Legislator Case Law & Legislation
756/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance court ruling due to lack of jurisdiction over incidental claims.

Case Number 756/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the National Social Insurance Institute against a First Instance Court decision. The lower court had rejected the plaintiff's claim for damages regarding a car accident and insurance contract, finding the claim uncertain and dismissing it against other defendants. The Supreme Court ruled that since the appellate court rejected the sole appeal, the case was not retained for further trial, thereby depriving the Supreme Court of jurisdiction to examine the incidental claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(4) and 560 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court lacks jurisdiction to examine an incidental claim if the appellate court has rejected the sole appeal and the case is not retained for further trial.

Keywords

AI generated
incidental claim jurisdiction limitation appeal rejection retention of case Code of Civil Procedure insurance liability dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(4) of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 5 of Law 3210/1955
Ειδικότερα, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 10 § 5 του Ν.Δ.
Article 22(1) of Law 3693/1957
Articles 7 and 9 of Law 2698/1953
Article 5(12) of Law 1738/1987
Ειδικότερα, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 10 § 5 του Ν.Δ.

Cited Case Law

AI generated
Case 609-610/2003
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 756 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 756/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ)" και ήδη ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (ΕΦΚΑ)", ως οιονεί καθολικού διαδόχου, δυνάμει του ν. 4387/2016, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Δούκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 1-10-2018 δήλωση, καθώς και στις κατατεθείσες από 1-10-2018 προτάσεις του, δήλωσε την ως άνω μεταβολή του αναιρεσείοντος.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 2) αλλοδαπής γερμανικής ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... AG" (... ΑΕ), που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 2η και το 3ο εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Ταμπαλή, ενώ ο 1ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-11-2008 αγωγή του "ΙΚΑ - ΕΤΑΜ", που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17933/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1444/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-8-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Καλού διάβασε την από 10-10-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 25-8-2015 (αρ. εκθ. καταθ. 255/9-9-2015) αίτησης για αναίρεση της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρο 681Α' ΚΠολΔ) υπ' αριθμ. 1444/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις υπ' αριθμ. ...9Β'/30-5-2018 και ...6Β'/30-5-2018 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, διορισμένης στο Πρωτοδικείο Κατερίνης, Π. Κ., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (Ε.Φ.Κ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα (Α.Φ.Μ.: 997072577), υπό την ιδιότητά του ως οιονεί καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.), αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 25-8-2015 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 1444/2015 οριστικής και τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη συζήτηση αυτής, για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, καθώς και της υπ' αριθμ.

πρωτ. ΑΛ 105/2-4-2018 Βεβαίωσης αναβολής του αρμόδιου Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου περί αναβολής της υποθέσεως από τη δικάσιμο της 20-10-2017 για την παρούσα δικάσιμο της 5-10-2018, με αριθμό πινακίου 7, με κλήση για να παραστεί κατ' αυτήν, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο Α. Γ. του Κ.. Ο αναιρεσίβλητος, όμως, αυτός, δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε και συζητήθηκε η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, αλλ' ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δε θα παραστεί κατά την εκφώνησή της σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.ΠολΔ., παρά την απουσία του, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης. Με την κρινόμενη από 25-8-2015 (αριθμ. εκθ. καταθ. 255/9-9-2015) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 1444/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε ερήμην του πρώτου εναγομένου και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρο 681Α' σε συνδ. 666, 667 και 670 έως 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015).

Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης απέρριψε κατ' ουσίαν την από 4-9-2012 έφεση του αναιρεσείοντος - εκκαλούντος - ενάγοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.), κατά των αναιρεσιβλήτων - εφεσιβλήτων - εναγομένων Α.

Γ., Γερμανικής ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... AG" (... Α.Ε.) και του εδρεύοντος στην …. Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "..." (1ου, 2ου και 4ου των εναγομένων, αντίστοιχα) καθώς και κατά της γερμανικής ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... AG" (... Α.Ε.) (3ης εναγομένης), η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, στρεφόμενη κατά της υπ' αριθμ. 17933/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ως προς τους δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των εναγομένων και έγινε δεκτή εν μέρει ως προς τον πρώτο εναγόμενο η από 3-11-2008 και με αριθμό κατάθ. 46066/2008 αγωγή του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ κατά των ως άνω εναγομένων, με την οποία, το ενάγον και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ, ζήτησε, λόγω υποκαταστάσεώς του στις αξιώσεις του παρακάτω ασφαλισμένου του κατά των τελευταίων, αφ' ενός μεν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, με τις ανωτέρω αναφερθείσες ιδιότητές τους, να του καταβάλουν α) το ποσό των 1.088,84 ευρώ που κατέβαλε σ' αυτόν για διαφορές κύριας σύνταξης λόγω απολύτου αναπηρίας για το διάστημα από 1-1-2006 έως τις 31-3-2007 και β) το ποσό των 26.503,26 ευρώ που κατέβαλε στον ίδιο για κύρια σύνταξη χρονικού διαστήματος από την 1-4-2007 έως και τις 31-3-2009 και συνολικά, το ποσό των 27.592,10 ευρώ (1.088,84 + 26.503,26) που κατέβαλε για τις ως άνω αιτίες κατά τα προαναφερόμενα χρονικά διαστήματα στο μη διάδικο ασφαλισμένο του Ε.

Ξ., ο οποίος τραυματίστηκε σε τροχαίο ατύχημα που επισυνέβη στη Θεσσαλονίκη, στις 23-10-2003 από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, οδηγού του υπ' αριθμ ...70 Δ.Χ φορτηγού αυτοκινήτου ελκυστήρα μετά του υπ' αριθμ. κυκλ. ...60 επικαθήμενου, από τα οποία, το μεν φορτηγό - ελκυστήρας ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στη δεύτερη εναγομένη γερμανική ασφαλιστική εταιρία, το δε επικαθήμενο ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στην τρίτη εναγομένη γερμανική ασφαλιστική εταιρία, αμφότερα δε είχαν συνήθη τόπο στάθμευσης τη ...

