Legislator Case Law & Legislation
756/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on false certification conviction, upholding trial court's evidence evaluation.

Case Number 756/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's conviction for false certification. The appellant argued that the indictment's timeline regarding the submission of a sworn statement was inaccurate and legally flawed. The court rejected these claims, affirming that the trial court's assessment of evidence and the specific circumstances constituting the crime were within its exclusive authority and not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Article 242 paragraph 1 of the Penal Code; Article 510 paragraph 1 items D and E of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court reviews only legal errors, not the factual evaluation of evidence or the determination of whether specific circumstances constitute a crime, which remains the exclusive domain of the court of first instance.

Keywords

AI generated
false certification public official appellate review evidence evaluation criminal conviction

Cited Legislation

AI generated
Article 242 paragraph 1 of the Penal Code
Article 510 paragraph 1 items D and E of the Code of Civil Procedure
Article 583 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 756 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 756/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Μιχαήλ Δέτση - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημοσθένη Κορδοπάτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου ..... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Δάρμαρο, για αναίρεση της με αριθμό 1492/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Χ1, που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Ιουνίου 2004 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1259/2004.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 ΠΚ «υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοιο έγγραφο βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας), το οποίο είναι γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα, απαιτείται, αντικειμενικώς :

α) ο δράστης (αυτουργός) να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α΄ και 263Α ΠΚ, αρμόδιος καθ΄ ύλην και κατά τόπον για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ΄ ΠΚ και δη δημόσιο κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, κατά την έννοια του οποίου πρέπει να προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη έναντι πάντων κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται σ΄ αυτό και γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών περιστατικών, τα οποία in abstacto (γενικώς και αφηρημένως) μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν το έγγραφο έχει τη νομική δυνατότητα να αποδεικνύει τη γένεση, ύπαρξη, διατήρηση, αλλοίωση ή απώλεια ενός δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, ανεξαρτήτως αν οι ίδιες έννομες συνέπειες θα μπορούσαν να επέλθουν με τη βεβαίωση στο έγγραφο της πραγματικής καταστάσεως, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστη, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας), ότι ενεργεί υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου εντός της καθ΄ ύλην και κατά τόπον αρμοδιότητάς του και ότι τα βεβαιούμενα γεγονότα είναι ψευδή και στη θέληση ή αποδοχή αυτού, να βεβαιώσει τα ψευδή περιστατικά, που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες.

Εξ άλλου, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 επ. ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ΄ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο όλο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα ειδικότερα, αρκεί ο προσδιορισμός τους κατ΄ είδος, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του.

Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι προέκυψαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο και όταν η παραβίαση της διατάξεως αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή η εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, υπηρετώντας με το βαθμό του Ανθυπαστυνόμου, ως διοικητής του Αστυνομικού Σταθμού ..... , σε μη εξακριβωθείσα ημέρα, κατά το χρονικό διάστημα από 18.2.1999 έως αρχές Μαρτίου 1999, συνέταξε έκθεση ένορκης εξετάσεως που επείχε θέση εγκλήσεως του Ψ1 κατά του Χ1, στην οποία βεβαίωσε ψευδώς, ότι αυτή συντάχθηκε την 20.00΄ ώρα της 17.2.1999 παρουσία του δεύτερου προανακριτικού υπαλλήλου, Αστυφύλακα Ζ1, προκειμένου να δικαιολογήσει, ότι συννόμως είχε επιχειρήσει να συλλάβει το βράδυ της 17.2.1999 τον Χ1, κατόπιν δήθεν, υποβληθείσας ήδη εγκλήσεως κατ΄ αυτού από τον Ψ1, με την οποία ο τελευταίος τον μήνυε για τα αξιόποινα αδικήματα της εξυβρίσεως και απειλής, που τελέστηκαν στις 17.2.1999.

Στη συνέχεια, τον κήρυξε ένοχο του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως και αφού του αναγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση της ειλικρινούς μετάνοιας, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετίαν.

Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του την κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αναφερόμενων σ΄ αυτήν αποδεικτικών μέσων, τα οποία κατά κατηγορία εξειδικεύει, αφού εκθέτει σ΄αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, καθώς επίσης και τις νομικές σκέψεις υπαγωγής τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 του ΠΚ, την οποία, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις.

Ειδικότερα, κατά το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το ψευδές του περιεχομένου της συνταχθείσας στις 17.2.1999 και ώραν 20.00΄ ένορκης εξετάσεως του Ψ1, που επέχει θέση υποβληθείσας εγκλήσεως αυτού κατά του Χ1, επικεντρώνεται στο γεγονός ότι η έγκληση του Ψ1, φέρεται ότι υποβλήθηκε με τη μορφή ένορκης καταθέσεώς του ενώπιον του αναιρεσείοντος στις 17.2.1999 και ώραν 20.00΄, προκειμένου να εμφανιστεί ως νόμιμη η επιχειρηθείσα σύλληψη του Χ1 υπό του αναιρεσείοντος αργά το βράδυ της ημέρας αυτής και επομένως, στερείται νομικής σημασίας αν, η με τον τρόπο αυτό φερόμενη ως υποβληθείσα έγκληση, απεστάλη στον Εισαγγελέα Κιλκίς στις 23.2.1999, όπως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται.

Περαιτέρω, η ανακρίβεια του χρόνου της λήψεως της επέχουσας θέση εγκλήσεως ένορκης καταθέσεως του Ψ1 σε συνδυασμό με τη φερομένη, ως τεθείσα, κατά τον ανακριβή χρόνο (17.2.1999), υπογραφή κάτωθι αυτής του αστυνομικού Ζ1, ως συμπράξαντος προανακριτικού υπάλληλου, ώστε να εμφανιστεί ως νόμιμη η επιχειρηθείσα κατά τα άνω στις 17.2.1999 αργά το βράδυ, σύλληψη του Χ1, προσδίδουν στο ανωτέρω δημόσιο έγγραφο ψευδές περιεχόμενο, ανεξαρτήτως της αλήθειας ή μη των περιεχομένων σ΄αυτό δηλώσεων του εγκαλούντος και της γνησιότητας της τεθείσας επ΄ αυτού υπογραφής του συμπράξαντος ως άνω προανακριτικού υπαλλήλου, για την οποία ενδιαφέρει αν αυτή τέθηκε (με τη γνώση ή την άγνοια του συμπράξαντος κατά τα άνω προανακριτικού υπαλλήλου) σε προγενέστερο χρόνο, ώστε να εμφανιστεί ως νόμιμη η επιχειρηθείσα σύλληψη του Χ1 στις 17.2.1999 εκ μέρους του αναιρεσείοντος.

Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε, που με τον πρώτο από αυτούς πλήττεται, με την επίκληση κατ΄ επίφαση ελλείψεως της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα πράγματα, αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν, συνακολούθως δε, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14 Ιουνίου 2004 αίτηση του ..... για αναίρεση της υπ΄αριθ. 1492/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων δέκα (210) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