Supreme Court quashes lower court ruling on unpaid overtime pay due to insufficient reasoning and factual errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the Thessaloniki Regional Court's decision regarding unpaid overtime compensation. The lower court had rejected the claim despite admitting the employee worked extra hours, citing a contradiction between its own findings and its final dismissal. The Court ruled that the lower court's reasoning was incomplete and failed to properly address the evidence of illegal overtime work. Consequently, the case was remanded for retrial with a new panel of judges to determine the correct compensation amount.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 2 of Law 435/1976; Article 6 of the National General Collective Agreement of Labor dated 14 February 1984; Article 559 of the Code of Civil Procedure: When a lower court admits facts establishing a right to overtime pay but subsequently rejects the claim due to insufficient reasoning or contradictory conclusions, the appellate court must annul the decision and remand the case for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 756 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 756/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 7η Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Μανωλάκη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ ΖΗΜΙΩΝ", που εδρεύει στη Θέρμη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μαυρουδή Μαύρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 40/2010 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-5-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 1-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθεί ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 435/1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερήσιας εργασίας, δικαιούνται αμοιβής για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως ίσης προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέρα από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία, και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100 % του καταβαλλόμενου ωρομισθίου των.
Περαιτέρω, με το άρθρο 6 της από 14-2-1984 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ' αριθμ. 11770/20-3-1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β', 81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίστηκε από 1-1-1984 σε 40 ώρες, για την απασχόληση δε πέρα από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο έως την συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή για την υπερεργασία, καταβάλλεται αμοιβή, σύμφωνα με το άρθρο 9 της 1/1982 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ.
Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 1346/1983. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει 1) ότι η υπερωριακή εργασία, νόμιμη ή παράνομη, έχει ως βάση το ανώτατο ωράριο της ημερήσιας και όχι της εβδομαδιαίας απασχολήσεως του μισθωτού, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκείμενης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως ή πέραν των εννέα ωρών ημερησίως, για όσους απασχολούνται επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (άρθρο 6 της από 26-2-1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν. 133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζομένου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωρίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου και 2) ότι στην περίπτωση της υπερεργασίας, δηλαδή της απασχολήσεως του μισθωτού πέρα από τις 40 ώρες μέσα στην ίδια εβδομάδα μέχρι την συμπλήρωση των 48 ωρών ανωτάτης εβδομαδιαίας εργασίας, κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας.
Επομένως, αν ο μισθωτός, απασχολούμενος μετά την 1-1-1984, δεν υπερβεί κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας το συμβατικό εβδομαδιαίο όριο των 40 ωρών, δεν δικαιούται την οικεία πρόσθετη αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξημένο κατά 25 %), διότι δεν έχει πραγματοποιήσει υπερεργασία. Το ίδιο συμβαίνει και όταν ο χρόνος της εβδομαδιαίας εργασίας έχει υπερβεί το όριο των ωρών λόγω απασχολήσεως του μισθωτού την Κυριακή ή άλλη ημέρα αναπαύσεως, αφού οι ώρες της εργασίας αυτής, για την οποία υφίσταται ειδική και αυτοτελής νομοθετική πρόνοια, δεν συναριθμούνται με τις ώρες των εργάσιμων ημερών της ίδιας εβδομάδας, στις οποίες και μόνο αποβλέπει η ρύθμιση της υπερεργασίας.
Με το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000 (όπως ίσχυε έως 30-9-2005, που αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005) από 1-4-2001, σε επιχειρήσεις για τις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας 40 ωρών την εβδομάδα, καταργείται η κατά την κρίση του εργοδότη υποχρέωση του μισθωτού για υπερεργασιακή απασχόληση πέντε (5) ωρών την εβδομάδα.
Κατά συνέπεια καταργούνται οι 44η, 45η, 46η, 47η και 48η ώρες υπερεργασιακής απασχολήσεως, εφόσον στις επιχειρήσεις αυτές ανώτατο νόμιμο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας ήταν μέχρι την 31-3-2001 το 48ωρο. Στις ως άνω επιχειρήσεις ο εργοδότης διατηρεί την ευχέρεια υπερωριακής απασχολήσεως του μισθωτού και ο μισθωτός αντίστοιχα υποχρεούται να παρέχει την εργασία του για τρεις (3) ώρες πέραν του συμβατικού ωραρίου (41η, 42η και 43η ώρα) την εβδομάδα.
