Legislator Case Law & Legislation
755/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of substantive law citations regarding evidence evaluation.

Case Number 755/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding a bank account dispute. The appellant argued the lower court failed to cite substantive laws when evaluating witness testimony and evidence. The court ruled this appeal inadmissible because the appellant did not specify which substantive laws were violated, and the appeal focused solely on the evaluation of evidence rather than a lack of reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging a lack of reasoning or insufficiency of reasoning regarding substantive law is inadmissible if it does not identify the specific substantive laws violated, and if it concerns only the evaluation of evidence rather than the reasoning itself.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility lack of substantive law citation evaluation of evidence reasoning insufficiency Code of Civil Procedure appellate review scope bank account dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 566, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559, number 20 of the Code of Civil Procedure
Article 339 of the Code of Civil Procedure
Article 432 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Judgment 358/2021
Supreme Court Judgment 473/2021
Supreme Court Judgment 357/2018
Supreme Court Judgment 1022/2017
Supreme Court Judgment 651/2010
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 755 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 755/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. Τ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ξενοφώντα Νικολάου και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωγραφιά Ευαγγελίδου - Τσικρικά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/11/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 669/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 157/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/5/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 22.5.2020 αίτηση αναίρεσης κατά της 157/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που δίκασε, αντιμωλία των διαδίκων, και απέρριψε ως αβάσιμη και κατ'ουσίαν έφεση της αναιρεσείουσας κατά 669/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 5-11-2012 αγωγή της κατά της αναιρεσίβλητης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου. Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση εγγράφου και δη αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 15/2021, 1349/2018, 846/2011).

Περαιτέρω, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 106, 108, 338§1 και 559 αρ. 11 περ. β` ΚΠολΔ, η προσαγωγή των αποδεικτικών μέσων, ακόμη και όταν διατάχθηκε από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως κατά το άρθρο 107 του ίδιου Κώδικα, γίνεται με πρωτοβουλία και επιμέλεια των διαδίκων, οι οποίοι, επομένως, αφού μπορούν να μην προσκομίσουν ή να μην επικαλεστούν ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα που ο νόμος επιτρέπει για την απόδειξη πραγματικών γεγονότων, μπορούν εγκύρως και να συμφωνήσουν τη μη χρησιμοποίηση, δηλαδή τη μη προσαγωγή και επίκληση των αποδεικτικών αυτών μέσων στις μεταξύ τους δίκες.

Η ίδια περίπτωση συντρέχει και όταν συμφωνείται η χρήση ορισμένου μόνον αποδεικτικού μέσου, οπότε αποκλείονται τα υπόλοιπα (ΟλΑΠ 27/1993, ΑΠ 1778/2014). Από τη σχετική όμως συμφωνία πρέπει να προκύπτει σαφώς ότι ορισμένο αποδεικτικό μέσο θα αποτελεί τον μόνο τρόπο απόδειξης πραγματικού γεγονότος, αποκλειομένων των υπολοίπων.

Στον έλεγχο δε του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό αυτών που αποδείχθηκε ότι συμφωνήθηκαν (πρβλ. ΟλΑΠ 8/2011, ΑΠ 13/2017) και επομένως ελέγχεται αναιρετικώς αν το δικαστήριο εκείνο προσέδωσε, με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, στη σχετική δικονομική σύμβαση τον νομικό χαρακτηρισμό του αποκλεισμού ή μη των υπόλοιπων αποδεικτικών μέσων πλην του συμφωνηθέντος.

Εξάλλου κατά το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως.

Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ` αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων, ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 151/2022, 410/2018).Έμμεση διαπίστωση κενού στη σύμβαση ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως προκύπτει όταν, παρά τη ρητή διαβεβαίωση περί της ανυπαρξίας τους, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, από την οποία αποκαλύπτεται, ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως των συμβαλλομένων, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως, όπως συμβαίνει όταν το δικαστήριο για την αληθινή έννοια της συμβάσεως, έλαβε υπόψη του και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το κείμενο της συμβάσεως ή χρησιμοποιεί επιχειρήματα (ΑΠ 245/2018, 533/2008, 1581/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του όρου 2 της 007026838 της από 11-2-2000 σύμβασης παροχής επενδυντικών υπηρεσιών εκ μέρους της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης Τράπεζας Χίου προς την ίδια (αναιρεσείουσα), σύμφωνα με το σχετικό μέρος του οποίου είχε συμφωνηθεί ως προς τον τύπο των εντολών που θα έδινε στην ανωτέρω τράπεζα ότι "Οι εντολές του ΠΕΛΑΤΗ προς την ΤΡΑΠΕΖΑ δίδονται είτε εγγράφως, ως εγγράφου νοούμενου και του τηλεομοιοτυπικού μηνύματος (FAX), είτε προφορικώς, και μέσω τηλεφώνου μόνο κατά τις εργάσιμες ημέρες και ώρες των Ελληνικών Τραπεζών.

