Legislator Case Law & Legislation
756/2014 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate court's failure to apply good faith interpretation rules to partnership dissolution agreements.

Case Number 756/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal regarding the interpretation of partnership dissolution agreements, overturning the Thessaloniki Court of Appeals' decision. The appellants argued that the lower court violated mandatory interpretation rules by ignoring outstanding disputes from a prior agreement when drafting new dissolution documents. The court held that the appellate court erred by failing to apply the principles of good faith and transactional customs to determine the true intent of the parties regarding pending liabilities.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173 and 200 of the Civil Code; The court must apply mandatory interpretation rules and the principle of good faith to ascertain the true intent of parties in commercial agreements, rejecting interpretations that ignore existing disputes or violate transactional customs.

Keywords

AI generated
partnership dissolution good faith interpretation transactional customs appellate review civil procedure contractual intent liability waiver

Cited Legislation

AI generated
Article 13 of the Income Tax Code (Law 223B/1994)
Article 6 of Law 2386/1996
Article 11 of Law 3522/2006
Article 173 of the Civil Code
Article 200 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 756 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 756/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1.Ν. Τ. του Α., κατοίκου ... και 2.Ι. Κ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μπότσαρη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Α. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Ηλία Τσούπη και Ελευθέριο Ζαγορίτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13 Μαρτίου 2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20017/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1134/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24 Οκτωβρίου 2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 9 Νοεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος της αναίρεσης όπως συμπληρώνεται με την εισήγηση και ν' απορριφθούν οι λοιποί.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στο άρθρο 13 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Ν 223Β/1994 ΦΕΚ Α" 151), όπως αυτό τροποποιήθηκε με την παρ. 1 άρθρο 6 του Ν 2386/1996 (ΦΕΚ Α' 43) και το αρθρ. 11 Ν. 3522/2006, (ΦΕΚ Α' 276/22.12.2006), το οποίο εντάσσεται στο Κεφάλαιο Β' αυτού ("Αυτοτελής φορολόγηση ειδικών περιπτώσεων") και φέρει τον ειδικότερο τίτλο "Αυτοτελής φορολόγηση εισοδήματος από επιχειρήσεις ή επαγγέλματα", ορίζονται τα εξής: "1.Φορολογείτα ι αυτοτελώς λογιζόμενο ως εισόδημα: "α) Με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%) κάθε κέρδος ή ωφέλεια που προέρχεται από τη μεταβίβαση:

αα) Ολόκληρης επιχείρησης με τα άυλα στοιχεία αυτής, όπως αέρας, επωνυμία, σήμα, προνόμια κτλ. ή υποκαταστήματος επιχείρησης, όπως αυτό ορίζεται από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων. ββ) Εταιρικών μερίδων ή μεριδίων ποσοστών συμμετοχής σε κοινωνία αστικού δικαίου που ασκεί επιχείρηση ή επάγγελμα ή σε κοινοπραξία, εκτός κοινοπραξίας τεχνικών έργων, της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων" Περαιτέρω, κατά το επόμενο εδάφιο της αυτής παραγράφου 1 του ανωτέρω άρθρου 13: "Ο δικαιούχος του κέρδους ή της ωφέλειας, που προκύπτει από την εφαρμογή αυτής της παραγράφου, επιβαρύνεται με τον οικείο φόρο και καταβάλλει αυτόν εφάπαξ με την υποβολή δήλωσης στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία της περιφέρειας όπου βρίσκεται η έδρα της επιχείρησης της οποίας μεταβιβάζεται ή εκχωρείται το περιουσιακό στοιχείο, πριν από τη με οποιονδήποτε τρόπο μεταβίβαση ή εκχώρηση του οικείου περιουσιακού στοιχείου.

Η σχετική δήλωση υποβάλλεται σε τρία (3) αντίτυπα από τα οποία τα δύο (2) επιστρέφονται θεωρημένα στο δικαιούχο του κέρδους ή της ωφέλειας. Εάν η οικεία πράξη μεταβίβασης ή εκχώρησης γίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, ο προϊστάμενος της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. υποχρεούται να αρνηθεί τη θεώρηση του εγγράφου αυτού, εάν δεν επισυνάπτεται σε αυτό αντίτυπο της οικείας δήλωσης και δεν αναγράφονται στο σώμα του εγγράφου τα στοιχεία αυτής.

Στο ιδιωτικό αυτό έγγραφο πρέπει απαραιτήτως να αναγράφεται το κέρδος ή η ωφέλεια που προέκυψε από την εκχώρηση του δικαιώματος ή του εταιρικού μεριδίου ή ολόκληρης της επιχείρησης. Σε περίπτωση εκχώρησης ή μεταβίβασης περιουσιακού στοιχείου από τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή, χωρίς να υποβληθεί η οικεία δήλωση από το δικαιούχο του κέρδους ή της ωφέλειας για να καταβληθεί με βάση αυτή ο φόρος εφάπαξ, το πρόσωπο που αποκτά το περιουσιακό στοιχείο είναι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον συνυπεύθυνο με τον μεταβιβάζοντα ή εκχωρούντα για την πληρωμή του φόρου που οφείλεται.".Από τις ως άνω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι ο εν λόγω φόρος για τη μεταβίβαση των εταιρικών μερίδων, βαρύνει ως _ φορολογικό υποκείμενο σε βάρος του οποίου εκδίδεται η σχετική καταλογιστική πράξη τον δικαιούχο του κέρδους ή της ωφέλειας από τη μεταβίβαση του περιουσιακού στοιχείου, δηλαδή τον μεταβιβάζοντα ή εκχωρούντα, ο οποίος καταβαλλει τον οικείο φόρο εφάπαξ με την υποβολή της σχετικής δήλωσης στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία της περιφέρειας όπου βρίσκεται η έδρα της επιχείρησης, και μάλιστα πριν από τη με οποιονδήποτε τρόπο μεταβίβαση ή εκχώρηση του στοιχείου αυτού και ότι το τρίτο πρόσωπο (αυτός που αποκτά το περιουσιακό στοιχείο) ευθύνεται μεν για την καταβολή του φόρου αλληλεγγύης και εις ολόκληρον με τον μεταβιβάζοντα ή εκχωρούντα χωρίς όμως αυτός και να καθίσταται υποκείμενο της οικείας φορολογικής σχέσης (πρβλ.Σ.τ.Ε. 1199/1991 3128/1997, 2078/1997).Εξετέρου κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες .Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο(Α.Π.868/2008).Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Οι διάδικοι που είναι ιατροί, μέλη του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης και έχουν την ειδικότητα της αναισθησιολογίας, συνέστησαν τις παρακάτω ομόρρυθμες εταιρείες, με σκοπό την με κέρδος διενέργεια των ιατρικών πράξεων της ειδικότητας της αναισθησιολογίας, με τη συνδυασμένη, ατομική ή συνολική, ταυτόχρονη ή διαδοχική παροχή των σχετικών υπηρεσιών των σε τρίτα πρόσωπα, είτε αυτά είναι νομικά πρόσωπα, είτε φυσικά πρόσωπα, ιατροί ή ασθενείς απευθείας και οι παραπάνω ιατρικές πράξεις θα διενεργούνται αποκλειστικά και μόνο σε νοσοκομειακό περιβάλλον τρίτων νομικών ή φυσικών προσώπων, στο οποίο θα υπάρχει ο απαιτούμενος ιατρικός εξοπλισμός και θα λειτουργεί κατά τις επιταγές του νόμου για τη δευτεροβάθμια περίθαλψη.

