Legislator Case Law & Legislation
757/2006 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against robbery conviction for following bus with accomplices, finding it insufficient violence.

Case Number 757/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a robbery conviction, remanding the case for retrial regarding the appellant's specific role. The court found that while the appellant followed a bus carrying accomplices to facilitate their escape, this act constituted direct support rather than the physical violence or threat of bodily harm required for robbery. Consequently, the conviction for robbery was overturned for the appellant, but the case was sent back for a new trial to address the remaining legal arguments.

Legislator headnote

AI generated

Articles 380(1) and 45 of the Penal Code; Robbery requires objective elements of violence or threats endangering life/health coupled with taking property, whereas following a vehicle to assist escape constitutes direct support but fails to meet the strict definition of robbery.

Keywords

AI generated
Robbery Conviction Direct Support Joint Crime Violence Requirement Remand for Retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 380(1) of the Penal Code
Article 45 of the Penal Code
Article 510(1)(E) of the Code of Criminal Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 757 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 757/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Στ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Μιχαήλ Δέτση-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημοσθένη Κορδοπάτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσειόντος-κατηγορουμένου ...., κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές Μαλανδρίνου που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Τσιαμπαλή, περί αναιρέσεως της 51/2004 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης. Με συγκατηγορουμένους τους: 1. .....,2. ...., 3. ....

Το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22-12-2004 αίτηση του αναιρέσεως η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 83/2005.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 380 παρ.1 του ΠΚ «όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη». Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ληστείας, το οποίο είναι σύνθετο με τη στενή του όρου έννοια (stricto sensu) έγκλημα και προσβάλλει τα έννομα αγαθά της προσωπικής ελευθερίας και προεχόντως της ιδιοκτησίας, απαιτούνται, αντικειμενικώς, η αφαίρεση ή ο εξαναγκασμός σε παράδοση από άλλον με τη χρήση σωματικής βίας ή απειλών ενωμένων με επικείμενο για τη ζωή ή το σώμα κίνδυνο, ξένου ολικά ή εν μέρει κινητού πράγματος, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της ιδιότητας του πράγματος ως ξένου ολικά ή εν μέρει και τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να το αφαιρέσει ή να εξαναγκάσει τον άλλον να του το παραδώσει, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παρανόμως.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 45 του ΠΚ «αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη συναυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικά σύμπραξη των συναυτουργών στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως, υποκειμενικά δε κοινός δόλος, που σημαίνει, ότι ο καθένας συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται να πραγματώσει με την πράξη του την αντικειμενική υπόσταση του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με το δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και να θέλει ή να αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράστη προς εκείνην του άλλου για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ειρημένου εγκλήματος.

H συναπόφαση αυτή μπορεί να ληφθεί κατόπιν συμφωνίας που προηγήθηκε της τελέσεως της πράξεως ή και κατά την τέλεση της πράξεως. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται, στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι αυτή πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές.

Εκείνο το οποίο χαρακτηρίζει και διακρίνει την αυτουργία ή συναυτουργία από τη συνέργεια (απλή ή άμεση) είναι ότι ο αυτουργός ή συναυτουργός κάνει πράξει που ανήκει στην αντικειμενική υπόσταση του διαπραττόμενου εγκλήματος, ενώ ο συνεργός (απλός ή άμεσος) εκτελεί πράξεις βοηθητικές της πράξεως, η οποία πραγματώνει την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον περιέχει αρχήν εκτελέσεως αυτής, δηλαδή πράξεις, οι οποίες είτε προπαρασκευάζουν (καθιστούν δηλαδή δυνατή ή διευκολύνουν), είτε υποστηρίζουν την κυρία πράξη.

Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όχι μόνον, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται σε συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά.