Ρητά συμφωνείται ότι η Τράπεζα προς απόδειξη του περιεχομένου των εντολών και γενικά των συμφωνιών της με τον ΠΕΛΑΤΗ δικαιούται και εξουσιοδοτείται με το παρόν από τον ΠΕΛΑΤΗ να προβαίνει σε μαγνητοφώνηση των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων μαζί του. Οι μαγνητοταινίες που καταγράφουν τις τηλεφωνικές εντολές του ΠΕΛΑΤΗ, τα έγγραφα που αποστέλλονται στην τράπεζα καθώς και τα τηλεομοιοτυπικά μηνύματα (FAX), συμφωνείται ότι αποτελούν την πλήρη απόδειξη απέναντι στον πελάτη για την εντολή του προς την ΤΡΑΠΕΖΑ και το περιεχόμενό της και μπορούν να τύχουν δικαστικής επικλήσεως...".

Ειδικότερα η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε τον ανωτέρω επιμέρους όρο του προαναφερόμενου εγγράφου, δεχόμενο ότι σε αυτόν προβλεπόταν πως η αναιρεσίβλητη είχε δικαίωμα και όχι υποχρέωση να μαγνητοφωνεί τις τηλεφωνικές εντολές της ίδιας για την εκτέλεση χρηματιστηριακών συναλλαγών και να τις χρησιμοποιεί ως αποδεικτικό μέσο προς πλήρη απόδειξη των εντολών και του περιεχομένου τους, δυνάμενη όμως να αποδείξει αυτά τα περιστατικά και δι' άλλων αποδεικτικών μέσων, ενώ ο ανωτέρω όρος έχει προδήλως διαφορετικό περιεχόμενο και συγκεκριμένα ότι η μαγνητοφώνηση των ως άνω εντολών της προς την τράπεζα ήταν υποχρεωτική, δυνάμενη αυτή μόνον να αποτελέσει απόδειξη για την παροχή εντολών και το περιεχόμενό τους, η ανωτέρω δε παραμόρφωση οδήγησε το δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα.

Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου και τον δεύτερο λόγο της αίτησής της η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο πλημμέλειες: α) από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη παραβίαση των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, υποστηρίζοντας ότι παρότι αυτό διέγνωσε εμμέσως κενό στην παραπάνω δικονομική συμφωνία, δεν προσέφυγε στην εφαρμογή τους και β) από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι παρά τον νόμο δέχθηκε απόδειξη εντολών της για χρηματιστηριακές συναλλαγές (αγορά μετοχών) δι' άλλων, αποκλεισθέντων κατ' άρθρο 394 παρ. 2 ΚΠολΔ, αποδεικτικών μέσων και δη αποδεικτικών μέσων, που δεν αποτελούν έγγραφα, με συνέπεια να δεχθεί μείωση του λογαριασμού, τον οποίο διατηρούσε στην Τράπεζα Χίου, αντίστοιχη με το καταβληθέν γι' αυτές τις εντολές αντάλλαγμα.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ειδικότερα ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της απόφασής του σε σχέση με τα ανωτέρω ζητήματα τα ακόλουθα: "Οι ανωτέρω εντολές της ενάγουσας [για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών], συμφωνήθηκε ρητά με το δεύτερο (αριθ. 2) σαφή όρο, να δίδονται είτε από την ενάγουσα αυτοπροσώπως είτε από ειδικά προς τούτο εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους της, είτε εγγράφως συμπεριλαμβανομένου και του τηλεομοιοτυπικού μηνύματος (FAX) είτε προφορικά, ακόμα και τηλεφωνικά, κατά τις εργάσιμες ημέρες και ώρες των ελληνικών τραπεζών.

Κατά τον ίδιο σαφή όρο, ρητά επίσης συμφωνήθηκε ότι η Τράπεζα προς απόδειξη του περιεχομένου των εντολών και γενικά των συμφωνιών της με την ενάγουσα έχει το δικαίωμα να μαγνητοφωνεί τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις και να επικαλείται αυτές ως αποδεικτικό μέσο ενώπιον των δικαστικών αρχών για την πλήρη απόδειξη απέναντι στην ενάγουσα για τις εντολές και το περιεχόμενό τους, η δε ενάγουσα με τον ίδιο όριο ρητά παρέσχε τη σχετική εξουσιοδότηση για τη μαγνητοφώνηση...

