Legislator Case Law & Legislation
756/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds regarding prior tort claim against employer.

Case Number 756/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by OTE against a final court judgment awarding damages to an employee for wrongful dismissal. The employee had previously sued OTE for the same underlying tortious act, which established the employer's liability and the specific circumstances of the dismissal. The court ruled that these facts constituted res judicata, preventing the employer from relitigating the same issues in the new proceeding.

Legislator headnote

AI generated

Articles 321, 322, 324, 331 of the Code of Civil Procedure; Res judicata applies when the new suit involves the same legal relationship and issue as a final prior judgment, barring re-examination of established facts and liability.

Keywords

AI generated
res judicata final judgment tort liability prior litigation same legal issue dismissal of appeal legal relationship

Cited Legislation

AI generated
Articles 321, 322, 324, 331 of the Code of Civil Procedure
Articles 247, 251, 298, 914, 937 of the Civil Code
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 9 of the OTE General Regulations
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 756 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 756/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (Ο.Τ.Ε.), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τριανταφύλλου, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: ........., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δημαράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/7/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1636/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 810/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/2/2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 16/2/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και δευτέρου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη.

Τούτο συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στη προηγούμενη δίκη. Εντεύθεν, προκειμένου περί αγωγής αποζημιώσεως που θεμελιώνεται σε αδικοπραξία, την οποία συνιστά και η κατά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της ΟΤΕ ΑΕ, παράλειψη προαγωγής και τοποθετήσεως μισθωτού της σε κενή οργανική θέση υποδιευθυντή, στην οποία προήγαγε και τοποθέτησε άλλον, με υποδεέστερα προσόντα, συνάδελφό του, η τελεσίδικη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε επί προγενέστερης αγωγής του παραλειφθέντος μισθωτού με την οποία ζήτησε την επιδίκαση άλλης απαίτησής του με βάση την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δηλαδή την αδικοπραξία του εργοδότη του, αποτελεί ως προς τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας και την υπαιτιότητα του εργοδότη, δεδικασμένο στη νέα δίκη, ως προδικαστικό ζήτημα της φερόμενης με αυτή προς διάγνωση έννομης σχέσης .

Εξάλλου, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΤΕ που λήφθηκε στην με αριθμ. 2524/2.9.1997 συνεδρίασή του, χορηγήθηκε "από 1.8.1997 επίδομα ανωτάτου προσωπικού από 75.000 δρχ. μηνιαίως, στο προσωπικό με βαθμό Διευθυντή και Υποδιευθυντή που κατέχει ή κατείχε θέση Προϊσταμένου Υπηρεσιακής Λειτουργίας Στάθμης Υποδ/νσης και άνω, τουλάχιστον για ένα (1) έτος,.......".

Σύμφωνα με την παραπάνω απόφαση, προϋποθέσεις για τη χορήγηση του συγκεκριμένου επιδόματος, το οποίο με την ίδια χαρακτηρίσθηκε ότι αποτελεί τακτικές αποδοχές και το οποίο στη συνέχεια καταργήθηκε από 1.4.1999 με την εφαρμογή του καθιερωθέντος με την από 10.6.1999 ΕΣΣΕ νέου μισθολογίου, είναι α) βαθμός Διευθυντή ή Υποδιευθυντή και β) κατοχή θέσης Προϊσταμένου Υπηρεσιακής Λειτουργίας Στάθμης Υποδ/νσης και άνω κατά το χρόνο χορήγησής του ή κατά το παρελθόν, τουλάχιστον για ένα έτος.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 1082/1980 η με τελεσίδικη δικαστική απόφαση αναγνώριση του δικαιώματος προαγωγής υπαλλήλου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε βαθμό στον οποίο δικαιούταν να προαχθεί βάσει του διέποντος την εργασιακή του σχέση κανονισμού βαθμολογικής και μισθολογικής εξέλιξης, λογίζεται κατά πλάσμα του νόμου ότι η προαγωγή του πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε κατά την απόφαση να προαχθεί (Ολ.

ΑΠ 4/1993). Τέλος, με τις διατάξεις της από 17.4.1995 ΕΣΣΕ μεταξύ της ΟΤΕ ΑΕ και της ΟΜΕ-ΟΤΕ, οι οποίες έχουν κανονιστική ισχύ, τροποποιήθηκαν οι διατάξεις του ΓΚΠ-ΟΤΕ σχετικά με τη διαδικασία πληρώσεως των θέσεων προϊσταμένων υπηρεσιακής στάθμης τομέα και άνω, και ορίσθηκε ειδικότερα ότι η πλήρωση των θέσεων αυτών πραγματοποιείται α) με προκήρυξη των οικείων θέσεων β) με βάση τα αναφερόμενα ενδεικτικά κριτήρια, βαθμολογούμενα με συντελεστές βαρύτητας, που προσδιορίζονται κατά περίπτωση και γ) με υποβολή μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δέκα πέντε ημερών σχετικής αιτήσεως με βιογραφικό σημείωμα από μέρους των ενδιαφερομένων υπαλλήλων.

