Legislator Case Law & Legislation
756/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming constitutional violation regarding non-constitutional proportionality principle in civil damages. The court rejects the argument that the principle of proportionality applies directly to civil compensation amounts. The court holds that the principle of proportionality is primarily a rule of law for the legislator, not a direct ground for judicial review of civil compensation amounts. The court ruled that the principle of proportionality is primarily a rule of law for the legislator, not a direct ground for judicial review of civil compensation amounts. The court held that the principle of proportionality is primarily a rule of law for the legislator, not a direct ground for judicial review of civil compensation amounts.

Case Number 756/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Athens' decision awarding 50,000 euros in damages for moral harm. The appellants argued this violated the constitutional principle of proportionality, claiming the amount was excessive relative to the harm suffered. The court rejected this, ruling that the principle of proportionality applies primarily to the legislator and is not a direct ground for judicial review of civil compensation amounts under Article 932 of the Civil Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 25(1) and 932 of the Civil Code; The principle of proportionality is primarily a rule of law for the legislator and does not constitute a direct ground for judicial review of civil compensation amounts.

Keywords

AI generated
principle of proportionality civil compensation moral harm damages constitutional review judicial review limits Article 932 Civil Code Supreme Court appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 25(1) of the Constitution
Article 932 of the Civil Code
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 93(4) of the Constitution

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 43/2005
Supreme Court Case 6.2009

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 756 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 756/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. της αστικής εταιρίας μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με την επωνυμία "..." ("..."), που εδρεύει στο .... Αθηνών και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. ... , που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Μανούσο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: ψ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αχουζαρίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Νοεμβρίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4354/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 7524/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 28Φεβρουαρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 1046/18-9-2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται 7524/8-9-2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ'επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2, ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με την 9823/26-11-2002 αγωγή εφέροντο προ διάγνωση αξιώσεις του δι'αυτής ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου α) αποζημιώσεως και β) χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης από τις αποδιδόμενες στους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες άδικες και υπαίτιες πράξεις, κατά μερική παραδοχή της οποίας κατά τη με στοιχ. (β) απαίτησή του εκδόθηκε η 4354/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από τις 10209/2-12-2004 και 10914/22-12-2004 αντίστοιχα εφέσεις των διαδίκων, η 7524/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ'αυτών κατ'ουσίαν κρίση.

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι ηττηθέντες εκκαλούντες (εναγόμενοι) και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια. Και ειδικότερα: Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Παραμόρφωση, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, συντρέχει όταν υπάρχει διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή λάθος ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου. Η παραμόρφωση μπορεί να γίνει θετικά, με τη μεταβολή του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά με την παράλειψη χρήσιμων περικοπών και το ζήτημα πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό.

Δεν ιδρύεται όμως ο παραπάνω λόγος, όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Τέλος, ο λόγος αυτός είναι αόριστος, αν δεν προσδιορίζεται επαρκώς στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, για τον έλεγχο δε της ουσιαστικής βασιμότητας που απαιτείται η προσκόμιση του εγγράφου, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε (ΚΠολΔ 561 παρ.1).

Με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αριθ.20 ΚΠολΔ, με την έννοια της παραμορφώσεως του περιεχομένου της από 5-6-2002 επιστολής, με την οποία αποδόθηκε ότι τελέσθηκε η άδικη και υπαίτια πράξη των εναγομένων, με βάση την οποία διαγνώσθηκε η αξίωση του ενάγοντος χρηματικής αυτού ικανοποιήσεως προς αποκατάσταση της από την αιτία αυτή ηθικής βλάβης του.

Κατά το επικαλούμενο με το αναιρετήριο ακόλουθο, κατ'ακριβή κατά τούτο αντιγραφή του, περιεχόμενο της επίμαχης επιστολής. "... Αγαπητέ Γ1, Μετά τη συζήτηση που είχαμε στο Μπάκπουλ και την κατατοπιστική συνάντηση που είχα με τα μέλη του Ελληνικού Πρεζίντιουμ (Κυριακή 2 Ιουνίου), θα ήθελα να σας στείλω ορισμένες πληροφορίες για τα ακόλουθα ζευγάρια: 1.

Πρώτα από όλα θα θέλαμε να γνωρίζετε ότι το άλλο Ελληνικό ζευγάρι, το οποίο υπέβαλε αίτηση για συμμετοχή στους επαγγελματίες (...-...), δεν έχει κανένα πρόβλημα και μπορεί να συμμετάσχει, αφού κατέχει την κάρτα διαγωνιζομένων από το WDDSC. 2. 'Οσον αφορά στα υπόλοιπα ζευγάρια, είναι ΑΔΥΝΑΤΟ για αυτούς ΝΑ ΣΥΜΜΕΤΑΣΧΟΥΝ, είτε στους επαγγελματίες είτε στους ερασιτέχνες.