η ενάγουσα σε σχετική τηλεφωνική επικοινωνία της ίδιας με τον προαναφερθέντα Διευθυντή του Υποκαταστήματος Ι. Ν. έδωσε στον τελευταίο προφορικά εντολή αγοράς μετοχών .... Για καμία από τις ανωτέρω τηλεφωνικές εντολές που έδωσε η ενάγουσα στην Τράπεζα, δεν προέβη η τελευταία σε χρήση του δικαιώματος της να μαγνητοφωνήσει τις τηλεφωνικές συνομιλίες που προηγήθηκαν.

Η δικαιοπάροχος της εναγόμενης και συνακόλουθα και η εναγόμενη, σύμφωνα με τον προαναφερθέντα ρητό σαφή όρο της σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών είχε δικαίωμα και όχι υποχρέωση να μαγνητοφωνεί τις σχετικές τηλεφωνικές συνδιαλέξεις της ενάγουσας και να χρησιμοποιεί αυτές ως αποδεικτικό μέσο...

όπως προαναφέρθηκε με τον δεύτερο όρο της σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ρητά συμφωνήθηκε ότι η εναγόμενη έχει δικαίωμα και όχι υποχρέωση να μαγνητοφωνεί τις τηλεφωνικές εντολές της ενάγουσας για την εκτέλεση χρηματιστηριακών συναλλαγών και να χρησιμοποιεί αυτές, όπως και τα συναφή FAX και τις γραπτές εντολές ως αποδεικτικό μέσο ενώπιον των Δικαστηρίων για την πλήρη απόδειξη των εντολών και του περιεχομένου τους.

Με τον σαφή αυτό όρο δεν ορίστηκε το έγγραφο ως αποδεικτικός τύπος των εντολών και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 394 παρ. 2 ΚΠολΔ περί απαγόρευσης της απόδειξης με μάρτυρες, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η ενάγουσα". Σύμφωνα με όσα προεκτίθενται, οι ανωτέρω πρώτος λόγος της αίτησης κατά το πρώτο του σκέλος και ο δεύτερος λόγος της αίτησης είναι αβάσιμοι, διότι το Εφετείο δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 20 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Το δικαστήριο της ουσίας δεν παραμόρφωσε τον όρο της μεταξύ της αναιρεσείουσας και της Τράπεζας Χίου έγγραφης συμφωνίας και δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αλλά, αφού ορθώς τον ανέγνωσε, προσδίδοντας στη λέξη "δικαιούται" το μόνο δυνατό να προσδοθεί σε αυτήν περιεχόμενο και νομικό χαρακτηρισμό, δηλαδή την πρόβλεψη δικαιώματος της ανωτέρω τράπεζας να προβαίνει σε μαγνητοφωνήσεις, οι οποίες θα αποτελούσαν πλήρη απόδειξη, χωρίς όμως να αποκλεισθεί δι' οποιασδήποτε περαιτέρω πρόβλεψης η απόδειξη δια των υπόλοιπων προβλεπόμενων από τον ΚΠολΔ αποδεικτικών μέσων (όπως θα συνέβαινε π.χ.

αν προβλεπόταν ότι οι εντολές θα αποδεικνύονταν μόνο από τις μαγνητοφωνήσεις), οδηγήθηκε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, η δε σχετική αιτίαση, αναφερομένη κατά τα λοιπά στην εκτίμηση πραγματικού γεγονότος (της συμφωνίας μεταξύ αναιρεσείουσας και τράπεζας), εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Περαιτέρω το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά τον νόμο απόδειξη εντολών της αναιρεσείουσας για χρηματιστηριακές συναλλαγές (αγορά μετοχών) δι' άλλων, αποκλεισθέντων βάσει της ενυπάρχουσας στον ανωτέρω όρο δικονομικής συμβάσεως αποδεικτικών μέσων, αφού με βάση το συγκεκριμένο περιεχόμενο αυτού του όρου και την ορθή ανάγνωσή του η σχετική δικονομική σύμβαση προέβλεπε δικαίωμα της ανωτέρω τράπεζας να προβαίνει σε μαγνητοφωνήσεις, που θα αποτελούσαν έναντι της αναιρεσείουσας πλήρη απόδειξη για τις εντολές της, χωρίς όμως να αποκλείει την απόδειξή τους δια των υπόλοιπων προβλεπόμενων από τον ΚΠολΔ αποδεικτικών μέσων, τα οποία ήταν επιτρεπτά κατά νόμο και κατά τη βούληση των συμβληθέντων, που δεν τα απέκλεισαν, και με βάση τα οποία κρίθηκε πως αποδείχθηκαν οι εντολές της αναιρεσείουσας για τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση χρηματιστηριακές συναλλαγές.

