Supreme Court allows appeal against bank interest rate clause, ruling it potentially abusive under consumer protection laws.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece accepted the appeal filed by Alpha Bank against the Athens Court of Appeal's decision in a loan dispute. The bank argued that its fixed interest rate clause was valid, while the borrower claimed it violated consumer protection statutes regarding abusive terms. The court found that the lower court failed to apply specific laws prohibiting abusive interest rate clauses, thereby rejecting the bank's defense and ordering the case to be retried.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code and Article 2 of Law 2251/1994; A fixed interest rate clause in a loan contract may be deemed abusive if it lacks a reasonable basis and fails to account for market fluctuations, requiring the court to apply specific consumer protection provisions to invalidate such terms.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 756 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 756/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." (πρώην "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε.") και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανέλλια και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Α. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/7/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3756/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1649/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/10/2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 6/3/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο αναιρεσίβλητος την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 1649/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Το δικαστήριο αυτό με την άνω απόφασή του έκανε δεκτή την από 14-7-2010 έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της υπ' αριθ. 3756/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε απορρίψει την από 13-7-2006 αγωγή του αναιρεσίβλητου, κατά το μεταβιβασθέν ενώπιον του Εφετείου κεφάλαιό της, ως μη νόμιμη και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την αγωγή κατά το κεφάλαιο αυτό. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της.
Με το άρθρο 1 του ν.1266/1982 καταργήθηκε η Νομισματική Επιτροπή, η οποία με βάση την εξουσιοδότηση που είχε παρασχεθεί από το άρθρο 2 παρ.3 του ν.δ. 588/1948 "περί ελέγχου πίστεως", καθόριζε με απόφασή της (ΝΕ) τα "τραπεζικά επιτόκια" και παράλληλα ορίσθηκε ότι οι αρμοδιότητές της μεταβιβάσθηκαν αυτοδικαίως στην Τράπεζα της Ελλάδος και ασκούνται με πράξεις του Διοικητή της.
Έκτοτε με πράξεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ) καθορίζονταν τα "τραπεζικά επιτόκια", τα επιτόκια, δηλαδή, που συνομολογούνται ή προέρχονται από τραπεζικές συμβάσεις ή συναλλαγές. Ο Διοικητής ειδικότερα καθόριζε το ελάχιστο και το ανώτατο όριο των τραπεζικών επιτοκίων και οι τράπεζες ήταν υποχρεωμένες να προσδιορίζουν τα επιτόκια των διαφόρων μορφών χορηγήσεων ή καταθέσεων μέχρι του ύψους αυτού.
Τα οριζόμενα με βάση τις παραπάνω διατάξεις τραπεζικά επιτόκια μπορεί να ήταν, και πολλές φορές συνέβαινε αυτό, ανώτερα των δικαιοπρακτικών (εξωτραπεζικών) επιτοκίων, ήτοι των επιτοκίων των λοιπών, πλην των τραπεζικών συναλλαγών, αφού ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να λειτουργεί, σύμφωνα με την παραπάνω νομοθετική εξουσιοδότηση, και " κατά παρέκκλιση από πάσης γενικής ή ειδικής διατάξεως περί του ύψους του τόκου...".
Μέχρι τον Ιανουάριο 1987 τα τραπεζικά επιτόκια τόσο ως προς το ανώτατο όσο και ως προς το κατώτερο όριο υπάγονταν σε αυστηρό διοικητικό προσδιορισμό από το Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος και οι τράπεζες δεν είχαν το δικαίωμα να ορίζουν μικρότερα ή μεγαλύτερα επιτόκια, αλλά σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 6 του ν.δ. 548/1948 τα οριζόμενα αυτά επιτόκια ήταν υποχρεωτικά και για τις τράπεζες και για τους δανειζόμενους.
Με την υπ' αριθ. 1087/1987 ΠΔ/ΤΕ, με στόχο τη, λόγω του ανταγωνισμού μεταξύ των τραπεζών, συμπίεση των επιτοκίων προς τα κάτω, αλλά και προς εναρμονισμό με τα ισχύοντα αντίστοιχα στις χώρες της Ενωμένης Ευρώπης, άρχισε η μερική απελευθέρωση του τρόπου καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων στις βραχυπρόθεσμες αρχικά χορηγήσεις και καθορίσθηκε για πρώτη φορά με την άνω πράξη μόνο το ελάχιστο όριο των επιτοκίων αυτών.