Περί τα μέσα Νοεμβρίου 2000, οι κατηγορούμενοι αλβανοί υπήκοοι, μαζί με κάποιον άλλον ομοεθνή τους ονόματι .... (αγνώστων λοιπών στοιχείων), πληροφορήθηκαν στον .... από τον γνωστό τους, επίσης ομοεθνή τους, Χ1, τον οποίο αποκαλούσαν ...., ότι σκόπευε να κάνει μία «μεγάλη δουλειά» και συγκεκριμένα να ληστέψει ομοεθνείς του, που θα μετέβαιναν με λεωφορείο στην πατρίδα τους για τις γιορτές και για το σκοπό αυτό ζητούσε τη συνεργασία τους.

Την πρότασή του αυτή αποδέχθηκαν οι κατηγορούμενοι και μετά από αρκετές τηλεφωνικές επικοινωνίες και συναντήσεις σε καφέ-μπάρ του ...., στις οποίες επανελάμβαναν τη θέλησή τους να συμπράξουν, συναποφάσισαν να τελέσουν την πράξη της ληστείας στις 15.12.2000 σε βάρος των επιβατών και του οδηγού του λεωφορείου του ΚΤΕΛ ...., που θα αναχωρούσε από τη ....

στις 22.45 με προορισμό την ...... Για την πραγματοποίησή της ο πρώτος κατηγορούμενος, ήδη αναιρεσείων, ο οποίος γνώριζε οδήγηση, θα φρόντιζε να εφοδιασθεί με ΙΧΕ αυτοκίνητο. Πράγματι το απόγευμα της ημέρας εκείνης (15-12-2000) ο εν λόγω κατηγορούμενος εξασφάλισε το υπ' αριθ. κυκλ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας TOYOTA COROLA, ιδιοκτησίας του γνωστού του ...., λέγοντάς του ψευδώς ότι προτίθεται να μεταβεί σε γειτονικό χωριό προς επίσκεψη συγγενών.

Στην ορισθείσα συνάντηση, που πραγματοποιήθηκε την 20.30 ώρα περίπου στο αυτό μπάρ (....), από κοινού όλοι κατέστρωσαν το σχέδιο δράσης, σύμφωνα με το οποίο οι άλλοι, πλην του πρώτου κατηγορούμενου, θα ταξίδευαν ως επιβάτες, ενώ αυτός θα τους ακολουθούσε με το ΙΧΕ αυτοκίνητο, για να επιβιβασθούν σ' αυτό μετά τη ληστεία.

Στη συνέχεια επιβαίνοντας του αυτοκινήτου αυτού, το οποίο οδηγούσε ο πρώτος κατηγορούμενος, έφθασαν στο πρακτορείο των λεωφορείων του ΚΤΕΛ ..., όπου αυτοί που θα ταξίδευαν ως επιβάτες, αφού εφοδιάσθηκαν με τα σχετικά εισητήρια, επιβιβάστηκαν στο υπ' αριθ. κυκλ..... λεωφορείο, που θα πραγματοποιούσε στις 22.45 το δρομολόγιο με προορισμό την ...., έχοντες στην κατοχή τους ο δεύτερος κατηγορούμενος ένα μαχαίρι κουζίνας με μεγάλη λάμα, οι δε λοιποί από ένα πιστόλι ο καθένας (ένα του κρότου και δύο ψεύτικα), που τους τα είχε δώσει κατά τη διαδρομή από το ...

ο «Χ1» ο δε πρώτος κατηγορούμενος παρέμεινε στο ΙΧΕ αυτοκίνητο, όπως είχε συμφωνηθεί. Μετά την αναχώρηση του λεωφορείο και ενώ αυτό κινούνταν στο 8ο χιλιόμετρο περίπου της εθνικής οδού ...., οι δεύτερος και τρίτος κατηγορούμενοι με τους άλλους δύο που διέφυγαν τη σύλληψη, σηκώθηκαν, μετά από συνεννόηση, από τις θέσεις τους, κρατώντας ο δεύτερος το μαχαίρι, οι δε άλλοι το πιστόλι που ο καθένας έφερε επάνω του και αφού ο «Χ1» κατευθυνόμενος προς τον οδηγό του λεωφορείου ....

