Legislator Case Law & Legislation
755/2021 AI generated

Supreme Court allows partial appeal on interest claims, remanding case to different judges for further trial.

Case Number 755/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision of 4840/2018. The appellants argued that the lower court failed to consider specific evidence and documents, while the respondent contended that the appellate court's evaluation of evidence was final and unreviewable. The court ruled that the lower court had properly weighed all evidence, dismissing the argument regarding ignored documents, but found merit in the specific claim concerning interest calculations, leading to a partial remand.

Legislator headnote

AI generated

Articles 904, 938 of the Civil Code; Article 559(11g) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may overturn a lower court's decision on specific points where legal errors are found, even if the overall evidentiary assessment remains within the bounds of appellate review, necessitating a remand to a newly constituted court for further proceedings.

Keywords

AI generated
unjust enrichment tort liability appellate review evidence assessment remand for retrial interest claims legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 904(1)(a) of the Civil Code
Article 938 of the Civil Code
Article 559(11g) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 427/1964
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 755 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 755/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Κ. του Β., κατοίκου ... Αττικής, 2) Β. Κ. του Γ., κατοίκου ... Αττικής και 3) Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ... Αττικής. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Μαρκέτο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Της αναιρεσιβλήτου: Β. συζύγου Β. Ε., το γένος Σ., κατοίκου ... Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεράσιμο Ποταμιάνο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22.04.2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1425/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 4840/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24.10.2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Από τις διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ. α’ του ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, και 938 του ίδιου κώδικα, που ορίζει ότι όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να αποδώσει ό,τι περιήλθε σ’ αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί, προκύπτει ότι αν από την τέλεση αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία σε άλλον, αλλά συγχρόνως και ωφέλεια αδικοπραγήσαντος από την περιουσία ή με ζημία του αδικηθέντος, τότε, παρά την παραγραφή της αξίωσης από αδικοπραξία, υφίσταται αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται εφεξής στη ρύθμιση των άρθρων 904 επ.

ΑΚ. Τότε, παρά την πενταετή παραγραφή της αξίωσης προς αποζημίωση από αδικοπραξία (άρθρο 937 του ΑΚ), υφίσταται αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται εφεξής στη ρύθμιση των άρθρων 904 επ. του ΑΚ, για την απόδοση στον ζημιωθέντα κάθε ωφέλειας που αποκόμισε από την αδικοπραξία εκείνος που αδικοπράγησε, είτε η ωφέλεια αυτή συνίσταται σε θετική αύξηση, είτε σε μη ελάττωση της περιουσίας του αδικοπραγήσαντος.

Τέτοια ωφέλεια υπάρχει, επομένως, και όταν ο αδικοπραγήσας εξοικονόμησε από την αδικοπραξία δαπάνη στην οποία θα προέβαινε αν δεν τελούσε την αδικοπραξία και όχι μόνο όταν στον αδικοπραγήσαντα περιήλθε ορισμένο περιουσιακό στοιχείο από την περιουσία του αδικηθέντος, προς απόδοση τούτο (ΟλΑΠ 427/1964). Και τούτο διότι σκοπός της διάταξης του άρθρου 938 ΑΚ είναι ν’ αποδώσει ο αδικοπραγήσας στον αδικηθέντα, μέχρι του ποσού της ζημίας που ο τελευταίος υπέστη από την αδικοπραξία, την αντίστοιχη ωφέλεια που ο ίδιος απέκτησε από αυτήν, ώστε να μη παραμείνει σε αυτόν η ωφέλεια επί ζημία του αδικηθέντος.

Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι για να τύχουν εφαρμογής οι προπαρατεθείσες διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και να αποτελέσουν βάση αγωγής, πρέπει να συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας, να έχει παραγραφεί η εξ αυτής αγωγή (άρθρο 937 ΑΚ) και να συντρέχουν και οι προϋποθέσεις, ως άνω, εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 359/2020, ΑΠ 275/2011).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: «αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών». Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).

[II] Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής:

«| Η ενάγουσα το έτος 1996 έχοντας εκποιήσει ακίνητό της και επιθυμώντας να επενδύσει τα χρήματά της ανταποκρίθηκε στην αγγελία που είχε δημοσιευθεί στην εφημερίδα «...» της 16ης Οκτωβρίου 1996 για την πώληση οικοπέδου 500 –1000 τ.μ. εντός σχεδίου στο ... στον .... Έτσι, ήρθε σε επαφή με τον τέταρτο εναγόμενο (μη διάδικο πλέον) μεσίτη, τον πρώτο εναγόμενο Γ.

