπούν την "...", το πρακτικό αυτό όμως δεν μνημονεύεται στην προηγουμένη επιστολή, στην οποία γίνεται λόγος για "...." Λιβερίας, ενώ αυτή ουδέποτε υπήρξε, αλλά αντιθέτως υπήρξε "...." με έδρα τον Παναμά, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από ...
καταστατικό της. Εξάλλου, με την από 20.4.1977 επιστολή της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων προς την "REDEC", υπογραφομένη από τους ίδιους ως άνω αναιρεσείοντες, που την εκπροσώπησαν και υπέγραψαν τη συμφωνία διαχειρίσεως, Χ1 και Χ3, η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ανέλαβε την πιστή εκπλήρωση της συμφωνίας διαχειρίσεως για λογαριασμό της "....".
Από την ανάγνωση του από ... συμφωνητικού μεταξύ της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και της "REDEC", προκύπτει ότι η κατασκευή αυτή ήταν σε τιμές κόστους, πράγμα που σημαίνει ότι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων δεν θα είχε κέρδος από την κατασκευή αυτή. Πάντως, η πρώτη των αναιρεσιβλήτων είχε ένα κέρδος της τάξεως των 3.700.000 δραχμών, που προέκυψε, λόγω συμφωνηθέντων 5% και 8% τιμών πωλήσεως FOB του εξοπλισμού και το οποίο κέρδος ήταν πολύ μικρό σε σχέση με αυτό, που μπορούσε να αποκομίσει και το οποίο μπορούσε να ανέλθει σε ποσοστό της τάξεως των 15% ή 20%, με δεδομένο ότι η ανέγερση του σταθμού θα γινόταν στις πολύ δυσμενείς καιρικές συνθήκες του Περσικού Κόλπου.
Ωστόσο, με την υπογραφή της συμβάσεως, οι αναιρεσίβλητες δεν απέβλεπαν στην άμεση λήψη του υψηλότερου δυνατού κέρδους, αλλά προσδοκούσαν άλλα οφέλη, κυρίως από την ανάθεση σ'αυτές της διαχειρίσεως του σταθμού. Ότι δε η σύμβαση κατασκευής συναρτάτο άμεσα με την σύμβαση διαχειρίσεως προκύπτει τόσο από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων, όσο και από το προσκομιζόμενο τηλεομοιοτύπημα "τέλεξ" από 22.5.1977 της "REDEC" προς τον Χ1, διευθύνοντα Σύμβουλο των δύο αναιρεσιβλήτων, στο οποίο αναφέρεται ότι: "συμφωνούμε ότι η σύμβαση Διοικήσεως αποτελεί μέρος της σύμβασης αγοράς...." και από το οποίο προκύπτει ότι και η "REDEC" θεωρούσε αυτονόητο ότι τη διαχείριση του σταθμού θα αναλάβει η πρώτη ή η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων γι'αυτό, άλλωστε, ζήτησε και την εγγύηση της δεύτερης εξ αυτών για την λειτουργία του σταθμού από την "....".
Ο εν λόγω σταθμός διανομής τσιμέντου κατασκευάσθηκε και αποπερατώθηκε στις προβλεπόμενες προθεσμίες από την θυγατρική της πρώτης των αναιρεσιβλήτων "Ε.Β.Ι.Ε.Σ.Κ. ΑΕ", (μέσω και της υπεργολάβου αιγυπτιακής εταιρίας "..."), η οποία ανέλαβε, επίσης, την μετατροπή του πλοίου "P...", σε πλοίο - σιλό, με ικανότητα αναρροφήσεως τσιμέντου, ως πλοιοκτήτριά του δε ιδρύθηκε η εταιρία "..." με έδρα τον Παναμά και συμμετοχή σ'αυτήν κατά ποσοστό 50% εκάστης των δεύτερων των αναιρεσιβλήτων και LAETZ.
Για την μεταφορά του τσιμέντου από το παραπάνω πλοίο - σιλό στην ξηρά, στον σταθμό διανομής, η "....", αντιπροσωπευόμενη πάλι από την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, που την εκπροσώπησαν οι Χ1 και Χ3, Διευθύνων Σύμβουλος και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου αντίστοιχα, με το από ... συμφωνητικό, χρονοναύλωσε στην "REDEC" το πλοίο "Π...", το οποίο ήταν ιδιοκτησίας της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων.
Ο σταθμός διανομής τσιμέντου άρχισε την λειτουργία του τον Οκτώβριο του 1977, και λειτουργούσε με προσωπικό των αναιρεσιβλήτων, απεσπασμένο στην Σαουδική Αραβία και βοηθητικό προσωπικό (εργάτες) της "REDEC", τις δαπάνες δε μισθοδοσίας, στεγάσεως και διατροφής του προσωπικού αυτού κατέβαλε εξ ολοκλήρου η τελευταία, όπως, άλλωστε, προέβλεπε το από ...
ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ "...." και "REDEC". Το έτος 1982, η θυγατρική της πρώτης των αναιρεσιβλήτων "Ε.Β.Ι.Ε.Σ.Κ." για λογαριασμό της "REDEC", κατασκεύασε και ένα άλλο σταθμό διανομής στο RIYADH της Σαουδικής Αραβίας, με σιδηροδρομική σύνδεση με το DAMMAM, ο οποίος σταθμός άρχισε τη λειτουργία του το έτος 1982 και λειτούργησε με τον ίδιο τρόπο, όπως ακριβώς και ο προηγούμενος, με προσωπικό των εναγουσών και βοηθητικό προσωπικό της "REDEC".
Με το από 1 Νοεμβρίου 1977 "τέλεξ" προς την "REDEC" του Διευθυντή του τμήματος διεθνών δραστηριοτήτων της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, Γ, γνωστοποιήθηκε ότι η αμοιβή διαχειρίσεως του σταθμού διανομής θα εμβάζεται στον υπ' αριθμό ... τραπεζικό λογαριασμό της "...." στην Ελβετική τράπεζα "CREDIT SWISSE BANK", ο οποίος παλαιότερα ανήκε στην "ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ", μετέπειτα στην "Α.Ν.Ε.