τον εξανάγκασε, ρίχνοντας πιστολιά στον αέρα, να χαμηλώσει το φωτισμό μέσα στο λεωφορείο, ζήτησαν όλοι μαζί (και οι τέσσερις) από τους επιβάτες να σκύψουν τα κεφάλια τους, ώστε να μην μπορούν να τους αναγνωρίσουν, και με σωματική βία και απειλές για κίνδυνο της ζωής τους, εξανάγκασαν τον οδηγό και τους 35 από τους 36 επιβάτες του λεωφορείου (πλην μίας γυναίκας επιβάτου) να τους παραδώσουν όσα χρήματα είχαν και ατομικά τους πράγματα και έτσι ιδιοποιήθηκαν παράνομα από τον καθένα τα λεπτομερώς στο διατακτικό αναφερόμενα αντικείμενα και χρηματικά ποσά.

Στη συνέχεια ο «Χ1» εξανάγκασε τον οδηγό, ο οποίος καθόλη τη διάρκεια της ληστείας συνέχιζε να οδηγεί, να σταθμεύσει το λεωφορείο σε μη φωτιζόμενο σημείο λίγο έξω από το χωριό ..... και αφού με κινητό τηλέφωνο ειδοποίησε τον πρώτο κατηγορούμενο, που τους ακολουθούσε από μικρή απόσταση με το ΙΧΕ αυτοκίνητο, επιβιβάσθηκαν σ' αυτό και μέσω αγροτικών οδών τους μετέφερε στο ...., όπου διασκέδασαν στην καφετέρια-μπαρ ....

για την επιτυχία του σχεδίου τους. Κατά τη διάρκεια της ληστείας ο δεύτερος κατηγορούμενος προκάλεσε με πρόθεση σε έξι επιβάτες, χτυπώντας τους με το μαχαίρι που κρατούσε, τις αναφερόμενες στο διατακτικό για τον καθένα σωματικές κακώσεις. Ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι προσφέρθηκε να τους μεταφέρει από το ...

στη .... αγνοώντας τον πραγματικό σκοπό της εδώ μετάβασής τους και ότι, όταν καθ' οδόν πληροφορήθηκε το σχέδιό τους, αρνήθηκε να συνεχίσει και ανέλαβε άλλος την οδήγηση του ΙΧΕ αυτοκινήτου για την μετά την ... διαδρομή, κρίνεται αβάσιμος, καθόσον η συμμετοχή του στις συζητήσεις για τη ληστεία και την κατάστρωση του σχεδίου γιαυτήν, που έλαβαν χώρα στο μπάρ ...., επιβεβαιώθηκε από την εργαζόμενη σ' αυτό και παριστάμενη κατά διαστήματα στη συζήτηση μνηστή του, τότε ....., στην οποία ακολούθως ομολόγησε και για τη συμμετοχή του στη μεταφορά τους μετά την αποβίβαση τους από το λεωφορείο, όπως η ίδια ανέφερε στην από 29-6-2001 προανακτιτική της κατάθεση, το περιεχόμενο της οποίας επιβεβαίωσε κατά την από 29-6-201 ανακριτική της κατάθεση, που αναγνώστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου.

Με βάση τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι κατηγορούμενοι από κοινού τέλεσαν την αξιόποινη πράξη της ληστείας κατ' εξακολούθηση. Ειδικότερα, καθόσον αφορά τον πρώτο κατηγορούμενο (η τέλεση της πράξης από τους δύο άλλους συνολογείται), η συμμετοχή του στην ως άνω πράξη είναι αυτή του συναυτουργού και όχι του απλού συνεργού, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού ισχυρισμού του, αφού συναποφάσισαν τη διάπραξη της ληστείας, ακολούθως από κοινού κατέστρωσαν το σχέδιο υλοποίησης της και στα πλαίσια της κατανομής της συμβολής που ο καθένας θα είχε σύμφωνα με τον από κοινού σχεδιασμό της όλης επιχείρησης, ένωσε τη δράση του, που ήταν καθοριστική για την ολοκλήρωση της πράξης, με αυτή (δράση) των άλλων δραστών κατά τον προαναφερθέντα τρόπο. Στη συνέχεια, κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους και ειδικότερα τον αναιρεσείοντα, ο οποίος ενδιαφέρει εν προκειμένω, των αξιόποινων αδικημάτων α) της ληστείας κατ' εξακολούθηση, κατά συναυτουργία και β) συστάσεως και συμμορίας και του επέβαλε συνολική ποινή καθείρξεως είκοσι ενός (21) ετών.

