Legislator Case Law & Legislation
756/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment for failure to consider procedural arguments and evidence.

Case Number 756/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's final decision dismissing a defamation lawsuit. The appellant argued the lower court ignored specific allegations regarding the defendant's conduct and admissions, but the Supreme Court found these were merely procedural arguments rather than independent claims. Consequently, the court ruled that the lower court had properly evaluated the evidence and dismissed the appeal, ordering the appellant to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8) and 559(11) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may not re-evaluate the facts or evidence of a final judgment, and an appeal based on the lower court's failure to consider procedural arguments or specific evidence is inadmissible unless it constitutes a distinct, independent claim.

Keywords

AI generated
appeal admissibility procedural arguments final judgment defamation lawsuit legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 96(5)(b) of the Lawyers Law 3026/1954
Article 175(2) of the Lawyers Law 3026/1954

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 756 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 756/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Ν. του Στεφάνου, κατοίκου ..., δικηγόρου, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως .

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ε. Κ. του Α., δικηγόρου, κατοίκου ... και 2. Δ. Κ. του Δ., δικηγόρου, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Πολυξένη Μπαλτά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13 Μαρτίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος η οποία που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6865/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 101/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24 Μαρτίου 2008 αίτησή του ως και τους από 6 Δεκεμβρίου 2010, με ιδιαίτερο δικόγραφο, προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 9 Δεκεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 105/24.3.2008 αιτήσεως, με τους με ιδιαίτερο, 214/6.12.2010, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 101/9.1.2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, η πληρεξουσία των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 105/24-3-2008 αίτηση, με τους με ιδιαίτερο, 214/6-12-2010, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, προσβάλλεται η 101/9.1.2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με την 9758/13.3.2002 αγωγή εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις του δι' αυτής ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων, απορρέουσες από την αποδιδόμενη στους τελευταίους άδικη και υπαίτια, από δόλο, πράξη, με τη μορφή της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρος και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, και προσβολή εντεύθεν της προσωπικότητάς του.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, μετά από θετική αξιολόγησή της από νομική άποψη, με θεμελίωσή της στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 330, 914 επ., 919, 920, 932 ΑΚ, η απορριπτική αυτής 6865/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 1880/3.5.2005 έφεση του ενάγοντος, η 101/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της.

Ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της: "Κατά του ενάγοντος Π. Ν., δικηγόρου Θεσσαλονίκης, ως εναγομένου ασκήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η 37415/1991 αγωγή του Π. Σ., ο οποίος υπήρξε προηγουμένως πελάτης του. Η αγωγή αυτή συντάχθηκε από τον πατέρα του Π.

Σ., Δ. Σ., ο οποίος υπήρξε επίσης δικηγόρος Θεσσαλονίκης, και υπογράφηκε από τον πρώτο εναγόμενο Ε. Κ. ως πληρεξούσιο δικηγόρο του τότε ενάγοντος. 0 τελευταίος υπέγραψε επίσης και τις προτάσεις που είχαν κατατεθεί επί της αγωγής και παρέστη στο ακροατήριο για λογαριασμό του. Με την αγωγή εζητείτο να αναγνωρισθεί ότι η συνολική αμοιβή του εναγομένου για δύο υποθέσεις του ενάγοντος, που χειρίσθηκε, ανερχόταν σε 166476 δραχμές και όχι σε 640000 δραχμές, τις οποίες αυτός παρακράτησε από εισπραχθέν για λογαριασμό του πελάτη του ποσό.

Στην αγωγή και στις κατατεθείσες προτάσεις του τότε ενάγοντος περιεχόταν και οι κατωτέρω αναφερόμενοι μειωτικοί για τον εκκαλούντα ισχυρισμοί, που αφορούσαν τον τρόπο χειρισμού των υποθέσεων εκ μέρους του. Αυτός άσκησε ανταγωγή κατά του Π. Σ. αιτούμενος να υποχρεωθεί ο αντεναγόμενος-πρώην πελάτης του, να του καταβάλει 310000 δραχμές, οφειλόμενες ως αμοιβή του για τις προσδιορισθείσες ενέργειες, στις οποίες προέβη κατ' εντολήν του.

Με την 744/1992 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, έγιναν δεκτές εν μέρει η αγωγή και η ανταγωγή και αναγνωρίσθηκε ότι η οφειλόμενη από τον Π. Σ. αμοιβή του εκκαλούντος για τις αναφερόμενες στην αγωγή υποθέσεις ανερχόταν σε 516415 δραχμές, υποχρεώθηκε δε αυτός ως αντεναγόμενος να καταβάλει 179600 δραχμές στον αντενάγοντα ως αμοιβή για τις περιλαμβανόμενες στην ανταγωγή ενέργειες.

Ως προς τη μομφή που αποδιδόταν στον εκκαλούντα από τον πρώην εντολέα του ότι προέβη χωρίς τη συναίνεση του ιδίου στην άσκηση ενδίκων μέσων κατά της 67/1987 αποφάσεως του παραπάνω δικαστηρίου, που εκδόθηκε επί της από 28-7-86 αγωγής του κατά του συνδίκου της πτώχευσης της εταιρίας "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΞΥΛΟΥ ΞΥΛΟΠΑΝ ΑΕ", το δικαστήριο έκρινε πως ο σχετικός ισχυρισμός του ενάγοντος δεν ήταν πειστικός, διότι μεταξύ άλλων, ο τότε εναγόμενος Π.

Ν., "διακρινόμενος για την τυπική και επιμελή εκτέλεση των αναγκαίων για την εκτέλεση της εντολής ενεργειών, θα ενημέρωνε τον ενάγοντα ...". Μετά την πάροδο πέντε περίπου ετών από την έγερση της ανωτέρω 37415/1991 αγωγής του Π. Σ. κατά του εκκαλούντος και πάντως λίγο πριν τη συμπλήρωση της πενταετούς παραγραφής που προβλέπεται από το άρθρο 937 ΑΚ, ο τελευταίος άσκησε κατ' αυτού και του Ε.

Κ., πρώτου εφεσίβλητου, την από 2-1-1997 αγωγή του, που στηριζόταν στα άρθρα 57, 59, 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, 363 ΠΚ. Με αυτήν απέδιδε στους εναγομένους τη διάπραξη του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης και της συναφούς αδικοπραξίας του αστικού δικαίου και ζητούσε να αναγνωρισθεί η προσβολή της προσωπικότητας του δια των περιλαμβανομένων στην αμέσως προαναφερόμενη αγωγή και τις σχετικές προτάσεις του Π.

Σ. ψευδών, συκοφαντικών και δυσφημιστικών ισχυρισμών. Επίσης ζητούσε να διαταχθεί η άρση της προσβολής δι' εγγράφου δηλώσεως και η παράλειψη της στο μέλλον, καθώς και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας τους 2500000 δραχμές ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την προσβολή.

Στην αγωγή του εκείνη ο εκκαλών ανέγραφε μεν ότι η 37415/1991 αγωγή του Π. Σ. κατά του ιδίου ήταν "υπογεγραμμένη υπό του δευτέρου εναγομένου", δηλαδή του δικηγόρου Ε. Κ. (βλ. πρώτη σελίδα της), χωρίς να αποδίδει σ' αυτόν ρητά ότι τη συνέταξε, χωρίς όμως και να διευκρινίζει ότι ο συντάκτης της ήταν άλλος και ποιος.

Στη συνέχεια δε του κειμένου της ο ενάγων αναφερόταν στους ψευδείς, συκοφαντικούς και δυσφημιστικούς ισχυρισμούς των εναγομένων συλλήβδην (βλ. σελίδα 3,τελευταία παράγραφο της αγωγής) καθώς και στη γνώση αμφοτέρων ως προς το ψεύδος των σχετικών ισχυρισμών (βλ. σελ. 4 της αγωγής), το οποίο προέκυπτε, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, από τον ανά χείρας τους φάκελο και από όλα τα στοιχεία της υποθέσεως.

Η αγωγή αυτή έγινε αργότερα δεκτή εν μέρει με την 29873/2005, η απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν εις ολόκληρον 2000 Ευρώ στον ενάγοντα ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για ηθική του βλάβη. Τελεσιδικία της απόφασης αυτής, που δημοσιεύθηκε στις 7-9-2005, δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, ούτε επικαλείται οποιοσδήποτε διάδικος.

Μετά την έγερση της αμέσως παραπάνω αγωγής ο πρώτος εναγόμενος Ε. Κ.ς υπέβαλε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης την από 3-2-1997 έγκληση του κατά του ενάγοντος-εκκαλούντος με την οποία του απέδιδε ότι διέπραξε δια της ασκήσεως της αμέσως παραπάνω αγωγής του το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης εις βάρος του.