Συγκεκριμένα, με το από 22.05.2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, συστήθηκε, μεταξύ του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος και του πρώτου εναγομένου και ήδη εφεσίβλητου, Ν. Τ., η ομόρρυθμη εταιρία, με την επωνυμία "Ν. Α. και ΣΙΑ-Ο.Ε", διάρκειας τεσσάρων ετών, με τον προπαρατιθέμενο σκοπό, με κεφάλαιο 5.000 Ευρώ, στο οποίο, ο ενάγων συμμετείχε με ποσοστό 75% και ο άνω εναγόμενος με ποσοστό 25% και με τα εν λόγω ποσοστά συμμετείχαν και στα κέρδη και τις ζημίες της εταιρείας ενώ ορίσθηκε ο ενάγων, ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρείας.

Επακολούθησε το από 17.09.2004 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης της άνω ομόρρυθμης εταιρείας, που δημοσιεύθηκε νομότυπα, με το οποίο έγιναν τροποποιήσεις του ως άνω καταστατικού, εκ των οποίων οι πλέον ενδιαφέρουσες για την παρούσα υπόθεση είναι αυτές που αφορούν: α) τη διάρκεια της εταιρείας, η οποία παρατάθηκε μέχρι την 29.05.2010, β) τον σκοπό της, στον οποίο προστέθηκε ότι για την επίτευξη του προαναφερόμενου σκοπού θα επιδιώκεται και η συμμετοχή της σε άλλες εταιρείες ή η σύσταση άλλων ιατρικών εταιρειών με κάθε νόμιμο μέσο και γ) την εκπροσώπηση της από τον ενάγοντα, στον οποίο δόθηκε επιπλέον η εξουσία να συμβάλλεται με την ως άνω ιδιότητα του με τρίτα, νομικά ή φυσικά πρόσωπα για τη σύσταση οιασδήποτε μορφής ιατρικών εταιρειών ή τη συμμετοχή σε τέτοιες ιατρικές εταιρείες, και γενικά να κάνει ό,τι χρειάζεται για την διεκπεραίωση των εργασιών και την επιτέλεση του σκοπού της εταιρείας.

Στη συνέχεια, με το από 20.09.2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, συστήθηκε, μεταξύ, αφενός μεν, της ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας, με την επωνυμία "Ν. Α. και ΣΙΑ-Ο.Ε", νομίμως εκπροσωπούμενης από τον ενάγοντα-εκκαλούντα ομόρρυθμο μέλος της, με την προαναφερόμενη ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της και αφετέρου του δεύτερου εναγομένου και ήδη εφεσίβλητου, Ι.

Κ., η ομόρρυθμη εταιρία, με την επωνυμία "Ν. Α. ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Ο.Ε", διάρκειας πέντε ετών, με τον προπαρατιθέμενο σκοπό, με κεφάλαιο 5.000 Ευρώ, στο οποίο, η ανωτέρω ομόρρυθμη εταιρεία συμμετείχε με ποσοστό 90% και ο άνω εναγόμενος με ποσοστό 10%, και με τα εν λόγω ποσοστά συμμετείχαν και στα κέρδη και τις ζημίες της εταιρείας και ορίσθηκε ο ενάγων, ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρείας.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, οι ανωτέρω ομόρρυθμες εταιρείες λειτούργησαν κανονικά και συνεργάσθηκαν με το Ιατρικό Διαβαλκανικό Κέντρο, στο οποίο οι διάδικοι ομόρρυθμοι εταίροι παρείχαν τις ιατρικές υπηρεσίες των κατά τους όρους των ανωτέρω καταστατικών. Οι μεταξύ των διαδίκων σχέσεις υπήρξαν ομαλές, καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας των εταιρειών μέχρι την άνοιξη του έτους 2007, οπότε, οι εναγόμενοι -εφεσίβλητοι, για λόγους που δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης, ανακοίνωσαν στον ενάγοντα-εκκαλούντα τη βούλησή των να αποχωρήσουν από τις ομόρρυθμες εταιρείες.

Για το σκοπό αυτόν και προκειμένου να αποφευχθεί η καταγγελία των άνω ομορρύθμων εταιρειών και η άμεση λύση τούτων, που θα είχε ως αποτέλεσμα την εκ μέρους των εταιρειών αθέτηση των ανειλημμένων υποχρεώσεων προς τους χειρουργούς του άνω Ιατρικού Κέντρου, γεγονός που θα είχε δυσμενείς συνέπειες στην αξιοπιστία των ανωτέρω εταιριών, οι διάδικοι συμφώνησαν την αποχώρηση των εναγομένων από τις εταιρείες με την εκ μέρους των μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων τους στον ενάγοντα ή σε πρόσωπα υποδεικνυόμενα απ' αυτόν που θα εισέλθουν ως νέοι εταίροι στις εν λόγω εταιρείες με σχετική τροποποίηση του καταστατικού των καθώς και τον περιορισμό του χρόνου διάρκειας των ως άνω εταιρειών μέχρι 20.01.2008, που θα γινόταν με σχετική τροποποίηση των καταστατικών αυτών.

Εις εκτέλεση της ως άνω συμφωνίας, οι διάδικοι συνυπέγραψαν το από 15.10.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, δυνάμει του οποίου, μεταξύ των άλλων, συμφώνησαν και τα ακόλουθα που αφορούν την ένδικη διαφορά: " (α) έκαστος των Ν. Τ. και Ι. Κ. δηλώνει ότι αναλαμβάνει την υποχρέωση έναντι του Ν. Α. αφενός να μεταβιβάσει προς αυτόν ή προς οποιοσδήποτε τρίτο θα του υποδείξει ο τελευταίος την εταιρική του μερίδα, χωρίς πρόσθετο αντάλλαγμα παρά μόνο την επιστροφή του αναλογούντος σ' αυτόν κεφαλαίου, το αργότερο εντός τριών (3) ημερών από την λήψη της έγγραφης πρόσκλησης του προς τούτο, υπό τον όρο ότι όλα τα σχετικά έγγραφα και ιδιωτικά συμφωνητικά μεταβίβασης εταιρικής μερίδας που απαιτούνται από το νόμο θα είναι έτοιμα προς υπογραφή, άλλως θα παρατείνεται η έναρξη της άνω τριήμερης προθεσμίας για όσο χρόνο καθυστερεί η σύνταξη και εν γένει ολοκλήρωση των προαναφερομένων εγγράφων, χωρίς οποιαδήποτε αντίρρηση για τα πρόσωπα αυτά, αφετέρου να υπογράψει κάθε σχετικό έγγραφο, ιδιωτικό συμφωνητικό και να ενεργήσει κάθε πράξη που προβλέπεται από το νόμο για την μεταβίβαση εταιρικού μεριδίου, προς τον σκοπό αυτό.

