Supreme Court dismisses appeal on co-ownership rent claim, upholding lower court's evidence assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's decision awarding monthly rent to the co-owner. The appellant argued that the lower court ignored evidence proving the property's rental value was 900 euros, but the court found the appellate court had properly considered all submitted documents, including official valuations and comparable listings. Since the Supreme Court cannot re-evaluate the weight of evidence, the appeal was rejected as unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 785, 787, 792, 961, 962, 1113 of the Civil Code; Article 561 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court cannot re-evaluate the weight of evidence; it only reviews legal errors, upholding the lower court's finding that co-owners are entitled to a share of the benefit derived from exclusive use of common property.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 755 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 755/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Γ. Κ. του Ι., κατοίκου Θ.. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Γιωγιό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Φ. του Α., κατοίκου Θ. Θ.. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Γεωρτζόγλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 698/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 1819/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-1-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 11-1-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθ. 1819/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθ. 698/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε δεχθεί την από 22-12-2017 αγωγή της αναιρεσείουσας για καταβολή αποζημίωσης, ίσης με τη μισθωτική αξία του ιδανικού της μεριδίου επί του κοινού ακινήτου τους, και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και επιδίκασε στην αναιρεσείουσα το ποσό των 422,50 ευρώ μηνιαίως. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ]. Επομένως, είναι παραδεκτή [άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της [άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ].
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785, 787, 787, 792 παρ. 2, 961, 962 και 1113 ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι υπόλοιποι, και αν δεν πρόβαλλαν αξίωση σύγχρησης, να απαιτήσουν από αυτόν, που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού, ανάλογη προς το ποσοστό του δικαιώματός τους μερίδα από το όφελος [καρπούς και γενικότερα ωφελήματα] που αυτός αποκόμισε ή εξοικονόμησε και το οποίο συνίσταται στην αξία της επιπλέον της ιδανικής του μερίδας χρήσης του κοινού [ΑΠ 852/2019, ΑΠ 1121/2017, ΑΠ 2191/2017].
Η σχετική αξίωση γεννιέται από μόνο το γεγονός της αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν εκ των κοινωνών, δεν αποκλείεται όμως να ανακύπτει παράλληλα και ευθύνη του ως κακόπιστου νομέα κατά το άρθρο 1198 ΑΚ ή και αδικοπρακτική του ευθύνη κατά τα άρθρα 914 ή και 1099 ΑΚ, αν παράνομα και υπαίτια εμπόδισε τη σύγχρηση του κοινού πράγματος από τους λοιπούς κοινωνούς ή πολύ περισσότερο αν τους απέβαλε από τη συννομή του κοινού [ΑΠ 852/2019, ΑΠ 1121/2017, ΑΠ 767/2014].
Ειδικότερα, προκειμένου περί αστικού ακινήτου, το όφελος αυτό συνίσταται στην κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσεως μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσεως κοινωνών, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα, ως αποζημίωση, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ωφέλεια ΑΠ 852/2019, ΑΠ 802/2017, ΑΠ 187/2015].
Κατά τα λοιπά, ο τρόπος που ο κοινωνός χρησιμοποίησε αποκλειστικά για λογαριασμό του το κοινό πράγμα είναι κατ' αρχήν αδιάφορος και μπορεί αυτός να το έχει εκμισθώσει ή να το έχει χρησιδανίσει σε άλλον ή να το έχει ιδιοχρησιμοποιήσει με οποιοδήποτε τρόπο, δηλαδή έστω και διατηρώντας αυτό αδρανές ή προκειμένου για αστικό ακίνητο διατηρώντας αυτό κλειστό και ανεκμετάλλευτο, εφόσον με τον τρόπο αυτό αποκλείει στην πράξη τη σύγχρηση των λοιπών κοινωνών και ο ίδιος έχει οποτεδήποτε την ευχέρεια να το εκμεταλλευτεί κατά την κρίση και το συμφέρον του [ΑΠ 852/2019, ΑΠ 276/2016, ΑΠ 767/2014].