Ειδικότερα ο εγκαλών ισχυριζόταν ότι, ενώ ο Π. Ν. γνώριζε πως η αγωγή του Π. Σ. και οι προτάσεις του στη μεταξύ τους δίκη είχαν συνταχθεί από το πατέρα του αντιδίκου του Δ. Σ. και υπογραφεί τυπικώς μόνον από τον ίδιο κατά παράκληση του τελευταίου, άσκησε και κατά του ιδίου την αγωγή αποδίδοντας του ότι "έγραψε και υποστήριξε ψευδείς ισχυρισμούς εν γνώσει της αναλήθειάς τους".

Επίσης του απέδιδε ότι την άσκησε "κινούμενος από ελατήρια ταπεινά και από ιδιοτέλεια, αποσκοπώντας" αφ' ενός μεν να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του, εμφανίζοντας τον ως δικηγόρο που έγραψε και υποστήριξε ψευδείς ισχυρισμούς εν γνώσει της αναλήθειάς τους εις βάρος συναδέλφου του, αφ' ετέρου δε "στην αποκόμιση οικονομικού οφέλους μη θεμιτού".

Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το 1053/1997 βούλευμα του αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του Π. Ν., διότι δεν προέκυψαν "αποχρώσες ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου" για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης, ούτε στοιχειοθετείται εις βάρος του το αδίκημα της απλής δυσφήμισης ή της εξύβρισης του Ε.

Κ. (βλ. σκεπτικό Συμβουλίου στην 7η σελίδα του βουλεύματος, όπου και διαφοροποιείται η κρίση του από τη σχετική πρόταση του Εισαγγελέως, σύμφωνα με την οποία δεν προέκυπταν "καθόλου" ενδείξεις ενοχής του). Στην εισαγγελική δε πρόταση, στην οποία και αναφέρθηκε κατά τα λοιπά το Συμβούλιο, αναγράφεται ότι με την ως άνω αγωγή του Π.

Ν. αποδίδεται στον Ε. Κ. ότι "υπέγραψε (και όχι συνέταξε)" την αγωγή του Π. Σ., γεγονός που είναι αναμφισβήτητο και το καθοριστικό. Περαιτέρω η εισαγγελική πρόταση αναφέρεται στους ισχυρισμούς του τότε κατηγορουμένου, στο περιεχόμενο της αγωγής του Π. Σ. κατ' αυτού και στη σχεδόν πλήρη δικαίωση του με την 244/1992 προαναφερόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, γεγονότα που οδηγούν στο καταφανές συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος "δεν τέλεσε την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως ούτε κινήθηκε από ελατήρια ταπεινά και από ιδιοτέλεια, όπως εκλαμβάνει ο εγκαλών.

Αντίθετα άσκησε νόμιμο δικαίωμα του, έστω και την τελευταία ημέρα πριν την παραγραφή, ζητώντας έννομη προστασία από το αρμόδιο δικαστήριο, το οποίο εν καιρώ θα κρίνει αν υπέστη ή όχι ηθική βλάβη. Ούτε με την αγωγή του αυτή ο κατηγορούμενος αποσκοπούσε να πλήξει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος παρουσιάζοντας τον ως υποστηρίζοντα εν γνώσεί ψευδείς ισχυρισμούς εις βάρος συναδέλφου του".

Τέλος με σχετική σκέψη και διάταξη του βουλεύματος ο Ε. Κ.ς απηλλάγη από την καταβολή των δικαστικών εξόδων, διότι δεν προέκυψε ότι υπέβαλε την έγκληση του από δόλο ή βαρεία αμέλεια του. Η απαλλαγή του αυτή είχε προταθεί και με την εισαγγελική πρόταση.

Μετά ταύτα ο Π. Ν. άσκησε την κριθείσα πρωτοδίκως με την εκκαλουμένη απόφαση αγωγή του, με την οποία ισχυρίζεται ότι η προαναφερόμενη έγκληση του Ε. Κ. ήταν ψευδής και ο τελευταίος τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς της. Ισχυρίζεται ακόμη ότι δια της υποβολής της ο τελευταίος έχει υποπέσει στο αδίκημα της ψευδούς του καταμηνύσεως και της συκοφαντικής του δυσφημίσεως και έχει προσβάλλει δια των παρανόμων αυτών πράξεων του την προσωπική του και επαγγελματική τιμή και την υπόληψη, με συνέπεια να εκτίθεται σε κίνδυνο το μέλλον του στο δικηγορικό σώμα και την κοινωνία.

Ωσαύτως ισχυρίζεται ότι η δεύτερη εναγομένη Δ. Κ., η οποία κατέθεσε ως μάρτυρας κατά τη σχετικώς διενεργηθείσα εις βάρος του προανάκριση και βεβαίωσε τα όσα αναγράφονται στην έγκληση του Ε. Κ., εν γνώσει της αναλήθειάς τους, διέπραξε το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρος και προσέβαλε και αυτή την προσωπικότητα του δια της παράνομης αυτής πράξεως της με τις ίδιες ως άνω συνέπειες.

Το αναφερόμενο στην έγκληση του Ε. Κ. επί μέρους γεγονός ότι ο ενάγων του απέδιδε ότι "έγραψε και υποστήριξε" τους περιεχόμενους στην αγωγή του Π. Σ. ισχυρισμούς είναι αναληθές, διότι ο ενάγων ανέφερε στην αγωγή του ότι αυτός "υπέγραψε" και όχι "έγραψε". Από το σύνολο όμως των ανωτέρω αποδεικτικών στοιχείων δεν αποδείχθηκε η συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου στο πρόσωπο του Ε.

Κ., το οποίο είναι απαραίτητο για τη διάπραξη του αδικήματος της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής - δυσφήμισης κατ' άρθρα 229 και 363 ΠΚ. Συγκεκριμένα δεν αποδείχθηκε ότι αυτός υπέβαλε την έγκληση κατά του ενάγοντος γνωρίζοντας πως όσα του απέδιδε ήταν ψευδή. Διότι, ανεξαρτήτως από την προσεκτική γραμματική διατύπωση του ενάγοντος στο συγκεκριμένο σημείο, ενόψει του συνόλου του περιεχομένου της αγωγής, στην οποία δε γίνεται διάκριση μεταξύ του συντάκτη που έγραψε την αγωγή του Π.

Σ. και αυτού που την υπέγραψε, αλλ' αναφέρεται απλώς ότι την υπέγραψε ο Ε. Κ.ς σε συνδυασμό και με τις μομφές που αποδίδονται σ'αυτόν και τον Π. Σ. συλλήβδην για ψευδείς, συκοφαντικούς και δυσφημιστικούς ισχυρισμούς, των οποίων αμφότεροι γνώριζαν την αναλήθεια, εύλογα δημιουργήθηκε στον πρώτο εναγόμενο η πεποίθηση ότι του αποδιδόταν τελικώς και η γραφή της αγωγής του Π.

Σ.. Έτσι αυτός πίστεψε ότι αδικείτο από τον ενάγοντα, καθόσον-κατά τη συζήτηση της αγωγής του Π. Σ. ο ίδιος τον είχε πληροφορήσει, όπως συνομολογεί και ο ενάγων στο δικόγραφο της υπό κρίση δεύτερης αγωγής του, ότι η αγωγή δεν είχε συνταχθεί από αυτόν αλλά από το Δ. Σ.. 0 τελευταίος συνέταξε δε και τις σχετικές έγγραφες προτάσεις.

Αυτό αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι με αυτές προτάθηκε ένσταση παραγραφής των ανταγωγικώς προβληθεισών αξιώσεων του Π. Ν., η οποία δεν είχε προβληθεί στο ακροατήριο από τον Ε. Κ., που εκπροσώπησε τον τότε ενάγοντα Π. Σ.. 0 πρώτος εναγόμενος είχε ενημερώσει επίσης τον ενάγοντα ότι υπέγραψε την αγωγή και παρέστη στο ακροατήριο προς εξυπηρέτηση του συναδέλφου του Δ.

Σ.. Περαιτέρω το πραγματικά ουσιώδες περιεχόμενο της έγκλησης του Ε. Κ. δεν ήταν το αν έγραψε ή υπέγραψε την αγωγή, γεγονός που δεν είναι σε κάθε περίπτωση και το καθοριστικό, όπως δέχονται και οι δύο διάδικες πλευρές, αλλά η απόδοση στον ίδιο ως δικηγόρο ψευδών ισχυρισμών υπέρ του Π. Σ., εν γνώσει της αναλήθειάς τους.