ΗΡΑΚΛΗΣ" και από την 28 Απριλίου 1977 στην "...". Έτσι, ο εκάστοτε διευθυντής του σταθμού, που και αυτός ήταν υπάλληλος της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, με "τέλεξ" προς την "REDEC" γνωστοποιούσε το ύψος των ποσοτήτων τσιμέντου, που είχαν εισρεύσει στο σταθμό διανομής, καλώντας την "REDEC" να καταθέσει στον ανωτέρω λογαριασμό επ' ονόματι της "...." στην ελβετική τράπεζα το ποσό της διαχειριστικής αμοιβής, που αναλογούσε στις ποσότητες αυτές τσιμέντου, έως το τέλος του επόμενου μήνα.
Παράλληλα το ίδιο "τέλεξ", με το δελτίο καταθέσεως της διαχειριστικής αμοιβής, ο διευθυντής του σταθμού απέστελνε στην πρώτη ενάγουσα, στο τέλεξ υπ'αριθ. ..., υπόψη του Γ, στο λογιστήριο της οποίας (πρώτης των αναιρεσίβλητων) ετηρείτο εξωλογιστικός λογαριασμός της "...", κατ' εντολή του Χ3 τρίτου των αναιρεσειόντων (Γενικού Διευθυντού της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων).
Στον ως άνω σταθμό στο DAMMAM (αλλά και σ' αυτόν του RIYADH) ουδέποτε εμφανίσθηκε κάποιος εκπρόσωπός της "....", διότι αυτή ήταν εταιρία επενδύσεως, χαρτοφυλακίου, στερούμενη προσωπικού και οποιασδήποτε οργανώσεως, ο δε εκάστοτε Διευθυντής του σταθμού για οποιοδήποτε θέμα απευθυνόταν στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα στον Γ.
Μάλιστα, ο ..., ο οποίος διετέλεσε Διευθυντής του σταθμού στο DAMMAM από τον Σεπτέμβριο του 1978 έως τον Νοέμβριο του 1979, ζήτησε από τον τελευταίο να του χορηγήσει επίσημη έγγραφη εξουσιοδότηση της "....", για να υπογράφει έγγραφα επ' ονόματί της, ο Γ όμως του απάντησε ότι τέτοια εξουσιοδότηση δεν του ήταν απαραίτητη.
Από τη λειτουργία των σταθμών αυτών, από τον Οκτώβριο 1977 έως τις αρχές του έτους 1983, οπότε έπαυσε η ισχύς της συμβάσεως, λόγω καταγγελίας της από την "REDEC", η "...." εισέπραξε συνολικώς ως αμοιβή διαχειρίσεως το ποσό των 5.947.498 δολλαρίων. Η εν λόγω εταιρία (....), ιδρύθηκε την 16 Δεκεμβρίου 1976 στον Παναμά, το μετοχικό της κεφάλαιο αποτελείτο από 500 ανώνυμες μετοχές, χωρίς ονομαστική αξία, και το Διοικητικό συμβούλιο συγκροτήθηκε από τους ..., ως πρόεδρο, ..., ως γραμματέα, κατοίκους Λουξεμβούργου, και τον Χ4, πέμπτο των αναιρεσειόντων, ως ταμία.
Το σύνολο των μετοχών της "..." (100%) ανήκε στην επίσης εταιρία επενδύσεως χαρτοφυλακίου "..." (ένατη εναγομένη), με έδρα το Λουξεμβούργο, η οποία ιδρύθηκε την 17 Δεκεμβρίου 1976, δηλαδή μία ημέρα μετά τη θυγατρική της "....". Στο κεφάλαιο της "...", ύψους 100.000 δολλαρίων ΗΠΑ, συμμετείχε κατά ποσοστό 76% η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων "Α.Ν.Ε.
ΗΡΑΚΛΗΣ", το δε λοιπό 24% ανήκε στην "..." ("..."), η δεύτερη όμως των αναιρεσιβλήτων είχε δικαίωμα ψήφων μόνο κατά ποσοστό 40%. Οι εναγόμενοι, συνομολογούν την ανάθεση της διαχειρίσεως των προαναφερθέντων σταθμών διανομής τσιμέντου στην εταιρία "...", τη λήψη από αυτήν της διαχειριστικής αμοιβής, ύψους 5.947.498 δολλαρίων ΗΠΑ, από τη λειτουργία των σταθμών αυτών διανομής τσιμέντου και την ίδρυση των ανωτέρω αλλοδαπών εταιριών επενδύσεως χαρτοφυλακίου ("...", "..."), με την συμμετοχή της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων κατά τα εκτεθέντα ποσοστά στο κεφάλαιο της "...".
Ισχυρίζονται δε, ότι η ανάθεση της διαχειρίσεως των ανωτέρω σταθμών διανομής, στην "...." έγινε προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων των αναιρεσιβλήτων, στο πλαίσιο της συνεργασίας αυτών με τη σαουδαραβική εταιρία "...", από κοινού, με την οποία είχαν ιδρυθεί οι εν λόγω αλλοδαπές εταιρίες, (δεδομένου ότι, η "...", ανήκε στην "...", και σε άλλα αραβικά συμφέροντα, η οποία, κατ' απαίτηση της, ήθελε η "..." να έχει την πλειοψηφία των ψήφων της "..."), κατόπιν συννενοήσεων του δευτέρου εναγόμενου, Χ1, με τον ιδιοκτήτη της "...", και καθώς η συνεργασία αυτή κάλυπτε οποιαδήποτε δραστηριότητα των αναιρεσιβλήτων στην Σαουδική Αραβία, και το έργο του σταθμού διανομής στο "DAMMAM", την λειτουργία του οποίου ανέλαβε συνεταιρικώς η "ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ" με την "...".
Πράγματι, η είσοδος του ομίλου " ΗΡΑΚΛΗΣ" στην αγορά της Σαουδαραβικής εταιρίας έγινε σε συνεργασία με την προαναφερομένη αλλοδαπή εταιρία "...." το έτος 1975, με την ίδρυση της εταιρίας "...", στην οποία συμμετείχαν κατά ποσοστά 20% η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, 60% η "..." και 20% η ελληνική εταιρία τσιμέντων "ΤΙΤΑΝ", που είχε ως αντικείμενο τη διαχείριση δύο (2) πλωτών "σιλό", που εγκαταστάθηκαν στην προβλήτα του λιμανιού της JEDDAH.
Στον σταθμό διανομής αυτού του λιμανιού διακινείτο ελληνικό τσιμέντο, που προμήθευαν οι ως άνω τσιμεντοβιομηχανίες και το οποίο αγόραζε η "...". Για τους όρους της συνεργασίας μεταξύ της τελευταίας και της "Α.Γ.Ε.Τ. ΗΡΑΚΛΗΣ", δεν προσκομίζεται κάποια έγγραφη συμφωνία. Είχε όμως συμφωνηθεί η αποκλειστικότητα της "..." στην εμπορία τσιμέντου στην Σαουδική Αραβία.