Κ. και τη σύζυγο του τελευταίου Ε. Κ., οι οποίοι και εμφανίσθηκαν ως δικαιούχοι συνεταιριστικών μεριδίων στον Οικοδομικό Συνεταιρισμό, που επιθυμούσαν να μεταβιβάσουν έναντι ανταλλάγματος. Οι εμφανισθέντες ως μεριδούχοι επέδειξαν στην ενάγουσα χάρτη της περιοχής που απεικονιζόταν το προς μεταβίβαση οικόπεδο, καθώς και το σχετικό ΦΕΚ.

Αφού πείσθηκε η ενάγουσα στις διαβεβαιώσεις των ανωτέρω, αυτοί προέβησαν στην υπογραφή του από 20.11.1996 ιδιωτικού συμφωνητικού, έγγραφο σε τυποποιημένη μορφή που προμηθεύτηκαν από τον Συνεταιρισμό, σύμφωνα με το οποίο, εκχωρούσαν τα δύο συνεταιριστικά μερίδια που κατείχαν και αντιστοιχούσαν στην με στοιχείο (Δ) κεφαλαίο οριζόντια αυτοτελή ιδιοκτησία του με αριθμό 5 (πεντε) οικοπέδου, με αριθμούς 66-63-86-67-68, εκτάσεως 492,70 τμ και στη με στοιχείο (Ε) κεφαλαίο οριζόντια αυτοτελή ιδιοκτησία του ιδίου οικοπέδου, με αριθμούς 68-67-75-78-68, εκτάσεως 492,70 τμ, ευρισκόμενες στο οικοδομικό τετράγωνο 58 στη θέση «...» της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας ...

Αττικής, όπως αυτές εμφαίνονταν στο από Φεβρουαρίου 1987 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Ι. Ρ. . Ως τίμημα συμφωνήθηκε το ποσό των 9.000.000 δραχμών (ή 26.412,32 ευρώ), το οποίο και καταβλήθηκε από την ενάγουσα αυθημερόν, σχετικά συντάχθηκε ιδιόγραφη απόδειξη της ιδίας ημερομηνίας και τα ανωτέρω έγγραφα φέρουν επικύρωση γνησίου υπογραφής.

Η ανωτέρω εκχώρηση έλαβε χώρα χωρίς να έχουν οι εκχωρητές την ιδιότητα του μέλους του συνεταιρισμού, στοιχείο απαραίτητο για τη νομότυπη μεταβίβαση, γεγονός που οι εκχωρητές γνώριζαν, καθώς προγενέστερα υπήρξαν μέλη του Οικοδομικού Συνεταιρισμού, πλην όμως, αγνοούσε στο χρονικό εκείνο σημείο η ενάγουσα.

Ειδικότερα, οι Γ. (Κ.) και Ε. Κ. είχαν διαγραφεί από μέλη του ως άνω συνεταιρισμού δυνάμει των υπ’ αρ. 11 και 14/1989 αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνεταιρισμού, λόγω μεταβίβασης των μεριδίων που τότε ήσαν δικαιούχοι, ενώ δεν απέκτησαν την ιδιότητα αυτή και πάλι ούτε όταν εκχωρήθηκαν σε αυτούς τα επίδικα μερίδια από τους προηγούμενος δικαιούχους Α.

Κ., Δ. Κ., Π. Κ., Κ., Κ. Κ. και Κ. Ν. δυνάμει του υπ’ αρ. πρωτ. .../28-2-1990 συμφωνητικού. Ενόψει, δε, ότι για τη νομότυπη μεταβίβαση απαιτείτο δυνάμει του άρθρου 10 του καταστατικού του Οικοδομικού Συνεταιρισμού η εγγραφή τους ως μέλη και η σχετική έγκριση του Διοικητικού Συμβουλίου, ουδέποτε αυτοί απέκτησαν τα επίδικα μερίδια.