Αυτοί οι ισχυρισμοί της αγωγής και των προτάσεων του Π. Σ. αναφέρονταν στην έλλειψη εντολής για άσκηση ενδίκων μέσων, όπως προεκτέθηκε, γεγονός από το οποίο φερόταν ότι προέκυπτε η έλλειψη υποχρέωσης για την καταβολή αμοιβής για την άσκηση ή και συζήτηση τους και η παράνομη κατακράτηση τέτοιας αμοιβής, σε καθυστερημένη κατάθεση της αγωγής του Π.

Σ. κατά της "ΞΥΛΟΠΑΝ ΑΕ", γεγονός που φερόταν ότι είχε ως συνέπεια την παραγραφή αξιώσεων του τελευταίου, σε απόκρυψη του αποτελέσματος εκείνης της δίκης σε πρώτο βαθμό, καθώς και σε πραγματικά γεγονότα που αφορούσαν την επαγγελματική κατάσταση και προσανατολισμό του Π. Ν.. 0 Ε. Κ.ς, που δεν ασχολήθηκε καν με τη σύνταξη των σχετικών δικογράφων και είχε στοιχειώδη γνώση της υπόθεσης απλώς για να την υποστηρίξει στο ακροατήριο, δεν γνώριζε όμως, ούτε ήταν δυνατό να γνωρίζει την αναλήθεια αυτών των περιστατικών, που αποτέλεσε αντικείμενο της σχετικής δικαστικής κρίσης.

Αυτή η αναλήθεια δεν ήταν καν δυνατό να προκύψει από το περιεχόμενο του φακέλου εκείνης της υπόθεσης, όπως ισχυρίσθηκε στην παραπάνω πρώτη αγωγή του ο ενάγων, αφού ούτε ο ίδιος επικαλείται ότι είχε έγγραφη δοθείσα σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο εντολή του Π. Σ. για την έγερση της αγωγής του, έγγραφη εντολή του για την άσκηση ενδίκων μέσων ή ότι ο ίδιος ενημέρωσε εγγράφως τον τότε πελάτη του για την έκβαση της δίκης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Επίσης οι αβάσιμοι ισχυρισμοί του ενάγοντος Π. Σ. ως προς την επαγγελματική κατάσταση, προσανατολισμό και συμπεριφορά του Π. Ν., δεν ήταν δυνατό να προκύπτουν από έγγραφα του φακέλου. Η απόδοση ευθυνών, υπό αυτές τις συνθήκες, στον Ε. Κ., που υπέγραψε την αγωγή και τις προτάσεις και παρέστη απλώς στο ακροατήριο, παρότι δεν ήταν καν ο συντάκτης της αγωγής και των προτάσεων, θα οδηγούσε στο άτοπο να αποδίδονται ευθύνες σε κάθε δικηγόρο που υποστηρίζει αβάσιμη αγωγή, εμπεριέχουσα και μειωτικούς για τον αντίδικο αναληθείς ισχυρισμούς, τους οποίους υποστηρίζει ο πελάτης που εκπροσωπεί, έστω και αν ο δικηγόρος αυτός δεν γνωρίζει, ούτε μπορεί να γνωρίζει την αναλήθεια τους.

Η πλειονότητα μάλιστα των ασκουμένων αγωγών, που στηρίζονται στις πληροφορίες τις οποίες παρέχει ο πελάτης στο δικηγόρο, εμπεριέχουν ισχυρισμούς μειωτικούς για τους εναγόμενους, αφού αυτοί φέρονται να είναι υπεύθυνοι για παράβαση υποχρεώσεων τους ως πολιτών ή για την ανώμαλη εξέλιξη σχέσεων που άπτονται των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων.

Υπό αυτές τις συνθήκες το αποδιδόμενο, με την ανωτέρω πρώτη αγωγή, στον Ε. Κ. γεγονός περί ψευδών ισχυρισμών του εν γνώσει της αναλήθειάς τους ήταν αναληθές και, όπως ο ίδιος πίστευε και συκοφαντικό. 0 ενάγων ισχυρίσθηκε ακόμη ότι στον πρώτο εναγόμενο δεν απέδιδε και δεν αποδίδει ευθύνη αυτουργού αλλά συμμέτοχου (συνεργού) στη συκοφαντική του δυσφήμιση, την προξενηθείσα δια της αγωγής του Π.

Σ.. Και ο σχετικός όμως ισχυρισμός, αντιμετωπιζόμενος υπό το πρίσμα του ανωτέρω ουσιώδους περιεχομένου της εγκλήσεως του Ε. Κ., δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική από την παραπάνω κρίση, αφού και αυτός ο ισχυρισμός εμπεριέχει απόδοση ευθυνών για ψευδείς ισχυρισμούς εν γνώσει του ψεύδους τους, δεδομένου ότι, για να προσλάβει οποιοσδήποτε την ιδιότητα συνεργού (αμέσου ή απλού), πρέπει να γνωρίζει το δόλο του δράστη και να συνδράμει εκ προθέσεως (άρθ. 46 παρ. 1 β και 47 παρ. 1 ΠΚ).

Η κρίση του δικαστηρίου ως προς την έλλειψη δόλου του Ε. Κ. κατά την υποβολή της εγκλήσεως του ενισχύεται και από τα εξής, τα οποία αφορούν τα ποινικά σκέλη της υπόθεσης: 1)Η εισαγγελική πρόταση του απαλλακτικού για τον Π. Ν. βουλεύματος, στην οποία αναφέρθηκε και το δικαστικό συμβούλιο, προσδιορίζει ότι αυτός δεν κινήθηκε από ιδιοτέλεια, όπως "εκλαμβάνει" ο εγκαλών, καθιστώντας σαφές ότι ο τελευταίος πίστευε το σχετικό ισχυρισμό του 2)0 ενάγων απηλλάγη τελικώς με το βούλευμα λόγω ελλείψεως αποχρωσών ενδείξεων ενοχής του για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης του Ε.

Κ. κατά τα προδιαλαμβανόμενα. 3)0 τελευταίος απηλλάγη, όπως προεκτίθεται, της καταβολής των δικαστικών εξόδων για την υποβληθείσα εκ μέρους του έγκληση, διότι κρίθηκε ότι δεν την υπέβαλε από δόλο ή βαρεία αμέλεια του, αυτή δε η διάταξη είναι σύμφωνη με το σκεπτικό σύμφωνα με το οποίο ο εγκαλών (αβασίμως) εκλάμβανε ότι ο αντίδικος του είχε κινηθεί από ιδιοτέλεια και για πορισμό οφέλους μη θεμιτού. 4)0 Ε.

Κ.ς απηλλάγη τελεσιδίκως ελλείψει δόλου για τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμισης, τα οποία εφέρετο ότι διέπραξε εις βάρος του Π. Ν. δια της υποβολής της δικής του έγκλησης. Ειδικότερα με την 462/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ο Ε. Κ.ς κηρύχθηκε με την ανωτέρω αιτιολογία αθώος κατά πλειοψηφία (ενός μέλους εκείνου του δικαστηρίου έχοντος αντίθετη άποψη) των ανωτέρω αδικημάτων, για τα οποία είχε υποβληθεί πριν την έγερση της κρινόμενης αγωγής έγκληση του Π.

Ν., καθώς και του αδικήματος της απλής δυσφήμισης και εξύβρισης. Αφού αποδείχθηκε, σύμφωνα με τα παραπάνω, ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν διέπραξε εις βάρος του ενάγοντος τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμισης ερευνητέο είναι αν τέλεσε την άδικη και παράνομη πράξη της απλής δυσφήμισης του.

Οι ισχυρισμοί που περιλαμβάνονται στην έγκληση του είναι δυσφημιστικοί για τον ενάγοντα. Από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται όμως ότι ο πρώτος εναγόμενος, πεπεισμένος, για όλους τους παραπάνω λόγους, ότι ενάγων διέπραξε εις βάρος του το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης δια της αγωγής που απηύθυνε και κατ' αυτού και έχοντας υπόψη του την ύπαρξη σειράς προσωπικών αγωγών, που άσκησε ο ενάγων στρεφόμενος κατά αρκετών προσώπων, γεγονός το οποίο συνομολογεί και ο ίδιος στο πρώτο τμήμα της προσθήκης-αντίκρουσης επί των εγγράφων προτάσεων του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (βλ.

σελ. 8 των προτάσεων-προσθήκης, όπου ο ενάγων δέχεται την ύπαρξη τέτοιων αγωγών, αιτιολογεί την άσκηση τους επικαλούμενος ότι οι εναγόμενοι σ'αυτές τον έθιξαν ή τον αδίκησαν, αναφέρεται στη δικαίωση του σε εκείνες που έχουν κριθεί και καθορίζει πως αυτές δεν ήταν "βεβαίως τεσσαράκοντα", αριθμό στον οποίο τις προσδιόρισε κατά προσέγγιση ο πρώτος εναγόμενος), υπέβαλε την έγκληση του ενώπιον του αρμοδίου κατά νόμο οργάνου (Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης) και διέλαβε τα αναφερόμενα σ'αυτήν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον στην προσπάθεια του να διαφυλάξει τη δική του τιμή και υπόληψη.