Σε περίπτωση που αδικαιολόγητα, δηλαδή ενώ όλα τα έγγραφα και ιδιωτικά συμφωνητικά μεταβίβασης εταιρικού μεριδίου θα έχουν προσφερθεί προς υπογραφή, κάποιος από τους δύο αρνείται να μεταβιβάσει την εταιρική του μερίδα, θα οφείλει στον Ν. Α. ως ποινική ρήτρα το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000,00) €, η οποία θα καταπίπτει και θα καθίσταται οριστική και εκτελεστή με την παρέλευση της άνω προθεσμίας και εφόσον -με την επιφύλαξη του προηγουμένου εδαφίου- νόμιμα κλήθηκε προς τούτο και δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια. (β) Σε κάθε περίπτωση που παρέλθει η 20η Ιανουαρίου 2008 και οι άνω εταιρίες λυθούν αυτοδικαίως λόγω λήξεως του χρόνου διάρκειας τους, ο Ν.

Α. υποχρεούται μέχρι τις 31-12-2013 να προβεί στο κλείσιμο όλων των άνω ανέλεγκτων εταιρικών χρήσεων, διαφορετικά θα πρέπει να καταβάλλει σε έκαστο των Ν. Τ. και Ι. Κ. ως ποινική ρήτρα το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000,00) €, η οποία θα καταπίπτει και θα καθίσταται οριστική και εκτελεστή με την παρέλευση της άνω προθεσμίας.".

Επίσης, μετά την υπογραφή του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού, τροποποιήθηκαν τα καταστατικά των δύο εταιρειών δυνάμει των από 17.10.2 007 αντιστοίχων δύο ιδιωτικών συμφωνητικών τροποποίησης των όρων των καταστατικών, που δημοσιεύθηκαν νόμιμα στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και συγκεκριμένα τροποποιήθηκαν ο 2ος όρος που αφορούσε τη διάρκεια των επίμαχων ομορρύθμων εταιρειών, η οποία περιορίσθηκε έως και την 20"".01.2008 καθώς και ο 5ος και ο 6ος όρος των καταστατικών τους, που αναφερόταν αντιστοίχως στον τρόπο εξασκήσεως της αναισθησιολογικής ειδικότητας εκ μέρους των ομορρύθμων εταίρων και τις υποχρεώσεις των για την προσφορά της προσωπικής των εργασίας στις εταιρείες.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, ο ενάγων, εις εκτέλεση του υπό στοιχείου α' όρου του ανωτέρω από 15.10.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού, κάλεσε εγγράφως τους εναγομένους με τις κοινοποιηθείσες σ'αυτούς στις 09.01.2008 αντίστοιχες από 08.01.2008 εξώδικες προσκλήσεις του, προκειμένου εντός τριών (3) εργασίμων ημερών από την κοινοποίηση, να προβούν στην μεταβίβαση των εταιρικών τους μεριδίων καθώς και στις απαραίτητες προς τούτο ενέργειες συγκοινοποιώντας και τα σχετικά προς υπογραφή έγγραφα.

Συγκεκριμένα, ο ενάγων Α) με την από 08.01.2008 εξώδικη πρόσκληση απευθυνόμενη προς τον πρώτο εναγόμενο, Ν. Τ., ομόρρυθμο μέλος της εταιρείας "Ν. Α. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε", κάλεσε τον τελευταίο να προβεί, εντός τριών (3) εργασίμων ημερών από την κοινοποίηση, σε όλες τις νόμιμες ενέργειες για την τροποποίηση του καταστατικού και για την πραγματοποίηση της μεταβίβασης του συνολικού εταιρικού του μεριδίου, κατά ποσοστό 5% στον ίδιο (ενάγοντα) και κατά ποσοστό 20% στην Σ.

Κ. του Γ. καθώς και για την τροποποίηση του καταστατικού της δεύτερης εταιρείας "Ν. Α. ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Ο.Ε" στην οποία η ανωτέρω εταιρεία 'Ν. Α. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο. Ε" ήταν ομόρρυθμο μέλος, λόγω της μεταβίβασης ίου συνολικού εταιρικού μεριδίου του δεύτερου εναγομένου Ι. Κ., κατά ποσοστό 8% στην άνω εταιρεία ("Ν. Α. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε") και κατά ποσοστό 2% στον Ν.

Κ., γνωστοποιώντας σ'αυτόν (πρώτο εναγόμενο) και τις απαραίτητες προς τούτο ενέργειες στις οποίες έπρεπε να προβεί και δη: α) στην υποβολή στην αρμόδια Δ.Ο.Υ δηλώσεων προσδιορισμού φορολογητέας αξίας της μεταβιβαζόμενης εταιρικής μερίδας και την πληρωμή του αναλογούντος φόρου υπεραξίας, που βαρύνει τούτον, β) στην υπογραφή του ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης του καταστατικού της εταιρείας " Ν.

Α. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε" για τη μεταβίβαση της εταιρικής μερίδας του, την αποχώρησή του από την εταιρεία και την είσοδο του νέου εταίρου, γ) στην υπογραφή του ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης του καταστατικού της εταιρείας " Ν. Α. ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Ο.Ε" για τη μεταβίβαση της εταιρικής μερίδας του δεύτερου εναγομένου Ι.

Κ., την αποχώρηση του από την εταιρεία και την είσοδο του νέου εταίρου και δ) στην παράδοση στον ενάγοντα όλων των παραπάνω εγγράφων για τη διενέργεια των απαραιτήτων πράξεων της τροποποίησης του καταστατικού των επίμαχων εταιρειών και συγκοινοποίησε και τα σχετικά προς υπογραφή έγγραφα. Β) με την από 08.01.2008 εξώδικη πρόσκληση απευθυνόμενη προς τον δεύτερο εναγόμενο, Ι.

Κ., ομόρρυθμο μέλος της εταιρείας Ν. Α. ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Ο.Ε, κάλεσε τον τελευταίο να προβεί, εντός τριών (3) εργασίμων ημερών από την κοινοποίηση, σε όλες τις νόμιμες ενέργειες για την τροποποίηση του καταστατικού της άνω εταιρείας και για την πραγματοποίηση της μεταβίβασης του συνολικού εταιρικού του μεριδίου, κατά ποσοστό 8% στην εταιρεία "Ν.