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι, οι οποίοι ήταν σύζυγοι, είναι συγκύριοι, κατά ποσοστό 65% η ενάγουσα και 35% ο εναγόμενος, μίας νεόδμητης μεζονέτας, με αριθμό ΚΑΕΚ ..., του κτιρίου ..του με αριθμό ..
του .. Ο.Τ., επί της οδού Σ. Μ. αρ. 17Β, της Θ. Ν.. Θ., αποτελούμενης από υπόγειο εμβαδού 58,40 τμ, που περιλαμβάνει δύο αποθήκες, λουτροκαμπινέ και λεβητοστάσιο, ισόγειο εμβαδού 58,40 τμ, που περιλαμβάνει σαλόνι, κουζίνα και αποθήκη και πρώτο όροφο, εμβαδού 52,68 τμ, που περιλαμβάνει τρία δωμάτια και μπάνιο και επικοινωνεί με εσωτερική σκάλα με το ισόγειο, έχει δε συνολικό ποσοστό στο όλο οικόπεδο 142,53% εξ αδιαιρέτου καθώς και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης, σύμφωνα με τον Κανονισμό του συγκροτήματος, σε έναν χώρο του οικοπέδου, εμβαδού 156,98 τμ μπροστά πίσω και πλάγια της κατοικίας.
Το ακίνητο αυτό απέκτησαν οι διάδικοι, κατά τα άνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου ο καθένας, δυνάμει του με αριθμ. ... συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Σ. Π.-Λ., που καταχωρήθηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Κ. και αποτέλεσε την κοινή συζυγική τους κατοικία από το έτος 2011 μέχρι το έτος 2015 οπότε και διασπάστηκε η έγγαμη συμβίωσή τους.
Το αναγραφόμενο στο ανωτέρω συμβόλαιο τίμημα της αγοραπωλησίας ήταν 158.167,77 ευρώ, ίσο με την αντικειμενική του αξία, πλην όμως, όπως εκθέτει και η ενάγουσα στην αγωγή της, το πραγματικό τίμημα ανήλθε σε 315.000 ευρώ, εκ του οποίου ποσό ύψους 115.000 ευρώ συνεισέφερε η ίδια, ενώ το υπολειπόμενο μέρος του τιμήματος καλύφθηκε με τρία στεγαστικά δάνεια που έλαβαν οι διάδικοι από κοινού από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, τις δόσεις των οποίων ανέλαβαν να εξοφλήσουν κατά 50% έκαστος.
Τον Φεβρουάριο του 2015 διασπάστηκε οριστικά η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων, οπότε η ενάγουσα μετοίκησε άμεσα στην πατρική της οικία, ο δε εναγόμενος εξακολούθησε να διαμένει στο ακίνητο, κάνοντας αποκλειστική χρήση αυτού. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο έκρινε το ίδιο ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, τα δε ισχυριζόμενα με τους πρώτο λόγο έφεσης και πρώτο πρόσθετο λόγο, ότι το Πρωτόδικο δικαστήριο έσφαλε δεχόμενο ότι διαμένοντας ο ίδιος στο κοινό επίδικο ακίνητο έκανε αποκλειστική χρήση αυτού, δοθέντος ότι σε καμία περίπτωση δεν απέκλεισε την στην πράξη σύγχρησή του από την αντίδικό του, είτε διά της διαμονής της σε αυτό είτε διά της πώλησης ή εκμίσθωσής του, είναι απορριπτέα, εφόσον από τον Φεβρουάριο του 2015 επήλθε η διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων και υπήρχε κοινή συμφωνία τους τουλάχιστον για πώληση αυτού, ο δε εκκαλών δεν ισχυρίζεται ότι έκανε χρήση ενός μόνο τμήματος του ακινήτου, ώστε να θεωρηθεί ότι το υπόλοιπο ήταν ελεύθερο.