Οι περιεχόμενοι δε στην έγκληση ισχυρισμοί αποτελούσαν, ενόψει όλων αυτών των ειδικών περιστάσεων, επιβεβλημένο in concrteto μέσο για τη διαφύλαξη του σχετικού συμφέροντός του που δεν ήταν δυνατό να επιτευχθεί με άλλο μέσο. Τα χωρία της έγκλησης ειδικότερα τα αναφερόμενα σε ταπεινά ελατήρια, ιδιοτέλεια και αποκόμιση οφέλους μη θεμιτού συνδέονται αμέσως με την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης και εξειδικεύουν τον ισχυρισμό του εγκαλούντος ότι ο ενάγων άσκησε εν γνώσει του αγωγή αναληθή, επιδιώκοντας την καταψήφιση και χρηματικού ποσού.

Από το περιεχόμενο της έγκλησης δεν προκύπτει και ειδικός σκοπός εξύβρισης του ενάγοντος, καθόσον οι εκφράσεις που χρησιμοποίησε ο πρώτος εναγόμενος δεν υπερέβαιναν το αναγκαίο μέτρο για την απόδοση όσων πίστευε και όσων ήταν αντικειμενικά απαραίτητα για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του. Επομένως αίρεται κατ' άρθρο 367 ΠΚ ο άδικος χαρακτήρας της απλής δυσφήμισης, κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως του εναγομένου αυτού περί προστασίας δικού του δικαιώματος του, που προβλήθηκε με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έγγραφες προτάσεις του (βλ.

σελίδα 7 των προτάσεων του εν τέλει) και δε συντρέχει περίπτωση παράνομης υπό οποιαδήποτε μορφή προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος εκ μέρους του. Η αγωγή, η οποία στηρίζεται, κατά το σκέλος της που στρέφεται κατά του πρώτου εναγομένου, σε τέτοια παράνομη προσβολή δια της συμμετοχής του στα ποινικά αδικήματα της συκοφαντικής δυσφήμισης και της ψευδούς καταμήνυσης και της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου και δια δυσφημιστικών διαδόσεων, στις οποίες συμμετείχε γνωρίζοντας και αποδεχόμενος την αναλήθειά τους (άρθ. 920 ΑΚ), είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Ο ενάγων δεν περιέλαβε στην αγωγή του βάση περί υπαίτιας άγνοιας του εναγομένου και συγκεκριμένα βάση στηριζόμενη σε προσβολή της προσωπικότητας του από αμέλεια του, παρά τους περιεχόμενους στην έφεσή του ισχυρισμούς ότι το δικαστήριο θα έπρεπε να ερευνήσει και αυτό το ενδεχόμενο. Και αν όμως είχε γίνει δεκτό ότι στην αγωγή του περιλαμβανόταν και τέτοια βάση, και αυτή θα απερρίπτετο ως αβάσιμη κατ'ουσίαν, αφού, υπό τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι δεν αποδείχθηκε πως ο πρώτος εναγόμενος δεν επέδειξε την επιμέλεια και προσοχή που όφειλε και μπορούσε από τις περιστάσεις να καταβάλει ένας μέσος

συνετός εγκαλών δικηγόρος και πως υπέβαλε την έγκληση του αγνοώντας από αμέλεια ότι οι περιλαμβανόμενοι σε αυτήν ισχυρισμοί του ήταν αναληθείς.

Εξάλλου η δεύτερη εναγομένη, επίσης δικηγόρος Θεσσαλονίκης, στεγαζόμενη κατά το έτος 1997 σε γραφείο ευρισκόμενο στον ίδιο όροφο της πολυκατοικίας όπου διατηρούσε το γραφείο του ο Ε. Κ.ς, εξεταζόμενη ενόρκως ως προταθείσα απ' αυτόν μάρτυρας κατά την προανάκριση που διενεργείτο εις βάρος του ενάγοντος για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμιση του, κατέθεσε ενώπιον του Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης στις 2-4-1997 για την παρουσία της κατά τη θυροκόλληση της πρώτης παραπάνω αγωγής του ενάγοντος κατά του πρώτου εναγομένου στη θύρα του γραφείου του από τον αρμόδιο δικαστικό επιμελητή, εξ αφορμής της οποίας και έλαβε κατ' αρχήν γνώση της υπόθεσης.

Στη συνέχεια κατέθεσε κατά λέξη: "Επειδή συζητήθηκε το θέμα μεταξύ των συναδέλφων, έμαθα ότι η εν λόγω αγωγή αφορούσε παλαιότερη υπόθεση, στην οποία ο κ. Κ. είχε εξυπηρετήσει άλλο συνάδελφο, δικηγόρο, και τον παρουσίαζε να φέρεται αντισυναδελφικά, δυσφημώντας συκοφαντικά το δικηγόρο Π. Ν., αλλ' όπως έμαθα ο κ.

Ν. εν γνώσει του ψευδώς τα ισχυριζότανε αυτά στην αγωγή του γιατί ήξερε τη σχέση εξυπηρέτησης που συνέδεε τον κ.Κ. με τον κ. Σ.". Σε συμπληρωματική της δε κατάθεση που δόθηκε στις 27-5-1997 κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας ενώπιον του ιδίου Πταισματοδίκη η δεύτερη εναγομένη δήλωσε ενόρκως: "... όσα κατέθεσα την 2/4/97 τα έλαβα γνώση:

α)Επειδή βρισκόμουνα στο γραφείο του κ.Κ. την 10/1/97, β)από τη συζήτηση μου με τον ίδιο τον κ. Κ. και τη συνάδελφο Μ. Π. και γ)κυρίως ανέγνωσα τις από 11/3/92 προτάσεις στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης του κ. Π. Ν. κατά Π. Σ. και στην οποία χαρακτηριστικά γράφει ότι τις από 15-11-91 προτάσεις καθώς και την αγωγή του κ.

Π. Σ. τις συνέταξε ο πατέρας του Δ. Σ.ς". Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι εναγομένη περιέλαβε στην αρχική και τη συμπληρωματική της κατάθεση εν γνώσει της οποιαδήποτε ψέματα. Αντιθέτως αυτή δήλωσε ότι όσα καταθέτει τα έμαθε από τον πρώτο εναγόμενο και τη Μ. Π. (δικηγόρο Θεσσαλονίκης επίσης, εγγονή του Δ.

και ανηψιά του Π. Σ.), όπως επίσης κατέθεσε και τις αιτιολογίες στις οποίες ο Ε. Κ.ς στήριζε τους ισχυρισμούς του εις βάρος του Π. Ν.. Όσα κατέθεσε τα στήριξε ακόμη στην ανάγνωση των από 11-3-1992 προτάσεων του Π. Ν. στο Μονομελές Πρωτοδικείο, τις οποίες κατέθεσε επί της αγωγής του Π. Σ.. Αληθές είναι ότι ο τελευταίος σε τρία σημεία αυτών των προτάσεων του επαναλαμβάνει ότι τη σχετική αγωγή τη συνέταξε ο πατέρας του ενάγοντος (βλ.

φύλλα 1, 5 και 8, στο τελευταίο από τα οποία γίνεται και εκτενής μνεία σε πληροφόρηση του ιδίου του Π. Ν. από ορισμένους συναδέλφους τους ότι Ε. Κ.ς "δεν ξέρει τι να κάνει", διότι υπέγραψε την αγωγή). Το μόνο ανακριβές σημείο της κατάθεσης της είναι η αναφορά της σε προτάσεις που φέρουν ημερομηνία 15-11-91, οι οποίες φέρεται ότι συντάχθηκαν από τον πατέρα του Π.

Σ. κατά τους ισχυρισμούς που αποδίδει η εναγομένη στον ενάγοντα. Και αυτό όμως δεν αποδείχθηκε ότι αναφέρθηκε ψευδώς εν γνώσει της αναλήθειάς του. Περαιτέρω η συγκεκριμένη αναφορά ήταν και άνευ οποιασδήποτε σημασίας, σε σχέση με την έγκληση, διότι στις 15-11-91 δεν είχε καν αρχίσει η αντιδικία μεταξύ ενάγοντος και Π.

Σ., αφού η αγωγή του τελευταίου κατατέθηκε στις 9-12-1991, η τυχόν δε σύνταξη προγενέστερων της αντιδικίας τους προτάσεων από τον πατέρα του δεν ασκούσε οποιαδήποτε επιρροή. Επομένως η δεύτερη εναγομένη δεν τέλεσε τα αδικήματα της ψευδορκίας μάρτυρος, της συκοφαντικής δυσφήμισης, απλής δυσφήμισης ή εξύβρισης εις βάρος του ενάγοντος, ούτε βεβαίως τις αντίστοιχες αδικοπραξίες του αστικού δικαίου και παράνομη, υπό οποιαδήποτε μορφή, προσβολή της προσωπικότητας του δια της ως άνω καταθέσεως της.