και ήταν εφοδιασμένα με πιστοποιητικά διεθνούς ασφάλισης (πράσινες κάρτες), δεδομένα που καθιστούν υπόχρεο και το τέταρτο εναγόμενο "..." και να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, υποχρεούνται να του καταβάλουν κάθε άλλη παροχή που ήδη χορήγησε ή θα χορηγήσει στο μέλλον στον ασφαλισμένο του λόγω του επίδικου ατυχήματος για την κάλυψη μελλοντικών ζημιών του, σωρεύοντας επικουρικά για την περίπτωση απορρίψεως της αγωγής κατά της δεύτερης και τρίτης εναγομένης, ασφαλιστικής εταιρίας, η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, λόγω παραγραφής, πλαγιαστική αγωγή με την οποία ζήτησε να υποχρεωθούν οι τελευταίοι να καταβάλουν στον πρώτο εναγόμενο και ταυτόχρονα στο ίδιο το ως άνω ποσό, και η οποία πρωτοδίκως, με την εκκαλουμένη απόφαση είχε απορριφθεί ως προς τους τρίτη και τέταρτο των εναγομένων και είχε γίνει δεκτή ως προς τον πρώτο και δεύτερη των εναγομένων, απέρριψε (το Εφετείο) την αγωγή και ως προς τη δεύτερη εναγομένη - εκκαλούσα στην υπό στοιχ.

α' έφεση και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη κατά παραδοχή της προβληθείσας απ' αυτήν ένστασης διετούς παραγραφής. Κατά το άρθρο 25 ΑΚ οι ενοχές από σύμβαση ρυθμίζονται από το δίκαιο στο οποίο έχουν υποβληθεί τα μέρη και αν δεν υπάρχει τέτοιο, εφαρμόζεται το δίκαιο που αρμόζει στη σύμβαση από το σύνολο των ειδικών συνθηκών.

Κατά δε το άρθρο 26 του ίδιου Κώδικα, που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση για τη ρύθμιση του εφαρμοστέου δικαίου επί του ένδικου τροχαίου ατυχήματος με στοιχεία αλλοδαπότητας, εφόσον το ατύχημα αυτό και συνεπώς η αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου οδηγού, από την οποία προήλθε η ζημία, έλαβε χώρα πριν από τις 11 Ιανουαρίου 2009, οπότε, άρχισε να εφαρμόζεται και στην Ελλάδα, όπως άλλωστε και σε όλα τα κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης πλην της Δανίας, ο Κανονισμός 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Ιουλίου 2007 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές (Ρώμη ΙΙ) σύμφωνα με το άρθρο 32 του εν λόγω Κανονισμού, οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, όταν στα δικαιώματα του δανειστή από αδικοπραξία υποκαθίσταται από το νόμο φορέας κοινωνικής ασφάλισης ή αλλοδαπό δημόσιο ή τρίτος γενικά που έχει υποχρέωση να ικανοποιήσει και ικανοποίησε το δανειστή, η νόμιμη υποκατάσταση τούτου στα δικαιώματα του δανειστή, εάν δεν υπάρχει άλλη συμβατική δέσμευση της πολιτείας, διέπεται, όχι από το δίκαιο της πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για νόμιμη εκχώρηση της απαίτησης, η δε αξίωση του τρίτου έχει άμεσο έρεισμα το νόμο και δεν απορρέει από την αδικοπραξία, αλλά από το δίκαιο που διέπει τη σχέση στην οποία στηρίζεται η ικανοποίηση του δανειστή από τον τρίτο, δηλαδή το δίκαιο που διέπει τη σχέση κοινωνικής ασφάλισης ή τη σχέση της δημόσιας υπηρεσίας με το δανειστή και γενικά τη σχέση η οποία στηρίζει την υποκατάσταση του τρίτου στα δικαιώματα του δανειστή από αδικοπραξία.

Το δίκαιο αυτό θεωρούμενο ως Lex causae της υποκατάστασης θα εφαρμοστεί κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 25 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 19/1995, ΑΠ 684/2011). Η αξίωση που μεταβιβάζεται στον φορέα κοινωνικής ασφάλισης κ.λπ. εξακολουθεί να παραμένει απαίτηση από αδικοπραξία και έτσι η αξίωση αυτού κατά της ασφαλιστικής εταιρίας, η οποία καλύπτει την αστική ευθύνη αυτοκινήτου, από την οδήγηση του οποίου προκλήθηκαν ζημίες σε ατύχημα που συνέβη στην Ελλάδα, διέπεται σύμφωνα με το άρθρο 26 ΑΚ από το ελληνικό δίκαιο.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 18 του ν. 1654/1986 σε συνδυασμό με το άρθρο 10 παρ. 5 του ν.δ. 4104/1960 και 18 του ν. 4476/1965, προκύπτει ότι εφόσον ο ασφαλισμένος στο ΙΚΑ μπορεί να αξιώσει από τρίτον αποζημίωση για ζημία που προξενήθηκε σ' αυτόν λόγω σωματικής βλάβης ή αναπηρίας, η αξίωση αυτή από τότε που γεννιέται μεταβιβάζεται αυτοδικαίως στο ΙΚΑ, στην έκταση που το τελευταίο οφείλει ασφαλιστικές παροχές στο δικαιούχο της αποζημίωσης, ώστε ο παθών δεν δικαιούται ν' απαιτήσει σωρευτικά τόσο την αποζημίωση από τον υπόχρεο τρίτο, όσο και τις ασφαλιστικές παροχές από το ΙΚΑ στην έκταση που μεταξύ τους υπάρχει ποσοτική, ποιοτική και λειτουργική αντιστοιχία (ΑΠ 601/2010).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 10 § 1 του Ν. 489/1976 "το πρόσωπο που ζημιώθηκε, έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι του ποσού αυτής, ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή", κατά τη διάταξη δε της παραγρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο "η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και διακοπή της παραγραφής".

Ο χρόνος της παραγραφής αυτής αρχίζει από την επομένη του ατυχήματος, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 241 § 1 του ΑΚ, διότι ως αφετηρία αυτής δεν ορίζεται ορισμένη ημέρα, αλλά το γεγονός του ατυχήματος. Στην ίδια παραγραφή υπόκειται και η κατά του ασφαλιστού αξίωση του ΙΚΑ, το οποίο υποκαταστάθηκε στην απαίτηση του δικαιούχου της αποζημιώσεως - ασφαλισμένου του (ΑΠ 235/2011).