Η τρίωρη αυτή πέραν των 40 ωρών απασχόληση από 1-4-2001 ονομάζεται ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση. Από 1-4-2001 η πέραν των σαράντα τριών (43) ωρών την εβδομάδα επί πλέον απασχόληση του μισθωτού των ως άνω επιχειρήσεων θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης.
Η έκφραση του νόμου, ότι θεωρείται υπερωριακή απασχόληση η πέραν των 43 ωρών την εβδομάδα επί πλέον απασχόληση, δεν έχει την έννοια ότι ως υπερωρία θεωρείται πλέον μόνο η υπέρβαση του ανωτάτου νομίμου εβδομαδιαίου ωραρίου εργασίας και όχι η υπέρβαση του ανωτάτου ωραρίου της ημερήσιας απασχολήσεως του μισθωτού, το οποίο και μετά την 1-4-2001, ελλείψει άλλης ειδικής ρυθμίσεως, εξακολουθεί να είναι το 8ωρο ή το 9ωρο επί πενθημέρου.
Επομένως, για τους εργαζόμενους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και μετά την ισχύ του Ν. 2874/2000, ως υπερωριακή εργασία θεωρείται η απασχόληση πέραν των εννέα (9) ωρών ημερησίως. Ο νομοθέτης, με το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000, ήθελε να υπογραμμίσει ότι μετά την κατάργηση των 5 ωρών εβδομαδιαίως υπερεργασιακής απασχόλησης, το ανώτατο νόμιμο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας είναι πλέον 43 (αντί των 48) ώρες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Από 1-4-2001 οι μισθωτοί που απασχολούνται υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης, καθώς και για κάθε ώρα νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης και μέχρι την συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως, αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50 %. Για την πέραν των 120 ωρών ετησίως υπερωριακή απασχόληση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 435/1976.
Ο μισθωτός σε κάθε περίπτωση μη νόμιμης (παράνομης) υπερωριακής απασχόλησής του δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250 % του καταβαλλόμενου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας (δηλαδή, για κάθε ώρα, προσαύξηση 150 % επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου). Με το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005 (έναρξη ισχύος από 1-10-2005) το παραπάνω άρθρο 4 του Ν. 2874/2000 αντικαταστάθηκε ως εξής: 1.
Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επί πλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η και 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25 % και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης.
Για όσους εργαζόμενους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα). 2. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης.
Για όσους εργαζόμενους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. 3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι την συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50 %.
Η αμοιβή για την πέραν των 120 ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75 %. 4. Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ' εξαίρεση υπερωρία. 5.
Για κάθε ώρα κατ' εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100 %. Από τις διατάξεις της 8900/1946 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως ερμηνεύθηκε με την 25825/1951 όμοια απόφαση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 2, 10 παρ. 1 του β.δ. 748/1966, 2 παρ. 1 και 2 του Ν.Δ. 3755/1957, όπως η παράγραφος 1 αυτού αντικαταστάθηκε διά του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 435/1976 και η παράγραφος 2 (του Ν.Δ. 3755/1957) αντικαταστάθηκε διά του άρθρου 1 του Ν.Δ. 147/1973, προκύπτει ότι στους εργαζόμενους κατά τις Κυριακές και τις μη εργάσιμες εορτές καταβάλλεται, για κάθε Κυριακή και αργία, ανεξαρτήτως του κύρους της συμφωνίας περί της απασχολήσεως αυτής, το κανονισμένο εκάστοτε ημερομίσθιό τους αυξημένο κατά 75 %, εφόσον η εργασία εξαντλήσει το κανονισμένο ημερήσιο ωράριο, εάν υπολείπεται του νομίμου ωραρίου, το ποσό της παραπάνω προσαυξήσεως μειώνεται ανάλογα και εάν υπερβαίνει το νόμιμο ωράριο αυξάνεται ανάλογα.
Η κατά 75 % προσαύξηση αυτή υπολογίζεται πάντοτε επί του νομίμου ημερομισθίου ή στο 1/25 του νομίμου μηνιαίου μισθού, δηλαδή επί των υποχρεωτικώς θεσπισμένων ελαχίστων ορίων των αποδοχών του εργαζομένου, που περιλαμβάνουν τον βασικό μισθό και τα κατά νόμο επιδόματα. Για την εργασία που παρέχει ο εργαζόμενος τη νύκτα, δηλαδή από την 10η νυκτερινή ώρα μέχρι την 6η πρωϊνή, δικαιούται πρόσθετη αμοιβή (προσαύξηση) 25 %, η οποία υπολογίζεται με βάση το σύνολο των νομίμων αποδοχών του, που περιλαμβάνουν τον βασικό μισθό και τα από το νόμο οριζόμενα επιδόματα, σύμφωνα με την 18310/1946 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως αυτή ερμηνεύθηκε και συμπληρώθηκε με την 25825/1951 όμοια απόφαση και την Φ. 27019/1953 απόφαση του Υπουργού Εργασίας.