Η ενάγουσα, η οποία αγνοούσε αυτή την κατάσταση υπέβαλε την ίδια ημέρα αίτημα εγγραφής στο Συνεταιρισμό και έκτοτε κατέβαλε εισφορές, όταν το έτος 2000 υπέβαλε έγγραφο αίτημα προς ενημέρωση για τα οικοπεδικά μερίδια που δικαιούτο, πληροφορήθηκε με έκπληξή της, ότι είχε ασκηθεί σε βάρος της ποινική δίωξη για ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία, ώστε να αποκτήσει την ιδιότητα του μέλους του Συνεταιρισμού, για την οποία απηλλάγη με το υπ’ αρ. 3604/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Ακολούθως, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε βάρος του Συνεταιρισμού την από 20.02.2006 αγωγή της με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η ιδιότητά της ως μέλος του με καταδίκη βουλήσεως, άλλως να υποχρεωθεί να της καταβάλει αποζημίωση και παράλληλα την από 30.06.2006 προσεπίκληση προς τους εδώ εναγόμενους. Η αγωγή και η προσεπίκληση έχουν απορριφθεί με την υπ’ αρ. 3433/2008 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, τελεσίδικα με την υπ' αρ. 4476/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και αμετάκλητα με την υπ’ αρ. 1565/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Οι Γ. (Κ.) και Ε. Κ. κατά το χρόνο υπογραφής του συμφωνητικού εκχώρησης δεν είχαν την ιδιότητα του μέλους του συνεταιρισμού όπως απαιτείτο για τη νομιμότητα της μεταβίβασης των οικοπεδικών μεριδίων, ούτε ήσαν δικαιούχοι των συνεταιριστικών μεριδίων και συνακόλουθα δεν ήταν δυνατή η απόκτηση της ιδιότητας του μέλους του συνεταιρισμού εκ μέρους της ενάγουσας, όπως προεκτέθηκε.

Την ιδιαίτερη αυτή υποχρέωση για την πληροφόρηση της ενάγουσας σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών δεν την τήρησαν, αντίθετα, απέκρυψαν την έλλειψη της ιδιότητας αυτής και παρουσίασαν στοιχεία που παρέπεμπαν στην ύπαρξη αυτής της ιδιότητας, όπως τον σχετικό χάρτη αλλά και το προδιατυπωμένο έγγραφο συμφωνητικό που κάποιος μπορούσε να προμηθευτεί από τον οικείο συνεταιρισμό.

Με την παράνομη και υπαίτια αυτή συμπεριφορά τους οι Γ. (Κ.) και Ε. Κ. ωφελήθηκαν κατά το ποσό των 9.000.000 δρχ σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας, ποσό που πρέπει να της αποδοθεί. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η Ε. Κ. απεβίωσε μετά την 20.11.1996 αδιάθετη και κληρονομήθηκε από τους εναγομένους, ο δε λόγος της κληρονομικής μερίδας εκάστου εξ αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1813 και 1820 ΑΚ ανέρχεται σε 2/8 για τον πρώτο εναγόμενο και σε 3/8 για καθένα των λοιπών εναγομένων.

Έτσι, ο πρώτος εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 16.505,70 ευρώ (9.000.000 δρχ = 26.412,32 ευρώ / 2 = 13.206,16 ευρώ + 2/8 Χ 13.206,16 ευρώ) και καθένας των λοιπών εναγομένων 4.952,31 ευρώ (9.000.000 δρχ = 26.412,32 ευρώ / 2 = 13.206,16 ευρώ Χ 3/8), με το νόμιμο τόκο από 20.11.1996, ενόψει του ότι ο τόκος οφείλεται από το χρόνο κτήσης της ωφέλειας, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναφέρθηκαν ανωτέρω[...].

Δεχόμενη η εκκαλουμένη τα ανωτέρω ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και όλα όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες με το δεύτερο λόγο της εφέσεώς τους είναι αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και η έφεση στο σύνολό της...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή η ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 938 και 904 επ. ΑΚ αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και είχαν υποχρεωθεί οι εναγόμενοι να καταβάλουν στην ενάγουσα ο πρώτος από αυτούς το ποσό των 16.505,70 ευρώ και καθένας των λοιπών εναγομένων το ποσό των 4.952,31 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που ο πρώτος εναγόμενος και η δικαιοπάροχος αυτού και των λοιπών δύο εναγομένων απέκτησαν την ωφέλεια, ήτοι από την ημερομηνία καταβολής του συμφωνηθέντος χρηματικού ανταλλάγματος για την επίδικη εκχώρηση και συγκεκριμένα από την 20-11-1996 και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση|».

[III] Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 914, 938 και 904, 911 αρ. 2 ΑΚ που εφάρμοσε, ούτε και εκ πλαγίου, καθόσον περιέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή τους.