Σ' αυτήν περιέλαβε μόνον πραγματικά γεγονότα και ισχυρισμούς που έμαθε από τρίτους και από ορισμένα δικόγραφα, όπως ρητά εξ υπαρχής διευκρίνισε (κατονομάζοντας στη συμπληρωματική της κατάθεση και συγκεκριμένα όλες τις πηγές της πληροφόρησής της), η δε σχηματισθείσα κρίση της για την επαγγελματική ενέργεια του ενάγοντος να εγείρει την πρώτη αγωγή κατά του Ε.

Κ. αιτιολογείται και συνδέεται αμέσως με τη σχετική πληροφόρησή της, χωρίς να χρησιμοποιείται οποιαδήποτε έκφραση που να μην ήταν αντικειμενικά αναγκαία για τη διατύπωση της και που να υποδηλώνει σκοπό εξύβρισης του ενάγοντος. Και αν το δικαστήριο όμως είχε κρίνει ότι η κατάθεση περιείχε και δυσφημιστικά για τον ενάγοντα γεγονότα, πράγμα που δε συμβαίνει, και πάλι σε όμοια κατ' αποτέλεσμα κρίση θα κατέληγε, διότι σ'αυτή την περίπτωση θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι, αφού αυτή πίστευε στην αλήθεια τους, είχε υποχρέωση να προβεί στην κατάθεσή τους εκπληρώνοντας το σχετικό νόμιμο καθήκον μαρτυρίας της, αφού κλήθηκε ως μάρτυρας κατά την προανάκριση, όπως και επικαλέσθηκε στις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (βλ.

σελ. 16 των κοινών προτάσεων που υπέβαλε με τον πρώτο εναγόμενο, όπου ειδικότερα αναφέρει: "ως μάρτυρας στον ενεργούντα προανάκριση πταισματοδίκη κατέθεσα όσα υπέπεσαν στην αντίληψη μου και όσα μου ανακοίνωσε ο Ε. Κ.ς"). Η κρίση του δικαστηρίου επί της έλλειψης οποιασδήποτε ευθύνης της δεύτερης εναγομένης ενισχύεται και από την απαλλαγή της για τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρος και της συκοφαντικής δυσφήμισης, που φερόταν ότι διέπραξε εις βάρος του εκκαλούντος, με την 3150/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία κατέστη ως προς αυτό το σκέλος της τελεσίδικη μετά την απόρριψη της έφεσης που άσκησε κατ' αυτού ο Εισαγγελέας Εφετών ως απαράδεκτης με την 461/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης".

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι'αυτής λόγοι αναιρέσεως: Ειδικότερα:

Α. ΚΥΡΙΟ ΔΙΚΟΓΡΑΦΟ Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.

Αντίθετα δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ως και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, τελευταία περίπτωση η οποία συντρέχει και με την παραδοχή γεγονότων ως αποδειχθέντων, αντίθετων προς εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσίαν.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Β' Ολ.

ΑΠ 2/2008). Μη λήψη, πάντως, δεν σημαίνει από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου, στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Η τυπική προϋπόθεση της επικλήσεως απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού αναιρέσεως και για την δικαστική ομολογία, παρά το γεγονός ότι λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς.

Με τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο και τελευταίο κατά σειρά λόγους προβάλλονται οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 8β και 11γ ΚΠολΔ, με την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη (i) τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, αντίστοιχους του περιεχομένου (α) της ομολογίας του πρώτου των αναιρεσίβλητων με την προσθήκη στις από 19.5.1998 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης προτάσεις του ότι "το αποτέλεσμα της επίμαχης αγωγής, με την υπ' αριθμ. 244/1992 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία δικαίωσε τον ενάγοντα, γεγονός το οποίο αποδεικνύει ότι οι επίμαχοι χαρακτηρισμοί δεν στάθηκαν ικανοί να εξαπατήσουν το Δικαστήριο, φρονώ ότι η κρινόμενη αγωγή δεν ευρίσκει έρεισμα στο νόμο και την κρατούσα νομολογία", (β) των αιτιολογιών (αα) του παραπεμπτικού για τον πρώτο των αναιρεσίβλητων για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφημήσεως ... 629/1999 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, (ββ) της καταδικαστικής για εκείνον 3150/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και (γγ) της μειοψηφίας της επακολουθήσασας κατά πλειοψηφία 461, 462/2004 αθωωτικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (2ος λόγος), (γ) των 29873/2005 Πρακτικών του Θ' Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης περί υιοθετήσεως από τον πρώτο των αναιρεσίβλητων του κατ' εκείνη τη δίκη αγωγικού ισχυρισμού περί ασκήσεως εκ μέρους του αναιρεσείοντος, ως πληρεξούσιου δικηγόρου του Π.

Σ., ασκόπων ενδίκων μέσων προς δικονομική επιβάρυνση του τελευταίου (3ος λόγος) και (δ) των αιτιολογικών της μειοψηφίας της κατά πλειοψηφία αθωωτικής για την αποδοθείσα στη δεύτερη των αναιρεσίβλητων αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας 3150/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (4ος λόγος), που προέβαλε με τις ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προτάσεις του, και παράλληλα, με αντίστοιχη σειρά και αρίθμηση, (ii) τα με στοιχ. (α) - (δ) χαρακτηριζόμενα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού του περί δόλου των αναιρεσίβλητων.

Με την εκτίμηση (i) ότι πρόκειται για επιχειρηματολογία προς θεμελίωση από ουσιαστική άποψη των αγωγικών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος και με την έννοια αυτή δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια, σε κάθε περίπτωση λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκαν εκ των πραγμάτων με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, πραγματικών περιστατικών αντίθετου περιεχομένου προς τους αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, με βάση τα οποία αρνητικά αξιολόγησε και απέρριψε κατ'ουσίαν την αγωγή του τελευταίου και (ii) ότι από την βεβαίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού αυτού πορίσματός της έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, εκτιμώμενη σε συνδυασμό προς το σύνολο των αιτιολογιών της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη τα με στοιχ. (β) - (δ) έγγραφα, χωρίς παράλληλα το με στοιχ. (α) επικαλούμενο αποδεικτικό μέσο να αποτελεί (εξώδικη) ομολογία του πρώτου των αναιρεσίβλητων, αλλά πραγματικό αυτού επιχείρημα και συμπέρασμα, το οποίο διετύπωσε ο τελευταίος προς απόκρουση της κατ' αυτού απευθυνομένης από 2.1.1997 αγωγής του αναιρεσείοντος, οι εν λόγω αναιρετικές αιτιάσεις ελέγχονται ως αβάσιμες.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από αυτό, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει το συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Περαιτέρω, κατά τους ορισμούς της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκείς αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος, Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 57 παρ. 1 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται. Προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει σε κάθε μειωτικής επεμβάσεως από τρίτο στη σφαίρα αυτής, δηλαδή σε οποιοδήποτε από τα αγαθά που συνθέτουν την προσωπικότητα ταυ άλλου, που συνιστούν συντελεστές, προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητας του ανθρώπου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής ή ψυχικής πνευματικής και κοινωνικής προσωπικότητας του βλαπτομένου κατά το χρονικό σημείο της προσβολής.

Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος το οποίο όμως είναι είτε από άποψη έννομης τάξεως μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Ενόψει της συγκρούσεως των προστατευομένων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα συμφέροντα για τη διακρίβωση της υπάρξεως προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της.

Για την προστασία της προσωπικότητας δεν απαιτείται η ύπαρξη πταίσματος, δόλου ή αμέλειας, αυτού που προσβάλλει. Απαιτείται όμως για την αξίωση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, αφού το άρθρο 57 παρ. 3 του ΑΚ παραπέμπει στις διατάξεις περί αδικοπραξιών. Ειδικότερα, κατά τους ορισμούς του άρθρου 914 ΑΚ: "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", κατά το άρθρο 920 ΑΚ: "όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει", ενώ κατά το όρθρο 932 του ίδιου Κώδικα: "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας που ή στερήθηκε την ελευθερία τους>>. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 920 ΑΚ, προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι: α) Υποστήριξη ή διάδοση αναληθών ειδήσεων, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο.