Περαιτέρω το Εφετείο δεν παραβίασε τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, τα οποία δεν ήταν εφαρμοστέα και στα οποία δεν προσέφυγε, αφού δεν διαπίστωσε αμέσως ή εμμέσως οποιοδήποτε κενό ή αμφίβολο σημείο στον ίδιο παραπάνω όρο, αλλά τον έκρινε ρητό και σαφή. Η αναφορά στην προσβαλλομένη ότι ο όρος αυτός προβλέπει δικαίωμα και όχι υποχρέωση της τράπεζας για μαγνητοφώνηση των εντολών της αναιρεσείουσας, ώστε οι συγκεκριμένες μαγνητοφωνήσεις να αποτελούν πλήρη απόδειξη υπέρ της τράπεζας, ουδόλως υποδηλώνει ότι το δικαστήριο εμμέσως διέγνωσε κενό ή αμφίβολο σημείο στον σχετικό όρο, όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα.

Η αντιδιαστολή μεταξύ δικαιώματος και υποχρέωσης αποσκοπεί απλώς στον νομικό χαρακτηρισμό της του όρου που αποδείχθηκε ότι συμφωνήθηκε, ενόψει των επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας ότι η ανωτέρω τράπεζα ανέλαβε υποχρέωση μαγνητοφώνησης, και δεν αποτελεί προσφυγή σε οποιαδήποτε άλλα στοιχεία για τον σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου.

Επομένως αβάσιμος είναι και ο πρώτος λόγος της αίτησης και κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα. Από το άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, δεν είναι κάθε ομολογία, αλλά μόνο αυτή που έγινε με σκοπό την αποδοχή του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι' αυτόν που ομολογεί γεγονότος, απευθύνεται στο δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση και είναι σαφής και ορισμένη.

Κατά το άρθρο 354 του ίδιου Κώδικα, όποιος ομολόγησε μπορεί να ανακαλέσει την ομολογία του, να αμφισβητήσει, δηλαδή, μεταγενέστερα το ομολογημένο γεγονός μόνο αν αυτός αποδείξει ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Η ανάκληση ομολογίας - δικαστικής ή εξώδικης - δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό, δεδομένου ότι δεν ενέχει προβολή νέου πραγματικού ισχυρισμού, ώστε να έχουν εφαρμογή τα άρθρα 269 και 527 ΚΠολΔ.

Η ανάκληση πρέπει να προταθεί, χωρίς να είναι αναγκαία πανηγυρική δήλωση του διαδίκου ότι ανακαλεί το ομολογημένο γεγονός, αλλά αρκεί να προκύπτει ότι ήδη το αμφισβητεί (ΑΠ 791/2017, 319/2015, 1176/2009). Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). "Πράγματα", κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 71/2019, 2221/2014, 1434/2010), όχι όμως και οι λόγοι έφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής (ΑΠ 194/2021, 1108/2021).

Δεν αποτελούν δε πράγματα κατά την πιο πάνω έννοια και συνεπώς δεν ιδρύεται ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη, μεταξύ άλλων, τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματά τους από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (ΟλΑΠ 3/1997), οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013) ή περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό ή περιστατικά, που εκτίθενται εκ περισσού (ΑΠ 569/2018).

Ο άνω δε αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ ΑΠ 12/1991, ΑΠ 856/2018), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1374/2019, 403/2017). Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδ.

γ' ΚΠολΔ συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ 1864/2017, 1614/2017).

Διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από την ως άνω διάταξη (ΑΠ 708/2015, 1468/2012). Εξάλλου εάν δε η προσβαλλόμενη απόφαση έχει δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η κάθε μία το διατακτικό της, και έστω η μία από αυτές τις αιτιολογίες δεν πλήττεται ειδικώς ή τελεσφόρως με λόγο αναίρεσης, οι υπόλοιποι λόγοι αναίρεσης, που πλήττουν την έτερη ή τις έτερες επάλληλες αιτιολογίες, απορρίπτονται ως αλυσιτελείς, αφού και σε περίπτωση έρευνας και βασιμότητάς τους, δεν είναι δυνατό να οδηγήσουν σε αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η μη πληττόμενη ή μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της (βλ.