Αν η νυκτερινή εργασία συμπίπτει σε τμήμα της νύκτας (μεταξύ της 10ης νυκτερινής και 6ης πρωϊνής), τότε οφείλεται ανάλογη προσαύξηση, που αντιστοιχεί στις ώρες της νυκτερινής απασχολήσεως. Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα, που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.
Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση, συσχετισμό και αξιολόγηση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: Η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, ασκεί, εκτός από άλλες εργασίες, επιχείρηση στον Κλάδο Βοήθειας, στον οποίο περιλαμβάνεται και η παροχή τεχνικής και οδικής βοήθειας.
Για τις ανάγκες της επιχείρησής της προσέλαβε την 1-9-2001 τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του, με την ειδικότητα του μηχανοτεχνίτη - οδηγού οδικής βοήθειας, στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης. Τα καθήκοντα, οι αρμοδιότητες, το ωράριο της ημερήσιας και εβδομαδιαίας εργασίας και οι αποδοχές του ενάγοντος καθορίζονταν στη σύμβαση εργασίας, που υπογράφηκε μεταξύ αυτού και της εναγομένης.
Με την εν λόγω σύμβαση εργασίας συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η εναγομένη έχει δικαίωμα να αναθέσει στον ενάγοντα πρόσθετα - έκτακτα καθήκοντα, τα οποία, εφόσον εντάσσονται στο νόμιμο ωράριο, δεν χρήζουν έκτακτης αμοιβής. Με την παραπάνω ειδικότητα - δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο - ο ενάγων απασχολήθηκε στο κατάστημα της εναγομένης στη Θεσσαλονίκη έως τις 27-2-2002, έκτοτε δε παρείχε την εργασία του στο υποκατάστημα αυτής στη Δράμα έως τις 21-9-2007, οπότε αποχώρησε λόγω συνταξιοδοτήσεως.
Στο υποκατάστημα αυτό ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του με την ίδια ειδικότητα του μηχανοτεχνίτη - οδηγού οδικής βοήθειας, εντός της πόλεως (Δράμας) ή σε περιοχές πέριξ αυτής. Επειδή το υποκατάστημα της εναγομένης στη Δράμα (που άρχισε να λειτουργεί περί τα τέλη του 2001 με αρχές του 2002 και η λειτουργία του καλυπτόταν μόνο από τον εργαζόμενο Κ.
Κ. μέχρι τον Φεβρουάριο του 2002) στην αρχή δεν διέθετε μεγάλο αριθμό πελατών και παρουσίαζε μειωμένη δραστηριότητα, ο ενάγων ασχολείτο και με την σύνταξη εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης υλικών συνήθως ζημιών, με φωτογραφήσεις των ζημιών των αυτοκινήτων, που είχαν εμπλακεί σε τροχαία ατυχήματα, και ορισμένες φορές εξεταζόταν ως μάρτυρας σε δικαστήρια για το ύψος των ζημιών αντιδίκων της εναγομένης από τα τροχαία ατυχήματα.
Ο ενάγων - δέχθηκε ακολούθως το Εφετείο - εργαζόταν υπό καθεστώς πενθήμερης απασχόλησης, οκτώ (8) ώρες ημερησίως, σε μία από τις δύο βάρδιες, τις οποίες όριζε η εναγομένη, με πρόγραμμα που εξέδιδε κάθε μήνα, το οποίο θεωρείτο από την Επιθεώρηση Εργασίας Δράμας. Ανάλογα δε με την βάρδια στην οποία ήταν, εργαζόταν ο ενάγων από ώρα 07.00' έως ώρα 15.00' (πρωϊνή βάρδια) ή από ώρα 15.00' έως ώρα 23.00' (απογευματινή βάρδια), ενώ οι εργάσιμες ημέρες μπορεί να συνέπιπταν με ημέρες εξαιρέσιμες ή αργίες, ποτέ όμως οι ώρες εργασίας του δεν ξεπερνούσαν τις 40 ώρες εβδομαδιαίως, εχορηγούντο δε σ' αυτόν οι εβδομαδιαίες ημέρες αναπαύσεως.