Δεν κατέχουν την κάρτα διαγωνιζομένων από το WDDSC, και είναι οριστικά επαγγελματίες για τους ακόλουθους λόγους: Α. 'Εχουν συμμετάσχει ως επαγγελματίες, στον πρώτο διαγωνισμό για το Ελληνικό Πρωτάθλημα (11 Μαρτίου) όπως επίσης και τους διαγωνισμούς του Ελληνικού Πρωταθλήματος κατά το περσινό έτος (2001). Β.

Είναι ήδη αναγνωρισμένοι από το NDCG και από το HSDF, ως επαγγελματίες, έχοντας υπογράψει οι ίδιοι τη σχετική αίτηση (αν νομίζετε ότι είναι απαραίτητο, μπορώ να σας αποστείλω αντίγραφο της αίτησής τους), διδάσκουν ως επαγγελματίες στη σχολή του κ.ψ1 (ελπίζω ότι θα είναι αρκετά θαρραλέος ώστε να το επιβεβαιώσει αυτό) και οι αριθμοί των Ελληνικών Επαγγελματικών Καρτών τους είναι οι ακόλουθοι:

κ....: Νο 138 (λήγει 31η Δεκεμβρίου 2002), κα ...: Νο 139 (λήγει 31 Δεκεμβρίου 2002), κ. ...: Νο 222 (λήγει 31 Δεκεμβρίου 2002), κα ...: Νο 221 (λήγει 31 Δεκεμβρίου 2002), κ....: Νο 220 (λήγει 31 Δεκεμβρίου 2002), κ....: Νο 223 (λήγει 31 Δεκεμβρίου 2002), κα ...: Νο 141 (λήγει 31 Δεκεμβρίου 2002), κ....: Νο 142 (λήγει 31 Δεκεμβρίου 2002), κα ...: Νο 143 (λήγει 31 Δεκεμβρίου 2002), κ.ψ1 (σημ.ενάγων):

Νο 140 (λήγει 31 Δεκεμβρίου 2002) (σας αποστέλλω όλους τους αναγνωρισμένους επαγγελματίες, στη Ελλάδα, από τη σχολή του Κ.ψ1, αφού αυτός είναι το μόνο μέρος που δημιουργεί προβλήματα στο Ελληνικό Συμβούλιο). Τέλος θα ήθελα να σας ρωτήσω, αν είναι δυνατό να με ενημερώσετε σχετικά με τις Ελληνικές συμμετοχές, ώστε να μπορέσουμε να διαπιστώσουμε αν όλα είναι σύμφωνα με τους κανόνες.

Ούτως ή άλλως, είναι κάτι το οποίο θα ζητήσω στο μέλλον, από όλους τους διοργανωτές του αναγνωρισμένου από το WDDSC διαγωνισμού. Ελπίζω ότι θα βοηθήσετε τη χώρα μου να σταματήσει οποιαδήποτε ανέντιμη κατάσταση μεταξύ των Ελληνικών ζευγαριών και τέλος ότι θα είστε με το μέρος του Ελληνικού Συμβουλίου. Στην περίπτωση κατά την οποία χρειαστείτε περισσότερες πληροφορίες, ενημερώστε με ως προς αυτό.

Αναμένω με χαρά την απάντησή σας. Σας ευχαριστώ εκ των προτέρων, για λογαριασμό του Ελληνικού Συμβουλίου, για την υποστήριξή σας...".

Παράλληλα, κατά τις ενδιαφέρουσες τον αναιρετικό αυτό λόγο αντίστοιχες, ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως. "Στη συνέχεια και ενόψει του διεθνούς φεστιβάλ χορού, που επρόκειτο να γίνει στο τέλος Ιουνίου 2002 στην πόλη Cervia της Ιταλίας, για το οποίο είχε συμμετοχή και ο ενάγων, η πρώτη εναγομένη έστειλε την, ομοίως επικαλούμενη και προσκομιζόμενη, επιστολή με αριθμ.

Πρωτ. ... προς τον διοργανωτή και υπεύθυνο του φεστιβάλ Γ1, με την οποία ανέφερε ότι ο ενάγων είναι κάτοχος ελληνικής επαγγελματικής κάρτας, πλην όμως αυτός (όπως και άλλοι χορευτές) "είναι αδύνατον να συμμετάσχουν, είτε στους επαγγελματικούς είτε στους ερασιτέχνες, διότι δεν κατέχουν την κάρτα διαγωνιζομένων από το W,D,D,S,C,..".