Ειδικότερα, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 10 § 5 του Ν.Δ. 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκε με το νόμο 4476/1965, 18 του Ν. 1654/1986, συνάγεται, ότι το ΙΚΑ, για τις παροχές σε ασφαλισμένο σ' αυτό παθόντα, έχει απ' ευθείας αξίωση από το νόμο κατά του υπόχρεου προς αποζημίωση, υποκαθιστάμενο, αυτοδικαίως, κατά το ποσό των οφειλομένων στον ζημιωθέντα ασφαλιστικών παροχών, στην αξίωσή του κατά του υπόχρεου, ο δε παθών δεν νομιμοποιείται να ζητήσει από τον τελευταίο και τα κονδύλια που κατέβαλε ή οφείλει σ' αυτόν (παθόντα) το ΙΚΑ, από την σχέση κοινωνικής ασφαλίσεως που τους συνδέει, διότι, ως προς αυτά, δεν είναι πλέον δικαιούχος.

Έτσι, αν ο ασφαλισμένος στο ΙΚΑ παθών ασκήσει κατά του ασφαλιστή αγωγή αποζημιώσεως, στην οποία αντιστοιχεί κάποια παροχή του ΙΚΑ, η αγωγή αυτή είναι ενεργητικώς ανομιμοποίητη και δεν επιφέρει, ούτε στο πρόσωπο του παθόντος ούτε προς όφελος του ΙΚΑ, διακοπή της παραγραφής, κατ' άρθρον 261 ΑΚ. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφ' ότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική ή αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφ' όσον η δικαστική τους επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση, προκειμένου δε περί αξιώσεως κατά του ασφαλιστού από της επομένης του ατυχήματος.

Από τον συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 261 εδ. α' ΑΚ και 221 § 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για μέρος μόνον της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνον για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 268 εδ.

α' του ΑΚ, "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή". Από τη διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται και στην βραχυπρόθεσμη παραγραφή του άρθρου 2 § 2 του Ν. 489/1976, συνάγεται ότι, σε περίπτωση βεβαιώσεως με τελεσίδικη δικαστική απόφαση της υπάρξεως αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως για αποκατάσταση της ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για το οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση.

Και αυτό, διότι και το μέρος αυτό της αξιώσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρ. 331 ΚΠολΔ), με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικώς, για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.

Η νέα, όμως, αυτή εικοσαετής παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξιώσεως που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή (Ολ.ΑΠ 23/1994). Περαιτέρω, οι κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου που περιέχονται στα άρθρα 4-33 του ΑΚ καθορίζουν το στοιχείο το οποίο δημιουργεί το σύνδεσμο ενός προσώπου ή μιας βιοτικής σχέσης με ορισμένη Πολιτεία και, λόγω του συνδέσμου τούτου, η σχέση ή η κατάσταση του προσώπου υποβάλλεται στη ρύθμιση του δικαίου της Πολιτείας αυτής.

Οι εν λόγω κανόνες αποτελούν μέρος του εγχώριου ουσιαστικού δικαίου και η παραβίασή τους ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ. Η συνδρομή των στοιχείων που δικαιολογούν την υποβολή της διαφοράς στο δίκαιο ορισμένης Πολιτείας αποτελεί ζήτημα πραγματικό και, ως εκ τούτου, διαφεύγει τον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Υπάγεται όμως στον έλεγχο αυτού το αν, τα δεκτά γενόμενα περιστατικά (ιθαγένεια, κατοικία, τόπος καταρτίσεως ή εκτελέσεως της συμβάσεως κ.λπ.) υπήχθησαν ορθώς στη συγκεκριμένη διάταξη ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και, περαιτέρω, εάν η υπαγωγή αυτή επιφέρει ως συνέπεια την εφαρμογή του δικαίου που εφήρμοσε το δικαστήριο.

Τέλος, κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άρθρου 26 ΑΚ, το δίκαιο της Πολιτείας, στο έδαφος της οποίας διαπράχθηκε το αδίκημα, ρυθμίζει όχι μόνο τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ορισμένη πράξη συνιστά αδίκημα, την υποχρέωση προς αποζημίωση, την έκταση αυτής και την παραγραφή, αλλά ακόμα, όταν τα ίδια περιστατικά συνιστούν αδίκημα και, ταυτόχρονα, παραβίαση συμβατικής υποχρεώσεως, κατά την lex loci delicti commissi κρίνεται εάν συντρέχουν η εκ της συμβάσεως και η εκ του αδικήματος ενοχή, χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός ότι κάθε μία από αυτές ρυθμίζεται από διαφορετικό δίκαιο.

Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατ' ορθή υπαγωγή μόνο από τον αριθμό 1 του ως άνω άρθρου, διότι, το Εφετείο, εσφαλμένα εφάρμοσε τους μη εφαρμοστέους κανόνες του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και δη τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Ιουλίου 2007 "για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές" ("Ρώμη II") και εντεύθεν το ελληνικό δίκαιο και ειδικότερα το άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 489/1976 "Περί Υποχρεωτικής Ασφαλίσεως των εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", και συνακόλουθα, αντιστοίχως, αφ' ενός μεν εσφαλμένα έκανε δεκτή την προβαλλόμενη, βάσει της προαναφερόμενης διάταξης του ελληνικού νόμου, ένσταση διετούς παραγραφής της ευθείας αξίωσής του κατά της δεύτερης εναγόμενης - αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας "...

AG", η οποία είχε απορριφθεί πρωτοδίκως, αφέτερου δε εσφαλμένα απέρριψε τον σχετικό λόγο της έφεσής του, με τον οποίο παραπονέθηκε για εσφαλμένη παραδοχή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της ένστασης παραγραφής από το άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 489/1976 "Περί Υποχρεωτικής Ασφαλίσεως των εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", που προβλήθηκε από το τέταρτο εναγόμενο-εφεσίβλητο και ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ.

με την επωνυμία "..." (η θέση του οποίου έναντι του παθόντος προσομοιάζει με αυτήν του ασφαλιστή, με συνέπεια να μπορεί αυτό (το ....). να προβάλει κατά του ζημιωθέντος όσες ενστάσεις και ισχυρισμούς θα απορούσε να προβάλλει και ο αλλοδαπός ασφαλιστής, επί τη βάση του εφαρμοστέου στις μεταξύ τους σχέσεις ουσιαστικού δικαίου) αντί να εφαρμόσει τους κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου των άρθρων 25 Α.Κ.

