Legislator Case Law & Legislation
756/2024 AI generated

Supreme Court dismisses bank's appeal on mortgage breach claim due to insufficient details on value and usufructuary age.

Case Number 756/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the bank's appeal against the Court of Appeal's decision to reject the bank's claim for breach of mortgage contract. The lower court found the claim inadmissible because it lacked specific details regarding the value of the usufructuary right and the age of the usufructuary, which are necessary to calculate damages. The court held that the bank failed to provide these essential elements, rendering the claim vague and therefore inadmissible under civil procedure law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 524 para. 2 and 559 of the Code of Civil Procedure; A claim for breach of mortgage contract is inadmissible if it fails to specify the value of the usufructuary right and the age of the usufructuary, as these are indispensable for calculating damages.

Keywords

AI generated
mortgage contract breach inadmissible claim vague claim usufructuary right calculation of damages statute of limitations court of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 524 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 1 of Law 4335/2015
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 756 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 756/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα E. Α. Ε." και τον διακριτικό τίτλο "E.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Κ. του Α., κατοίκου Χ. Α. και 2) Β. Δ. του Μ., κατοίκου Τ. Θ.. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Τσιώνα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της προσθέτως υπέρ της αναιρεσείουσας και κατά των αναιρεσιβλήτων παρεμβαίνουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "d.V. G. Α. Ε. Δ. Α. από Δ. και Π." και τον διακριτικό τίτλο "d.V. G.", που εδρεύει στον Δήμο Μ. Α. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-7-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1297/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 6491/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-3-2022 αίτησή της και η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 31-10-2023 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβασή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 29-3-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθ. 6491/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά της υπ' αριθ. 1297/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κάνει δεκτή την αγωγή της αναιρεσείουσας και είχε απαγγείλει τη διάρρηξη της αναφερόμενης ένδικης απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, απέρριψε την αγωγή ως αόριστη.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης που κατατέθηκε στις 14-04-2022 στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 524 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του Ν. 4335/2015, καθόσον από την επομένη της δημοσίευσης της υπ' αριθμ. 6491/2019 απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (23-11-2019), άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής προθεσμία, η οποία χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε την 23-11-2021, λόγω όμως της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13-03-2020 έως 31-05-2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 07-11-2020 έως 06-04-2021 (4 μήνες και 29 ημέρες) και συνολικά χρονικού διαστήματος 7 μηνών και 17 ημερών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 1 εδ.

α του Ν. 4690/2020 και 83 παρ. 1 εδ. α του Ν. 4790/2021, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία) κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιων του Εφετείου Αθηνών την 14-04-2022. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ], είναι παραδεκτή [άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της [άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ].

Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ.1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι την άσκησή της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα [ΑΠ 1350/2022, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1736/2017], εκτός αν ορίστηκε, κατ' άρθρο 150 ΚΠολΔ, σύντμηση της ως άνω προθεσμίας [ΑΠ 456/2023, ΑΠ 1736/2017].

Έννομο συμφέρον για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τι αντανακλαστικές συνέπειές της.

Ως τρίτος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος, ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου, με οποιονδήποτε τρόπο, στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως [ΑΠ 456/2023, ΑΠ 368/2019]. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι μόνο λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά τις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μία έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του τις διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου [ΑΠ 368/2019].

Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής [άρθρο 225 παρ. 1 ΚΠολΔ], αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού, κατά το άρθρο 325 παρ. 2 ΚΠολΔ [ΑΠ 1564/2017]. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 περ.

γ' του ν. 4354/2015 ''Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων...'', ''Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου, Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις, λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους, οι εταιρίες διαχείρισης ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις''.

Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 2 του ν. 4354/2015, ''Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.