Τούτο όμως ήταν αναληθές, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, και ο υπογράφων, την επιστολή αυτή υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά του δεύτερος εναγόμενος ήταν εν γνώσει λόγω της ιδιότητάς του αυτής της αναλήθειας του ισχυρισμού τούτου και έτσι διέπραξε, όπως και η εταιρία, σε βάρος του ενάγοντος την άδικη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρα 363 σε συνδυασμό με 362 Π.Κ.).

Συνέπεια αυτών ήταν να αποκλεισθεί ο ενάγων από το φεστιβάλ και να τρωθεί εντεύθεν η επαγγελματική του φήμη, όπως και να μειωθεί η προσωπικότητά του". Από τις αιτιολογίες αυτές της αποφάσεως προκύπτει ότι ορθώς αναγνώστηκε η εν λόγω επιστολή αναφορικά με το επίμαχο περιεχόμενό της και θέμα ότι ο ενάγων περιλαμβανόταν στα κατονομαζόμενα ζευγάρια, τα οποία δεν διέθεταν την απαιτούμενη κάρτα διαγωνιζομένων από το WDDSC, για τη συμμετοχή τους στο διεθνές φεστιβάλ χορού, αιτία για την οποία, κατά τις περαιτέρω ανέλεγκτες παραδοχές της, αποκλείσθηκε αυτού.

Επομένως ο υποστηρίζων τα αντίθετα λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο εμμέσως, πλην σαφώς, ανεπιτρέπτως προβάλλεται η διαφεύγουσα τον αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση του περιεχομένου της επιστολής για τη συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, ελέγχεται σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος.

ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση ή στην κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση. 'Όμως δεν αποτελούν "πράγματα" οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα" επομένως αποτελεί και ο λόγος εφέσεως του δικαστηρίου της ουσίας, που περιέχει παράπονο ο κατά της κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο αφορά αυτοτελή ισχυρισμό.

Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. Με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι'αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 8. ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον διατυπωθέντα με την έφεση των αναιρεσειόντων λόγο, με τον οποίο προσέβαλαν την παραδοχή της πρωτοβάθμιας αποφάσεως ότι από την επίμαχη επιστολή προκλήθηκε προσβολή της προσωπικότητας τους ενάγοντος και υπέστη από την αιτίαση αυτή ηθική βλάβη, δικαιούμενος προς αποκατάστασή της χρηματική ικανοποίηση, λαμβάνονται υπόψη κατά τον προσδιορισμό της αναπόδεικτα το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης του, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, την βαρύτητα του πταίσματος και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων.

Πρόκειται για αρνητικό ισχυρισμό των θεμελιωτικών της με στοιχ. (β) αξιώσεως του ήδη αναιρεσίβλητου πραγματικών περιστατικών, ερειδομένης στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, πλήττοντας παράλληλα ανεπιτρέπτως την αντίθετη ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία ελήφθη υπόψη ο εν λόγω ισχυρισμός και αντίστοιχος λόγος εφέσεως, με άμεση δικονομική συνέπεια να ελέγχεται ως αβάσιμος ο λόγός αυτός αναιρέσεως. 'Ομοια αρνητικά αξιολογείται ως αβάσιμη η αποδιδόμενη υπό την αυτή αρίθμηση αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ, λαμβανομένου υπόψη ότι, κατά τις αιτιολογίες της αποφάσεως, στο αποδεικτικό πόρισμα της κατέληξε με βάση τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα.

ΙΙΙ. Με το άρθρο 25 παρ.1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον ύπαρχε, επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρησή του, ο, νομίμως επιβαλλόμενο, περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι α) κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, κα, τέλος γ) εν στενή έννοια αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν. (Ολ.ΑΠ 43/200-5).

Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομκών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή.

Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως.

Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκληση της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα (πλειοψ.

Ολ. ΑΠ 6.2009). Με τον απομένοντα προς έρευνα τρίτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος και της οριζόμενης δι' αυτής αρχής της αναλογικότητας με την επιδίκαση του ποσού των 50.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσίβλητου προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αποδιδόμενη στους αναιρεσείοντες άδικη και υπαίτια πράξη.

Σε συνέπεια με τις αμέσως παραπάνω σημειούμενες νομικές παραδοχές και ο λόγος αυτός αναιρέσεως ελέγχεται ως αβάσιμος. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 1046/18-9-2007 αίτηση για αναίρεση της 7524/8-9-2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαρτίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