Ενόψει της εξέλιξης αυτής έλαβαν αρχικά από κοινού την απόφαση να προβούν στην πώλησή της, πλην όμως αυτό δεν κατέστη εν τέλει εφικτό, καθώς δεν προέκυψε προσφορά που να καλύπτει τις οικονομικές απαιτήσεις αμφοτέρων, που δεν ήταν ίδιες δεδομένου ότι η ενάγουσα εύλογα αποσκοπούσε στην μεταπώληση της οικίας έναντι τιμήματος που να προσεγγίζει εκείνο που πραγματικά είχε καταβληθεί για την εξαρχής απόκτησή της και το οποίο προερχόταν, σε μεγάλο βαθμό, από την προσωπική της περιουσία.
Για το λόγο αυτό, περίπου ένα χρόνο αργότερα, η ενάγουσα αποφάσισε μονομερώς να προβεί στην οικονομική αξιοποίηση της ανωτέρω κοινής κατοικίας διά της εκμίσθωσής της, χωρίς τούτο να συνεπάγεται αποκλεισμό του ενδεχόμενου πώλησής της, εφόσον ήθελε προκύψει επωφελής οικονομική προσφορά (βλ. σχ. την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 20-4-2016 εξώδικη δήλωσή της προς τον εναγόμενο, στην οποία γίνεται το πρώτο ρητή μνεία σε αμφότερες τις προοπτικές).
Η απόφασή της αυτή της ενάγουσας ήταν σύννομη, δεδομένου ότι αφενός μεν αυτή τυγχάνει πλειοψηφούσα κοινωνός της επίδικης κοινής κατοικίας, αφετέρου δε η αρχικώς ληφθείσα ομόφωνη απόφαση προς πώλησή της δεν είχε μέχρι τότε καταστεί εφικτό να υλοποιηθεί. Πράγματι η ενάγουσα ανέθεσε την ανεύρεση μισθωτή σε μεσιτικό γραφείο, το οποίο ανήρτησε στο διαδίκτυο αγγελία με αναλυτική αναφορά των χαρακτηριστικών και πλεονεκτημάτων της επίδικης κατοικίας και της προσφοράς της προς εκμίσθωση έναντι μηνιαίου μισθώματος ύψους 900 ευρώ.
Επί της αγγελίας αυτής εκδηλώθηκε ενδιαφέρον από συγκεκριμένη υποψήφια μισθώτρια, αλλά τελικά η κατάρτιση της μίσθωσης ματαιώθηκε διότι, ενώ αυτή επιθυμούσε να εγκατασταθεί το αργότερο έως το τέλος Αυγούστου 2017, εν τέλει ο εναγόμενος δεν απεχώρησε από την επίδικη κατοικία. Ο πρόσθετος λόγος της έφεσης, με τον οποίο παραπονείται ο εκκαλών γιατί πράγματι απαραδέκτως το Πρωτοβάθμιο, Δικαστήριο έλαβε υπόψη το αναφερόμενο στην απόφασή του έγγραφο (από 24-1-2018 έγγραφη πρόταση για την άμεση μίσθωση της εν λόγω μεζονέτας για διάστημα 6 ετών, με σκοπό την περαιτέρω υπεκμίσθωσή της έναντι σταθερού μηνιαίου μισθώματος 900 ευρώ), του οποίου η επίκληση (και η προσαγωγή) έγινε από την ενάγουσα (και όχι προς αντίκρουση προτεινόμενων στο ακροατήριο ισχυρισμών) με την προσθήκη (ΑΠ 546/2011 ΝΟΜΟΣ και ΑΠ 61/2010 ΕλΔ/νη 2010-699), προτείνεται πλέον αλυσιτελώς εφόσον το άνω έγγραφο προσκομίζεται παραδεκτώς ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρ. 529 παρ.