Ορίζεται περαιτέρω ότι η αξιολόγηση του προσωπικού γίνεται από τα προσδιοριζόμενα κατά περίπτωση όργανα του εργοδότη, ότι η σειρά κατάταξης των επιλεγομένων είναι υποχρεωτική για τον Οργανισμό και τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο, ότι η τοποθέτηση στη θέση ευθύνης του προσωπικού που επιλέχθηκε γίνεται για διετή θητεία η οποία μπορεί να παραταθεί και ότι το προσωπικό με βαθμό τομεάρχη, υποδιευθυντή και διευθυντή που δεν υπέβαλε αίτηση για συμμετοχή του στην προκήρυξη της θέσης ή δεν επιλέχθηκε γι΄ αυτή τοποθετείται ως στέλεχος σε τομέα, υποδιεύθυνση και διεύθυνση αντίστοιχα και εκτελεί ειδικό έργο το οποίο προσδιορίζεται κατά περίπτωση με εγκύκλιο του Διευθύνοντα Συμβούλου και τη σύμφωνη γνώμη της ΟΜΕ-ΟΤΕ.

Οι ρυθμίσεις αυτές που προϋπήρξαν της παραπάνω απόφασης του Δ.Σ. του ΟΤΕ δεν μεταβάλουν τις προϋποθέσεις του δι΄ αυτής χορηγηθέντος επιδόματος ανωτάτου προσωπικού η χορήγηση του οποίου δεν εξαρτήθηκε από το αν η επί ένα τουλάχιστον χρόνο κατοχή της θέσης προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδ/νσης και άνω συμπίπτει με το χρόνο ισχύος της από 17.4.1995 ΕΣΣΕ.

Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής: "ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (άρθρο 64 ΓΚΠ/ΟΤΕ), ως τηλεπικοινωνιακός μηχανικός, του Τεχνικού Κλάδου, την 15.5.1972 (Γενική Υπηρεσιακή Αρχαιότητα). Κατέχει δε, δυνάμει της 5559/2001 αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, το βαθμό του υποδιευθυντή "αναδρομικώς" από 1.1.1993 (Ειδική Υπηρεσιακή Αρχαιότητα).

Ειδικώτερον ο ενάγων, ο οποίος παρελήφθη, δεν προήχθη στις προαγωγικές κρίσεις για το έτος 1993, προς κάλυψη κενών οργανικών θέσεων του υποδιευθυντή από το βαθμό του τομεάρχη/Τ-ΤΛ (Συνεδρίαση Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης ........), άσκησε με την από 29.11.1997 αναγνωριστική αγωγή κατά της εναγομένης, τις αξιώσεις του για προαγωγή στο βαθμό του υποδιευθυντή από το βαθμό του τομεάρχη/Τ-ΤΛ από 1.1.1993 και για αποκατάσταση της εντεύθεν περιουσιακής ζημίας 2.971.701 δραχμών, ίσης με "το επίδομα ευθύνης θέσεως" ως υποδιευθυντής, κάτοχος θέσεως προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιευθύνσεως, στο χρονικό διάστημα από 1.1.1993 - 31.5.1995.

Επί της αγωγής εκείνης, ... εκδόθηκε η 1566/1999 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, μετά την άσκηση εφέσεως από την εναγομένη, εκδόθηκε η... 5559/2001 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου που δημοσιεύθηκε την 29.6.2001. Κρίθηκε (τελεσιδίκως) δε το δικαίωμα του ενάγοντος για προαγωγή του από το βαθμό του τομεάρχη/Τ-ΤΛ στο βαθμό του υποδιευθυντή από 1.1.1993, καθώς και για κατοχή, ως υποδιευθυντή θέσεως προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιευθύνσεως, προς απόληψη, ως αποζημιώσεως, του επιδόματος ευθύνης θέσεως (διαφυγόν κέρδος) στο χρονικό διάστημα 1.1.1993 - 31.5.1995. .....

Μετά ταύτα... εφ' όσον κρίθηκε, μετά δυνάμεως δεδικασμένου, η έννομη σχέση της αδικοπραξίας των (αρμοδίων) οργάνων της εναγομένης, για την παράλειψη προαγωγής του ενάγοντος στο βαθμό του υποδιευθυντή από 1.1.1993 ως και για την κατοχή, από τον ενάγοντα υποδιευθυντή θέσεως προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιευθύνσεως, στο χρονικό διάστημα 1.1.1993 - 31.5.1995 και έτσι, το δικαίωμά του για προαγωγή στο βαθμό του υποδιευθυντή και κατοχή, ως υποδιευθυντής, θέσεως προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιευθύνσεως στο προηγούμενο χρονικό διάστημα (1.1.1993 - 31.5.1995), μεγαλύτερο του έτους, η ύπαρξη του οποίου (δικαιώματος) είναι αναγκαία προϋπόθεση στην προκειμένη δίκη, δικαιούται αυτός του επιδόματος ανώτατου προσωπικού στο κρίσιμο χρονικό διάστημα 1.8.1998 - 1.6.1999, συνολικού ποσού 2.578.856 δραχμών .....