Α. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε" που είναι ομόρρυθμος εταίρος και κατά ποσοστό 2% στον Ν. Κ., γνωστοποιώντας σ'αυτόν (δεύτερο εναγόμενο) και τις απαραίτητες προς τούτο ενέργειες στις οποίες έπρεπε να προβεί και δη: α) στην υποβολή στην αρμόδια Δ.Ο.Υ δηλώσεων προσδιορισμού φορολογητέας αξίας της μεταβιβαζόμενης εταιρικής μερίδας και την πληρωμή του αναλογούντος φόρου υπεραξίας, που βαρύνει τούτον, β) στην υπογραφή του ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης του καταστατικού της εταιρείας 'Ν.

Α. ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Ο.Ε" για τη μεταβίβαση της εταιρικής μερίδας του, την αποχώρηση του από την εταιρεία και την είσοδο του νέου εταίρου και γ) στην παράδοση στον ενάγοντα όλων των παραπάνω εγγράφων για τη διενέργεια των απαραιτήτων πράξεων της τροποποίησης του καταστατικού της επίμαχης εταιρείας και συγκοινοποίησε και τα σχετικά προς υπογραφή έγγραφα.

Οι εναγόμενοι απαντώντας στην ανωτέρω πρόσκληση με την από 11.01.2008 εξώδικη απάντηση-δήλωσή των, που κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα στις 14.01.2008, αποδεχόμενοι κατ'αρχήν την απορρέουσα από το ανωτέρω 15.10.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό συμβατική υποχρέωσή των να μεταβιβάσουν τα εταιρικά μερίδια τους και δηλώνοντας τη βούληση των να εκτελέσουν αυτήν, ισχυρίσθηκαν ότι δεν έχουν υποχρέωση να καταβάλουν τον προβλεπόμενο από το άρθρο 13 του Ν.2238/1994 φόρο υπεραξίας για τη μεταβίβαση των εταιρικών τους μεριδίων, καθόσον ερμηνεύοντας το από 15.10.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό σύμφωνα με τη καλή πίστη, τα χρηστά και συναλλακτικά ήθη, δεν είναι ωφελούμενοι από την εν λόγω μεταβίβαση, διότι δεν θα λάβουν οποιοδήποτε αντάλλαγμα που να μπορεί να θεωρηθεί ως τίμημα και οι μεταβιβάσεις των εταιρικών μεριδίων, ως προς το τίμημα είναι εικονικές και για το λόγο αυτό αρνήθηκαν να πληρώσουν τον αναλογούντα στις μεταβιβάσεις των εταιρικών τους μεριδίων φόρο υπεραξίας και δήλωσαν ότι θα προβούν στη μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων μόνον στην περίπτωση που ο ενάγων πληρώσει τον εν λόγω φόρο, και επιπλέον πρότειναν σ'αυτόν αντί να πληρώσει τον εν λόγω φόρο που τον βαρύνει, να επιλέξει την ανέξοδη λύση των εταιρειών και να προβεί στη σύσταση νέας εταιρείας με τους συνεργάτες του.

Επακολούθησε, η από 15.01.2008 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση και δήλωση του ενάγοντος, που κοινοποιήθηκε στους εναγόμενους στις 16.01.2008, με την οποία, διαμαρτυρόμενος για την ανωτέρω αντισυμβατική και παράνομη συμπεριφορά των τελευταίων, τους κάλεσε να προβούν στην υπογραφή των φορολογικών δηλώσεων, στη μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων και στην υπογραφή των σχετικών συμφωνητικών αποχώρησης των από τις εταιρείες, παρέχοντας σ'αυτούς νέα προθεσμία μέχρι 17.01.2008 και δηλώντας ότι στην αντίθετη περίπτωση θα αξιώσει δικαστικώς την συμφωνημένη ποινική ρήτρα και την αποκατάσταση κάθε ζημίας του εξαιτίας της άκαιρης λύσης των εταιρειών.

Ωστόσο οι εναγόμενοι δεν προέβησαν στην υπογραφή των φορολογικών και την πληρωμή του ως άνω φόρου υπεραξίας και συνακόλουθα στη μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων εντός της νέας χορηγηθείσας προθεσμίας και ούτε μέχρι την 20.01.2008, οπότε έληξε ο συμβατικός χρόνος διάρκειας των επίμαχων εταιρειών και επήλθε η λύση τούτων.

Στη συνέχεια οι διάδικοι υπέγραψαν τα από 15.02.2008 ιδιωτικά συμφωνητικά διάλυσης των δύο επίμαχων ομορρύθμων εταιρειών, τα οποία δημοσιεύθηκαν νομότυπα στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Πάντα ταύτα συνομολογούνται από τους διαδίκους, ανεξαρτήτως του; ότι αποδεικνύονται και από τα προπαρατιθέμενα έγγραφα που μετ'επικλήσεως προσκομίζονται από τους διαδίκους.

Επομένως, σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα περιστατικά, πλήρως αποδείχθηκαν τα θεμελιούντα την ένδικη αξίωση πραγματικά περιστατικά και δη : α)η δυνάμει του από 15.10.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού, συναφθείσα μεταξύ των διαδίκων, σύμβαση, με την οποία ανέλαβαν οι εφεσίβλητοι - εναγόμενοι την υποχρέωση, εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας, να μεταβιβάσουν τα εταιρικά μερίδια που κατέχουν στις ως άνω ομόρρυθμες εταιρείες προς τον εκκαλούντα-ενάγοντα ή σε τρίτα πρόσωπα υποδεικνυόμενα απ'αυτόν, να υπογράψουν κάθε σχετικό προς τούτο έγγραφο και να ενεργήσουν κάθε πράξη που προβλέπεται από τον νόμο για την μεταβίβαση εταιρικού μεριδίου, β) η δυνάμει του ίδιου ως άνω συμφωνητικού, συμφωνία ποινικής ρήτρας, ποσού 100.000 Eυρώ, για κάθε εφεσίβλητο-εναγόμενο, για την εκ μέρους του αδικαιολόγητη μη εκπλήρωση των ως άνω ανειλημμένων υποχρεώσεων του, ήτοι της μεταβίβασης της εταιρικής του μερίδας και των άνω ενεργειών που απαιτούνται για την εν λόγω μεταβίβαση, γ) οι προϋποθέσεις της υπερημερίας των εφεσιβλήτων-εναγομένων, δηλαδή οι έγγραφες προσκλήσεις των τελευταίων εκ μέρους του εκκαλούντος - ενάγοντος προς εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων τους και η άπρακτη πάροδος της συμφωνημένης ημέρας εκπληρώσεως τούτων καθώς και της χορηγηθείσας από τον τελευταίο παράταση της προθεσμίας.