Υποστήριξη είναι ο ισχυρισμός των ειδήσεων μπροστά σε τρίτους με επιχειρήματα υπέρ της αληθείας τους, ενώ διάδοση είναι η απλή ανακοίνωση (κοινολόγηση) των ειδήσεων που άλλος έχει υποστηρίξει. Ως ειδήσεις νοούνται οι πληροφορίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε περιστατικό σχέσεις ή καταστάσεις, οι οποίες εκθέτουν σε κίνδυνο κατά τον χρόνο της υποστήριξης ή διάδοσης, ένα από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στην πιο πάνω διάταξη αγαθά, ήτοι την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του θιγομένου.

Οι υποστηριζόμενες δε ή διαδιδόμενες ειδήσεις πρέπει να είναι σαφείς και συγκεκριμένες, να αναφέρονται δηλαδή σε ορισμένα γεγονότα, διότι αόριστες υπόνοιες, χωρίς αναφορά σε ορισμένα γεγονότα, δεν αποτελούν "ειδήσεις". Επιπλέον οι ειδήσεις αυτές πρέπει να είναι και αναληθείς, δηλαδή ή να μην αληθεύει εξολοκλήρου το σχετικό γεγονός ή να παρουσιάζεται παραποιημένο.

Αν το γεγονός αυτό αληθεύει, δεν γεννάται ευθύνη από την προαναφερόμενη διάταξη, αλλά ενδεχομένως από εκείνη του άρθρου 919 ΑΚ, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του που προαναφέρθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο της παρούσας, β) Γνώση ή υπαίτια άγνοια της αναληθείας των υποστηριζόμενων ή διαδιδόμενων ειδήσεων.

Πρέπει δηλαδή, αυτός που υποστηρίζει ή διαδίδει τις αναληθείς ειδήσεις να γνωρίζει ή υπαιτίως (δηλαδή από αμέλεια) να αγνοεί την αναλήθεια αυτών, διαφορετικά, ευθύνη από την παραπάνω διάταξη δεν τον βαρύνει, γ) Οι υποστηριζόμενες ή διαδιδόμενες αναληθείς ειδήσεις να εκθέτουν αιτιωδώς και πραγματικά σε κίνδυνο ένα από τα προαναφερόμενα αγαθά του θιγομένου, χωρίς να αρκεί η διαπίστωση ότι αυτές είναι αφηρημένα ικανές να εκθέσουν τα αγαθά αυτά σε κίνδυνο.

Και δ) ύπαρξη ζημίας (περιουσιακής), αιτιωδώς προκαλούμενης από την έκθεση σε κίνδυνο ενός από τα παραπάνω αγαθά. Επιπλέον ο παθών, εκτός από την αποζημίωση, με βάση την αδικοπραξία του άρθρου 920 ΑΚ, δικαιούται και χρηματική ικανοποίηση, για, την ηθική βλάβη που υπέστη από τις αναληθείς ειδήσεις. Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920 και 932 του ΑΚ θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται ορισμένη έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιό τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.

Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως ψευδή καταμήνυση, για τη στοιχειοθέτηση της οποίας απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθεια και να απέβλεπε με αυτήν την κίνηση ποινικής ή πειθαρχικής αξιώσεως εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του αναληθώς εγκαλούντος, εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 295 παρ. 1, 362 και 363 Π.Κ,, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφημήσεως, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση με την έννοια που προαναφέρθηκε και για το άρθρο 920 του ΑΚ από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του.

Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, το οποίο στη συκοφαντική δυσφήμηση πρέπει να είναι και ψευδές, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερομένη στο παρελθόν ή παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια και προσβάλλει την τιμή και υπόληψη του προσώπου στα στοιχεία της προσωπικότητας του.

Εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του δράστη να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει το βλαπτικό γεγονός, για δε την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.

Ωστόσο, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, παραμένει όμως η απλή δυσφήμηση ως προσβάλλουσα επίσης την προσωπικότητα σε βαθμό μη ανεκτό, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες από το άρθρο 367 παρ. 1 Π.

Κ. περιπτώσεις, οι οποίες αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως. Έτσι, σύμφωνα με την παρ.1 του άρθρου 367 ΠΚ, ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημιστικής εκδήλωσης κατ' αρχήν - αίρεται και όταν αυτή γίνεται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη [προστασία] δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις Κατ' εξαίρεση, όμως, το αποτέλεσμα αυτό δεν επέρχεται, σύμφωνα με την παρ,2 του άρθρου 367 ΠΚ, και παραμένει η ποινική ευθύνη, όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης, που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του και περιφρόνηση αυτού.

Ειδικός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν κατ' αντικειμενική κρίση αναγκαίος για την ακριβή και πρέπουσα απόδοση των στοχασμών του προσβολέα, ο οποίος μολονότι τελούσε σε επίγνωση τούτου, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του άλλου.

Από την ανωτέρω διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 367 του ΠΚ προκύπτει ότι ο νόμος εισάγει εξαιρέσεις, όσον αφορά την εκδήλωση έκφρασης γνώμης ή κρίσης, έστω και δυσμενούς, συναπτόμενης προς επιστημονικές, καλλιτεχνικές ή επαγγελματικές εργασίες, επιτρεπομένης της κριτικής, αφού έτσι προάγεται η επιστήμη, η δε ανταλλαγή γνωμών άγει στην έρευνα και στη διαπίστωση της πιο ωφέλιμης προοδευτικής αρχής, χάριν της προστασίας του ανθρώπου.

Με τη διάταξη αυτή εισάγεται λόγος που αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης της εξύβρισης και της απλής δυσφήμησης. Νόμιμο καθήκον είναι εκείνο που πηγάζει από τον νόμο και παρέχει δικαίωμα στον φορέα να ενεργήσει, εντός όμως των προδιαγεγραμμένων ορίων. Ειδικότερα ο νομίμως διορισμένος δικηγόρος έχει υποχρέωση να υπερασπίζει τον εντολέα του ενώπιον κάθε δικαστηρίου και ενώπιον κάθε αρχής (άρ. 39 ν.δ. 3026/54 - περί του Κώδικα Δικηγόρων).

Κατά την άσκηση του λειτουργήματος του οφείλει να εκτελεί την ανατιθέμενη εντολή ευσυνείδητα και επιμελώς (άρ. 46 παρ. 1). Ο δικηγόρος υποχρεούται να τηρεί την προσήκουσα ευπρέπεια και μετριότητα εκφράσεων κατά τις προφορικές και έγγραφες ενέργειες (άρ. 48 ιδίου ν.δ). Επίσης ο δικηγόρος υποχρεούται να μη υπογράφει δικόγραφα που δεν συνετάγησαν από αυτόν ή για τα οποία δεν διασκέφθηκε προηγουμένως με το συντάκτη τους (αρθρ. 51 του ίδιου ν.δ).

Εντεύθεν έπεται ότι ο δικηγόρος, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, υποχρεούται να ενεργεί εντός λογικών ορίων και οι πράξεις ή οι φράσεις του, να επιβάλλονται στη συγκεκριμένη περίπτωση, ιδιαίτερα όσες φορές επιδιώκεται να καταδειχθεί η μη προσήκουσα συμπεριφορά του αντιδίκου δικηγόρου. Η χρήση φράσεων ή λέξεων, δηλωτικών μομφής ή χαρακτηρισμού μιας ενέργειας, είναι δυνατό να ελεγχθεί, αν υπερβαίνει το αναγκαίο και επιβαλλόμενο μέτρο υπεράσπισης του εντολέα.

Το δικαστήριο ή το συμβούλιο υποχρεούται να ελέγχει κατά προτεραιότητα τον χαρακτηρισμό των φράσεων ως συκοφαντικών, απλώς δυσφημιστικών ή ότι ενέχουν σκοπό εξύβρισης. Εάν αποφανθεί αρνητικά, αναφορικά με την συκοφαντική δυσφήμιση, η οποία υπάγεται στην παρ. 2 του άρ. 367 ΠΚ, αφού, η συκοφαντική δυσφήμιση, ως προσβάλλουσα την προσωπικότητα σε βαθμό μη ανεκτό, δεν εξοβελίζεται έναντι της κριτικής ή της άσκησης νομίμων καθηκόντων, θα προχωρήσει περαιτέρω και θα σταθμίσει τα προβαλλόμενα ως απλή δυσφήμιση ή εξύβριση, αιτιολογώντας την κρίση του.

Οι διατάξεις των άρθρων 361 έως 367 ΠΚ για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζονται αναλογικά και οτο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ ΑΚ, ώστε αιρουμένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη της ΠΚ 367), αποκλείεται και το στοιχείο του παράνομου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.

Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και σαφήνεια διαλαμβάνεται (α) ότι η 37415/1991 αγωγή που ασκήθηκε από τον Π. Σ. κατά του αναιρεσείοντος, ως και οι προτάσεις που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση αυτής, είχαν συνταχθεί από τον πατέρα του κατ' εκείνη τη δίκη ενάγοντος Δ.