Ανάμειξη της τελευταίας στον σταθμό διανομής του DAMMAM δεν προκύπτει, καθώς η "..." δεν συμμετείχε στη σχετική συμφωνία, ενώ, ας σημειωθεί, ότι η "...", με ιδιοκτήτη τον ισχυρό Σαουδάραβα επιχειρηματία Δ, ήταν ανταγωνίστρια της "....", της οποίας κύριος μέτοχος ήταν ο σεΐχης ..., εξάδελφος του βασιλιά της Σαουδικής Αραβίας.
Από το προσκομιζόμενο από 17.12.1977 "τέλεξ" του πρώτου των αναιρεσειόντων προς τον Δ και το από ... έγγραφο της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων προς την Γερμανική LΑΕΤΖ, υπογραφόμενο από τους Χ3 και Χ, τέταρτο και τρίτο των αναιρεσειόντων, προκύπτει ότι η δέσμευση του ομίλου "Ηρακλής" έναντι της "...", αφορούσε στην περιοχή της Ερυθράς θάλασσας, με την έννοια ότι οποιοδήποτε έργο στην ανατολική ακτή της Σαουδικής Αραβίας (JEDDAH) θα έπρεπε να γίνει με τη συνεργασία και των τριών μερών ("ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ", "..." και "ΤΙΤΑΝ") και δεν κάλυπτε, επομένως, και την δυτική ακτή, την περιοχή του Περσικού κόλπου.
Συγκεκριμένη συμβατική δέσμευση των αναιρεσιβλήτων έναντι της "...", όσον αφορά στον επίδικο σταθμό διανομής, με την έννοια της από κοινού λειτουργίας του, δεν αποδεικνύεται, ούτε προέκυψε ότι η όποια γενικότερη υποστήριξη της "..." προς τον Όμιλο "ΗΡΑΚΛΗΣ" ήταν τόσο σημαντική, ώστε, χωρίς τη συμβολή της αυτή, να μην μπορούσε η "Α.Γ.Ε.Τ.
ΗΡΑΚΛΗΣ" να αναλάβει την κατασκευή και στη συνέχεια τη λειτουργία του σταθμού διανομής. Αν ληφθεί, επίσης, υπόψη ότι για οποιαδήποτε επιχειρηματική κίνηση στην Σαουδική Αραβία, ήταν απαραίτητη η συνεργασία με ισχυρό τοπικό παράγοντα, η προϋπόθεση αυτή καλυπτόταν με την συνεργασία με την "REDEC", που ανήκε σε Σαουδάραβα επιχειρηματία, όπως και η "...", ώστε για την υλοποίηση της συμφωνίας κατασκευής και λειτουργίας του σταθμού να μην χρειαζόταν την παρεμβολή της τελευταίας, η οποία μάλιστα ήταν και ανταγωνίστρια της "REDEC".
Εξάλλου, το Διοικητικό Συμβούλιο της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, με εισήγηση του Προέδρου αυτού, Χα (πρώτου εναγόμενου), εξουσιοδότησε τους Χ1 και Χ3 (πρώτο και τρίτο των αναιρεσειόντων) για την προμήθεια του μηχανολογικού εξοπλισμού για την κατασκευή του σταθμού, κατά τη συνεδρίασή του της 14.4.1977, ενώ κατά την αμέσως επόμενη συνεδρίαση (15.4.1977), το ίδιο Διοικητικό Συμβούλιο εξουσιοδότησε τους Χ και Χ3, (τρίτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων) να υπογράψουν συμφωνητικό για τη συναρμολόγηση του Κέντρου Διανομής με την αιγυπτιακή εταιρία "...".
Κατά τις συνεδριάσεις αυτές, που έλαβαν χώρα μετά την υπογραφή της συμφωνίας κατασκευής του σταθμού, δόθηκαν μόνο οι ως άνω εξουσιοδοτήσεις και δεν έγινε ενημέρωση του Δ.Σ. για τους όρους της συμβάσεως κατασκευής του σταθμού. Περαιτέρω, ο πρώτος των αναιρεσειόντων Χ1, αναφερόμενος στον σταθμό διανομής του DAMMAM κατά τη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης ενάγουσας της 22.9.1977, δήλωσε τα εξής: "Το έργο στο DAMMAM είναι σύνθετο.....
Η "ΑΝΕ ΗΡΑΚΛΗΣ" εν συνεργασία μετά ξένων αλλά και μέσω θυγατρικών εταιριών της έχει αναλάβει την διεύθυνσιν και του συγκροτήματος αυτού, αλλά με προσωπικό της "Α.Γ.Ε.Τ. ΗΡΑΚΛΗΣ". Έχει, επίσης, χρονοναυλώσει το πλοίο "Π...", το οποίο θα μεταφέρει τσιμέντο από ένα πλοίο αποθήκη εις τας εγκαταστάσεις της ξηράς...
Η όλη αυτή εργασία... θα έχη ως ωφέλειαν: α) ορισμένα κέρδη από τα management and operation fees, (έξοδα διαχειρίσεως), β) την χρονοναύλωση του Δ/Π "Π...". Ο πρώτος των αναιρεσειόντων, με την ιδιότητα του ως Διευθύνοντος Συμβούλου κατά την ενημέρωση του Διοικητικού Συμβουλίου, ενώ αναφέρεται αορίστως ότι θυγατρικές της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων ανέλαβαν την λειτουργία του σταθμού διανομής, δεν κατονόμασε την "Μ.C.Μ." και αποσιώπησε ότι το σύνολο της αμοιβής διαχειρίσεως θα καταβαλλόταν σ' αυτήν, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η αμοιβή αυτή θα ήταν προς όφελος της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, όπως ακριβώς και με τα έσοδα από την εκναύλωση του πλοίου "Π...", τα οποία, αντί να λαμβάνει η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, θα λάμβανε η εκναυλώτρια αυτού "....".
Περαιτέρω, το Διοικητικό Συμβούλιο της δεύτερης των αναιρεσίβλητων, κατά τη συνεδρίαση του της 20.4.1977 με εισήγηση του Προέδρου αυτού, Χα (πρώτου εναγόμενου), ενέκρινε την παροχή εγγυήσεως αυτής (δεύτερης των αναιρεσιβλήτων) προς την "REDEC", ότι δηλαδή η "....", θα λειτουργούσε τον σταθμό διανομής, με βάση το σύμφωνο διαχειρίσεως και λειτουργίας μεταξύ "REDEC" και "...".