ως περαιτέρω περιουσιακή ζημία του (διαφυγόν κέρδος) ... Υπάρχει δε, τέτοια κάλυψη από το δεδικασμένο της 5559/2001 αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, εφ' όσον η μεταβολή, ως προς την νομική και ιστορική αιτία για την πλήρωση των θέσεων προϊσταμένων υπηρεσιακής λειτουργίας (και) στάθμης υποδιευθύνσεως επήλθε με τις από 17.4.1995 και από 28.3.1997 ΕΣΣΕ, μεταξύ ΟΤΕ και ΟΜΕ-ΟΤΕ... ".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο κατ' ακολουθίαν των οποίων κατ΄ επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης επεδίκασε στον αναιρεσίβλητο το παραπάνω ποσό ως επίδομα ανωτάτου προσωπικού, ορθά δέχθηκε δεδικασμένο από την με αριθμ. 5559/2001 απόφασή του, δεδομένου ότι τα περιστατικά που κρίθηκαν με αυτή, δηλαδή ότι η παράλειψη προαγωγής του αναιρεσιβλήτου στο βαθμό του υποδιευθυντή από 1.1.1993 οφείλεται σε αδικοπραξία των οργάνων της αναιρεσείουσας εντεύθεν δε, η κατοχή απ΄ αυτόν θέσης προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιεύθυνσης από 1.1.1993 έως 31.5.1995, αποτελούν το νομικό ζήτημα που πρέπει να κριθεί και στη παρούσα δίκη για την επιδίκαση ως αποζημιώσεως (διαφυγόντος κέρδους) του παραπάνω επιδόματος.

Εξάλλου, δεν παραβίασε, τις διατάξεις της από 17.4.1995 ΕΣΣΕ με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος στερήθηκε την παραπάνω παροχή αφού όπως σημειώθηκε αυτή δεν χορηγείται μόνο σε υπαλλήλους με βαθμό υποδιευθυντή που κατέχουν ή κατείχαν τουλάχιστον για ένα έτος θέση προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιευθύνσεως, που είχαν επιλεγεί για τη θέση αυτή όπως η εν λόγω ΕΣΣΕ ορίζει, αλλά και σε υπαλλήλους που κατείχαν θέση προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας της άνω στάθμης, έστω και πλασματικά, ενόψει της διάταξης του άρθρου 12 του ν. 1082/1980, για περισσότερο του έτους διάστημα, που προηγήθηκε της ισχύος της άνω ΕΣΣΕ.

Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το άρθρο 559 αρ. 16 και 1 ΚΠολΔ πλημμέλειες, αντίστοιχα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Από το συνδυασμό των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υποχρέου προς αποζημίωση.

Εν προκειμένω το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος την παράλειψη εκ μέρους της αναιρεσείουσας της προαγωγής του στο βαθμό του υποδιευθυντή για το έτος 1993 και αντίστοιχα την προαγωγή των κατωτέρων του συγκριτικά στα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα συναδέλφων του, ως ζημιογόνων γεγονότων έμαθε την 29.11.1997 οπότε συντάχθηκε η από την αυτή ημερομηνία αγωγή του επί της οποίας εκδόθηκε τελικά η 5559/2001 απόφασή του. Επομένως απορρίπτοντας την περί παραγραφής ένσταση της αναιρεσείουσας για το λόγο ότι μέχρι τη δημοσίευση της άνω απόφασης (29.6.2001) δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία, ούτε άλλωστε μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (28.8.2002) δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ και είναι αβάσιμος ο τα εναντία υποστηρίζων τρίτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.

Τέλος, ο ομοίως εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά τον οποίο η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το χρόνο γνώσης εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου της παραλείψεως της προαγωγής του, που έγινε το 1993, είναι προδήλως εσφαλμένη γιατί κατ΄ άρθρο 9 του ΓΚΠ-ΟΤΕ οι προαγωγές διενεργούνται μέχρι 31 Μαρτίου του έτους των προαγωγών και κοινοποιούνται στους προαχθέντες, επομένως, εφόσον μετά την με αριθμ. ...... συνεδρίαση του αρμοδίου οργάνου δεν κοινοποιήθηκε στον αναιρεσίβλητο προαγωγή του εύλογο είναι να θεωρηθεί ότι δεν προήχθη, εν πάση δε περιπτώσει αντίκειται στα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής να υποστηρίξει κανείς ότι μέχρι τέλους του έτους 1993, δεν γνώριζε ότι παραλείφθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση που έκρινε ως άνω παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί υπό την επίκληση της άνω διάταξης πλήττει την περί πραγμάτων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν΄ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, συνακόλουθα δε και η δια των προτάσεων της αναιρεσείούσας υποβληθείσα παραδεκτώς (579 παρ. 2 ΚΠολΔ) αίτηση αυτής για επαναφορά των πραγμάτων στη κατάσταση που υπήρχε πριν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27.2.2006 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ (ΟΤΕ) για αναίρεση της 810/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθώς και της αίτησης της αναιρεσείουσας για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