Σ., ο οποίος υπήρξε δικηγόρος Θεσσαλονίκης, υπογράφηκαν δε από τον πρώτο των αναιρεσίβλητων ως πληρεξούσιο δικηγόρο του εν λόγω ενάγοντος, (β) ότι στην εν λόγω αγωγή, με την οποία εδιώκετο να αναγνωρισθεί ότι η συνολική αμοιβή του κατ' εκείνη τη δίκη εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος για δύο υποθέσεις του ενάγοντος Π.

Σ., που χειρίσθηκε ως πληρεξούσιος αυτού δικηγόρος, ανερχόταν στο ποσό των 166.476 δρχ. αντί εκείνου των 640.000 δρχ., τα οποία ο τελευταίος παρακράτησε από εισπραχθείσα για λογαριασμό του εντολέως του Π. Σ. αξίωση, αποδιδόταν στον ήδη αναιρεσείοντα, ως εναγόμενο, η μομφή και ο μειωτικός για την προσωπικότητά του ισχυρισμός ότι χωρίς τη συναίνεση του εντολέως του Π.

Σ. προέβη στην άσκηση ενδίκων μέσων κατά της 67/1987 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε εκδοθεί επί της από 28.7.1986 αγωγής του, (γ) ότι ο αναιρεσείων, επικαλούμενος ότι με τους περιεχόμενους στην εν λόγω αγωγή μειωτικούς της προσωπικότητάς του ισχυρισμούς, ο Π. Σ.ς και ο πρώτος των αναιρεσίβλητων διέπραξαν σε βάρος του την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, με την απευθυνόμενη κατ' αυτών την από 2.1.1997 αγωγή του αξίωσε την άρση της εντεύθεν προσβολής της προσωπικότητάς του, με παράλληλο αίτημα προς διάγνωση της από την αιτία αυτή αξιώσεώς του χρηματικής ικανοποιήσεως, (δ) ότι μετά την άσκηση της εν λόγω αγωγής ο πρώτος των αναιρεσίβλητων υπέβαλε την από 3.2.1997 έγκλησή του κατά του ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία απέδωσε στον τελευταίο ότι, παρά το γεγονός ότι γνώριζε ότι η αγωγή κατ' αυτού του Π.

Σ. και οι προτάσεις επ' αυτής είχαν συνταχθεί από τον πατέρα του ενάγοντος Δ. Σ. και τυπικώς μόνον είχαν υπογραφεί από τον ίδιο κατά παράκληση του τελευταίου, με την εν λόγω αγωγή "έγραψε και υποστήριξε ψευδείς ισχυρισμούς εν γνώσει της αναληθείας του, κινούμενος από ελατήρια ταπεινά και από ιδιοτέλεια, αποσκοπώντας να βλάψει την τιμή και υπόληψή του και στην αποκόμιση οικονομικού οφέλους μη θεμιτού", πραγματικά περιστατικά που πληρούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, (ε) ότι με βάση το περιεχόμενο της εν λόγω εγκλήσεως του πρώτου των αναιρεσίβλητων ο αναιρεσείων άσκησε κατ' αυτού την 9758/13.3.2002 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, επικαλούμενος ότι είναι ψευδής και ο εγκαλών τελούσε σε γνώση της αναλήθειάς της, απέδωσε στον τελευταίο παράνομη προσβολή της προσωπικής και επαγγελματικής τιμής και υπολήψεώς του με τις άδικες και υπαίτιες, από δόλο και παράλληλα αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και συκοφαντικής δυσφημήσεως, φέροντας δι'αυτής προς διάγνωση αξιώσεις του απορρέουσες από την εντεύθεν προσβολή της προσωπικότητάς του (στ) ότι από το σύνολο του περιεχομένου της εν λόγω αγωγής και ειδικότερα του σημείου αυτής που αναφέρεται στη συμμετοχή του πρώτου των αναιρεσίβλητων στην αρχική μεταξύ Π.

Σ. και αναιρεσείοντος δίκη και την προσεκτική κατά τούτο διατύπωση του τελευταίου στην οποία δεν γίνεται διάκριση μεταξύ του συντάκτη και εκείνου που υπέγραψε την αρχική 37415/1991 αγωγή, ενώ γνωρίζει ότι ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων είχε απλώς υπογράψει την εν λόγω αγωγή, που είχε συνταχθεί από τον πατέρα του ενάγοντος Δ.Σ., αξιολογούμενη σε συνδυασμό με τις μομφές που αποδίδονται συλλήβδην στον Π.

Σ. και τον πρώτο των αναιρεσίβλητων για ψευδείς, συκοφαντικούς και δυσφημηστικούς ισχυρισμούς, των οποίων αμφότεροι γνώριζαν την αναλήθεια, εύλογα δημιουργήθηκε στον τελευταίο η πεποίθηση ότι του αποδιδόταν τελικώς και η γραφή της αγωγής του Π.Σ.υ, (ζ) ότι ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων αγνοούσε την αναλήθεια του μειωτικού για τον αναιρεσείοντα ισχυρισμού της 37415/1991 αγωγής του Π.

Σ. ότι άσκησε ένδικο μέσο χωρίς συναίνεση του τελευταίου, ούτε τούτο προέκυπτε και μπορούσε να λάβει γνώση αυτού από τα έγγραφα της δικογραφίας, διαθέτοντας στοιχειώδη γνώση της υποθέσεως για την υποστήριξή της στο ακροατήριο και (η) ότι εντεύθεν ήταν αναληθές ότι ο πρώτος των αναιρεσίβλητων με την υπογραφή της 37415/1991 αγωγής του δι'αυτής ενάγοντος Π.

Σ. διατύπωσε σε βάρος του αναιρεσείοντος ψευδείς και μειωτικούς για την προσωπικότητά του ισχυρισμούς, τελώντας σε γνώση της αναληθείας τους και ευλόγως πίστευε ότι τούτο ήταν συκοφαντικό, με καταληκτικό αυτής αποδεικτικό πόρισμα, (i) την έλλειψη δόλου του πρώτου των αναιρεσίβλητων κατά την υποβολή της από 3.2.1997 εγκλήσεώς του, με την έννοια ότι ήταν δικαιολογημένα πεπεισμένος ότι ο αναιρεσείων, ως ενάγων, με την από 2.1.1997 αγωγή του, διέπραξε σε βάρος του το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, πράξη με την οποία συνδέονται και τα ...

χωρία της εγκλήσεως, τα αναφερόμενα ειδικότερα σε ταπεινά ελατήρια, ιδιοτέλεια και αποκόμιση οφέλους μη θεμιτού, εξειδικεύοντας τον ισχυρισμό του, ως εγκαλών, ότι ο αναιρεσείων άσκησε σε γνώση του αγωγή αναληθή, επιδιώκοντας την καταψήφιση και χρηματικού ποσού, (ii) την έλλειψη υπαίτιας άγνοιας του πρώτου των αναιρεσίβλητων, με την έννοια ότι δεν επέδειξε την επιμέλεια και προσοχή που όφειλε και μπορούσε από τις περιστάσεις να καταβάλει ένας μέσος συνετός δικηγόρος και υπέβαλε επομένως την έγκληση αγνοώντας από αμέλεια ότι οι διατυπούμενοι δι' αυτής ισχυρισμοί του είναι ψευδείς (iii) κατ' αποδοχή της ερειδόμενης στο άρθρο 367 ΠΚ ενστάσεως του πρώτου των αναιρεσίβλητων ότι οι περιεχόμενοι στην έγκλησή του ισχυρισμοί διατυπώθηκαν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον στην προσπάθειά του να διαφυλάξει τη δική του τιμή και υπόληψη και με την έννοια αυτή αποτελούσαν, ενόψει όλων των ειδικών αυτών περιστάσεων, επιβεβλημένο in concreto μέσο για τη διαφύλαξη του σχετικού συμφέροντός του που δεν ήταν δυνατό να επιτευχθεί με άλλο μέσο και (iiii) ότι οι εκφράσεις που χρησιμοποίησε δεν υπερέβαιναν το αναγκαίο μέτρο για την απόδοση όσων δικαιολογημένα πίστευε και όσων ήταν αντικειμενικά απαραίτητα για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του και με την έννοια αυτή δεν προκύπτει ειδικός σκοπός εξυβρίσεως του αναιρεσείοντος.

Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των παραπάνω σημειούμενων διατάξεων απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος κατά την απεύθυνσή της κατά του πρώτου των αναιρεσίβλητων, κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στο οποίο αναφέρονται οι διατυπούμενες με τον απομένοντα προς έρευνα πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, οι οποίες εντεύθεν ελέγχονται ως αβάσιμες.