Το εν λόγω Διοικητικό Συμβούλιο απαρτιζόταν μόνο από τους πρώτο, δεύτερο, πέμπτο και έκτο εναγόμενους (Χα και χ1, Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο, αντιστοίχως, και Χ και Χ3 ως μέλη) και τον Β, ο οποίος ήταν αντιπρόεδρος αυτού του Διοικητικού Συμβουλίου, όπως, επίσης, αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και νομικός σύμβουλος αυτών.
Αντιθέτως, το Διοικητικό Συμβούλιο της πρώτης των αναιρεσιβλήτων ήταν πολυπληθέστερο (απαρτιζόταν συνολικά από 12 μέλη), καθώς συμμετείχαν σ'αυτό 5 μέλη από την κυριότερη μέτοχο των αναιρεσιβλήτων, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, και στο Διοικητικό Συμβούλιο αυτό γινόταν ενημέρωση, όχι μόνο για τις δραστηριότητες της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και των θυγατρικών αυτής, αλλά και για τη γενικότερη πορεία του Ομίλου.
Κατά τη συνεδρίαση της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων της 31.8.1977, παρόντων των ιδίων προσώπων, ο πρώτος των αναιρεσειόντων έκανε ενημέρωση για το έργο του DAMMAM, μνημονεύοντας την "...", ανέφερε δε ότι η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων σε συνεργασία με τη "..." θα διέθετε το προσωπικό λειτουργίας των εγκαταστάσεών της στο DAMMAM, και ότι η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, ομοίως, μέσω της "...", ναύλωσε στη "REDEC" το πλοίο "Π...", χωρίς όμως να καθορίσει την ακριβή συμμετοχή της "...." και ότι αυτή θα λάμβανε την αμοιβή διαχειρίσεως.
Ενημέρωση για τη δραστηριότητα στο DAMMAM, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα πρακτικά συνεδριάσεως της πρώτης των αναιρεσιβλήτων έγινε και κατά τις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής της 22.7.1978, 28.9.1979, 25.9.1979, 23.11.1979, 19.2.1981, 20.8.1981, 15.10.1981, 21.1.1982, 18.2.1982, 29.4.1982, 14.10.1982, και (αρ. πρακτ. 2045, 2131, 2148, 2296, 2359, 2398, 2410, 2425, 2471 και για την κατασκευή του σταθμού του RIYADH στη συνεδρίαση της 19.2.1981), χωρίς καμία αναφορά στην "...." και στην καταβολή σ'αυτήν της αμοιβής διαχειρίσεως.
Από τις ανακριτικές καταθέσεις των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, ..., ... και ..., προκύπτει ότι κανείς απ' αυτούς δεν γνώριζε την ύπαρξη της "..." και ότι αυτή είχε αναλάβει τη διαχείριση του σταθμού διανομής στο "DAMMAM", υπήρχε, μάλιστα, η εντύπωση ότι από το συγκεκριμένο σταθμό διακινείτο τσιμέντο της ίδιας της "Α.Γ.Ε.Τ.
ΗΡΑΚΛΗΣ". Την ανάθεση της λειτουργίας του σταθμού στην "....", που λάμβανε και την αμοιβή διαχειρίσεως, καθώς και το ότι αυτή ανήκε στην "..." γνώριζε πάντως ο προαναφερόμενος αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και των δύο αναιρεσιβλήτων, Β, ο ίδιος όμως ανέφερε ότι δεν ασχολείτο με τις διεθνείς δραστηριότητες της εταιρίας, όπως, επίσης, γνώριζαν τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, ...
και ..., οι οποίοι υποστηρίζουν ότι από την παρεμβολή της "...." δεν ζημιώθηκαν οι ενάγουσες. Σε καμία όμως περίπτωση τα ως άνω γεγονότα δεν ήσαν γνωστά σε όλα τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, καθώς, όπως εκτέθηκε, η ενημέρωση, που έγινε για το ζήτημα αυτό κατά τις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, δεν ήταν πλήρης.
Η διαπίστωση αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι για την τραπεζική κατάθεση της αμοιβής διαχειρίσεως ενημερωνόταν το λογιστήριο της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, διότι δεν προκύπτει ότι το γεγονός αυτό ήταν ευρέως γνωστό, καθώς για το σχετικό έγγραφο της καταβολής της αμοιβής διαχειρίσεως ανά μήνα ενημερωνόταν αμέσως με αποστολή του σχετικού, "τέλεξ" μόνο ο Γ, στον οποίο αναφερόταν ο εκάστοτε Διευθυντής του σταθμού, ενώ ακόμα, και αν αυτό ήταν γνωστό και σε άλλους υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης, (λ.χ.
ο υπάλληλος ... τηρούσε τον εξωλογιστικό λογαριασμό της "...."), ήταν σαφές ότι δεν μπορούσε να γίνει από αυτούς αξιολόγηση, αν η ενέργεια αυτή συμβάδιζε με τα συμφέροντα των εναγουσών. O ..., που διετέλεσε Διευθυντής του σταθμού είχε εκφράσει την επιφύλαξη του για την καταβολή της αμοιβής διαχειρίσεως στην "....", απαιτώντας, όπως εκτέθηκε, έγγραφη εξουσιοδότηση από την τελευταία.
Από τα προσκομιζόμενα πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου των δύο αναιρεσιβλήτων δεν προκύπτει ότι έγινε ενημέρωση στα Διοικητικά Συμβούλια της "...." και της "..." για την ίδρυση των εταιρειών αυτών και για τον σκοπό της συμμετοχής της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων σ'αυτές, ενώ σε άλλες περιπτώσεις ιδρύσεως αλλοδαπών εταιριών με συμμετοχή των αναιρεσιβλήτων ενημερωνόταν το Διοικητικό Συμβούλιο της πρώτης των αναιρεσιβλήτων από το Διευθύνοντα Σύμβουλο Χ1.
Τη συμμετοχή της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων κατά ποσοστό 76% στην "..." ανέφερε επιγραμματικά ο Χ1, πολύ αργότερα μετά την ίδρυση αυτής, στην από 25.10.1979 συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, αναφερόμενος γενικότερα στις συμμετοχές αυτής σε τρίτες εταιρίες, και χωρίς να προσδιορίσει ότι η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων είχε μόνο το 24% των ψήφων.