και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου 2008 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη I), και εντεύθεν το γερμανικό δίκαιο, το οποίο ήταν το ορθό ουσιαστικό δίκαιο και επί τη βάσει του οποίου δεν είχε προταθεί νομίμως από τους ως άνω εναγόμενους οποιαδήποτε σχετική ένσταση καταλυτική της ένδικης αξιώσεώς του εναντίον της.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, αναφορικά με την ασκηθείσα με την ένδικη αγωγή αξίωση του ενάγοντος - αναιρεσείοντος να αναζητήσει τα ποσά που κατέβαλε στον ασφαλισμένο του, για σύνταξη βαριάς αναπηρίας κατά το χρονικό διάστημα από 1-4-2009 έως 31-3-2011, και τις προβληθείσες προς αντίκρουση αυτής από τους δεύτερη, τρίτη και τέταρτο των εναγομένων ενστάσεις παραγραφής, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Στις 23-10-2003 και περί ώρα 17:10 μ.μ., στην περιφερειακή οδό Θεσσαλονίκης, προκλήθηκε ατύχημα στο οποίο ενεπλάκησαν ο Ε.

Ξ. (ασφαλισμένος στο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.ΚΑ - Ε.Τ.ΑΜ.)" και ο Α. Γ., ο οποίος οδηγούσε το υπ' αριθμ, κυκλ. ..0 Δ.Χ φορτηγό αυτοκίνητο ελκυστήρα μετά του υπ' αριθμ. κυκλ. ...60 επικαθήμενου, από τα οποία, το πρώτο ήταν ασφαλισμένο στη γερμανική ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...

AG" (... Α.Ε.) και το δεύτερο (επικαθήμενο) ήταν εγκύρως ασφαλισμένο στην, επίσης γερμανική ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "... AG" (... A.Ε.). Τα δύο οχήματα (ελκυστήρας και επικαθήμενο) είχαν συνήθη τόπο στάθμευσης τη ..., ήταν δε, εφοδιασμένα με πιστοποιητικά διεθνούς ασφάλισης - πράσινες κάρτες. Νόμιμος αντίκλητος των ανωτέρω ασφαλιστικών εταιριών στην Ελλάδα ήταν το ....

Εξαιτίας του ατυχήματος, ο Ε. Ξ. τραυματίσθηκε σοβαρά και υπέστη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, ανοιχτό κάταγμα μεσότητας αριστερού βραχιονίου οστού με πάρεση κερκιδικού νεύρου, συντριπτικό κάταγμα αριστερής κοτύλης με οπίσθιο εξάρθρημα συστοίχου ισχίου, κάταγμα έξω κνημιαίου κονδύλου αριστερού γόνατος, εκτεταμένο θλαστικό τραύμα τριχωτού κεφαλής και μέρους του μετώπου, με συνέπεια τη βλάβη του 1ου και 2ου κλάδου του αριστερού τριδύμου νεύρου, θλάση του αριστερού πνεύμονα με δημιουργία αιμοθώρακος, ρήξη σπληνός, τραυματικό εξάρθρημα του αριστερού ώμου με ρήξη του μυοτενοντίου πετάλου, και συντριπτικό κάταγμα αριστερού ζυγωματικού οστού προσώπου.

Με την υπ' αριθμ. 48132/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε επί των από 24-6-2005, με αριθμό καταθέσεως 25428/2005 και από 14-7-2005, με αριθμό καταθέσεως 29030/2005 αγωγών των παθόντων στο προαναφερόμενο αυτοκινητικό ατύχημα κατά του υπαίτιου οδηγού, των ασφαλιστικών εταιριών, στις οποίες ήταν ασφαλισμένα τα οχήματα και του ....

κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος του ως άνω ατυχήματος ο πρώτος εναγόμενος Α. Γ.. Με την ίδια απόφαση κρίθηκε, ακόμη, ότι η γερμανική ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "... AG" (... α.ε.), στην οποία ήταν ασφαλισμένο το επικαθήμενο, δεν υπέχει ευθύνη για το ατύχημα διότι δεν προκλήθηκε από τη χρήση του ως άνω εργαλείου, εφόσον ήταν προσαρμοσμένο στο ρυμουλκό και δεν μπορούσε να κινηθεί κατά τρόπο διαφορετικό αλλά σαν ενιαίο σύνολο με το ρυμουλκό.

Στη δίκη, όμως, αυτή, δεν υπήρξε διάδικος το εκκαλούν-εφεσίβλητο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Στη συνέχεια, κατόπιν των με αριθμούς καταθέσεως 57326/14-12-2007 και 810/9-1-2008 αγωγών του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ κατά των και τώρα αντιδίκων του, εκδόθηκε η με αριθμό 34752/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη την 22-11-2010, καθόσον, από τα υπ' αριθμ. 3616/2011 και 1878/2015 πιστοποιητικά του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αποδεικνύεται ότι κατά της με αριθμό 34752/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ασκήθηκαν, μέχρι την 3-4-2015 μόνον οι με αριθμούς κατάθεσης 1156/20-3-2009 και 2406/12-6-2009 εφέσεις, από τις οποίες οι εκκαλούντες νομότυπα παραιτήθηκαν ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την 22-11-2010, όπως αποδεικνύεται από τα υπ' αριθμούς 225/2010 και 226/2010 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού.

Με την προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κρίθηκε, με δύναμη δεδικασμένου, για τους και τώρα διάδικους ότι, αποκλειστικά υπαίτιος του ως άνω ατυχήματος είναι ο Α. Γ. και ότι, η γερμανική ασφαλιστική εταιρίας με την επωνυμία "... AG" (... Α.Ε.), στην οποία ήταν ασφαλισμένο το επικαθήμενο, δεν υπέχει ευθύνη για το ατύχημα διότι δεν προκλήθηκε από τη χρήση του ως άνω εργαλείου, εφόσον ήταν προσαρμοσμένο στο ρυμουλκό και δεν μπορούσε να κινηθεί κατά τρόπο διαφορετικό αλλά σαν ενιαίο σύνολο με το ρυμουλκό.