Β. Πρόσθετο δικόγραφο Ι. Με τον πρώτο κατά σειρά λόγο προβάλλεται κατ' αξιολογική σειρά η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη τους θεμελιωτικούς της αξιώσεώς του αγωγικούς ισχυρισμούς κατά την απεύθυνσή της κατά του πρώτου των αναιρεσίβλητων περί της αναληθείας του ότι με την κατά του τελευταίου και του Παν.Σ.υ 20/2.1.1997 αγωγή του ο αναιρεσείων (αα) κινήθηκε από ταπεινά ελατήρια και ιδιοτέλεια, (ββ) είχε σκοπό συκοφαντήσεως του εν λόγω αναιρεσίβλητου και (γγ) επεδίωκε την αποκόμιση μη θεμιτού οικονομικού οφέλους. Κατά τις σημειούμενες με στοιχ. Α

ΙΙ της παρούσης αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως ο πρώτος των αναιρεσίβλητων κατά την υποβολή της από 3.2.1997 εγκλήσεώς του κατά του αναιρεσείοντος δεν τελούσε σε γνώση ή υπαίτια, από αμέλεια, άγνοια της αναληθείας των μειωτικών για την προσωπικότητα του τελευταίου ισχυρισμών της 37415/1991 αγωγής του δι' αυτής ενάγοντος Π.

Σ., στην υπογραφή της οποίας και μόνο περιορίσθηκε, και επομένως ήταν δικαιολογημένα πεπεισμένος ότι ο αναιρεσείων, ως ενάγων με την από 2.1.1997 αγωγή του, διέπραξε σε βάρος του το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, πράξη με την οποία συνδέονταν και τα χωρία της εγκλήσεως τα αναφερόμενα ειδικότερα σε ταπεινά ελατήρια, ιδιοτέλεια και αποκόμιση μη θεμιτού οφέλους, δεχόμενη παράλληλα ότι οι περιεχόμενοι στην έγκλησή του ισχυρισμοί διατυπώθηκαν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον στην προσπάθειά του να διαφυλάξει την δική του τιμή και υπόληψη και με την έννοια αυτή αποτελούσαν, ενόψει όλων των ειδικών αυτών περιστάσεων, επιβεβλημένο in concreto μέσο για την διαφύλαξη του σχετικού συμφέροντός του, που δεν ήταν δυνατόν να επιτευχθεί με άλλο μέσο και επιπρόσθετα ότι οι εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν δεν υπερέβαιναν το αναγκαίο μέτρο για την απόδοση όσων δικαιολογημένα πίστευε και όσων ήταν αντικειμενικώς απαραίτητα για την διαφύλαξη των συμφερόντων του και με την έννοια αυτή δεν προκύπτει ειδικός σκοπός εξυβρίσεως.

Οι παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης αποφάσεως αποτελούν πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που στηρίζουν αυτοτελώς την απορριπτική κατ' ουσίαν κρίση της επί της αγωγής του αναιρεσείοντος κατά την απεύθυνσή της κατά του πρώτου των αναιρεσίβλητων, με άμεση δικονομική συνέπεια η ερευνώμενη αναιρετική αιτίαση, ως και οι συνδεόμενες μετ' αυτής αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αρνητικά να αξιολογούνται, προεχόντως ως αλυσιτελείς, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οι αγωγικοί ισχυρισμοί, στους οποίους αναφέρονται, λήφθηκαν υπόψη και θετικά αξιολογήθηκαν με την έμμεση παραδοχή τους.

Στην αποδιδόμενη πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη των εν λόγω αγωγικών ισχυρισμών δεν προσήκει η παράλληλα διατυπούμενη αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, η οποία αφορά αίτηση, ως αυτοτελές κεφάλαιο της δίκης, οριοθετούμενο από το αίτημα της αγωγής. Όμοια ελέγχεται ως αβάσιμη η διατυπούμενη με τον από την αυτή αρίθμηση πάντοτε λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας την περί πραγμάτων κρίση του ότι ο πρώτος των αναιρεσίβλητων ενημέρωσε τον αναιρεσείοντα ότι υπέγραψε την αγωγή και παρέστη στο ακροατήριο προς εξυπηρέτηση του συναδέλφου του Δ.

Σ., πατρός του δι' αυτής ενάγοντος Π.Σ.υ, σχημάτισε, χωρίς τούτο να προκύπτει από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, δοθέντος ότι στο αποδεικτικό του γενικά πόρισμα κατέληξε αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε κατά τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα αναφερόμενα στις αιτιολογίες της αποδεικτικά μέσα.

ΙΙ. Με τον έβδομο κατά σειρά λόγο προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, χωρίς να προσδιορίζει τα πράγματα, κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια, στα οποία αναφέρεται, χωρίς η εντεύθεν αοριστία του ερευνώμενου αναιρετικού λόγου να θεραπεύεται με την παραπομπή στις συγκεκριμένες σελίδες των ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προτάσεων του αναιρεσείοντος, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι αυτοτελείς ισχυρισμοί απαραδέκτως προτείνονται το πρώτον από τον εκκαλούντα με τις προτάσεις.

Όμοια αρνητικά αξιολογούνται οι διατυπούμενες με τον έκτο κατά σειρά λόγο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο (α) 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του αναφορικά (αα) με το περιεχόμενο της στιχομυθίας μεταξύ του πρώτου των αναιρεσίβλητων και των μαρτύρων κατά τη συζήτηση της κατά του αναιρεσείοντος αγωγής του Π.Σ.υ στις 11.3.1992 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, (ββ) τις ενέργειές του εν λόγω αναιρεσίβλητου, που προηγήθηκαν και επακολούθησαν της αγωγής του αναιρεσείντος, (γγ) την ομολογία του αναιρεσίβλητου για την πληρωμή του για την έγερση της κατά του αναιρεσείοντος αγωγής του Π.Σ.υ, (δδ) με την σημασία της υπογραφής από τον εν λόγω αναιρεσίβλητο της αγωγής του Π.Σ.υ και (εε) την γνώση της αναληθείας του περιεχομένου της κατά του αναιρεσείοντος εγκλήσεως του αναιρεσίβλητου, τους οποίους προέβαλε με τους αντίστοιχους λόγους εφέσεως.

Εκτός από τον τελευταίο, που λήφθηκε υπόψη και αρνητικά αξιολογήθηκε από ουσιαστική άποψη, οι λοιποί δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά πραγματικά επιχειρήματα, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση λήφθηκαν υπόψη με την αντίθετη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί μη γνώσεως και ανυπαίτιας άγνοιας του αναιρεσίβλητου αναφορικά με τους περιεχόμενους στην 37415/1991 αγωγή του δι' αυτής ενάγοντος Π.

Σ. μειωτικούς για την προσωπικότητα του αναιρεσείοντος ισχυρισμούς και (β) από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προς απόδειξη των εν λόγω ισχυρισμών επικαλέσθηκε και προσκόμισε. Στο πεδίο εφαρμογής του αναιρετικού αυτού λόγου εμπίπτει μόνο η με στοιχ. (γγ) ομολογία του αναιρεσίβλητου, πλην η αποδιδόμενη πλημμέλεια συνδέεται με την απόδειξη αυτής, χωρίς να προσδιορίζεται το προς τούτο αποδεικτικό μέσο, με άμεση δικονομική συνέπεια οι εν λόγω αναιρετικές αιτιάσεις να ελέγχονται ως βάσιμες.

Με τους απομένοντες προς έρευνα δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και όγδοο λόγους επαναδιατυπώνονται οι αναιρετικές αιτιάσεις του κυρίου δικογράφου από το άρθρο 559 αρ. 8 (α' σκέλος 2ου, 5ου λόγου), αρ. 11 (β' σκέλος 2ου, 5ου λόγου), αρ. 1 (8ος λόγος) και αρ. 19 (3ος, 4ος λόγος), οι οποίες αξιολογούνται ομοίως ως αβάσιμες με βάση τις με στοιχ.

ΑΙ,

ΙΙ αιτιολογίες της παρούσης. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσως μετά την αρνητική αξιόλογη στο σύνολό τους των λόγων αυτής του κυρίου και προσθέτου δικογράφου, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει, ενόψει του ότι η πληρεξουσία αυτών δικηγόρος δεν υποχρεούται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 96 παρ.5β και 175 παρ.2 του ν.δ. 3026/1954 (Κώδικας Δικηγόρων) σε προείσπραξη δικηγορικής αμοιβής στο ποσό των 1.500,00 ευρώ (ΚΠολΔ183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 105/24-3-2008 αίτηση, με τους με ιδιαίτερο, 214/6-12-2010 δικόγραφο πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της 101/9-1-2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πτεντακοσίων (.1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