ν. 4307/2014. Εφόσον οι εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και το δικαιούχο της απαίτησης [ΑΠ 686/2023, ΑΠ 1553/2022, ΑΠ 368/2019]. Κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή του ν. 4354/2015 και του ν. 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π) έχουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του ως άνω άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση απαιτήσεων (ΟλΑΠ 1/2023, ΑΠ 687/2023, ΑΠ 742/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, η εδρεύουσα στο Μ. Α. ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "d. V. G. Α. Ε. Δ. Α. από Δ. και Π." και το διακριτικό τίτλο "d. V. G.", πρώην "E. .. Α. Ε. Δ. Α. από Δ. και Π.", με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατέθεσε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου την 23-11-2023 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσείουσα και τις αναιρεσίβλητες [βλ.

τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την παρεμβαίνουσα υπ' αριθ. ... εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Θ. Π. και του Εφετείου Αθηνών Α. Ζ. αντίστοιχα], άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας , επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "C.

N.. 2 F. D. A. «C. ειδικής διαδόχου της αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη [άρθρο 325 ΚΠολΔ]. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, η προσθέτως παρεμβαίνουσα, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος, ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει [απόφαση 220/1/16-3-2017 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων], είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρείας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την αναιρεσείουσα, η οποία στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων, δυνάμει της από 18-6-2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 3156/2003 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, με αριθμό πρωτοκόλλου ... [τόμος .., αριθμός ..], έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην ως άνω εταιρεία "C.." [που έχει νομίμως συσταθεί και λειτουργεί με έδρα το Δουβλίνο], η οποία ακολούθως ανέθεσε τη διαχείριση των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα νε τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 4 του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 18-6-2019 σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 2844/2000, κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 16του Ν. 3156/2003 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, με αριθμό πρωτοκόλλου … [τόμος .., αριθμός ..].

Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της αναιρεσείουσας - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που απορρέουν από την υπ' αριθ... σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό [αλληλόχρεο] λογαριασμό, την οποία αυτή κατήρτισε με την με την εταιρεία με την επωνυμία "Χ. Π.

Κ. Σ. Ε." και την οποία εγγυήθηκε η πρώτη αναιρεσίβλητη, κατά της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. ... διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη, κατά τα άρθρα 80 και 83 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου αναιρεσείουσας και της πρόσθετης υπέρ αυτής προσθέτως παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαστικής ομοδικίας και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης [άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ].

Από τις διατάξεις των άρθρων 939 έως 942 ΑΚ προκύπτει ότι για τη γέννηση αξίωσης προς διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας απαιτείται η συνδρομή των κατωτέρω προϋποθέσεων: α] απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά το χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, β] απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη περιουσιακού στοιχείου, γ] πρόθεση βλάβης των δανειστών, δ] γνώση του τρίτου υπέρ του οποίου η απαλλοτρίωση και ε] αφερεγγυότητα του οφειλέτη, η οποία συντρέχει όταν η υπολειπόμενη εμφανής περιουσία τούτου δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή.

Τα ανωτέρω στοιχεία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρονται στην αγωγή για να είναι ορισμένο το δικόγραφο αυτής. Ακόμη, μεταξύ των στοιχείων, που πρέπει να περιέχει η αγωγή διαρρήξεως για να είναι ορισμένη, περιλαμβάνονται το ποσό της απαίτησης του ενάγοντος δανειστή και η αξία του περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, διότι η διάρρηξη δεν είναι αναγκαίως ολική, αλλά επέρχεται μόνο κατά το μέρος που ζημιώνεται ο δανειστής, αν δε το απαλλοτριωθέν έχει μεγαλύτερη αξία από την απαίτηση του δανειστή, η διάρρηξη είναι μερική και εκφράζεται σε ποσοστό αντίστοιχο με την αξία της απαίτησης του δανειστή προς την αξία του απαλλοτριωθέντος [ολΑΠ 15/2012, ΑΠ 158/2023, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 489/2014, ΑΠ 36/2013].