Εξάλλου, η "...." εκτός από τη διαχείριση και λειτουργία των σταθμών διανομής στο DAMMAM και RIYADH και την εκναύλωση του πλοίου "Π..." είχε και μεγάλη ναυτιλιακή δραστηριότητα. Ειδικότερα, στην "..." ανήκε το 52% των ναυτιλιακών εταιριών των πλοίων Α..., Ο..., Ο..., Π..., Π..., "Π...", "Ζ...", "G...", "F...", τα οποία είχαν μετατραπεί σε τσιμεντοφόρα από την θυγατρική της ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ "Ε.Β.Ι.Ε.Σ.Κ." και διαχειριζόταν η εταιρία "GOLDEN UNIOΝ SHIPPING COMPANY".
Για το ιδιοκτησιακό καθεστώς των πλοίων αυτών, από τα προσκομιζόμενα πρακτικά συνεδριάσεως, δεν προκύπτει ότι είχε γίνει ενημέρωση, τόσο στα Διοικητικά Συμβούλια των αναιρεσιβλήτων, όσο και στη Γενική Συνέλευση της πρώτης εξ αυτών. Κατά τη συνεδρίαση της Γενικής Συνελεύσεως της πρώτης των αναιρεσιβλήτων της 4.6.1981 ο μέτοχος ...
ρώτησε τον Διευθύνοντα Σύμβουλο Χ1 για τις δραστηριότητες της αναιρεσίβλητης σε σχέση με θυγατρικές εταιρίες, ζητώντας, μεταξύ άλλων, να πληροφορηθεί για το ιδιοκτησιακό καθεστώς των πλοίων αυτών, διατυπώνοντας την απορία για ποίο λόγο δεν εμφανίζονταν αυτά στις εκθέσεις απολογισμού. Ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη πρώτος των αναιρεσειόντων, Χ1, απέφυγε, να δώσει σαφείς απαντήσεις και ανέφερε ότι οι αναιρεσίβλητες έχουν μικτά συμφέροντα στο εξωτερικό, έχοντας προβεί σε συνεταιρισμούς με τοπικούς παράγοντες (συνεργασίες), ότι η ίδρυση ενός κέντρου διανομής προϋποθέτει ανταλλάγματα στον ναυτιλιακό τομέα και θεωρούσε σκόπιμο για τη συναγωνιστική θέση των αναιρεσιβλήτων να μην αποκαλύψει τα ακριβή ποσοστά.
Κατά τη συνεδρίαση της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων της 20.7.1978 ο Χ1 έκανε λόγο για τη βύθιση του προαναφερόμενου πλοίου "Ο...", στο οποίο, όπως ανέφερε, η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων είχε συμμετοχή, χωρίς όμως να προσδιορίσει ειδικότερα πώς προέκυπτε η συμμετοχή αυτή. Όσον αφορά στο λοιπό χαρτοφυλάκιο της "...", σ'αυτήν ανήκε η πλειοψηφία των μετοχών περίπου 20 αλλοδαπών εταιριών, συμφερόντων της "ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ", και μεταξύ αυτών η "...", η "...", "..." και "...".
Στη συνεδρίαση της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων της 8.8.1980 συμφωνήθηκε η πώληση των μετοχών της τελευταίας στην "..." στην κατά 100% θυγατρική της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων "INTERNATIONAL MEDITERRANEAN SHIPPING HOLDINGS" ("INTERMED"), η ίδρυση της οποίας είχε αποφασισθεί στην από 9.4.1980 συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων.
Έως τότε, στους προσκομιζόμενους έντυπους απολογισμούς χρήσεως της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, των ετών 1977, 1978, 1979 και 1980, δεν γινόταν καμία αναφορά για τη δραστηριότητα της "..." και των θυγατρικών της. Στις ετήσιες εκθέσεις των ελεγκτών "ERnST & WIINNEY" της "INTERMED" των ετών 1981, 1982 και 1983 οι ελεγκτές αυτοί δεν ήταν σε θέση να εκφράσουν κατά πόσο στις λογιστικές καταστάσεις απεικονιζόταν η ακριβής εικόνα αυτής, κυρίως όσον αφορά στην επένδυση και στα εισπρακτέα ποσά υπό μορφή μερίσματος από την "...", λόγω περιορισμού της εκτάσεως του ελέγχου, διότι δεν παρέχονταν πλήρη στοιχεία.
Περαιτέρω, με την από 2.1.1981 συμφωνία μεταξύ "INTERMED", την οποία εκπροσώπησαν οι Χ1 και Χ, και της "...", παραχωρήθηκε στην τελευταία δικαίωμα προαιρέσεως για την αγορά των 40.000 μετοχών, που είχε η "INTERMED" στην "...", αντί τιμήματος 3.000.000 δολλαρίων HΠA, με αντάλλαγμα (από πλευράς "..."), την παροχή εγγυήσεως για το άνοιγμα πιστώσεως, ύψους 1.000.000 δολλαρίων, υπέρ της "INTERMED" στην τράπεζα "CREDIT SUISSE" (και κατά τροποποίηση της αρχικής συμφωνίας στην "...").
Το δικαίωμα προαιρέσεως για την αγορά των μετοχών έπρεπε να ασκηθεί έως την 31.12.1982, η ισχύς όμως της συμβάσεως μπορούσε να ανανεωθεί σιωπηρά για ετήσιες περιόδους, αν ένας από τους συμβαλλόμενους δεν κατήγγειλε τη σύμβαση έξι μήνες πριν από τη λήξη της, ενώ, ας σημειωθεί, ότι το δικαίωμα αυτό διατηρείτο ακόμα και αν επιστρεφόταν το ποσό του δανείου.
Η συμφωνία αυτή ήταν ιδιαίτερα βλαπτική για τα συμφέροντα της "INTERMED", και, κατ' επέκταση, των αναιρεσιβλήτων, διότι η αξία μόνο δύο από τις θυγατρικές εταιρίες της "...", της "...." και της "...", ανέρχονταν το έτος 1980 για την πρώτη τουλάχιστον σε 19.886.000 και 3.939.000 δολλάρια ΗΠΑ αντιστοίχως. Εκτός τούτων, ενώ το δάνειο αυτό επιστράφηκε, οι ανωτέρω, ως μέλη του Δ.Σ.