Η πράξη αυτή τροποποιήθηκε με διάφορες άλλες, που καθόρισαν το ελάχιστο τραπεζικό επιτόκιο σε διάφορες μορφές χορηγήσεων. Ειδικότερα, με την υπ' αριθ. 1955/1991 ΠΔ/ΤΕ (Κεφ. Β), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άνω άρθρου 1 του ν. 1266/1982, σχετικώς με τα δάνεια προς ιδιώτες για την επισκευή, κατασκευή και αγορά ακινήτου στην Ελλάδα, τα επιτόκια καθορίζονται ελεύθερα από τα πιστωτικά ιδρύματα με την επιφύλαξη των διατάξεων περί ελαχίστων ορίων επιτοκίων χορηγήσεων που ισχύουν.
Από την πράξη αυτή προκύπτει ότι τα επιτόκια των χορηγούμενων από τα πιστωτικά ιδρύματα στεγαστικών δανείων (τραπεζικά επιτόκια) καθορίζονται ελεύθερα με διαπραγμάτευση μεταξύ πιστούχου και πιστωτικού ιδρύματος, χωρίς σχετική επέμβαση του νομοθέτη ως προς το ανώτατο όριο αυτών. Η επέμβαση του νομοθέτη ως προς τον καθορισμό ανώτατου ορίου περιορίζεται στη ρύθμιση των δικαιοπρακτικών (εξωτραπεζικών) μόνο επιτοκίων, σύμφωνα με τα άρθρα 293-295 ΑΚ.
Ο προσδιορισμός των επιτοκίων αυτών γινόταν αρχικά, κατά τη νομοθετική εξουσιοδότηση που είχε παρασχεθεί με το άρθρο 109 παρ. 1 του ΕισΝΑΚ, με βασιλικό διάταγμα, εκδιδόμενο ύστερα από πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Οικονομικών και Εθνικής Οικονομίας και στη συνέχεια, σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 5 του ν. 876/1979, με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ).
Σε εφαρμογή των διατάξεων αυτών με το β.δ. 21/21.8.1946 το ανώτατο από δικαιοπραξία επιτόκιο ορίστηκε σε 10% ετησίως και το νόμιμο και από υπερημερία επιτόκιο ορίστηκε σε 12% ετησίως. Τα ποσοστά αυτά ίσχυσαν μέχρι το έτος 1979 και έκτοτε αναπροσαρμόζονται κάθε φορά, ανάλογα με τις οικονομικές συνθήκες, από τις εκδιδόμενες ΠΥΣ, σε πολλές από τις οποίες ορίζεται ότι η εφαρμογή τους εκτείνεται μόνο στα εξωτραπεζικά επιτόκια.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι τα δικαιοπρακτικά (εξωτραπεζικά) και τα τραπεζικά επιτόκια αποτελούσαν ανέκαθεν δύο διακριτά μεταξύ τους και μάλιστα μη συγκρίσιμα μεγέθη, που δεν επικαλύπτονται από άποψη πεδίου εφαρμογής, υποκείμενα σε απολύτως μη επικαλυπτόμενες ρυθμίσεις, αφού καθεμία κατηγορία ρυθμίζεται από διαφορετικά όργανα με διαφορετική νομοθετική εξουσιοδότηση, τα δε τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελεύθερα, σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό, τις διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας, αλλά και τη στάθμιση των εκτιμωμένων κατά περίπτωση κινδύνων, των εκάστοτε συνθηκών των χρηματοπιστωτικών αγορών, καθώς και των εν γένει υποχρεώσεων των τραπεζών που απορρέουν από τις διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία τους και χωρίς οι τράπεζες, κατά τον καθορισμό τους, να δεσμεύονται από το ύψος των δικαιοπρακτικών (εξωτραπεζικών) επιτοκίων (ΑΠ 2037/2014).
Ενόψει αυτών, συμφωνίες τραπεζικών επιτοκίων, που καταρτίσθηκαν μετά την απελευθέρωση τους και με τις οποίες συνομολογείται επιτόκιο, που τυχόν, κατά περίπτωση, υπερβαίνει το εκάστοτε οριζόμενο για τα δικαιοπρακτικά (εξωτραπεζικά) επιτόκια ανώτατο όριο, δεν είναι εκ μόνου του λόγου αυτού αθέμιτες (ΑΠ 370/2012, ΑΠ 652/2010, ΑΠ 1219/2001).