Οι εναγόμενοι - εφεσίβλητοι στην πρωτοβάθμια δίκη προς αντίκρουση της αγωγής προέβαλαν τον ισχυρισμό -τον οποίο σημειωτέον σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην υπό στοιχείο 3 σκέψη της παρούσας απόφασης εκ περισσού επαναφέρουν στην παρούσα κατ' έφεση δίκη με τις έγγραφες προτάσεις των- περί μη καταπτώσεως της συμφωνημένης ως άνω ποινικής ρήτρας, καθόσον, η μη εκπλήρωση των προαναφερομένων συμβατικών υποχρεώσεων τους οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχουν ευθύνη.

Ειδικότερα διατείνονται ότι αρνήθηκαν την υπογραφή των φορολογικών δηλώσεων για το φόρο υπεραξίας των μεταβιβαζομένων εταιρικών μεριδίων τους και την πληρωμή αυτού και συνακόλουθα τη συμφωνημένη μεταβίβαση τούτων, νόμιμα και δικαιολογημένα, με συνέπεια να μην καταπέσει η συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα, καθόσον, ο ενάγων απαίτησε να καταβάλουν αυτοί τον ανωτέρω φόρο, παρόλο, που, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ.1 περ.β του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, δεν είναι οι υπόχρεοι προς πληρωμή του εν λόγω φόρου, αφού δεν είναι ωφελούμενοι από την εν λόγω μεταβίβαση, δεδομένου ότι, κατά τους όρους του από 15.10.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού δεν θα λάμβαναν κάποιο αντάλλαγμα που να μπορούσε να θεωρηθεί ως τίμημα και ότι ο ενάγων γνώριζε ότι οι μεταβιβάσεις που θα πραγματοποιούντο ήταν εικονικές ως προς το τίμημα.

Ωστόσο από την αξιολογική εκτίμηση και συγκριτική αντιπαράθεση των ίδιων ως άνω αποδεικτικών μέσων και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, ουδόλως αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την ένδικη, καταλυτική της ένδικης αγωγής, ένσταση των εναγομένων-εφεσιβλήτων και ως εκ τούτου αυτή είναι απορριπτέα ως κατ'ουσία αβάσιμη.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την διαλαμβανόμενη στο από 15.10.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, συμφωνία των διαδίκων περί μεταβίβασης των εταιρικών μεριδίων, που αυτολεξεί έχει παρατεθεί παραπάνω, της οποίας το περιεχόμενο είναι σαφές και δεν υπάρχουν κενά ή αμφίβολα σημεία ως προς το περιεχόμενο της δηλώσεως βουλήσεως των διαδίκων και εντεύθεν δεν χρήζει συμπληρώσεως ή ερμηνείας με την προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ανέλαβαν οι εναγόμενοι την υποχρέωση, να προβούν σε μεταβίβαση των επίμαχων εταιρικών τους μεριδίων προς τον ενάγοντα ή προς οποιοδήποτε υποδεικνυόμενο απ'αυτόν τρίτο, χωρίς πρόσθετο αντάλλαγμα παρά μόνο την επιστροφή του αναλογούντος σ'αυτούς κεφαλαίου, και επιπροσθέτως ανέλαβαν την υποχρέωση να προβούν και σε κάθε πράξη που προβλέπεται από τον νόμο για να επιτευχθεί ο σκοπός της μεταβίβασης.

Συνεπώς, εφόσον, κατά τα ανωτέρω, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, η επιστροφή στους εναγομένους πωλητές του αναλογούντος στα εταιρικά τους μερίδια κεφαλαίου, τα όσα διατείνονται προς θεμελίωση της ως άνω ενστάσεως των, περί εικονικότητας της επίμαχης συμβάσεως μεταβιβάσεως ως προς το τίμημα, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα αναλυτικά έχουν αναφερθεί στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, μεταξύ των προβλεπομένων από τον νόμο πράξεων στις οποίες είχαν συμβατική υποχρέωση να προβούν οι εναγόμενοι πριν από την μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων και προκειμένου να επιτευχθεί αυτή, ήταν και η εκ μέρους των υπογραφή των σχετικών φορολογικών δηλώσεων και υποβολή των στην αρμόδια Δ.Ο.Υ, για τον, κατά τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ.1 περ.β του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, αναλογούντα φόρο υπεραξίας των μεταβιβαζομένων εταιρικών μεριδίων καθώς και η καταβολή τούτου από τους ίδιους τους εναγομένους.

Τούτο διότι, σύμφωνα με όσα αναλυτικά έχουν εκτεθεί στην νομική σκέψη, οι τελευταίοι ως πωλητές των εταιρικών μεριδίων των επίμαχων ομορρύθμων εταιρειών , θεωρούνται κατά τα προβλεπόμενα στην ως άνω διάταξη, δικαιούχοι του κέρδους ή της ωφέλειας από τη μεταβίβαση του εν λόγω περιουσιακού τους στοιχείου και αποτελούν κατά νόμο το φορολογικό υποκείμενο, βαρυνόμενοι με τον εν λόγω φόρο υπεραξίας των μεταβιβαζομένων εταιρικών τους μεριδίων, καίτοι κατά τα ως άνω οριζόμενα στην επίδικη συμφωνία των διαδίκων, δεν συμφωνήθηκε για την μεταβίβαση αυτή πρόσθετο αντάλλαγμα αλλά μόνον η επιστροφή του αναλογούντος σ' αυτούς κεφαλαίου.

Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, οι εναγόμενοι-εφεσίβλητοι θα ήταν οι κατά νόμο υπόχρεοι προς καταβολή του ανωτέρω φόρου ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία, ο ενάγων-εκκαλών, κατά παράβαση των ως άνω συμφωνηθέντων δεν θα τους επέστρεφε το κεφάλαιο που αναλογεί στις μεταβιβαζόμενες εταιρικές τους μερίδες.

Ούτε δε οι διάδικοι είχαν κατά νόμο δυνατότητα, σύμφωνα με όσα έχουν αναπτυχθεί στην νομική σκέψη, να ορίσουν με την σχετική συμφωνία τους, ως υπόχρεο για την καταβολή του φόρου έναντι της αρμόδιας φορολογικής αρχής τον αγοραστή ήτοι τον ενάγοντα ή τον υποδεικνυόμενο απ' αυτόν, δηλαδή, να αλλάξουν κατά τη βούληση των το φορολογικό υποκείμενο της "ειδικής περίπτωσης αυτοτελούς φορολόγησης" του άρθρου 13 παρ.1 περ.β του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος.