Αν όμως υπήρχε έκτακτη ανάγκη εξυπηρετήσεως πελατών της εναγομένης και σε ώρες πέραν του ωραρίου απασχολήσεως του ενάγοντος, προσέφερε αυτός τις υπηρεσίες του, για την κάλυψη τέτοιων αναγκών, πραγματοποιώντας ώρες ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχολήσεως (υπερεργασία), καθώς επίσης και εργασία κατά τις Κυριακές και τις νυκτερινές ώρες.
Αν το Κέντρο της εναγομένης στη Θεσσαλονίκη δεχόταν κλήση για εξυπηρέτηση πελατών της εκτός του ωραρίου του ενάγοντος, τότε διαβίβαζε την εντολή εξυπηρετήσεως στο Τμήμα Οδικής Βοήθειας Καβάλας ή στο Τμήμα Οδικής Βοήθειας Στρυμόνα και σε εξαιρετικές περιπτώσεις, σε εξωτερικούς συνεργάτες, με τους οποίους η εναγομένη είχε συνάψει σχετικές συμβάσεις για την κάλυψη των αναγκών της, ενώ, αν δεν υπήρχε τέτοια δυνατότητα, τότε διαβίβαζε την εντολή στον ενάγοντα, ο οποίος ελάμβανε επιπλέον αμοιβή ποσού 15 ευρώ για κάθε τέτοια εντολή.
Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, ότι από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως αποδείξεις πληρωμής, τις οποίες έχει υπογράψει και ο ενάγων, προκύπτουν αναλυτικά οι αποδοχές που έλαβε και που ήταν οι προβλεπόμενες από τις οικείες Σ.Σ.Ε. "για τους όρους αμοιβής και εργασίας εργατοτεχνιτών και υπαλλήλων των κάθε είδους βιοτεχνικών επιχειρήσεων επεξεργασίας μετάλλου όλης της χώρας", καθώς επίσης οι ώρες ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης (υπερεργασία), που πραγματοποίησε, η εργασία του κατά τις Κυριακές και τις νυκτερινές ώρες και τα αντίστοιχα ποσά που έλαβε ο ενάγων.
Στη συνέχεια το Εφετείο αναφέρει στη προσβαλλόμενη απόφασή του, τις ημέρες που εργάσθηκε ο ενάγων κάθε μήνα και τις αποδοχές που ελάμβανε για την εργασία του αυτή κάθε μήνα από τον Μάρτιο του 2002 έως και τον Σεπτέμβριο του 2007, τις ώρες εργασίας του κατά την ημέρα της Κυριακής και την αμοιβή που ελάμβανε για την εργασία του αυτή κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, τις ώρες υπερεργασίας που πραγματοποιούσε ο ενάγων κάθε μήνα και την αμοιβή που ελάμβανε για την υπερεργασιακή του απασχόληση κάθε μήνα από τον Ιούνιο του 2005 έως και τον Σεπτέμβριο του 2007 και τις ώρες που εργάσθηκε κατά τη νύκτα κάθε μήνα και την αμοιβή που ελάμβανε για την εργασία του αυτή κάθε μήνα από τον Ιούνιο του 2005 έως και τον Σεπτέμβριο του 2007.
Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο, ότι από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις πληρωμής προκύπτουν, επίσης, αναλυτικά τα ποσά, τα οποία έλαβε ο ενάγων για εντολές εξυπηρέτησης πελατών της εναγομένης, εκτός του ωραρίου του (Κυριακές, αργίες ή ημέρες ανάπαυσης) και ότι, ειδικότερα, από τις εν λόγω αποδείξεις προκύπτει ότι έλαβε:
α) στις 30-6-2003 το ποσό των 135 ευρώ για 9 εντολές, β) στις 2-3-2004 το ποσό των 315 ευρώ για 21 εντολές, γ) στις 14-7-2004 το ποσό των 435 ευρώ για 29 εντολές, δ) στις 19-11-2004 το ποσό των 150 ευρώ για 10 εντολές και ε) στις 21-7-2005 το ποσό των 1.500 ευρώ για 100 εντολές. Από τις ανωτέρω μηνιαίες αποδείξεις πληρωμής - καταλήγει το Εφετείο - προκύπτουν, ότι ο ενάγων πληρώθηκε κανονικά για όσες ώρες απασχολήθηκε πέραν των σαράντα (40) ωρών εβδομαδιαίως, πραγματοποιώντας ιδιόρρυθμη υπερωριακή εργασία (υπερεργασία), για την εργασία του κατά τις Κυριακές και τις αργίες και για την εργασία του κατά τη νύκτα και τα αντίστοιχα ποσά που έλαβε.