Ειδικότερα, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου, η εκχώρηση από τους Γ. (K.) και Ε. Κ. των άνω συνεταιριστικών μεριδίων στην ενάγουσα έλαβε χώρα με τέλεση αδικοπραξίας (εξαπάτηση) εκ μέρους τους εις βάρος της (ενάγουσας) προς την οποία και τελεί σε άμεση αιτιώδη συνάφεια, αφού γίνεται δεκτό ότι οι Γ. (K.) και Ε.

Κ. (α) κατά το χρόνο υπογραφής του συμφωνητικού εκχώρησης δεν είχαν την ιδιότητα του μέλους του συνεταιρισμού όπως απαιτείτο για τη νομιμότητα της μεταβίβασης των οικοπεδικών μεριδίων, ούτε ήσαν δικαιούχοι των συνεταιριστικών μεριδίων και συνακόλουθα δεν ήταν δυνατή η απόκτηση της ιδιότητας του μέλους του συνεταιρισμού εκ μέρους της ενάγουσας, και (β) ότι την ιδιαίτερη αυτή υποχρέωση για την πληροφόρηση της ενάγουσας σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών δεν την τήρησαν, αντίθετα, απέκρυψαν την έλλειψη της ιδιότητας αυτής και παρουσίασαν στοιχεία που παρέπεμπαν στην ύπαρξη αυτής της ιδιότητας, όπως τον σχετικό χάρτη αλλά και το προδιατυπωμένο έγγραφο συμφωνητικό που κάποιος μπορούσε να προμηθευτεί από τον οικείο συνεταιρισμό, ωφελούμενοι έτσι κατά το ποσό των 9.000.000 δρχ σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας.

Υπό τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, καταφάσκεται η ευθύνη των εναγομένων με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ενόψει της επελθούσης παραγραφής της αξίωσης για αποζημίωση από την αδικοπραξία, για την απόδοση της σωζόμενης ωφέλειας που επήλθε σ’ αυτούς από την τελεσθείσα εις βάρος της ενάγουσας αδικοπραξία και μάλιστα νομιμότοκα από το χρόνο κτήσεως της ωφέλειας και όχι της επιδόσεως της αγωγής, κατ' άρθρο 911 περ.

β’ ΑΚ.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και ο τέταρτος (κατά το πρώτο σκέλος του) λόγος, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων και πλημμελούς αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι.

[IV] Το άρθρο 300 παρ. 1 εδ. α’ ΑΚ ορίζει ότι, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η εφαρμογή της διατάξεως αυτής προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, υποχρέωση προς αποζημίωση, η οποία δυνατόν να οφείλεται είτε σε αθέτηση ενοχής που προϋπήρχε, είτε σε αδικοπραξία, είτε σε οποιαδήποτε άλλη αιτία. Έτσι, η ένσταση του συντρέχοντος πταίσματος (άρθρο 300 του ΑΚ) έχει κατ’ αρχάς εφαρμογή προς απόκρουση ή περιστολή της αξιώσεως αποζημιώσεως και δεν προτείνεται εναντίον αξιώσεως για καταδίκη σε παροχή και γενικά σε εκπλήρωση συμβάσεως (ΑΠ 57/2019, ΑΠ 1058/2012, ΑΠ 56/1994). Επομένως, δεν προτείνεται εναντίον αγωγής με την οποία δεν αξιώνεται αποζημίωση αλλά ζητείται απόδοση του πλουτισμού κατά τα άρθρα 904 επ. του ΑΚ.

Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή ένστασης. Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή ή την ένσταση όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτών, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (ΑΠ 658/2015). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή ή την ένσταση, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή ή την ένσταση, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής ή της ένστασης, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 261/2020, ΑΠ 1487/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 και 8 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια, συνισταμένη στην κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 300 ΑΚ απόρριψη ως αορίστου και σε κάθε περίπτωση ως μη νομίμου της πρωτοδίκως προβληθείσας από αυτούς ενστάσεως συντρέχοντος πταίσματος της αναιρεσίβλητης, την οποία επανέφεραν νομίμως στο Εφετείο με λόγο έφεσης, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν.