Εάν προσβάλλονται με την αγωγή απαλλοτριώσεις περισσότερων περιουσιακών στοιχείων, τότε θα πρέπει να εκτίθεται στην αγωγή το ποσό της αξίας καθενός από τα απαλλοτριωθέντα περιουσιακά στοιχεία, ώστε να μπορεί να κριθεί εάν ορισμένη ή ορισμένες μόνο από τις απαλλοτριώσεις αυτές πρέπει να διαρρηχθούν και σε ποιο μέρος, εκτός αν το ύψος της απαίτησης που πρέπει να ικανοποιηθεί είναι μεγαλύτερο της συνολικής αξίας όλων των περιουσιακών στοιχείων, οπότε θα είναι αναγκαία η διάρρηξη όλων των απαλλοτριώσεων [ΑΠ 1028/2022, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 637/2001].

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 1 και 4 του Ν.Δ. 118/1973 "Κώδικας Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών κ.λπ." και ήδη σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 1 και 4 του Ν. 2961/2001 "Κώδικας Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών κ.λπ.", που κωδικοποίησε σε ενιαίο κείμενο όλες τις σχετικές διατάξεις, μεταξύ των οποίων και αυτές του Ν.Δ. 118/1973, σε περίπτωση διαχωρισμού της επικαρπίας από την κυριότητα, για τον υπολογισμό της αξίας της επικαρπίας, προκειμένου να υπολογισθεί ο φόρος που αναλογεί στην ισόβια ή αορίστου χρόνου επικαρπία, λαμβάνεται υπόψη ποσοστό της αξίας της πλήρους κυριότητας ανάλογα με την ηλικία του επικαρπωτή, το οποίο ορίζεται κλιμακωτά αρχίζοντας από τα 8/10 της αξίας της πλήρους κυριότητας, αν ο επικαρπωτής δεν έχει υπερβεί το 20ο έτος της ηλικίας του και καταλήγοντας στα 2/10 και στο 1/10 της αξίας αυτής, αν ο επικαρπωτής έχει υπερβεί το 70ο και το 80ο έτος της ηλικίας του αντιστοίχως.

Οι διατάξεις αυτές αποδίδουν τη συναγόμενη από την επιστημονική γνώση αλλά και από την εμπειρία γενική αρχή ότι στατιστικά ο νεότερος σε ηλικία άνθρωπος έχει μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής από τον μεγαλύτερο, το οποίο μειώνεται όσο αυτός μεγαλώνει και συνεπώς αντίστοιχη με το προσδόκιμο αυτό είναι και η αξία της επικαρπίας, η οποία μειώνεται όσο αυξάνεται η ηλικία του επικαρπωτή, με αντίστοιχη αύξηση της αξίας της ψιλής κυριότητας, αφού όσο αυξάνει η ηλικία του επικαρπωτή, τόσον εγγύτερα πλησιάζει ο θάνατός του, ο οποίος θα επιφέρει και την απόσβεση της επικαρπίας (ΑΠ 1760/2022).

Ακόμη, κατά το άρθρο 11 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, που ρυθμίζει την υλική αρμοδιότητα του δικαστηρίου και εφαρμόζεται αναλογικά και σε άλλες περιπτώσεις που είναι αναγκαίος ο υπολογισμός της αξίας του αντικειμένου της δίκης, ορίζει ότι η αξία της ψιλής κυριότητας καθορίζεται στο μισό της αξίας του πράγματος. Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος [ολΑΠ 18/1998, ΑΠ 992/2019]. Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός, θεμελιωτικός του φερόμενου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε τη νομική ή ποιοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος όμως δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής [ΑΠ 992/2019, ΑΠ 291/2018].

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή [άρθρο 61 παρ. 2 ΚΠολΔ] επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης από 8-7-2011 αγωγής, η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε με αυτήν τα εξής: Ότι με την υπ' αριθ... σύμβαση πίστωσης με ανοικτό [αλληλόχρεο] λογαριασμό, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της εταιρείας με την επωνυμία "Χ.

Π. Κ. Σ. Ε.", και με τους ειδικότερους σε αυτήν περιλαμβανόμενους όρους, χορήγησε στην τελευταία πίστωση ποσού 260.000 ευρώ. Ότι η πρώτη εναγομένη εγγυήθηκε προς την ενάγουσα υπέρ της προαναφερομένης πιστούχου εταιρείας την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εκπλήρωση όλων των, με την προαναφερθείσα σύμβαση πίστωσης, αναληφθεισών υποχρεώσεων της πιστούχου, ευθυνόμενη εις ολόκληρον με την πιστούχο ως αυτοφειλέτρια και παραιτούμενη ανεπιφύλακτα από την ένσταση διζήσεως και τις λοιπές ενστάσεις του Αστικού Κώδικα.