Συνακόλουθα και συμφωνία μεταξύ πιστούχου και πιστωτικού ιδρύματος περί χορήγησης στεγαστικού δανείου από το τελευταίο, με την οποία, κατά περίπτωση και με βάση τις προαναφερόμενες συνθήκες και ιδίως των χρηματοπιστωτικών αγορών και των εν γένει υποχρεώσεων των τραπεζών που απορρέουν από τις διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία τους, καθορίζεται το ελεύθερα διαπραγματεύσιμο τραπεζικό επιτόκιο σε σταθερό ονομαστικό ποσοστό και ειδικότερα σε ποσοστό μικρότερο ή ίσο εκείνου, που ισχύει για τα δικαιοπρακτικά (εξωτραπεζικά) επιτόκια, κατά το χρόνο κατάρτισης της, δεν καθίσταται άκυρη, από το γεγονός και μόνο ότι μετά την κατάρτισή της μειωθούν τα εξωτραπεζικά επιτόκια, με αποτέλεσμα το συμβατικά προβλεπόμενο ύψος του σταθερού τραπεζικού επιτοκίου να υπερβαίνει πλέον τα δικαιοπρακτικά (εξωτραπεζικά) και τούτο διότι η συμφωνία περί καθορισμού σταθερού ονομαστικού τραπεζικού επιτοκίου στηρίζεται στις επικρατούσες, κατά το χρόνο συνομολόγησής της, προαναφερόμενες συνθήκες, οι οποίες μάλιστα σε περίπτωση μεταβολής τους θα μπορούσαν ενδεχομένως να δικαιολογήσουν όχι μόνο τη μείωση υπέρ του πιστούχου αλλά και την υπέρ του πιστωτικού ιδρύματος αύξηση του.
Ενόψει των εκτεθέντων, με βάση την αρχή του απαραβιάστου των συμβάσεων (pacta sunt servanda), παραμένει για τα συμβαλλόμενα μέρη η άνω συμφωνία έγκυρη και δεσμευτική, κατά το υπερβάλλον ποσοστό του συμφωνηθέντος σταθερού τραπεζικού επιτοκίου, ελεγχόμενη, ενδεχομένως, εάν συντρέχουν οι νόμιμες προς τούτο προϋποθέσεις και γίνει σχετική επίκληση αυτών, στο πλαίσιο των γενικών ρητρών του ΑΚ (άρθ. 281, 388), καθώς και του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 "προστασία καταναλωτή" και όχι διότι αυτό, δηλαδή το συμβατικά καθορισθέν, σε σταθερό ονομαστικό ποσοστό, τραπεζικό επιτόκιο, υπερβαίνει απλώς πλέον τα δικαιοπρακτικά (εξωτραπεζικά) επιτόκια.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της αγωγής προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος για τη νομική θεμελίωση της ευθύνης της αναιρεσείουσας εξέθετε σ' αυτή τα ακόλουθα: Δυνάμει της από 28-8-1997 σύμβασης, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και της αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρείας, η τελευταία χορήγησε σ' αυτόν το ποσό των 14.900.000 δραχμών (ή 43.727 €) για στεγαστικό δάνειο, δεκαπενταετούς διάρκειας, αντί συμφωνημένου, κατά τον υπ' αριθ. 7 όρο της σύμβασης, επιτοκίου 10,50% ετησίως, ότι ενώ, κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, το άνω επιτόκιο ήταν εύλογο και δίκαιο και σύμφωνο με τις συνθήκες οικονομικής πολιτικής, όπως προσδιορίζονταν από την Τράπεζα της Ελλάδος και τις διεθνείς οικονομικές συνθήκες, σε μεταγενέστερο χρόνο και συγκεκριμένα από το τέλος του έτους 1998 άρχισε η αποκλιμάκωση των επιτοκίων, με αποτέλεσμα τα επιτόκια στεγαστικών δανείων του ίδιου χαρακτήρα της αναιρεσείουσας να μειωθούν για τους νέους πελάτες της σταδιακά και να προσδιορισθούν μέχρι και τα τέλη Μαΐου 2001 σε ποσοστό 6,75%, ότι συνεπεία της γενικότερης οικονομικής συγκυρίας μειώθηκαν και τα ανώτατα δικαιοπρακτικά (εξωτραπεζικά) επιτόκια σε ποσοστά κατώτερα του άνω τραπεζικού επιτοκίου, με αποτέλεσμα από 31-8-2001 μέχρι το χρόνο που υπογράφηκε νέα σύμβαση μεταξύ τους, δηλαδή την 20-12-2002 η αναιρεσίβλητη να χρεώνει τον τηρούμενο τραπεζικό λογαριασμό εξυπηρέτησης του δανείου με τραπεζικό επιτόκιο ανώτερο από το ισχύον, κατά την αντίστοιχη χρονική περίοδο, δικαιοπρακτικό (εξωτραπεζικό) και συγκεκριμένα με τραπεζικό επιτόκιο 10,50 ετησίως αντί του ισχύοντος δικαιοπρακτικού 9,25 ετησίως, και συνολική αθέμιτη επιβάρυνσή του 315,95 ευρώ, ότι η συμφωνία με την οποία η αναιρεσίβλητη εισέπραξε το άνω ποσοστό επιτοκίου των 10,50 %, είναι άκυρη ως προς το επιπλέον ποσοστό του δικαιοπρακτικού επιτοκίου, ήτοι κατά ποσοστό 1,25 % και ζήτησε, (πέραν άλλων που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της