Αντίθετα οι διάδικοι είχαν τη δυνατότητα να συμφωνήσουν με την επίμαχη σύμβαση ή με μεταγενέστερη, να αναλάβει ο ενάγων-εκκαλών να καταβάλει στους εναγομένους - εφεσίβλητους το ποσό που οι τελευταίοι θα κατέβαλαν στην αρμόδια φορολογική αρχή για τον φόρο υπεραξίας των μεταβιβαζομένων εταιρικών τους μεριδίων, πλην όμως τέτοια συμφωνία δεν διαλαμβάνεται στο προπαρατιθέμενο περιεχόμενο στης επίμαχης σύμβασης, ούτε αποδείχθηκε από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν στο Δικαστήριο τούτο, ούτε άλλωστε επικαλούνται οι εναγόμενοι-εφεσίβλητοι. 'Αλλωστε, η αμφισβήτηση των εναγομένων-εφεσιβλήτων για την ύπαρξη από την μεταβίβαση των εταιρικών τους μεριδίων, κέρδους ή ωφέλειας, υπό την αναφερόμενη στη μείζονα σκέψη έννοια τούτων - δηλαδή ωφέλειας ή κέρδος που αποκτάται από τη μεταβίβαση εταιρικού μεριδίου οφειλόμενης στην καλή πορεία των εργασιών της επιχείρησης, δηλαδή το τμήμα του λαμβανόμενου για τη μεταβίβαση ανταλλάγματος, που αντιπροσωπεύει προσαύξηση της αξίας της επιχείρησης είτε του μεριδίου της (υπεραξία),λόγω της φήμης, της πελατείας και των άυλων στοιχείων τα οποία την απαρτίζουν, τα οποία μαζί με.

τα οικεία πράγματα και δικαιώματα συνιστούν την επιχείρηση - ή ακόμη η πεποίθηση των περί ανυπαρξίας ωφέλειας, δημιουργούμενη σ'αυτούς εκ του ότι δεν συμφώνησαν με τον ενάγοντα πρόσθετο αντάλλαγμα για τη μεταβίβαση των εταιρικών τους μεριδίων παρά μόνο την επιστροφή του αναλογούντος σ'αυτούς κεφαλαίου, δεν δικαιολογεί την εκ μέρους τους αθέτηση των συμβατικών υποχρεώσεων τους, συνιστάμενες, στην υποβολή των αναγκαίων κατά νόμο φορολογικών δηλώσεων στην αρμόδια Δ.Ο.Υ, στην καταβολή του αναλογούντος φόρου υπεραξίας και στη μεταβίβαση των εταιρικών τους μεριδίων, ώστε να αποτελεί εύλογη αιτία, κατά την αναφερομένη στη μείζονα σκέψη έννοια αυτής, για τη μη εκπλήρωση των ως άνω συμβατικών υποχρεώσεων τους.

Τούτο διότι , η ωφέλεια ή το κέρδος των εναγομένων από τη μεταβίβαση των εταιρικών τους μεριδίων, λογιζόμενο από τη φορολογική αρχή, κατά τα αναφερόμενα στην νομική σκέψη, ως εισόδημα τούτων, που αποτελεί το αντικείμενο της "ειδικής περίπτωσης αυτοτελούς φορολόγησης" του άρθρου 13 παρ.1 περ.β του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, δεν αφορά τις μεταξύ των διαδίκων σχέσεις, αλλά ανάγεται στις σχέσεις των εναγομένων, ως αποτελούντες κατά νόμο το φορολογικό υποκείμενο, και της αρμόδιας φορολογικής αρχής και η ενδεχόμενη αμφισβήτηση των εναγομένων ως προς την ύπαρξή του, δημιουργεί μεταξύ των διαφορά, στην οποία δεν εμπλέκεται ο ενάγων, την επίλυση της οποίας μπορούν να επιδιώξουν οι τελευταίοι ως φορολογούμενοι με την προσφυγή τους στο αρμόδιο Διοικητικό Δικαστήριο, το οποίο οφείλει να βεβαιώσει εάν προέκυψε ωφέλεια και μάλιστα η οφειλόμενη στην καλή πορεία των εργασιών της επιχείρησης και στην περίπτωση που δεχθεί την προσφυγή ως βάσιμη θα ακυρώσει την σχετική πράξη της φορολογικής αρχής και θα διατάξει την επιστροφή τους εναγομένους του αντίστοιχου φόρου, ως αχρεωστήτως καταβληθέντος.

Συνεπώς, η άρνηση των εναγομένων να καταβάλουν τον προβλεπόμενο από τον άνω Νόμο φόρο υπεραξίας για την συμφωνημένη μεταβίβαση των εταιρικών τους μεριδίων, δεν συνιστά γεγονός για το οποίο δεν έχουν ευθύνη, κατά την αναφερόμενη στην προηγηθείσα νομική σκέψη έννοια αυτού, που να δικαιολογεί την μη εκπλήρωση της ως άνω ανειλημμένης υποχρεώσεως τους, αλλά τουναντίον, η αθέτηση της υποχρεώσεως τους προς μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων οφείλεται σε υπαιτιότητα τους, ήτοι στην, κατά το άρθρο 330 ΑΚ αμέλεια τους, αφού δεν κατέβαλαν την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, την οποία θα επεδείκνυε κάθε επιμελής άνθρωπος ευρισκόμενος υπό, τις ίδιες συνθήκες καταβάλλοντας τη συνήθη προσπάθεια εκπλήρωσης, ο οποίος, σε εκτέλεση της επίμαχης συμβάσεως, θα μεταβίβαζε τα εταιρικά μερίδια καταβάλλοντας τον φόρο υπεραξίας και στην περίπτωση που αμφισβητούσε την ύπαρξη αυτού, θα ασκούσε την ανωτέρω προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο, επιδιώκοντας την επιστροφή του ως αχρεωστήτως καταβληθέντος.

Εξάλλου, δεν ισχυρίζονται οι εναγόμενοι-εφεσίβλητοι, ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι, η μη εκπλήρωση της συμβατικής τους υποχρέωσης προς μεταβίβαση των εταιρικών τους μεριδίων οφείλεσαι σε ανυπαίτια άγνοια ή πλάνη των ως προς την αναφερόμενη στην μείζονα σκέψη ερμηνεία του άρθρου 13 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, που ενδεχομένως καθιστούσε συγγνωστή και δικαιολογημένη την εκ μέρους των μη εκπλήρωση των απορρεόντων από την συναφθείσα στις 15.10.2007 επίμαχη σύμβαση υποχρεώσεων τους.

Ομοίως απορριπτέα, ως κατ'ουσία αβάσιμη είναι και η αναφερόμενη στην υπό στοιχείο 4 σκέψη της παρούσας απόφασης καταλυτικής της αγωγής ένστασης που επικουρικώς πρότειναν οι εναγόμενοι-εφεσίβλητοι στην παρούσα κατ'έφεση δίκης περί καταρτίσεως μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας άφεσης χρέους, υπό την μορφή της γνήσιας αρνητικής αναγνωριστικής σύμβασης.