της "INTERMED", παρέλειψαν να καταγγείλουν τη σύμβαση, με αποτέλεσμα η "..." να ασκήσει το δικαίωμα της προαιρέσεως την 14.7.1984. Στις αρχές του ιδίου έτους, και ενώ οι πρώτος έως έκτος εναγόμενοι είχαν αντικατασταθεί από το Δ.Σ. των εναγουσών, μετά την υποβολή μηνύσεως εις βάρος τους από τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου, το νέο Δ.Σ.
των εναγουσών απέστειλε επανειλημμένως επιστολές στην "..." και μετέβησαν εκπρόσωποί της στην έδρα της τελευταίας στο Λουξεμβούργο προς παροχή πληροφοριών για τα περιουσιακά στοιχεία αυτής και τους μετόχους της "...", πλην όμως ουδέποτε η "..." έδωσε τις πληροφορίες αυτές, αλλά αντιθέτως, όπως ήδη εκτέθηκε, η "...", άσκησε το δικαίωμά της προαιρέσεως για να αναλάβει τις μετοχές της "INTERMED" στην "..." και να απωλέσουν τη συμμετοχή τους σ'αυτήν οι αναιρεσείουσες.
Έκρινε δε το Εφετείο ότι από τα ως άνω πραγματικά περιστατικά καταφαίνεται ότι η ενέργεια της αναθέσεως της διαχειρίσεως των σταθμών διανομής τσιμέντου στο DAMMAM και RIYADH της Σαουδικής Αραβίας, στην "...." δεν ήταν σύμφωνη με τα συμφέροντα των αναιρεσιβλήτων και είχε ως συνέπεια να περιέλθει η αμοιβή διαχειρίσεως των σταθμών αυτών, ύψους 5.947.498 δολλαρίων ΗΠΑ, που κατασκεύασαν οι αναιρεσίβλητες και λειτούργησαν με δικό τους προσωπικό, κατά το μέγιστο μέρος της σε πλέγμα ξένων επιχειρηματικών συμφερόντων, τα οποία δεν προσέφεραν στη διαχείριση του σταθμού, και δεν ταυτίζονταν με αυτά των εναγουσών.
Η κρίση αυτή θεμελιώνεται κατά τις παραδοχές του Εφετείου ιδίως: α) στην ανυπαρξία συγκεκριμένης συμβατικής δεσμεύσεως των αναιρεσιβλήτων έναντι της "...", όσον αφορά στους ανωτέρω σταθμούς διανομής τσιμέντου, η οποία δεν παρέσχε υπηρεσίες ως προς τη διαχείριση των σταθμών, ώστε αυτή (η "...") ή θυγατρική της να δικαιούται τμήμα της αμοιβής διαχειρίσεως αυτών, β) στην έλλειψη ενημερώσεως του Διοικητικού Συμβουλίου των αναιρεσιβλήτων για την ανάθεση της διαχειρίσεως του σταθμού αυτού στην "....", και το τι ακριβώς αντιπροσώπευε για τις αναιρεσίβλητες τόσο η τελευταία, όσο και η "...", στην οποία η "....", ανήκε κατά 100% και γ) στο γεγονός ότι, παρόλο, που στην δεύτερη των αναιρεσιβλήτων και κατόπιν στη θυγατρική της "ΙΝΤΕRΜΕD" ανήκε το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου, (κατά ποσοστό 76%) της "...", αυτή ελεγχόταν από ξένα συμφέροντα (την "..."), που είχαν την μειοψηφία του κεφαλαίου (το 24%) και τα οποία δεν ταυτίζονταν ούτε συνέκλιναν με τα συμφέροντα των εναγουσών.
Η παραδοχή ότι η ενέργεια της αναθέσεως της λειτουργίας του προαναφερομένου σταθμού διανομής έγινε προς εξυπηρέτηση ξένων συμφερόντων ενισχύεται από την βλαπτική, επίσης, για τις αναιρεσίβλητες συμφωνία περί παραχωρήσεως του δικαιώματος προαιρέσεως στην "...", με την οποία απαλλοτριώθηκε με πολύ μικρό τίμημα η συμμετοχή των αναιρεσιβλήτων στην "...", προς εμφανή εξυπηρέτηση των συμφερόντων της πρώτης ("..."), η οποία συμφωνία καταρτίσθηκε (2.1.1981), ενόσω ήταν ακόμα σε ισχύ η συμφωνία διαχειρίσεως, η οποία έληξε στις αρχές του 1983.
Εξάλλου, το γεγονός ότι τα συμφέροντα των αναιρεσιβλήτων δεν συμβάδιζαν με αυτά των άλλων συνεταίρων τους στην "..." ("...") αποδεικνύεται τόσο από την άρνηση πληροφορήσεως των εκπροσώπων της "..." για τη "...", όσο και από την παροχή και άσκηση αυτού του δικαιώματος προαιρέσεως της τελευταίας για να αποκτήσει το σύνολο των μετοχών της "INTERMED" στην "....".
Στην κατάρτιση της συμφωνίας αναθέσεως της κατασκευής του σταθμού διανομής τσιμέντου στο DAMMAM, όπως ήδη εκτέθηκε, προέβησαν οι δεύτερος και πέμπτος εναγόμενοι (ήδη πρώτος και τρίτος των αναιρεσειόντων), εκπροσωπώντας την πρώτη των αναιρεσιβλήτων, Χ1, Διευθύνων Σύμβουλος, και Χ, Γενικός Διευθυντής της.
Εξάλλου, οι πέμπτος και έκτος εναγόμενοι (ήδη τρίτος και τέταρτος των αναιρεσειόντων) Γενικοί Διευθυντές της πρώτης αναιρεσίβλητης, Χ και Χ3, όπως έχει ήδη εκτεθεί, ως εκπρόσωποι της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, η οποία ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της "...." (η οποία "...." ανήκε εξ ολοκλήρου στην "..."), υπέγραψαν την από 31.3.1977 σύμβαση, με την οποία ανατέθηκε η λειτουργία του σταθμού διαχειρίσεως στην "....", και ομοίως τη σύμβαση χρονοναύλωσης του πλοίου "Π..." στην "REDEC".