ΟλΑΠ 25/2003, 99/2020, 1207/2017, 675/2013). Το ίδιο αυτονοήτως ισχύει και ως προς τους προβληθέντες επιμέρους ισχυρισμούς διαδίκου, που γίνονται δεκτοί ή απορρίπτονται με επάλληλες αιτιολογίες, οπότε η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία επιστηρίζει αυτοτελώς την παραδοχή ή απόρριψη των ισχυρισμών αυτών. Η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αίτησής της προβάλλει αιτιάσεις από τους αριθμούς 8 και 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη αντιστοίχως ότι το Εφετείο α) έλαβε υπόψη του μη προταθέντα από την αναιρεσίβλητη ισχυρισμό περί ανακλήσεως ομολογίας της δικαιοπαρόχου της και β) δεν έλαβε υπόψη του εξώδικη ομολογία της τελευταίας, σύμφωνα με την οποία η εκτέλεση της σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών της δεν έγινε σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, ζήτημα ουσιώδες για την έκβαση της δίκης, διότι από αυτό εξαρτάται αν νομίμως αντλήθηκαν από τον τραπεζικό λογαριασμό της τα ποσά που δαπανήθηκαν για χρηματιστηριακές συναλλαγές και συγκεκριμένα για την αγορά μετοχών για λογαριασμό της.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε όσον αφορά επικληθείσα από την αναιρεσείουσα ομολογία της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης τα ακόλουθα: "... η ενάγουσα στις 11-7-2003 επέδωσε στην εναγόμενη την από 2-6-2003 εξώδικη δήλωση με την οποία παραπονείτο και πάλι όπως στην προηγούμενη επιστολή για την αντισυμβατική χωρίς εντολή της αγορά μετοχών και ανάληψη των επιδίκων χρηματικών ποσών και ζητούσε από την εναγομένη να της χορηγήσει αντίγραφα των εντολών της προς αυτή για την αγορά των μετοχών, διαφορετικά να της καταβάλει τα επίδικα ποσά.

Η εναγόμενη απάντησε με την από 22-7-2003 εξώδικη απάντηση, που επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 24-7-2003. Στην απάντηση αυτή η εναγομένη αρνείται τους ισχυρισμούς της ενάγουσας και επικαλείται την προφορική χορήγηση εντολών εκ μέρους της ενάγουσας για τη διενέργεια των χρηματιστηριακών συναλλαγών. Επιπλέον διαλαμβάνεται ότι η ενάγουσα τροποποίησε τους όρους της επίδικης σύμβασης χωρίς ωστόσο να διευκρινίζει (η εναγομένη στην ανωτέρω εξώδικη απάντηση) σε ποιους όρους αναφέρεται.

Τροποποίηση των όρων της επίδικης σύμβασης δεν αποδείχτηκε, ούτε εξάλλου η ενάγουσα ισχυρίζεται κάτι σχετικό αλλά ούτε και η εναγομένη με τις προτάσεις της. Έτσι τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω εξώδικη απάντηση περί τροποποίησης των όρων της επίδικης σύμβασης είναι αβάσιμα. Και αν τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω εξώδικη απάντηση ήθελε θεωρηθεί ότι αποτελούν εξώδικη ομολογία της εναγόμενης ότι οι επίδικες συναλλαγές δεν έγιναν σύμφωνα με τους όρους της επίδικης σύμβασης, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, τότε η ομολογία αυτή ανακλήθηκε με τις προτάσεις της εναγόμενης ενώπιον του πρωτοβαθμίου αλλά και του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία επικαλείται εκτέλεση των επίδικων συναλλαγών κατόπιν εντολής της ενάγουσας και σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης.

Ενόψει δε του ότι η ανωτέρω εξώδικη ομολογία αποδείχτηκε ότι είναι αναληθής αφού οι επίδικες συναλλαγές έγιναν σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης και κατόπιν εντολής της ενάγουσας κατά τα προεκτεθέντα, με την ανάκλησή της επήλθε ανατροπή των δικονομικών συνεπειών της και δεν αποτελεί απόδειξη κατά της εναγόμενης".

Σύμφωνα με αυτά και το αποδειχθέν, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περιεχόμενο της εξώδικης απάντησης της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, η τελευταία αρνήθηκε με αυτήν ρητώς προηγηθέντες ισχυρισμούς της ήδη αναιρεσείουσας περί διενέργειας χρηματιστηριακών συναλλαγών χωρίς εντολή της, επικαλούμενη μάλιστα την προφορική χορήγηση εντολών εκ μέρους της τελευταίας για τη διενέργειά τους, υποστήριξε δε και ότι η αναιρεσείουσα τροποποίησε τους όρους της επίδικης σύμβασης, χωρίς όμως να διευκρινίζει σε ποιους όρους αναφερόταν.