Από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προκύπτει ότι αυτή πρότεινε την ανωτέρω ένσταση, επικαλούμενη, κατ’ ακολουθία των όσων προέβαλε προηγουμένως στο κεφάλαιο αρνήσεως της αγωγής, ότι η όποια επελθούσα ζημία στο πρόσωπο της ενάγουσας προκλήθηκε από δικές της πράξεις και παραλείψεις και ότι οι καταλογιζόμενες σ' αυτούς και στον οικοδομικό συνεταιρισμό συμπεριφορές δεν θα καθίσταντο ικανές να επιφέρουν την επικαλούμενη ζημία της ενάγουσας, εάν η ίδια δεν είχε προβεί στις μη σύννομες και πλημμελείς παραλείψεις της.

Έτσι έχουσα η ανωτέρω ένσταση είναι απορριπτέα προεχόντως ως αόριστη αφού δεν περιλαμβάνει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και ορισμένο αίτημα, σε κάθε δε περίπτωση ως νόμω αβάσιμη, διότι η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 300 ΑΚ προβάλλεται μόνον όταν με την αγωγή αξιώνεται αποζημίωση και όχι και όταν ζητείται απόδοση του πλουτισμού κατά τα άρθρα 904 επ.

ΑΚ, όπως εν προκειμένω. Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε ομοίως δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία την προαναφερόμενη διάταξη ουσιαστικού δικαίου και, συνεπώς, ο αντίθετος δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από τους αρ. 1 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

[V] Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.

Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του.

Επίσης, οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.

Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της κατάστασης προκαλεί επιπτώσεις στα συμφέροντα του υπόχρεου, οι οποίες, για την κατάφαση της καταχρηστικότητας, αρκεί να είναι δυσμενείς (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2016, ΑΠ 1313/2018). Μόνη δε η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διάταξης διαγραφομένων ορίων (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 10/2012, ΟλΑΠ 8/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 και 8 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στην κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ απόρριψη ως μη νομίμου της πρωτοδίκως προβληθείσας από αυτούς ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος από την αναιρεσίβλητη, την οποία, επανέφεραν νομίμως στο Εφετείο με λόγο έφεσης.

Από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσειόντων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προκύπτει ότι αυτοί πρότειναν την ανωτέρω ένσταση, με αίτημα την απόρριψη της αγωγής, επικαλούμενοι προς θεμελίωσή της ότι η αναιρεσίβλητη έλαβε γνώση του συνόλου των πραγματικών περιστατικών ήδη από το έτος 2000, οπότε και θα μπορούσε να στραφεί εναντίον τους με αίτημα την αποκατάσταση της όποιας ζημίας της, πλην όμως αυτή προτίμησε την έναρξη δικαστικού αγώνα κατά του οικοδομικού συνεταιρισμού, στον οποίο μάλιστα ζήτησε την παρέμβασή τους προς υποστήριξή της, ότι καθ’ όλο το διάστημα της δικαστικής της διαμάχης ουδέποτε προέβαλε την οιαδήποτε αξίωση εναντίον τους, παρά μόνον αφού ηττήθηκε τελεσιδίκως αξίωσε το σύνολο των αξιώσεών της εναντίον τους, ότι η όποια ζημία της αντιδίκου τους ερείδεται αποκλειστικά σε δική της υπαιτιότητα, ώστε η προσπάθειά της να ανορθώσει αυτήν εις βάρος της περιουσίας των άλλων να κρίνεται τουλάχιστον καταχρηστική και να αντιβαίνουσα στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και ότι η ανατροπή της δημιουργηθείσας κατάστασης μετά την πάροδο 18ετίαςδεν είναι δυνατή, καθόσον δεν δύναται να συνοδευθεί από την επαναφορά των πραγμάτων στην προϋφιστάμενη κατάσταση.

Με το περιεχόμενο αυτό η ανωτέρω ένσταση είναι μη νόμιμη, διότι τα προβαλλόμενα ως άνω περιστατικά για τη θεμελίωσή της, και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν καταχρηστική (κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ) την εκ μέρους της αναιρεσίβλητης άσκηση του ενδίκου αγωγικού δικαιώματός της. Τούτο διότι, οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται περιστατικά που να εκπορεύθηκαν από την αναιρεσίβλητη και να αφορούν τους ίδιους, με βάση τα οποία να δημιουργήθηκε σ’ αυτούς, εύλογα μάλιστα, η πεποίθηση ότι δεν θα στραφεί εναντίον τους.