Υπερωρίες, επιπλέον ώρες ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχολήσεως (υπερεργασία), εργασία κατά τις Κυριακές και κατά την διάρκεια της νύκτας δεν αποδείχθηκε ότι πραγματοποίησε. Με βάσει τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι ο ενάγων έχει εξοφληθεί πλήρως για όλες τις ανωτέρω ένδικες αξιώσεις του, που απορρέουν από την επίδικη σύμβαση εργασίας του, και ότι ουδεμία άλλη αξίωση έχει για τις αιτίες αυτές ή για παρασχεθείσα υπερωριακή εργασία, επικυρώνοντας έτσι, με απόρριψη της εφέσεώς του, την πρωτόδικη απόφαση (1/2009 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας), που είχε κρίνει ομοίως.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που καθορίζουν την αμοιβή, την οποία δικαιούται ο εργαζόμενος για την ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόλησή του, για την εργασία του κατά την ημέρα της Κυριακής και κατά τις ημέρες αργίας και για την εργασία του κατά την διάρκεια της νύκτας, τις οποίες διατάξεις δεν εφάρμοσε.
Διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εξοφλήσεως από την αναιρεσίβλητη των ενδίκων αξιώσεων του αναιρεσείοντος για την ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση αυτού, για την εργασία του κατά τις Κυριακές και τις αργίες και για την νυκτερινή εργασία του, καθόσον ουδόλως προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα ποσά, τα οποία, με βάση τις προπαρατεθείσες διατάξεις, δικαιούται ο αναιρεσείων ως αμοιβή για τις παραπάνω αξιώσεις του (ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση, εργασία κατά τις Κυριακές και τις αργίες και κατά τη νύκτα), προκειμένου στη συνέχεια να κριθεί, αν με τα αναφερόμενα (στην απόφαση) ποσά, που δέχθηκε το Εφετείο ότι κατέβαλε η αναιρεσίβλητη στον αναιρεσείοντα για τις εν λόγω αιτίες, εξοφλήθηκαν οι ένδικες αυτές (μη προσδιοριζόμενες) αξιώσεις του.
Επιπλέον, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες και ως προς το ουσιώδες ζήτημα της υπερωριακής απασχολήσεως του αναιρεσείοντος. Και ειδικότερα, ενώ δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, εκτός από την εργασία που προσέφερε σε ώρες πέραν του ωραρίου απασχόλησής του, για την κάλυψη έκτακτων αναγκών εξυπηρέτησης πελατών της αναιρεσίβλητης, πραγματοποιώντας ώρες ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης (υπερεργασία), για τις οποίες και αμείφθηκε, εργαζόταν επίσης και εκτός του ωραρίου του, για την εκτέλεση εντολών εξυπηρέτησης πελατών της αναιρεσίβλητης, η οποία μάλιστα του κατέβαλε για την απασχόλησή του αυτή επιπλέον αμοιβή, ποσού 15 ευρώ, για κάθε τέτοια εντολή, που εκτελούσε αυτός εκτός του ωραρίου του και των ορίων της ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχολήσεως (υπερεργασίας), δεχόμενο έτσι το Εφετείο, εμμέσως πλην σαφώς, ότι ο αναιρεσείων πραγματοποιούσε υπερωριακή εργασία, για την οποία αμειβόταν με τον ανωτέρω τρόπο, στη συνέχεια αποφάνθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι πραγματοποίησε αυτός υπερωριακή εργασία και απέρριψε το σχετικό αγωγικό κονδύλιο (77.988,5 ευρώ).
Συνακόλουθα, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο πρώτος και ως προς τα δύο μέρη του λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμούς 1 και 19 ΚΠολΔ, επίσης πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 9, αληθώς όμως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς επίσης και ο τρίτος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 19 λόγος της αναιρέσεως.
Ενόψει όλων των προεκτεθέντων και κατά παραδοχή των παραπάνω λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης, μετά ταύτα, της έρευνας του κατατείνοντος στο αυτό αποτέλεσμα τέταρτου λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ' ΚΠολΔ. Στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο (Θράκης), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα, πρέπει να καταδικασθεί στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 40/2010 απόφαση του Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 3η Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