Ο πρώτος από τους ως άνω (δεύτερος εναγόμενος και ήδη πρώτος των αναιρεσειόντων) ήταν Διευθύνων Σύμβουλος των δύο αναιρεσιβλήτων, η δε κατάρτιση των επιδίκων συμφωνιών, στις περισσότερες από τις οποίες συμμετείχε ο ίδιος, όπως, επίσης, και η ίδρυση των "...." και " ..." οφείλεται, ως επί το πλείστον, στις δικές του ενέργειες, βάσει των προσωπικών του επαφών και γνωριμιών, ο ίδιος δε ήταν ο εισηγητής των κυριότερων θεμάτων στα Διοικητικά Συμβούλια των εναγουσών, ιδίως όσον αφορά στη δραστηριοποίηση του ομίλου "Ηρακλής" στον διεθνή χώρο.
Οι Χ και Χ3 (τρίτος και τέταρτος των αναιρεσειόντων) ανήκαν στο Διοικητικό Συμβούλιο της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και ήταν Γενικοί Διευθυντές της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, δεσμεύοντας αυτή με την υπογραφή τους, μετά από πάγια εξουσιοδότηση του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, κατά το άρθρο 23 του καταστατικού της, οι οποίοι γνώριζαν και, σε κάθε περίπτωση, ήταν σε θέση να αντιληφθούν ότι οι συμφωνίες, που κατήρτισαν, εκπροσωπώντας την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, ήσαν βλαπτικές για τα συμφέροντα τόσο αυτής όσο και γενικότερα του Ομίλου, ενώ οι ίδιοι σαφώς γνώριζαν όλες τις λεπτομέρειες, όσον αφορά την "...." και τη μητρική αυτής "...".
Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το ότι αυτοί ανήκαν και στο Διοικητικό Συμβούλιο της "INTERMED" και ότι την ιδιαιτέρως βλαπτική για τα συμφέροντα των αναιρεσιβλήτων συμφωνία παροχής των μετοχών της τελευταίας στη "..." υπέγραψαν, για λογαριασμό της "INTERMED", ο Χ (Γενικός Δ/ντής της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων) με τον Χ1 (Δ/ντα σύμβουλο της πρώτης και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων).
Όσον αφορά τον πρώτο εναγόμενο, Χα, ως προς τον οποίο η δίκη συνεχίζεται από τους δεύτερο και τέταρτο εναγόμενους, Χ1 και Χ2 με εισήγησή του, το Δ.Σ. της πρώτης των αναιρεσιβλήτων έδωσε εξουσιοδότηση στους Χ1 και Χ, για την υπογραφή της συμβάσεως κατασκευής του σταθμού (συνεδρίαση της 14.4.1977) και με εισήγησή του, επίσης, κατά τη συνεδρίαση της 20.4.1977, η πρώτη των αναιρεσίβλητων παρέσχε την εγγύησή της για την λειτουργία του σταθμού από την "....".
Ενόψει και των ενεργειών του αυτών, αλλά και της θέσεως του (πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου των δύο αναιρεσιβλήτων), παρόλο που δεν αναμίχθηκε στην υπογραφή των σχετικών συμφωνιών, κρίνεται ότι και αυτός ζημίωσε με την δεύτερη από τις ενέργειές του, τις αναιρεσίβλητες και, σε κάθε περίπτωση, γνώριζε ότι με την επίδικη σύμβαση αναθέσεως της διαχειρίσεως του σταθμού διανομής στην "....", ζημιώθηκε η περιουσία των αναιρεσιβλήτων.
Οι προαναφερόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν στο βάρος αποδείξεως ότι κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους ενήργησαν προς το συμφέρον των αναιρεσιβλήτων, αλλά αντιθέτως αποδείχθηκε ότι, με τις προαναφερθείσες ενέργειές τους, εν γνώσει τους ζημίωσαν την περιουσία των αναιρεσιβλήτων, αφού, με τις ενέργειες τους αυτές, περιήλθε το μεγαλύτερο μέρος της διαχειριστικής αμοιβής των επιδίκων σταθμών διανομής τσιμέντου στην τρίτη αλλοδαπή εταιρία "...", παρόλο που τη διαχειριστική αυτή αμοιβή εδικαιούντο οι αναιρεσίβλητες.
Όσον αφορά, τέλος, τον εναγόμενο Χ4 (ήδη πέμπτο των αναιρεσειόντων) αποδείχθηκε ότι αυτός συμμετείχε στο Δ.Σ. της "....", έχοντας τμήμα της οικονομικής διαχειρίσεως αυτής, καθώς εθεωρείτο πρόσωπο κοινής αποδοχής των "Αράβων" (δηλαδή της "...") και του ομίλου ΑΓΕΤ και, επιπλέον, είχε συγγενική σχέση εξ αγχιστείας πρώτου βαθμού (γυναικάδελφος) με τον Χ1.
Ο αναιρεσείων αυτός είχε την ιδιότητα του ταμία της "...." και με την ιδιότητά του αυτή διακινούσε τους τραπεζικούς λογαριασμούς της τελευταίας και, επομένως, εισέπραττε τα εμβάσματα της διαχειριστικής αμοιβής, που αποστέλλονταν στον τηρούμενο στην ελβετική τράπεζα τραπεζικό λογαριασμό της "....". Μετά ταύτα (συνεχίζει το Εφετείο) κρίνεται ότι ο εν λόγω πέμπτος των αναιρεσειόντων, ο οποίος δεν είχε καμία υπαλληλική ή άλλη σχέση εξαρτήσεως με τις αναιρεσίβλητες, αλλά μόνο συνδεόταν συγγενικώς με τον Χ1, ήταν το πρόσωπο εμπιστοσύνης του και ο σύνδεσμος του στην "....", ως πρόσωπο δε εμπιστοσύνης και των λοιπών συνεταίρων στην "...", γνώριζε με κάθε λεπτομέρεια για τις επίδικες συμφωνίες, συνεργαζόμενος με τους πρώτο, δεύτερο, πέμπτο και έκτο εναγόμενους, με την διακίνηση δε των λογαριασμών της "...." και την ανάληψη της διαχειριστικής αμοιβής συνετέλεσε στην στέρηση της διαχειριστικής αμοιβής από τις αναιρεσίβλητες, η δε πράξη του αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τη ζημία των αναιρεσιβλήτων.
Αποδείχθηκε, επομένως, ότι και ο αναιρεσείων αυτός με την προεκτεθείσα συμπεριφορά του ζημίωσε παρανόμως και υπαιτίως τις αναιρεσίβλητες, ενεργώντας από κοινού με τους προαναφερόμενους. Επομένως, και ως προς αυτόν θα πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή. Εξ άλλου, όπως ήδη έχει αναφερθεί, το ποσό της διαχειριστικής αμοιβής, που έλαβε η "...." και έπρεπε να λάβουν οι αναιρεσίβλητες, ανερχόταν σε 5.947.498 δολλάρια ΗΠΑ, ώστε για κάθε μία η ζημία να ανέρχεται στο ποσό των 2.973.749 δολλαρίων ΗΠΑ.