δίκης στο Εφετείο), να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των καθ' υπέρβαση του ανώτατου δικαιοπρακτικού τόκου χρεώσεων τραπεζικών τόκων, κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, δέχθηκε ότι η αγωγή, έχοντας το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα, ευρίσκει νόμιμο έρεισμα στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και στο άρθρο 2 του ν. 2251/1994 "προστασία καταναλωτών" και στη συνέχεια την έκανε δεκτή και ως βάσιμη κατ' ουσία, δεχόμενο ειδικότερα ότι ο υπ' αριθ. 7 όρος της ένδικης από 28-8-1997 σύμβασης, με τον οποίο συμφωνήθηκε το χορηγηθέν από την αναιρεσείουσα στον αναιρεσίβλητο στεγαστικό δάνειο, ύψους 14.900.000 δραχμών, δεκαπενταετούς διάρκειας, να είναι έντοκο με ονομαστικό σταθερό επιτόκιο 10,50% ετησίως για τα πρώτα πέντε έτη λειτουργίας της σύμβασης, πλέον εισφοράς του ν. 128/1975, ύψους 1% ετησίως και αναλογούντος ειδικού φόρου τραπεζικών εργασιών 4%, επί του τόκου και της εισφοράς, είναι καταχρηστικός και ως εκ τούτου άκυρος, ως αντικείμενος στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, διότι επέτρεπε στην αναιρεσείουσα να καθορίζει μονομερώς και ελεύθερα το ετήσιο ονομαστικό επιτόκιο ακόμα και καθ' υπέρβαση των ισχυόντων ανωτάτων ορίων των δικαιοπρακτικών (εξωτραπεζικών) επιτοκίων, χωρίς κανένα κριτήριο.
Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και κατά το παραπάνω αίτημά της ως μη νόμιμη, και την έκανε δεκτή, αναγνωρίζοντας την ακυρότητα των καθ' υπέρβαση του ισχύοντος ανωτάτου δικαιοπρακτικού (εξωτραπεζικού) επιτοκίου, ποσοστού 9,25%, χρεώσεων τόκων, με βάση το συμφωνηθέν σταθερό τραπεζικό επιτόκιο, ποσοστού 10,50%, σε βάρος του αναιρεσίβλητου από την αναιρεσείουσα, κατά το χρονικό διάστημα από 9-11-2001 έως 5-12-2002.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ και 2 του ν. 2251/1994 που εφάρμοσε, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 1266/1982, της υπ' αριθ. 1087/1987 ΠΔ/ΤΕ και της υπ' αριθ. 1955/1991 ΠΔ/ΤΕ, που δεν εφάρμοσε, δεδομένου ότι ο αναιρεσίβλητος κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή του, επιχειρεί τη θεμελίωσή της επί των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ και 2 του Ν. 2251/1994 επικαλούμενος την ακυρότητα του υπ' αριθ. 7 όρου της μεταξύ αυτού και της αναιρεσείουσας δανειακής σύμβασης στεγαστικού δανείου, σχετικά με τον καθορισμό σταθερού ονομαστικού επιτοκίου για τα πρώτα πέντε έτη της διάρκειας της σε ποσοστό 10, 50%, αποκλειστικά και μόνο από την, μετά τη συνομολόγηση του, υπέρβασή του, και μάλιστα για το επίδικο χρονικό διάστημα σε ποσοστό 1,25%, από το δικαιοπρακτικό (εξωτραπεζικό) επιτόκιο, συνεπεία μείωσης του τελευταίου, στο ποσοστό 9,25%, χωρίς την επίκληση οποιουδήποτε άλλου κριτηρίου, που θα καθιστούσε εύλογα καταχρηστική κατά την έννοια των διατάξεων των αρθ.281 ΑΚ και 2 του Ν. 2251/1994, την εμμονή της αναιρεσείουσας Τράπεζας στο συμφωνηθέν σταθερό τραπεζικό επιτόκιο ορισμένου χρόνου για δέκα έξι μήνες που ήταν το επίδικο διάστημα.
Συνεπώς, πρέπει ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της. Στη συνέχεια πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του ν. 4139/2013. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από αυτή με τα υπ' αριθ. 3963012, 3963012, 2502066, 134730, 134731, 134793 παράβολα, όπως αυτά αναφέρονται στην υπ' αριθ. 813/2014 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης που συντάχθηκε από τη γραμματέα του Εφετείου Αθηνών. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας του, κατά το σχετικό περί τούτου αίτημα αυτής, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (αρθ. 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1649/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από αυτή με τα υπ' αριθ. 3963011, 3963012, 2502066, 134730, 134731 και 134793 παράβολα.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