Ότι με την από 22-7-2009 εξώδικη καταγγελία της ενάγουσας, που κοινοποιήθηκε νόμιμα στην πρώτη εναγομένη την 25-8-2009, καταγγέλθηκε η ανωτέρω σύμβαση και κλείσθηκε ο τραπεζικός λογαριασμός, που τηρούνταν για την παρακολούθησή της, ο οποίος εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο 108.035,966 ευρώ. Ότι σε βάρος της πιστούχου και της πρώτης εναγομένης εκδόθηκε η υπ' αριθ. ...

διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκαν οι ανωτέρω να καταβάλουν στην ενάγουσα το παραπάνω ποσό, πλέον τόκων και εξόδων. Ότι την 8-4-2010 κοινοποιήθηκε στην πρώτη εναγομένη αντίγραφο εξ απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής με επιταγή προς πληρωμή συνολικού ποσού 109.926,96 ευρώ εντόκως κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην ανωτέρω επιταγή προς πληρωμή.

Ότι η πρώτη εναγομένη με τη νομίμως καταχωρημένη στο Κτηματολογικό Γραφείο Κ. υπ' αριθ. ... συμβολαιογραφική πράξη δωρεάς εν ζωή ψιλής κυριότητας ακινήτου με παρακράτηση του δικαιώματος επικαρπίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σ. Ψ. - Α. μεταβίβασε κατά ψιλή κυριότητα στην τρίτη εναγομένη - εγγονή της, το αναλυτικά περιγραφόμενο στην αγωγή ακίνητο, η αντικειμενική αξία του οποίου ανερχόταν τόσο κατά το χρόνο κατάρτισης του συμβολαιογραφικού εγγράφου όσο και κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης αγωγής στο ποσό των 153.433,416 ευρώ, ενώ η εμπορική αξία του κατά το χρόνο κατάθεσης της ένδικης αγωγής, ανερχόταν στο ποσό των 350.000 ευρώ.

Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι η πρώτη εναγομένη προέβη στην ως άνω απαλλοτρίωση, με σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας, αφού κατά το χρόνο μεταβίβασης γνώριζε την ύπαρξη της οφειλής της, που προερχόταν από την ως άνω σύμβαση, και ότι η υπόλοιπη εμφανής περιουσία της πρώτης εναγομένης δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας, καθώς επίσης και ότι η δεύτερη εναγομένη, ως ασκούσα τη γονική μέριμνα της τρίτης εναγομένης ανήλικης θυγατέρας της, γνώριζαν κατά το χρόνο της επίδικης μεταβίβασης ότι η απαλλοτρίωση γινόταν προς βλάβη της ενάγουσας.

Με το ιστορικό αυτό ζήτησε να διαρρηχθεί στο σύνολό της η επίδικη δικαιοπραξία. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αφού έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, δέχθηκε αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη και απήγγειλε τη διάρρηξη της επίδικης δικαιοπραξίας υπέρ της ενάγουσας. Μετά από έφεση των εναγομένων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, που δέχθηκε τα ακόλουθα: "...

η ενάγουσα ζήτησε τη διάρρηξη της με το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ζ. Ψ. - Α., γενομένης, από την πρώτη εναγομένη προς την τρίτη εναγομένη, μεταβίβασης λόγω δωρεάς, της ψιλής κυριότητας επί της σ' αυτή αναφερομένης διώροφης οικοδομής, στην οποία προέβη με πρόθεση βλάβης της ενάγουσας - δανείστριάς της, που έχει σε βάρος της απαίτηση από σύμβαση εγγύησης, συνολικού ύψους 109.926,96 ευρώ, χωρίς όμως να αναφέρεται σ' αυτή, η αξία του απαλλοτριωθέντος αντικειμένου, δηλαδή του μεταβιβασθέντος δικαιώματος της ψιλής κυριότητας επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου.