Από το ποσό αυτό, όσον αφορά στην δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 831.577 δολλ. ΗΠΑ, το οποίο, όπως συνομολογείται από τις ενάγουσες, έλαβαν ως μέρισμα από την "..." η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων και η κατά 100% θυγατρική αυτής "INTERMED", το επίδικο χρονικό διάστημα, αντίστοιχο με το ποσό της διαχειριστικής αμοιβής.
Έτσι, απομένει οφειλόμενο υπόλοιπο στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων το ποσό των (2.973.749 - 831.577) = 2.142.172 δολλαρίων ΗΠΑ. Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της ομοίως, ως προς την κύρια αγωγή, κρίνασας πρωτόδικης αποφάσεως. Με την εκτεθείσα κρίση του το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 298, 330, 914, 919 ΑΚ και 22Α του ν. 2190/1920.
Οι ελλείψεις εντοπίζονται αφενός στην εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών της παρανομίας και της υπαιτιότητας και αφετέρου στη διαπίστωση της ζημίας και του μεγέθους αυτής. Ειδικότερα, το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι η εκ μέρους της σαουδαραβικής εταιρίας "REDEC" ανάθεση της διαχειρίσεως των δύο σταθμών διανομής στην εταιρία "...." προκάλεσε στις αναιρεσίβλητες ζημία ίση με την περιελθούσα σ' αυτή (....) αμοιβή διαχειρίσεως, ωστόσο δεν διευκρινίζει αν η εταιρία "REDEC" θα προτιμούσε να αναθέσει την εν λόγω διαχείριση σε μία από τις αναιρεσίβλητες και όχι στην εταιρία "....", αλλ' ούτε αναφέρει συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει αυτή η προτίμησή της.
Αντίθετη εκδοχή δεν μπορεί να στηρίξει η μνεία του σχετικού με τη διαχείριση του πρώτου σταθμού (στο DAMMAM) από ... τηλεομοιοτυπήματος "τέλεξ" της REDEC" προς τον Χ1, αφού αυτό είναι μεταγενέστερο του από ... ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο η "REDEC" ανέθεσε τη διαχείριση του άνω σταθμού στην "....". Επίσης αυτό (Εφετείο), δεχθέν ότι με τις μνημονευόμενες στην απόφασή του ενέργειές τους οι αναιρεσείοντες δεν υπηρέτησαν το συμφέρον των αναιρεσιβλήτων αλλά, εν γνώσει τους, ζημίωσαν αυτές, παραλείπει να αναφέρει αν κατέβαλαν ή όχι την επιμέλεια συνετού διαχειριστή, αν δηλαδή οι εν λόγω ενέργειες που οδήγησαν στην ανάληψη της διαχειρίσεως των σταθμών διανομής από την εταιρία "....", έστω και ζημιογόνες για τις αναιρεσίβλητες, ενέχουν ή όχι υπέρβαση των ορίων της διακριτικής ευχέρειας των αναιρεσειόντων ως προς τις επιχειρηματικές τους επιλογές.
Περαιτέρω, ενόψει της παραδοχής του περί συμμετοχής της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων - μέσω της εταιρίας "..."- στην εταιρία "...." κατά ποσοστό 76%, δημιουργείται ασάφεια τόσο ως προς το παράνομο και υπαίτιο της συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων όσο και ως προς την προκληθείσα στις αναιρεσίβλητες ζημία και, ιδίως, την έκταση αυτής, αφού δεν αναφέρει αν η ανάθεση της διαχειρίσεως στην εταιρία "...." υπηρετούσε ή όχι εμμέσως τα συμφέροντα των αναιρεσιβλήτων κατά το άνω ποσοστό, ούτε αν η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων είχε ή όχι έσοδα (και πόσα) από την έμμεση συμμετοχή της στην "....".
Δέχεται ακόμη ότι η κρίση του για την παράνομη, υπαίτια και ζημιογόνο συμπεριφορά των αναιρεσειόντων στηρίζεται και στην παράλειψή τους να ενημερώσουν τα υπόλοιπα μέλη του διοικητικού συμβουλίου εκάστης των αναιρεσιβλήτων για την ανάθεση της διαχειρίσεως στην "....", δεν αναφέρει όμως αν με την εν λόγω ενημέρωση θα απετρέπετο (και με ποιον τρόπο) η ανάθεση της άνω διαχειρίσεως στην "....", προκειμένου αυτή να ανατεθεί στις αναιρεσίβλητες.
Εξάλλου, σε σχέση με τους τρίτο και τέταρτο των αναιρεσειόντων, που ήταν γενικοί διευθυντές της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και μέλη των διοικητικών συμβουλίων της δεύτερης τούτων και της εταιρίας "INTERMED" (μητρικής της "...."), δεν προσδιορίζει αν αυτοί, με βάση τις εν λόγω ιδιότητές τους, είχαν ή όχι καθήκον να προασπίσουν τα συμφέροντα των αναιρεσιβλήτων εις βάρος των συμφερόντων των εταιριών "...." και "INTERMED".
Σε σχέση με τον πρώτο των αναιρεσειόντων (διευθύνοντα σύμβουλο αμφοτέρων των αναιρεσιβλήτων), το Εφετείο δεν καθορίζει τις ενέργειές του, στις οποίες, όπως το ίδιο δέχεται, οφείλεται η κατάρτιση των επίδικων συμφωνιών και η ίδρυση των εταιριών "...." και "...". Τέλος, σε σχέση με τον πέμπτο των αναιρεσειόντων, που ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου και ταμίας της "..." και δεν είχε καμία σχέση με τις αναιρεσίβλητες, το Εφετείο παραλείπει να αναφέρει πραγματικά περιστατικά, που να καταφάσκουν την ύπαρξη υποχρεώσεως αυτού (πέμπτου των αναιρεσειόντων) να μεριμνά για τα συμφέροντα των αναιρεσιβλήτων, αγνοώντας τα συμφέροντα της "....".
Επομένως, οι εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ. απορρέοντες δεύτερος, έκτος και έβδομος λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους καταλογίζεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3968/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