Με την ίδια απόφαση κρίθηκε η αξίωση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ να αναζητήσει τα ποσά που κατέβαλε στον ασφαλισμένο του και ειδικότερα, ποσό 8.205,08 για επιδότηση λόγω ανικανότητας για εργασία, ποσό 41.035,036 για κύρια σύνταξη βαριάς αναπηρίας, μέχρι την 31-3-2007 και ποσό 20.602,96 € για νοσήλια. Ακόμη, απορρίφθηκε, ως μη νόμιμο, το αίτημα της αγωγής του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ "να αναγνωριστεί το δικαίωμά του και η αντίστοιχη υποχρέωση των εναγομένων να αποδώσουν, σε ολόκληρο ο καθένας, κάθε άλλη παροχή που χορήγησε ή θα χορηγήσει στο μέλλον στον ασφαλισμένο του Ε.

Ξ., εξαιτίας του επιδίκου ατυχήματος για την κάλυψη περαιτέρω μελλοντικών ζημιών του ασφαλισμένου, θετικών ή αποθετικών, όπως ιδίως για την παροχή σύνταξης βαριάς αναπηρίας στον ασφαλισμένο και κατά το χρονικό διάστημα μετά την 31-3-2007 καθόσον η αξίωση είναι αβέβαιη και μη εκκαθαρισμένη". Στη συνέχεια, με την υπ' αριθμ.

Σ91/2868/8-10-2008 συμπληρωματική απόφαση του Διοικητή του, το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ κατέβαλε στον ασφαλισμένο του, Ε. Ξ., για σύνταξη βαριάς αναπηρίας για το χρονικό διάστημα από 1-4-2007 έως 31-3-2009, επίδομα αδείας 2007 και 2008, επίδομα Χριστουγέννων 2006, 2007 και 2008 και επίδομα Πάσχα 2006, 2007, 2008 και 2009. το ποσό των 27.592,10 €. Η αξίωση αυτή του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ γεννήθηκε, στις 23-10-2003, όταν έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα και ο σοβαρός τραυματισμός του ασφαλισμένου του εξαιτίας του οποίου κρίθηκε ανίκανος για εργασία από την αρμόδια επιτροπή του ενάγοντος και συνεπεία του οποίου, χορηγήθηκε σ' αυτόν σύνταξη βαριάς αναπηρίας.

Ως εκ τούτου, η ένδικη αξίωση δεν οφείλεται σε απρόσμενη δυσμενή εξέλιξη της υγείας του ασφαλισμένου, αλλά αναμενόμενη, σύμφωνα με τους κοινούς κανόνες της λογικής και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων με αποτέλεσμα να καθίσταται προβλεπτή η ανικανότητά του για εργασία στο μέλλον και η συνεπεία αυτής ζημία, καθώς και ο περαιτέρω προσδιορισμός και υπολογισμός της έκτασής της, στοιχεία του εν συνεχεία καθορισμού του ύψους της σύνταξης λόγω βαριάς αναπηρίας.

Συνεπώς, για τις αξιώσεις αποζημίωσης που δεν περιέλαβε το ενάγον στην προγενέστερη, υπ' αριθμ. 57326/2007 αγωγή του (επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 34752/2008, ήδη τελεσίδικη, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), συμπληρώθηκε στις 22-10-2005, η, προβλεπόμενη από τις διατάξεις του εδώ εφαρμοστέου και τότε ισχύοντος ελληνικού δικαίου, διετής παραγραφή. Ως εκ τούτου, οι, νομίμως, από τους δεύτερη και τέταρτο εναγόμενους, προβληθείσες ενστάσεις παραγραφής, πρέπει να γίνουν δεκτές, καθόσον η κρινόμενη αγωγή επιδόθηκε σε αυτούς στις 8-12-2008 (βλ. σχετικά τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. ..04β, ..03β και ..02β/8-12-2008 εκθέσεις επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Σ.), οι δε αξιώσεις του ενάγοντος που δεν περιλαμβάνονταν στην υπ' αριθμ. 57326/2007 αγωγή του είχαν ήδη υποκύψει στην διετή παραγραφή κατά τον χρόνο τελεσιδικίας της επί της αγωγής αυτής εκδοθείσας απόφασης (2010) και δεν επήλθε επιμήκυνσή της σε εικοσαετή για την ίδια εν λόγω ζημία των πιο πάνω χρονικών διαστημάτων. Περαιτέρω, αναφορικά με την κατά της τρίτης εναγομένης αξίωση, πρέπει να σημειωθεί ότι, γι' αυτήν υφίσταται δεδικασμένο που απορρέει από την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 34752/2008, ήδη τελεσίδικη, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και ως εκ τούτου πρέπει η ένδικη αγωγή να απορριφθεί...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχτηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των αναφερόμενων στη μείζονα σκέψη διατάξεων, αναφορικά με την ένσταση παραγραφής που πρότεινε η δεύτερη εναγομένη, την οποία απέρριψε αφού την έκρινε εφαρμόζοντας το γερμανικό δίκαιο, ενώ κατά τα λοιπά, ερμηνεύοντας κι εφαρμόζοντας ορθά τις ανωτέρω διατάξεις και καλώς εκτιμώντας τα αποδεικτικά μέσα απέρριψε την αγωγή, ως προς την τρίτη εναγόμενη, λόγω δεδικασμένου και ως προς το τέταρτο εναγόμενο λόγω παραγραφής, ως προς όλους δε, αναφορικά με το αναγνωριστικό αίτημα, ως μη νόμιμη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο αναφορικά με το εφαρμοστέο δίκαιο, επί των ως άνω ενστάσεων, εσφαλμένως μεν καθόρισε αυτό κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 του Κανονισμού 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Ιουλίου 2007 "για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές" ("Ρώμη ΙΙ") εφόσον ο Κανονισμός αυτός σύμφωνα μεν με το άρθρο 31 αυτού εφαρμόζεται στα ζημιογόνα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα μετά την έναρξη της ισχύος του, σύμφωνα δε με το άρθρο 32 του ίδιου Κανονισμού άρχισε να εφαρμόζεται και στην Ελλάδα, όπως άλλωστε και σε όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης πλην της Δανίας, από τις 11 Ιανουαρίου 2009, ενώ το ένδικο ατύχημα έλαβε χώρα στις 23-10-2003, αντί των κανόνων ιδιωτικού διεθνούς δικαίου που περιέχονται στο άρθρο 26 Αστικού Κώδικα, όπως ήταν το ορθό, από τις διατάξεις του οποίου ρυθιζόταν πριν από την έναρξη εφαρμογής του ως άνω Κανονισμού και το εφαρμοστέο δίκαιο επί τροχαίων ατυχημάτων, τα οποία έλαβαν χώρα πριν από τις τις 11 Ιανουαρίου 2009, πλην, όμως, ενόψει του ότι η υπαγωγή αυτή επέφερε ως συνέπεια την εφαρμογή του ελληνικού δικαίου, ως του δικαίου της χώρας όπου επήλθε η άμεση ζημία (lex loci damni) το οποίο συμπίπτει με το δίκαιο του τόπου διαπράξεως του αδικήματος που ήταν εφαρμοστέο στην προκειμένη περίπτωση, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 26 ΑΚ και το οποίο (ελληνικό δίκαιο) πράγματι εφάρμοσε το Εφετείο, ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε, και για το λόγο αυτό πρέπει, να αντικατασταθεί η αιτιολογία κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., και να απορριφθούν οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως αβάσιμοι.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι ο λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει ότι το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση διαδίκου, ερεύνησε περί της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και για τον λόγο αυτό απέρριψε την ύπαρξη ή μη ύπαρξή του (ΑΠ 338/2013).