ια' του ΚΠολΔ), συνεκτιμώμενο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα προς έρευνα της ουσίας της υπόθεσης. Με δεδομένη τη θέση και το εμβαδό της επίδικης κατοικία και το ότι πρόκειται για σχετικά νέο κτίσμα, πολυτελούς κατασκευής και διαρρύθμισης, λαμβανομένης υπόψη και της οικονομικής κρίσης και ειδικά της κρίσης σε ό,τι αφορά την αγορά και μίσθωση ακινήτων (κατοικιών-διαμερισμάτων) στην συγκεκριμένη περιοχή που είναι γνωστά σε όλους (άρθρο 336 ΚΠολΔ), η μηνιαία μισθωτική αξία της κατοικίας αυτής ανέρχεται στο ποσό των 650 ευρώ.
Άλλα ακίνητα ίδιου περίπου εμβαδού στην ίδια περιοχή δεν ενοικιάζονται κατά την επίδικη χρονική περίοδο περισσότερο από 450 έως 550 ευρώ μηνιαίως, πλην όμως πρόκειται για κατοικίες παλαιότερες σε σχέση με την επίδικη είτε με διαφορετικά ειδικότερα χαρακτηριστικά (θέρμανση με πετρέλαιο αντί για φυσικό αέριο που διαθέτει η επίδικη).Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι η μηνιαία μισθωτική αξία της επίδικης κατοικίας ανέρχεται στο ποσό των 900 ευρώ, εσφαλμένα έκρινε τις αποδείξεις, δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου έφεσης ως βασίμου εν μέρει.
Ενόψει των ανωτέρω παρέπεται ότι από την αποκλειστική χρήση της κατοικίας που έκανε ο εναγόμενος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής στις 28-12-2017 έως τη συζήτησή της στις 17-9-2018, αυτός αποκόμισε σε βάρος της ενάγουσας όφελος, που για κάθε μήνα είναι ίσο με το ποσοστό επί της ανωτέρω μισθωτικής της αξίας που αναλογεί στο εξ αδιαιρέτου μερίδιό της σε αυτήν και ανέρχεται συνολικά σε 3.661,60 ευρώ (650 x 65% = 422,50 ευρώ x 8 μήνες = 3.380 ευρώ + 281,60 ευρώ για αναλογία 3 ημερών από τον Δεκέμβριο του 2017 και 17 ημερών από τον Σεπτέμβριο του 2018 (422,50/30 = 14,08 ευρώ x 20 ημ.) = 3.661,60).
Πριν την κρινόμενη αγωγή η ενάγουσα άσκησε σε βάρος του εναγομένου αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με την οποία ζήτησε, εκτός άλλων, την προσωρινή επιδίκαση αποζημίωσης για την εκ μέρους του αποκλειστική χρήση της επίδικης κατοικίας. Με την με αρ. 18662/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η ανωτέρω αίτηση έγινε δεκτή εν μέρει και ο καθ' ου νυν εναγόμενος και εκκαλών υποχρεώθηκε να καταβάλει προσωρινά στην αντίδικό του το ποσό των 455 ευρώ μηνιαίως από την επομένη της επίδοσης της απόφασης που έλαβε χώρα στις 28-12-2017, δηλαδή την ίδια ημέρα με την επίδοση της αγωγής.
Σε συμμόρφωση της απόφασης αυτής ο εναγόμενος κατέβαλε στην ενάγουσα στις 9-4-2018 το ποσό των 1.200 ευρώ, με συνέπεια την ισόποση μείωση της ένδικης απαίτησής της στο ποσό των 2.461,60 ευρώ (3.661,60 - 1.200)". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, που είχε δεχθεί στο σύνολό της την αγωγή της αναιρεσείουσας, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και καθόρισε την μισθωτική αξία του επιδίκου κοινού ακινήτου στο ποσό των 650 ευρώ μηνιαίως και την αξία του ιδανικού μεριδίου της αναιρεσείουσας στο ποσό των 422,50 ευρώ μηνιαίως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για τη θεμελίωση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κάποιο αποδεικτικό μέσο, το οποίο ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ, και το οποίο προσκομίστηκε με επίκληση προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο, γεγονότος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης [ολΑΠ 2/2008, ΑΠ 1474/2022], επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλει την ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και τη διάκριση από ποια από αυτά προκύπτει άμεση και από ποια άμεση απόδειξη, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων [μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.] που λήφθηκαν υπόψη.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιαστίκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Δεν αποκλείεται όμως να στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν παρότι στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας γίνεται ειδική μνεία ορισμένου αποδεικτικού μέσου, ωστόσο, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως τις αιτιολογίες της γεννώνται αμφιβολίες αν πράγματι αυτό λήφθηκε υπόψη [ΑΠ 1474/2022, ΑΠ 1147/2019, ΑΠ 2081/2017].