Με βάση τις παραδοχές αυτές και ειδικότερα, ότι ο αναιρεσείων: α) συναποφάσισε με τους λοιπούς κατηγορουμένους τη διάπραξη της ληστείας, β) σε εκτέλεση του καταστρωθέντος σχεδίου δράσης, με το οποίο κατανεμήθηκαν οι εγκληματικοί ρόλοι, μεταξύ τους, μετέφερε, οδηγώντας το υπ' αριθ.κυκλ. .... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας ΤΟΥΟΤΑ COROLA, ιδιοκτησίας .....

από το ... στη ..., τους λοιπούς κατηγορουμένους και τους διαφυγόντες τη σύλληψη ομοεθνείς του, οι οποίοι επιβιβάστηκαν στο υπ' αριθ. κυκλ. .... λεωφορείο του ΚΤΕΛ ... με σκοπό να διαπράξουν εντός αυτού την από κοινού αποφαισθείσα ληστεία την οποία και διέπραξαν στο ύψος περίπου του 8ου χιλιομέτρου της Εθνικής Οδού ....

με την απειλή της χρήσεως μαχαιριού και πιστολίων κατά των παθόντων που έφεραν οι επιβιβασθέντες του λεωφορείου και γ) παρέλαβε, με σκοπό να διαφύγουν τη σύλληψη, τους συγκατηγορουμένους του και τους διαφυγόντες τη σύλληψη ομοεθνείς του μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν μέσω των κινητών τους τηλεφώνων αυτός και ο φερόμενος ως ιθύνων νους της ληστείας «Χ1» αγνώστων λοιπών στοιχείων, μετά την ακινητοποίηση του λεωφορείου από τον οδηγό αυτού κατ' εντολή των ληστών, το οποίο ακολουθούσε καθ' όλη τη διαδρομή του για να τους παραλάβει μετά την τέλεση της ληστείας, σύμφωνα με το σχέδιο που είχαν καταστρώσει, εσφαλμένως το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας με την προσβαλλόμενη απόφασή του εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 45 και 380 παρ.1 του ΠΚ, με την οποία τον κήρυξε ένοχο ληστείας από κοινού και κατ' εξακολούθηση, δεδομένου ότι οι πράξεις αυτές δεν είναι πράξεις πραγματώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της ληστείας, αφού αυτές δεν συνιστούν σωματική βία ή απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, ούτε αφαίρεση των αναφερόμενων στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης χρημάτων και λοιπών κινητών πραγμάτων ή εξαναγκασμό των παθόντων στην παράδοσή τους, αλλά βοηθητικές της κυρίας πράξεως, μεταξύ των οποίων εξέχουσα σημασία κατέχει εκείνη της ακολουθήσεως του λεωφορείου από το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο αναιρεσείων για να επιβιβάσει σ' αυτό τους συγκατηγορούμενους του μετά την τέλεση της ληστείας, ώστε να διαφύγουν τη σύλληψη, σύμφωνα με το σχέδιο που είχαν καταστρώσει, η οποία συνιστά πράξη άμεσης υποστήριξης της κυρίας πράξεως, χωρίς την οποία, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί με βεβαιότητα το εγκληματικό αποτέλεσμα (ληστεία).

Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε΄του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 45 και 380 παρ.1 του ΠΚ, είναι βάσιμος και ως τέτοιος, πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως, (άρθρο 510 ΚΠΔ) παρελκούσης της εξετάσεως του ετέρου λόγου, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 51/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας ως προς τον αναιρεσείοντα, κατά το ανωτέρω κεφάλαιο.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