Με την έννοια του δεδικασμένου νοείται η δεσμευτικότητα της αναγνωριζόμενης στην απόφαση ως επελθούσας έννομης συνέπειας. Έτσι η εσφαλμένη παραδοχή της απόφασης ως προς την ύπαρξη ή όχι τέτοιας δεσμευτικότητας δημιουργεί τον παραπάνω λόγο αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 16 του Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο, παρότι είχε κριθεί με δύναμη δεδικασμένου, με την υπ' αριθμ. 34752/2008 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε επί των με αριθμούς καταθέσεως 57326/2007 και 810/2008 αγωγών του αναιρεσείοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά των ίδιων εναγομένωγ οι οποίες αφορούσαν αξιώσεις του από υποκατάσταση από το ίδιο αυτοκινητικό ατύχημα, ότι η περί διετούς παραγραφής διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976 δεν τυγχάνει εφαρμοστέα στην υπό κρίση διαφορά, διότι εν προκειμένω δεν είναι εφαρμοστέο το ελληνικό δίκαιο, εν τούτοις το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε ως εφαρμοστέο το δίκαιο αυτό και κατ' εφαρμογή του απέρριψε την ένδικη αγωγή ως προς τη δεύτερη και τον τρίτο αναιρεσίβλητο.

Όπως, όμως, προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου αναφορικά με τη στηριζόμενη στο άρθρο 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976 ένσταση παραγραφής, προκύπτοντος από την 34752/2008 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ούτε άλλωστε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση γίνεται αναφορά στο δίκαιο βάσει του οποίου το δικαστήριο που εξέδωσε την υπ' αριθμ. 34752/2008 απόφαση έκρινε τη νομική βασιμότητα των προγενέστερων αξιώσεων του ενάγοντος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ να αναζητήσει τα ποσά που κατέβαλε στον ασφαλισμένο του.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως. Ανεξάρτητα απ' αυτά, με την επικαλούμενη από το αναιρεσείον υπ' αριθμ. 34752/2008 τελεσίδικη απόφαση, κρίθηκε η αξίωση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ να αναζητήσει τα ποσά που κατέβαλε στον ασφαλισμένο του για επιδότηση λόγω ανικανότητας για εργασία, και για κύρια σύνταξη βαριάς αναπηρίας, μέχρι την 31-3-2007, ενώ με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κρίθηκαν αξιώσεις του ενάγοντος μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος οι οποίες δεν είχαν προβληθεί ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας με τις προηγούμενες αγωγές επί των οποίων εκδόθηκε η ως άνω (34752/2008) απόφαση (ΑΠ 470/2011) και συνεπώς δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο.

Σε περίπτωση υποκατάστασης του οικείου φορέα κοινωνικής ασφάλισης στην αξίωση αποζημίωσης του παθόντος σε αυτοκινητικό ατύχημα και ασφαλισμένου του κατά του υποχρέου τρίτου, η αγωγή του ΙΚΑ κατά του υπόχρεου τρίτου έχει τον χαρακτήρα που είχε η αγωγή του παθόντος ασφαλισμένου, δηλαδή έχει περιεχόμενο με την επιθυμητή και πρόσφορη αγωγή (βάση από την ΑΚ 914, 922, Ν. ΓΠΝ/1911, 10 παρ. 1 του Ν. 489/1976). Για να είναι ορισμένη πρέπει να έχει τα στοιχεία με τα οποία θεμελιώνεται προσηκόντως η αγωγή αποζημιώσεως του αρχικού φορέα - παθόντος. Δηλαδή πρέπει να διαλαμβάνει τις συνθήκες του ατυχήματος, τον λόγο ευθύνης του εναγόμενου, την προκληθείσα ζημία (θανάτωση, τραυματισμός, διαφυγόντα κέρδη, νοσήλια, άλλα έξοδα θεραπείας κ.λπ.) και να καθορίζει το αιτούμενο ποσό. Αντικείμενο της αγωγής και της δίκης δεν αποτελούν οι ασφαλιστικές παροχές που κατέβαλε ή υποχρεούται να καταβάλει ο φορέας κοινωνικής ασφάλισης. Βέβαια οι παροχές αυτές δεν στερούνται σημασίας. Είναι χρήσιμες για να κριθεί αν και σε ποιό βαθμό επέρχεται η υποκατάσταση του φορέα στην αξίωση αποζημιώσεως του παθόντος - ασφαλισμένου κατά του υπόχρεου τρίτου. Αν δεν αναφέρονται τα παραπάνω απαραίτητα στοιχεια, τότε η αγωγή είναι αόριστη και απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατ' ορθή εκτίμηση μόνο από τον αριθμό 1 του ως άνω άρθρου, διότι το Εφετείο με το να απορρίψει στην ουσία του σιωπηρά τον σχετικό λόγο της έφεσής του, με τον οποίο παραπονείτο, μεταξύ άλλων, και για την κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του αναγνωριστικού αιτήματος της αγωγής του, ως προς όλους τους εναγόμενους, ως μη νόμιμους, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 68 και 70 ΚΠολΔ, καθώς και των άρθρων 10 παρ. 5 του ν.δ. 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 1 Ν. 4476/1965 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 18 ν. 1654/1986, 1 του Β.Δ. 226/1973, 297, 298, 481, 914, 926, 929 Α.Κ., 10 παρ. 1 Ν. 489/1976, 70 και 176 Κ.Πολ.Δ.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, σχετικά με το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, δέχτηκε τα εξής: "Με την από 17-9-2010, με αριθμό κατάθεσης 44425/2010 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το ενάγον και ήδη εφεσίβλητο στην υπό στοιχείο Α' και εκκαλούν στην υπό στοιχείο Β' έφεση, εξέθετε ότι, σε τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα που έλαβε χώρα, υπό τις ειδικότερα περιγραφόμενες συνθήκες, στις 23-10-2003, στην περιφερειακή οδό …., από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο Β' έφεση, οδηγού του υπ' αριθμ ...70 Δ.Χ φορτηγού αυτοκινήτου ελκυστήρα μετά του υπ' αριθμ.