Επομένως ο ανωτέρω τρίτος λόγος αναίρεσης είναι και ως προς τα δύο σκέλη του προεχόντως απαράδεκτος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού η αποδειχθείσα, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, απάντηση της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης προς την εξώδικη της αναιρεσείουσας ουδόλως περιέχει ομολογία για αγορά μετοχών αντίθετη προς τους όρους της έγγραφης σύμβασης, με συνέπεια να μη τίθεται και ζήτημα ανάκλησης τέτοιας ομολογίας.

Αντιθέτως η ανωτέρω απάντηση περιέχει άρνηση ισχυρισμών της αναιρεσείουσας περί διενέργειας χρηματιστηριακών συναλλαγών χωρίς εντολή της και πραγματοποίησή τους κατόπιν προφορικών εντολών της, ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ενώ η περαιτέρω παντελώς αόριστη και ασαφής αναφορά και σε τροποποίηση όρων της συμβάσεως εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, χωρίς να διευκρινίζεται σε ποιους όρους αφορά (και πάντως όχι την χωρίς εντολή της αναιρεσείουσας πραγματοποίηση αγορών, για την οποία η θέση της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης ήταν σαφής) δεν μπορούσε να ασκήσει οποιαδήποτε επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι δεν αποτελεί, κατά τα προαναφερόμενα, ομολογία λόγω της πλήρους αοριστίας και ασάφειάς της, καθώς και του γεγονότος ότι ουδόλως υποδηλώνει αποδοχή αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τη δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης γεγονότος.

Ο ως άνω λόγος είναι, σε κάθε περίπτωση, και ως προς τα δύο σκέλη του απαράδεκτος και ως αλυσιτελής διότι με αυτόν δεν πλήττεται η κύρια αιτιολογία του Εφετείου, η οποία στηρίζει πλήρως την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί εξώδικης ομολογίας. Βάσει αυτής, όπως προκύπτει από την εκτίμηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι συνιστά εξώδικη ομολογία η ανωτέρω αόριστη και ασαφής αναφορά της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης περί τροποποίησης των όρων της σύμβασης εκ μέρους της αναιρεσείουσας.

Με τον ερευνώμενο όμως λόγο η αναιρεσείουσα πλήττει μόνο την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, βάσει της οποίας θεωρήθηκαν απορριπτέοι οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας περί εξώδικης ομολογίας και στην υποθετική περίπτωση, κατά την οποία θα γινόταν δεκτό ότι η ανωτέρω αναφορά αποτελούσε εξώδικη ομολογία ("και αν τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω εξώδικη απάντηση ήθελε θεωρηθεί ότι αποτελούν εξώδικη ομολογία της εναγόμενης"), διότι η ομολογία αυτή ανακλήθηκε και αποδείχθηκε αναληθής, με συνέπεια να μην αποτελεί απόδειξη κατά της αναιρεσίβλητης, ενώ, ακόμη και ως προς αυτή την επάλληλη πλεοναστική αιτιολογία, δεν υπέπεσε το Εφετείο σε πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λαμβάνοντας υπόψη μη προταθέντα ισχυρισμό περί ανακλήσεως ομολογίας, αφού αυτή δύναται, κατά τα προεκτιθέμενα, να γίνει και χωρίς να είναι αναγκαία πανηγυρική δήλωση του διαδίκου ότι ανακαλεί ομολογημένο γεγονός, αρκεί να προκύπτει ότι το αμφισβητεί.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ'ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης.

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου. Αίτηση κατά την ανωτέρω έννοια είναι και αυτή με την οποία ο διάδικος ζητεί τη διενέργεια υποχρεωτικής για το δικαστήριο διαδικαστικής πράξης, όπως είναι και η αίτηση επίδειξης εγγράφου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 471/2021, 687/2017, 123/2016).

Το παραδεκτό της πρότασης του λόγου, προϋποθέτει ότι στην αίτηση αυτή γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο του αιτούντος, προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενό του και εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τοιούτου ισχυρισμού του αντιδίκου του.

Η παντελής σιωπή του δικαστή, είτε στο αιτιολογικό, είτε στο διατακτικό, ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως, υπό το ανωτέρω σκέλος του (ΑΠ 471/2021, 66/2021, 289/2017). Αντίθετα, ο ανωτέρω εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, αν από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας (ΟλΑΠ 25/2003), έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως και ειδικότερα, από το ότι το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ` ουσίαν εκ των πραγμάτων την "αίτηση" αυτή, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που την συγκροτούν ή που αποτελούν προϋπόθεση της έρευνας ή βασιμότητάς της (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 761/2017, 323/2017), ή όταν από τη μη απάντηση στο αίτημα συνάγεται "σιγή" απόρριψη αυτού (ΑΠ 471/2021, 353/2020, 143/2017).