Η έλλειψη αυτή δεν καλύπτεται από το γεγονός ότι αναφέρεται στην αγωγή η αντικειμενική αξία της πλήρους κυριότητας του μεταβιβασθέντος ακινήτου, ήτοι 153.433,41 ευρώ, στο χρόνο της απαλλοτρίωσης και της άσκησης της αγωγής και καθιστά την αγωγή αόριστη. Και τούτο, διότι κατά τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η διάρρηξη δεν είναι αναγκαίως ολική, αλλά επέρχεται μόνο κατά το μέρος που ζημιώνεται ο δανειστής, αν δε το απαλλοτριωθέν έχει μεγαλύτερη αξία από την απαίτηση του δανειστή, όπως στην προκειμένη περίπτωση με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η διάρρηξη είναι μερική και εκφράζεται σε ποσοστό αντίστοιχο με την αξία της απαίτησης του δανειστή προς την αξία του απαλλοτριωθέντος.

Επομένως, πρέπει η υπό κρίση αίτηση ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας [άρθρο 216 ΚΠολΔ], δεδομένου ότι η αξία του μεταβιβασθέντος δικαιώματος της ψιλής κυριότητος, επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, αποτελεί στην προκριμένη περίπτωση αναγκαίο στοιχείο για το ορισμένο της αγωγής, ελέγχεται δε αυτεπαγγέλτως από το παρόν δικαστήριο.

Άρα, έσφαλε η εκκαλούμενη απόφαση που δέχτηκε ότι η αγωγή είναι ορισμένη, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας". Με την αιτιολογία αυτή, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσίβλητων και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, αφού έκρινε ότι η αγωγή της αναιρεσείουσας είναι ορισμένη και νόμιμη, είχε κάνει αυτήν δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και είχε απαγγείλει τη διάρρηξη της ένδικης απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, ακολούθως δε, κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή, απέρριψε αυτήν ως αόριστη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας λόγω της παραπάνω έλλειψης, δεν αξίωσε περισσότερα από όσα απαιτεί ο νόμος για τη γένεση του δικαιώματος και δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, καθόσον αυτή, υπό τα εκτιθέμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανταποκρίνονται στο πραγματικό περιεχόμενό της, είναι πράγματι αόριστη, δεδομένου ότι α] δεν προσδιορίζεται η αξία του απαλλοτριωθέντος δικαιώματος της ψιλής κυριότητας του ένδικου ακινήτου που απαλλοτριώθηκε, ώστε να είναι δυνατή η τυχόν μερική διάρρηξη της ένδικης σύμβασης σε ποσοστό ανάλογο με την απαίτηση της ενάγουσας, β] δεν αναφέρεται έστω η ηλικία της επικαρπώτριας, ώστε να υπολογιστεί με βάση την ισχύουσα νομοθεσία η αξία της επικαρπίας και επομένως και της ψιλής κυριότητας και γ] η επικαλούμενη διάταξη του άρθρου 11 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει την καθ' ύλη αρμοδιότητα του δικαστηρίου, με τον υπολογισμό της αξίας της επικαρπίας σε ποσοστό 50 ο/ο της συνολικής αξίας του ακινήτου, δεν δύναται να τύχει αναλογικής εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, αφού δεν καθιστά δυνατό τον υπολογισμό του ποσοστού κατά το οποίο πρέπει να διαρρηχθεί η δικαιοπραξία με βάση το ύψος της απαίτησης της ενάγουσας δανείστριας.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ [και όχι και από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου], είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ] και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, που ηττήθηκε, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις [άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-3-2022 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Ε. Α. Ε." και την από 31-10-2023 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "d. V. G. Α. Ε. Δ. Α. από Δ. και Π.", για αναίρεση της υπ' αριθ. 6491/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλει σε βάρος της αναιρεσείουσας και της προσθέτως παρεμβαίνουσας τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2700] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