κυκλ. ...60 επικαθήμενου, τραυματίστηκε ο ασφαλισμένος του Ε. Ξ.. Ότι το φορτηγό - ελκυστήρας ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στη δεύτερη εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα στην υπό στοιχείο Α' έφεση και δεύτερη εφεσίβλητη στην υπό στοιχείο Β' έφεση, γερμανική ασφαλιστική εταιρία, το δε επικαθήμενο ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στην τρίτη εναγόμενη και ήδη τρίτη εφεσίβλητη στην υπό στοιχείο Β' έφεση, γερμανική ασφαλιστική εταιρία, αμφότερα δε είχαν συνήθη τόπο στάθμευσης τη ...

και ήταν εφοδιασμένα με πιστοποιητικά διεθνούς ασφάλισης (πράσινες κάρτες), δεδομένα που καθιστούν υπόχρεο και το τέταρτο εναγόμενο και ήδη τέταρτο εφεσίβλητο στην υπό στοιχείο Β' έφεση, "...". Ότι λόγω της ασφαλιστικής σχέσης που το συνδέει με τον παθόντα, πέραν των όσων, με προηγούμενες αποφάσεις του Διοικητή του, για τις οποίες έχει ασκήσει προγενέστερες αγωγές, έχει καταβάλει στον ασφαλισμένο του για νοσήλια, επιδότηση λόγω ανικανότητας προς εργασία και κύρια σύνταξη λόγω βαριάς αναπηρίας για τα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα, υποκαταστάθηκε στη θέση του και ως προς τα ποσά που του κατέβαλε, κατόπιν της με αριθμό Σ91/1691/16-9-2010 συμπληρωματικής απόφασης του Διοικητή του για σύνταξη βαριάς αναπηρίας για το χρονικό διάστημα από 1-4-2009 έως 31-3-2011, επίδομα αδείας 2009, επίδομα Χριστουγέννων 2009 και επίδομα Πάσχα 2010.

Με βάση αυτά, ζήτησε α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, με τις ανωτέρω αναφερθείσες ιδιότητές τους, να του καταβάλουν συνολικά το ποσό των 25.242,88 ευρώ, που κατέβαλε στον ασφαλισμένο του, για τους ανωτέρω λόγους, με το νόμιμο τόκο από την καταβολή στον ασφαλισμένο του κάθε επί μέρους ποσού, διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής του και β) να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, υποχρεούνται να του καταβάλουν κάθε άλλη παροχή που ήδη χορήγησε ή θα χορηγήσει στο μέλλον στον ασφαλισμένο του λόγω του επίδικου ατυχήματος για την κάλυψη μελλοντικών ζημιών του.

Περαιτέρω, εκθέτοντας ότι, ο πρώτος εναγόμενος αδρανεί να ασκήσει τα δικαιώματά του από τη σύμβαση ασφάλισης του ζημιογόνου αυτοκινήτου κατά της δεύτερης και τρίτης εναγόμενης, ζήτησε, ασκώντας πλαγιαστικά τη σχετική αξίωσή του, να υποχρεωθούν οι τελευταίες να καταβάλουν στον παραπάνω εναγόμενο και ταυτόχρονα στο ίδιο το ως άνω ποσό, με το νόμιμο τόκο, από την καταβολή στον ασφαλισμένο του κάθε επιμέρους ποσού, διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής του μέχρι την πλήρη εξόφληση".

Με βάση το προαναφερόμενο περιεχόμενό της, η αγωγή ως προς το αναγνωριστικό αίτημά της ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, εφόσον δεν περιέχει όλα τα αναγκαία για τη θεμελίωσή της στο νόμο, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προαναφέρθηκε στοιχεία, και ειδικότερα το ενάγον ουδόλως αναφέρει σ' αυτή σε τι συνίστανται "οι περαιτέρω μελλοντικές θετικές ή αποθετικές ζημίες του παθόντος ασφαλισμένου του", στην κάλυψη των οποίων υποχρεούται, και το είδος και το ύψος των παροχών που είναι υποχρεωμένο να του καταβάλει για την κάλυψη των σχετικών ζημιών του και το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορούν αυτές.

Επομένως, το Εφετείο, με το να κρίνει απορριπτέο το αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής, ως μη νόμιμο για το λόγο ότι η σχετική αξίωση είναι αβέβαιη και μη εκκαθαρισμένη, ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε, απορρίπτοντας το ως άνω αγωγικό αίτημα, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, γι' αυτό πρέπει, να αντικατασταθεί η αιτιολογία του, κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., και να απορριφθεί και ο λόγος αυτός της αίτησης ως αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 § 1 και 536 § 2 ΚΠολΔικ. προκύπτει ότι το Εφετείο, όταν μετά την παραδοχή βάσιμου λόγου έφεσης εξαφανίζει την πρωτόδικη απόφαση, κρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, υποκαθιστά σε όλα τα δικαιώματά του το πρωτοδικείο και καθίσταται αρμόδιο να εξετάσει, όπως εκείνο και να λύσει όλα τα ζητήματα, που είχαν υποβληθεί πρωτόδικα και είναι αναγκαία για την οριστική διάγνωση της διαφοράς.