Η αναιρεσείουσα πλήττει με τον τέταρτο λόγο της αίτησής της την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι το Εφετείο παρέλειψε να αποφανθεί στην αίτησή της να επιδείξει η αναιρεσίβλητη την πρωτότυπη απόδειξη ανάληψης από την ίδια του ποσού των 500.000 δρχ από τον λογαριασμό της στις 7-4-2000, προκειμένου να ελεγχθεί η γνησιότητα της υπογραφής της σ' αυτήν, την οποία αμφισβήτησε όπως αμφισβήτησε και την ανάληψη αυτή εκ μέρους της.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι επί του τιθέμενου με τον ως άνω λόγο αναίρεσης ζητήματος το Εφετείο έκρινε τα εξής: "... αναφορικά με το υπόλοιπο ποσό των 500.000 δρχ, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, την 7-4-2000, εμφανίστηκε στο με αριθμό ….. ταμείο του ανωτέρω τραπεζικού υποκαταστήματος και δήλωσε στον αρμόδιο υπάλληλο Κ.

Σ., ταμία, αφού του επέδειξε την αστυνομική της ταυτότητα και το βιβλιάριο της, ότι επιθυμεί την ανάληψη του εν λόγω χρηματικού ποσού. Αφού εκτυπώθηκε ηλεκτρονικά το δελτίο ανάληψης εις διπλούν, ο ταμίας καταχώρησε επ' αυτού την ανάλυση των μετρητών χρημάτων που παρέδωσε στην ενάγουσα, ήτοι 50 χαρτονομίσματα των 10.000 δρχ έκαστο, η ενάγουσα έθεσε την υπογραφή της στο ένα αντίτυπο, κατόπιν υπόδειξης του ταμία.

Ο τελευταίος διαπίστωσε τη γνησιότητα της υπογραφής της συγκρίνοντας τη με το δείγμα υπογραφής της που υπήρχε στο ηλεκτρονικό αρχείο της Τράπεζας, έθεσε τη μονογραφή του στο δελτίο ανάληψης, της παρέδωσε τα χρήματα και ενημέρωσε το βιβλιάριο της με την αναγραφή της ένδειξης "ΑΝΑΛΗΨΗ" δίπλα στο ποσό των 500.000 δρχ που χρεώθηκε στο λογαριασμό της.

Η εναγόμενη προσκομίζει και επικαλείται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου σχετικά φωτοαντίγραφο από επίσημο αντίγραφο του παραπάνω παραστατικού. Η ενάγουσα καθυποφοράν στο δικόγραφο της έφεσης αλλά και με τις προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αμφισβητεί τη γνησιότητα του εγγράφου ισχυριζόμενη ότι δεν φέρει την υπογραφή της.

Όμως από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα και ιδίως από την ένορκη κατάθεση του ταμία Κ. Σ., που εξετάστηκε ενόρκως ενώπιον της Συμ/φου Πατρών Αθηνάς Ραβαζούλα, η οποία περιλαμβάνεται στην …./…/2004 ένορκη βεβαίωση, που λήφθηκε μετά προηγούμενη εμπρόθεσμη κλήση της αντιδίκου στα πλαίσια άλλης δίκης, που ανοίχτηκε με την από 24-7-2003 αγωγή της ενάγουσας κατά της εναγόμενης και του Ι.

Ν., ένορκη βεβαίωση την οποία προσκομίζει και επικαλείται η εναγόμενη, αποδεικνύεται ότι το ανωτέρω έγγραφο είναι γνήσιο.

Εκδόθηκε από τους προστηθέντες της εναγόμενης ( τον ταμία Κ. Σ.) και υπογράφηκε από την ενάγουσα και συνακόλουθα ως γνήσιο έγγραφο, του οποίου αποδείχτηκε η γνησιότητα, λαμβάνεται υπόψη ως αποδεικτικό μέσο. Ενώ δεν κρίνεται αναγκαίο να προσκομισθεί το πρωτότυπο έγγραφο όπως αβάσιμα ζητεί η ενάγουσα...".

Σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 9 γ' ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο άφησε την αίτησή της για την επίδειξη του πρωτοτύπου εγγράφου του παραπάνω δελτίου ανάληψης αδίκαστη είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του την ως άνω αίτηση και την απέρριψε ρητά και αιτιολογημένα για ουσιαστικούς λόγους, κρίνοντας ότι για τον σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης ως προς τη γνησιότητα της υπογραφής της αναιρεσείουσας, η οποία αμφισβητήθηκε από αυτήν, αρκούσε το προσκομισθέν φωτοτυπικό αντίγραφο του εν λόγω εγγράφου σε συνδυασμό και με την αναφερόμενη στην προσβαλλόμενη ένορκη βεβαίωση του πραγματοποιήσαντος την καταβολή υπαλλήλου, η οποία, ληφθείσα στο πλαίσιο προγενέστερης δίκης, συνεκτιμήθηκε ως δικαστικό τεκμήριο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της, οπότε πρόκειται για "ανεπαρκή αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους, οπότε πρόκειται για "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 15/2006, 1/1999).

Προϋπόθεση του παραδεκτού του ως άνω λόγου αναίρεσης είναι ότι το δικαστήριο ερεύνησε τον κρίσιμο ισχυρισμό (αγωγή, ένσταση κ.λπ.) κατ 'ουσίαν και δεν τον απέρριψε ως αόριστο ή απαράδεκτο για άλλη αιτία ή ως μη νόμιμο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 135/2019, 818/2017, 369/2014). Ειδικότερα όσον αφορά την επάρκεια των αιτιολογιών, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, 15/2006).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 6/2019, 444/2019, 9/2016, 1420/2013, 1703/2009). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) απαιτείται να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικώς εάν παραβιάσθηκαν οι κανόνες αυτοί ή εάν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή τους έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών, ενόψει του ότι ο Άρειος Πάγος δεν είναι επιτρεπτό να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση αυτών στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας (ΑΠ 358/2021, 473/2021, 357/2018, ΑΠ 1022/2017, ΑΠ 651/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον πέμπτο λόγο της αίτησής της από τον αριθμό 19 περ. α και γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάται έλλειψη και ανεπάρκεια αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ως προς το ζήτημα αν δόθηκαν εκ μέρους της εντολές στην τράπεζα για την αγορά των μετοχών, που η τελευταία επικαλέσθηκε και κρίθηκε ότι αποδείχθηκαν, με συνέπεια να μην έχει πλέον η ίδια αξίωση για απόδοση του ποσού, που δαπανήθηκε γι' αυτό τον σκοπό από τον λογαριασμό ταμιευτηρίου, τον οποίο είχε ανοίξει.

Συγκεκριμένα ισχυρίζεται δε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει αιτιολογίες δικαιολογούσες το αποδεικτικό του πόρισμα γιατί α) έκρινε μη αξιόπιστες τις καταθέσεις των δικών της μαρτύρων, β) δεν στήριξε το πόρισμά της ότι ενέκρινε την αγορά των μετοχών στο όνομά της με την αποδοχή κατάθεσης στον λογαριασμό της μερισμάτων από τέτοιες μετοχές, ενώ αυτό δεν έπρεπε να κριθεί αποδεδειγμένο βάσει των παρατιθέμενων επιχειρημάτων και αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, γ) οι αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση προηγηθείσες αποφάσεις πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων δεν μπορούν να στηρίξουν το ίδιο ως άνω πόρισμα.

Ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος προεχόντως διότι ουδόλως αναφέρονται σ' αυτόν οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικώς εάν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή τους έλλειψη αιτιολογιών ή ανεπάρκεια αυτών. Σε κάθε περίπτωση δε, αυτός, όπως εξειδικεύονται οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, είναι απαράδεκτος και διότι αναφέρεται αποκλειστικά σε ελλείψεις ως προς την εκτίμηση αποδεικτικών μέσων και των επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, χωρίς να αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν περιέχει σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες ως προς το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, δηλαδή ως προς το αποδεικτικό του πόρισμα, αλλά αναφέρεται αποκλειστικά στην εκτίμηση των λόγων, για τους οποίους κρίθηκε ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το Εφετείο στο πόρισμά του αυτό.

Μετά την απόρριψη όλων των λόγων της, πρέπει να απορριφθεί η από 22.5.2020 αίτηση για αναίρεση της 157/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησής της.

Διάταξη για την επιβολή των δικαστικών εξόδων εις βάρος της ηττωμένης αναιρεσείουσας δεν θα περιληφθεί στο διατακτικό, ελλείψει σχετικού αιτήματος της αναιρεσίβλητης, που δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22.5.2020 αίτηση για αναίρεση της 157/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