Τούτο διότι, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα, ουδόλως αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα των επικαλούμενων προς θεμελίωση αυτής πραγματικών περιστατικών και δη των αναφερομένων στη συναφθείσα υπό των διαδίκων, με τα από 15-2-2008 Ιδιωτικά Συμφωνητικά Διάλυσης των ως άνω ομορρύθμων εταιριών, συμφωνία, περί του ότι δεν υφίστανται οι απορρέουσες, από το με ημερομηνία 15-10-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό υποχρεώσεις των εναγομένων-εφεσιβλήτων, μεταξύ των οποίων και οι προερχόμενες από την περιεχόμενη σ'αυτό σύμβαση της ποινικής ρήτρας με συνέπεια την κατάλυση του δικαιώματος του ενάγοντος -εκκαλούντος να αξιώσει με την υπό κρίση, αγωγή, τη συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα.

Αντίθετα από τα υπό των εφεσιβλήτων επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από 15-2-2008 Ιδιωτικά Συμφωνητικά Διάλυσης των ως άνω ομορρύθμων εταιριών, προκύπτει ότι, με την τελευταία παράγραφο του 5ου όρου τούτων, έχουσα και στα δύο συμφωνητικά ταυτόσημο περιεχόμενο, οι διάδικοι δήλωσαν αυτολεξεί τα ακόλουθα: "Επιπρόσθετα, όλοι μαζί οι συμβαλλόμενοι, όπως παρίστανται, δηλώνουν ρητά και ανεπιφύλακτα, ότι βεβαιώνουν την ακρίβεια του και αποδέχονται τον άνω ισολογισμό ως απολύτως έγκυρο, ισχυρό και απρόσβλητο, διαφορετικά παραιτούνται από κάθε δικαίωμα τους για προσβολή αυτού, καθώς και από κάθε δικαίωμα τους για νέα λογοδοσία ή νέα εκκαθάριση λογαριασμών, και, ότι ουδεμία εκκρεμότητα ή διαφορά υφίσταται ή διατηρείται μεταξύ τους ή έναντι της εταιρείας ή της εταιρείας κατ' αυτών και, σε κάθε περίπτωση, παραιτούνται όλοι, και κάθε ένας ξεχωριστά κατά των λοιπών από οποιαδήποτε αξίωση προερχόμενη από την μέχρι σήμερα λειτουργία (διαχείριση) της εταιρείας και ότι παραιτούνται από κάθε δικαίωμα τους για προσβολή ή διάρρηξη ή ακύρωση του παρόντος συμφωνητικού για οποιονδήποτε λόγο και αιτία, τυπική ή ουσιαστική, ακόμη και για λόγους που αναφέρονται στα άρθρα 178,179 και 388 του Α.Κ, γιατί δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου.", εκφράζοντας έτσι την πλήρη και σαφή βούληση των περί παραιτήσεως από, τα δικαιώματα των προσβολής του ισολογισμού και της μη υπάρξεως διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και τούτων έναντι των εταιρειών και των εταιρειών έναντι αυτών, προερχόμενη από τη λειτουργία και διαχείριση των επίμαχων εταιρειών.

Η αναφερόμενη δε στα ως άνω συμφωνητικά παραίτηση του ενάγοντος εκ των δικαιωμάτων του, διαφορών και αξιώσεων του προερχομένων από την εταιρική" σύμβαση, τη λειτουργία της και τη λύση αυτής, δεν συνεπάγεται και την παραίτηση του ενάγοντος από τις αξιώσεις του, που απορρέουν από τη συναφθείσα με το από 15-10-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, ποινική ρήτρα, η οποία είναι σύμβαση ανεξάρτητη από τις εταιρικές συμβάσεις και τις εξ αυτών ανακύψασες διαφορές μεταξύ των ομορρύθμων εταίρων, ενώ ουδόλως στο προπαρατιθέμενο περιεχόμενο των συμφωνητικών λύσεως των ομορρύθμων εταιρειών γίνεται οιανδήποτε, έστω και έμμεση, αναφορά των διαδίκων στο ανωτέρω από 15-10-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο είχε συμφωνηθεί η μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων, ούτε στις απορρέουσες από τη σύμβαση ποινικής ρήτρας αξιώσεις του ενάγοντος.

Άλλωστε η διατύπωση του ως άνω περιεχομένου των δηλώσεων βουλήσεως των διαδίκων σε σχέση με τα ως άνω δικαιώματα από τα οποία παραιτήθηκαν, είναι σαφής και πλήρης και δεν καταλείπεται αμφιβολία για το περιεχόμενο της και δεν υπάρχει έστω και έμμεσα κενό ή αμφίβολο σημείο, από το οποίο έστω και ακροθιγώς να προκύπτει ότι οι δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων κατέτειναν και στη σύναψη γνήσιας αρνητικής αναγνωριστικής σύμβασης, με τη οποία συμφώνησαν ότι, δεν υφίσταται το απορρέον από τη σύμβαση της ποινικής ρήτρας χρέος των εναγομένων-εφεσιβλήτων, ώστε να ανακύπτει εν προκειμένω ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας με την προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 17 3 και 200 ΑΚ.

Συνακόλουθα των ως άνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, εφόσον αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι - εφεσίβλητοι, υπαιτίως και δη υπό την μορφή της αμέλειας, δεν προέβηκαν στις ενέργειες που απαιτούντο προκειμένου να μεταβιβάσουν τα εταιρικά μερίδια και συγκεκριμένα παρέλειψαν να υπογράψουν τις σχετικές φορολογικές- δηλώσεις ~και να καταβάλουν το φόρο υπεραξίας των μεταβιβαζόμενων εταιρικών μεριδίων που έχει ως συνέπεια να μη καταρτισθεί η κύρια ενοχή της μεταβίβασης των εταιρικών μεριδίων στην οποία απέβλεπαν τα συμβαλλόμενα- διάδικα μέρη και με την συμφωνηθείσα παραπόμενη σύμβαση περί ποινικής ρήτρας, συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις κατάπτωσης αυτής, που είχε συμφωνηθεί με το από 15.10.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό για την αδικαιολόγητη εκ μέρους των εναγομένων εφεσίβλητων μη εκπλήρωση των ως άνω συμβατικών υποχρεώσεων τους.

Ενόψει λοιπόν της κατάπτωσης της ποινικής ρήτρας, γεννήθηκε το δικαίωμα του ενάγοντος-εκκαλουντος να ζητήσει από τον καθένα εκ των εναγομένων-εφεσίβλητων την καταβολή της συμφωνημένης ποινικής ρήτρας ποσού 100.000 Ευρώ. Επομένως, η υπό κρίση αγωγή, με την οποία διώκεται να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλει ο καθένας στον ενάγοντα τη συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα ποσού 100.000 Ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, πρέπει να γίνει δεκτή, ως κατ'ουσία βάσιμη".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή η ένσταση των εναγομένων από τη διάταξη του άρθρου 342 Α.Κ. και απορρίφθηκε η αγωγή, εξαφάνισε την απόφαση, δίκασε την υπόθεση και αφού απέρριψε τη προαναφερθείσα ένσταση καθώς και την ένσταση των εναγομένων από τη διάταξη του άρθρου 454 εδ.β'Α,Κ.

δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλει ο καθένας τους στον ενάγοντα το ποσό των 100.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 1 του ν. 2238/1994 με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ούτε και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης καθόσον διέλαβε σ'αυτή σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου.

Ειδικότερα με τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά σύμφωνα με τα οποία οι εναγόμενοι, οι οποίοι συμβατικά ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν τα εταιρικά τους μερίδια με αντάλλαγμα που συνίσταται στην επιστροφή σ'αυτούς του αναλογούντος κεφαλαίου ήταν και οι κατά νόμο υπόχρεοι ως δικαιούχοι της ωφέλειας να προβούν πριν τη μεταβίβαση στην υπογραφή των σχετικών φορολογικών δηλώσεων και υποβολή των στην αρμόδια Δ.Ο.Υ για τον αναλογούντα φόρο υπεραξίας των εταιρικών μεριδίων τους καθώς και για την καταβολή τούτου και ότι οι ενέργειες αυτές περιλαμβάνονταν στις υποχρεώσεις που ανέλαβαν συμβατικά για την υπογραφή κάθε σχετικού εγγράφου και διενέργεια κάθε πράξης που προβλέπεται από το νόμο για τη μεταβίβαση των εταιρικών τους μεριδίων τις οποίες υποχρεώσεις και δεν εκπλήρωσαν από υπαιτιότητά τους περιελθόντες έτσι σε υπερημερία, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 342 AΚ.

Συνεπώς οι λόγοι της αναίρεσης πρώτος από τον αριθ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ και δεύτερος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τους οποίους υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμοι. Ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά την ειδικότερη αιτίαση περί ελλείψεως νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών αιτιολογιών είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι μόνο ή μία από τις δύο αιτιολογίες μεταξύ των οποίων φέρεται να υπάρχει η αντίφαση αποτελεί μέρος του οντολογικού της απόφασης ενώ η άλλη αποτελεί μέρος της μείζονος πρότασης της απόφασης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., • αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας όταν κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.

Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπιστώσεως της, ή ακόμα και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.

Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων Ϊ73 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτές. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το Δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα "συναλλακτικά ήθη (Ολ.

ΑΠ 26/2004, ΑΠ 1183/2007).

Στη προκειμένη περίπτωση από αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και παρά τη ρητή περί του αντιθέτου διαβεβαίωση , προκύπτει εμμέσως αλλά σαφώς ότι τούτο διαπίστωσε ότι οι δηλώσεις της βουλήσεως των συμβληθέντων στα ως άνω από 15-2-2008 ιδιωτικά συμφωνητικά διάλυσης των ως άνω εταιριών, σχετικά με τις αναφερόμενες εκκρεμότητες και διαφορές μεταξύ των συμβαλλομένων εταίρων .δεν ήταν σαφείς και ότι για το λόγο αυτό δημιουργείται αμφιβολία για τη πραγματική έννοια τους σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα αν σ'αυτές (εκκρεμότητες και διαφορές) περιλαμβάνοντο και οι σε εκκρεμότητα ευρισκόμενες αξιώσεις μεταξύ των διαδίκων εταίρων που απέρρεαν 'από τη συναφθείσα με το από 15-10-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό σύμβαση και την κατάπτωση της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας από τη μη μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων των εταιριών και οι οποίες εταιρίες πλέον με τη κοινή συμφωνία των εταίρων και διαλύθηκαν.

Η διαπίστωση αυτή του Εφετείου συνάγεται και από το γεγονός ότι προς θεμελίωση του ανωτέρω πορίσματος του καταφεύγει εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων στη συναγωγή σχετικού δικαστικού τεκμηρίου από το ότι στα από 15-2-2008 συμφωνητικά διάλυσης των εταιριών δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σχετικά με το από 15-10-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταβίβασης των εταιρικών μεριδίων και τις απορρέουσες από τη σύμβαση ποινικής ρήτρας αξιώσεις του ενάγοντος.

Μετά τη διαπίστωση του αυτή το Εφετείο ήταν υποχρεωμένο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες που αναφέρονται στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α. Κ. Παρόλα όμως αυτά το Εφετείο προχώρησε σε ερμηνεία της σύμβασης για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων που δηλώθηκαν με τον ανωτέρω (ασαφή) τρόπο στα από15-2-2008 ιδιωτικά συμφωνητικά χωρίς να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.

τους οποίους και παραβίασε με το να καταλήξει στο ανώτερο ερμηνευτικό πόρισμα που δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Τούτο ειδικότερα διότι εφόσον είχαν ανακύψει διαφορές μεταξύ των διαδίκων εταίρων από τη μη μεταβίβαση των μεριδίων επί των ανωτέρω εταιριών εκ μέρους των εναγομένων κατά τα συμφωνηθέντα με το από 15-10-2007 συμφωνητικό και βρισκόταν σε εκκρεμότητα και οι εντεύθεν έριδες συνεχίζονταν μέχρι και τις 17-1-2008 ήτοι λίγες ημέρες πριν τη κατάρτιση των από 15-2-2008 δύο ιδιωτικών συμφωνητικών, με τα οποία και με κοινή συμφωνία των διαδίκων εταίρων αποφασίστηκε η διαλυσή πλέον των εταιριών η ύπαρξη των οποίων απετέλεσε και την αιτία των μεταξύ των διαδίκων διαφορών , σύμφωνο με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών αρχών είναι ότι κατά την αληθινή βούληση των συμβληθέντων στην έννοια του όρου "και ότι ουδεμία εκκρεμότης ή διαφορά υφίσταται ή διατηρείται μεταξύ τους" περιλαμβάνονται και οι διαφορές (αξιώσεις) από την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας η οποία είχε συμφωνηθεί για τη περίπτωση που οι εναγόμενοι δεν προέβαιναν στη μεταβίβαση των μεριδίων τους στις ως άνω εταιρίες οι οποίες πλέον και διαλύονταν και όχι για λόγο άσχετο με τις διαλυόμενες εταιρίες .

Με τον τρόπο αυτό το Εφετείο υπέπεσε στη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. του του Κ.Πολ.Δ. γι'αυτό και ο σχετικός τρίτος λόγος τής αναίρεσης όπως αυτός συμπληρώθηκε με την Έκθεση του Εισηγητή (άρθρο 562 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) είναι βάσιμος.

Κατ'ακολουθίαν πρέπει ν'αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το βάσιμο ως άνω λόγο και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Εξάλλου ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 183 και 176 Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η απόδοση των κατατεθέντων παραβόλων στους αναιρεσείοντες (αρθρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ.αριθ.1134/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές .

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.

Διατάσσει την απόδοση των κατατεθέντων παραβόλων στους αναιρεσείοντες.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 3η Φεβρουαρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 7η Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