Η έρευνα αυτή γίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, εξαιτίας της επερχόμενης από το νόμο υποκαταστάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου στη θέση του πρωτοβαθμίου, καθόσον δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλ' η αγωγή. Επομένως για την εξέταση αυτή δεν απαιτείται έφεση ή αντέφεση ή υποβολή ειδικού αιτήματος εκ μέρους του ενάγοντος.

Έτσι σε περίπτωση που πρόκειται για ευθεία αγωγή αποζημιώσεως του ζημιωθέντος από αυτοκινητικό ατύχημα κατά του υπαίτιου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και της ασφαλίζουσας αυτό ασφαλιστικής εταιρίας, στο δικόγραφο της οποίας σωρεύεται επικουρικά, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η κατά της τελευταίας ευθεία αξίωσή του είχε παραγραφεί (λόγω συμπλήρωσης της προβλεπόμενης από το άρθρο 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976 διετούς παραγραφής) αίτημα να καταδικασθεί αυτή, σε περίπτωση απορρίψεως της εναντίον της κυρίας αγωγής, ως παραγεγραμμένης να καταβάλει στο συνεναχθέντα ασφαλισμένο της το ποσό που θα υποχρεωθεί ο τελευταίος να καταβάλει στον ενάγοντα, το Εφετείο, αν εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση και απορρίψει, ως παραγεγραμμένη ως προς την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία την κύρια αγωγή του ενάγοντος κατά παραδοχή σχετικού λόγου εφέσεως της εν λόγω εναγομένης, οφείλει να ερευνήσει, εφόσον πληρώθηκε η αίρεση, υπό την οποία είχε ασκηθεί αυτή, τη μη ερευνηθείσα πρωτοδίκως σωρευόμενη επικουρικά στο ίδιο αγωγικό δικόγραφο πλαγιαστική αγωγή του ενάγοντος κατ' αυτής, χωρίς να απαιτείται και έφεση του ενάγοντος προς τούτο (ΑΠ 356/2008, ΑΠ 778/2007).

Την εξουσία αυτή έχει το Εφετείο ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, και όταν ακόμη δικάζει μετ' αναίρεση, ως δικαστήριο δηλ. της παραποπής, στο οποίο η υπόθεση συζητείται, μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Αν, όμως η πλαγιαστική αγωγή απορρίφθηκε πρωτοδίκως, το Εφετείο, μετά την κατά τα ανωτέρω εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, στερείται εξουσίας να επιληφθεί της επικουρικώς ασκηθείσας πλαγιαστικής αγωγής, εφόσον η πρωτόδικη απόφαση δεν προσβάλλεται με αυτοτελή έφεση του ενάγοντος ως προς το κεφάλαιό της αυτό (ΑΠ 1061/2015, ΑΠ 419/2004, 1510/2003).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ' αυτή λόγου αναίρεσης, απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό.

Αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας, λ.χ. η αγωγή απορρίφθηκε στο σύνολό της, μολονότι δεν υπάρχει αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη), δεν ιδρύεται ο προκείμενος λόγος (ΑΠ 826/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δικάζοντας την από 4-9-2012 έφεση του αναιρεσείοντος - εκκαλούντος - ενάγοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.), κατά των αναιρεσιβλήτων - εφεσιβλήτων - εναγομένων Α.

Γ., Γερμανικής ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... AG" (... Α.Ε.) και του εδρεύοντος στην …. Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "..." (1ου, 2ου και 4ου των εναγομένων, αντίστοιχα) καθώς και κατά της γερμανικής ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... AG" (... Α.Ε.) (3ης εναγομένης), η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, στρεφόμενη κατά της υπ' αριθμ. 17933/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως προς τους δεύτερη, τρίτη και τέταρτο εναγόμενους και είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή μόνο ως προς τον πρώτο εναγόμενο, απέρριψε στο σύνολό της κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος ΙΚΑ - ΕΤΑΜ.

Στην κρίση του περί απόρριψης της ως άνω έφεσης προέβη το Εφετείο, αφού έκρινε αφ' ενός μεν απορριπτέο ως μη νόμιμο το αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής για το λόγο ότι η σχετική αξίωση του ενάγοντος της οποίας ζητείτο η αναγνώριση ήταν αβέβαιη και ανεκκαθάριστη, αφ' ετέρου δε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκανε, εν μέρει δεκτή, ως προς τον πρώτο εναγόμενο μόνον, την αγωγή και την απέρριψε, ως προς τους δεύτερη τρίτη και τέταρτο εναγόμενους, δεχόμενο τις νομοτύπως προβληθείσες απ' αυτούς ενστάσεις παραγραφής και δεδικασμένου (ως προς την τρίτη εναγόμενη), ορθώς, κατ' αποτέλεσμα ερμήνευσε κι εφάρμοσε το νόμο και καλώς εκτίμησε τα αποδεικτικά μέσα και ότι κατόπιν τούτου έπρεπε οι σχετικοί λόγοι έφεσης του ενάγοντος, με τους οποίους υποστηρίζονταν τα αντίθετα να απορριφθούν ως αβάσιμοι, κατά την ουσία τους, όπως και η έφεση, στο σύνολό της.

Με βάση τα παραπάνω, από τα οποία προκύπτει ότι το Εφετείο δεν εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, αφού η μοναδική κατ' αυτής ασκηθείσα έφεση από το ενάγον, με την οποία σημειωτέον δεν προκύπτει ότι προσβλήθηκε το κεφάλαιο της πλαγιαστικής αγωγής, απορρίφθηκε στο σύνολό της και συνεπώς η υπόθεση δεν κρατήθηκε προς εκδίκαση, το ως άνω Δικαστήριο στερείτο εξουσίας να επιληφθεί της επικουρικώς ασκηθείσας πλαγιαστικής αγωγής. Επομένως, και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Μετά απ' αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την ίδια πληρεξούσια δικηγόρο και κατέθεσαν κοινές προτάσεις, περιοριζόμενη όμως, όπως στο διατακτικό, κατ' εφαρμογή των άρθρων 5 του Ν. 3210/1955, 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό με τα άρθρα 7 και 9 του ΝΔ 2698/1953 και της κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 εκδοθείσας ΥΑ 134423/20-1-1993 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), (ΑΠ 609 - 610/2003).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-8-2015 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 1444/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