Στην προκείμενη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παρά τη ρητή αναφορά για λήψη υπόψη όλων των εγγράφων, προκύπτει ότι από το αιτιολογικό της ότι δεν έλαβε υπόψη επτά αποδεικτικά στοιχεία που η ίδια επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα και συγκεκριμένα α] το μισθωτήριο που αποδεικνύει ότι το επίδικο ακίνητο εκμισθώθηκε αντί 900 ευρώ μηνιαίως κατά το χρονικό διάστημα από 5-8-2019 έως 4-8-2021 και το οποίο αναρτήθηκε στο taxis, β] 5 ειδοποιητήρια εμβασμάτων από 9/2019 έως 1/2020, για καταβολή μισθώματος 900 ευρώ μηνιαίως και γ] την με αριθμό ...
δήλωση taxis, από τα οποία προκύπτει ο ουσιώδης ισχυρισμός της για την έκβαση της δίκης, ότι δηλαδή η μισθωτική αξία του επιδίκου κοινού ακινήτου ανερχόταν και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα [8/2017 έως 8/2019] στο ποσό των 900 ευρώ μηνιαίως. Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου, που περιέχεται στην απόφασή του, ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ άλλων, και τα έγγραφα, που οι διάδικοι νομότυπα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της απόφασης που αφορούν τους αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, προς απόδειξη των οποίων αυτή επικαλέσθηκε τα προαναφερόμενα έγγραφα, δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του όλα τα πιο πάνω φερόμενα ως αγνοηθέντα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, μεταξύ των οποίων και τα ακόλουθα έγγραφα:
α] την από 4-3-2019 εκτίμηση μισθωτικής αξίας του ακινήτου από πολιτικό μηχανικό πιστοποιημένο εκτιμητή του Υπουργείου Οικονομικών Κ. Ζ., που βεβαιώνει ότι η μισθωτική αξία του ακινήτου ανερχόταν στο ποσό των 578 ευρώ [σχετ. 38 και 8] β] την υπ' αριθ. ... δήλωση πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης ακινήτου περιουσίας της ανεξάρτητης αρχής δημοσίων εσόδων ιδίας μεζονέτας με την επίδικη που εφάπτεται σε αυτήν αντί 500 ευρώ μηνιαίως [σχετ, 45], γ] την υπ' αριθ. ...
δήλωση πληροφοριακών στοιχείων της ααδε μεζονέτας, που βρίσκεται απέναντι από την επίδικη, για το διάστημα από13-8-2018 έως 13-8-2020, αντί μισθώματος 550 ευρώ μηνιαίως [σχετ. 46] και δ] συγκριτικά στοιχεία αγγελιών από τον ιστότοπο ''spitogatos'', στο κέντρο της Θ., αντίστοιχα ή και μεγαλύτερα του επιδίκου [διαμερίσματα, μεζονέτες, μονοκατοικίες], με μίσθωμα από 450 έως 650 ευρώ.
Η προβαλλόμενη αιτίαση ότι από τα επικαλούμενα αποδεικτικά στοιχεία συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των εν λόγω αποδεικτικών μέσων, η οποία και δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ] και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, που ηττήθηκε, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις [άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-1-2021 αίτηση της Γ. Κ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1819/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2700] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