Αντίθετα, όσα αναφέρουν (για την προηγηθείσα δικαστική διαμάχη της αναιρεσίβλητης με τον οικοδομικό συνεταιρισμό) εντάσσονται στην αδράνεια της αναιρεσίβλητης να στραφεί εναντίον τους, η οποία όμως αφενός μεν δικαιολογείται από την επιλογή της αναιρεσίβλητης να στραφεί αρχικά κατά του συνεταιρισμού για την επίλυση της διαφοράς και αφετέρου η αδράνεια αυτή από μόνη της δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση του άνω δικαιώματος της αναιρεσίβλητης.

Επιπλέον δε, ουδόλως εκτίθενται οι επαχθείς συνέπειες, που προκαλεί στους αναιρεσείοντες η ιστορούμενη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης ούτε και με ποιο τρόπο η κατ’ αυτούς προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, προκαλεί την έντονη εντύπωση αδικίας σε σχέση με το όφελος της τελευταίας από την άσκηση του δικαιώματός της.

Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι τα άνω εκτιθέμενα περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό του κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ και απέρριψε ως μη νόμιμη την προβληθείσα από τους αναιρεσείοντες ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία έκρινε ομοίως, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αξιώνοντας για την εφαρμογή της περισσότερα στοιχεία απ' όσα η διάταξη αυτή του άρθρου 281 ΑΚ απαιτεί και συνεπώς ο αντίθετος τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη νοηματική του εκτίμηση, η πλημμέλεια από τους αρ. 1 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

[VI] Κατά το άρθρο 250 αριθ. 15 ΑΚ σε πέντε χρόνια παραγράφονται αξιώσεις των τόκων, κατά το άρθρο 251 ΑΚ η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η επιδίωξή της και κατά το άρθρο 253 ΑΚ η παραγραφή των αξιώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 250 ΑΚ αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής που ορίζεται στα προηγούμενα άρθρα. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε πέντε χρόνια παραγράφονται και οι τόκοι (συμβατικοί και υπερημερίας), η εν λόγω δε βραχυπρόθεσμη (πενταετής) παραγραφή αρχίζει να τρέχει από την αρχή κάθε επόμενου έτους εκείνου εντός του οποίου έχουν παραχθεί αυτοί (τόκοι) και κατά το οποίο ο δικαιούχος μπορούσε να εγείρει αγωγή και να τους ζητήσει (ΑΠ 1651/2018, ΑΠ 761/2014, 592/2009).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 249, 251 επ 277 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η ένσταση της παραγραφής πρέπει να αναφέρεται ο χρόνος αυτής και το αφετήριο σημείο της (ΑΠ 761/2014).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εδώ χρόνο, πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ’ έφεση δίκη νέων πραγματικών ισχυρισμών, υπό την έννοια αυτοτελών πραγματικών ισχυρισμών που τείνουν σε θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού δικαιώματος και στοιχειοθετούν τη βάση ένστασης, αντένστασης ή άλλης αυτοτελούς αίτησης για παροχή έννομης προστασίας, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: (1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο προς υπεράσπιση κατά της έφεσης, (2) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και (3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ, δηλαδή, μεταξύ άλλων, αν αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.

Η απόδειξη, όμως, αυτή πρέπει να προκύπτει παραχρήμα και άμεσα, δηλαδή όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το νέο ισχυρισμό πρέπει να αποδεικνύονται από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο έγγραφο (δημόσιο ή ιδιωτικό με πλήρη απόδειξη) κατά τρόπο ευθύ και άμεσο και όχι σε συνδυασμό με δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 961/2019, ΑΠ 611/2016, ΑΠ 98/2015).

Η σχετική παράβαση του δικαστηρίου, ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ως απαράδεκτο αυτοτελή ισχυρισμό, κατά παράβαση της οικείας δικονομικής διάταξης των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ, καθώς και με τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 8 του ίδιου άρθρου, εφόσον ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός και όλα τα θεμελιωτικά του στοιχεία προβλήθηκαν παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 961/2019).

Στη προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες προέβαλαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο νομότυπα με τις έγγραφες προτάσεις τους την ένσταση παραγραφής της αγωγικής αξίωσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, ισχυριζόμενοι ότι το ιδιωτικό συμφωνητικό που επικαλείτο η εναγομένη συντάχθηκε την 28.3.1990 και συνεπώς από τότε άρχισε να τρέχει η 20ετής παραγραφή του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε με την 1425/2016 απόφαση του πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως μη νόμιμος, με την παραδοχή ότι η παραγραφή της αξίωσης της ενάγουσας εκκινεί από το χρόνο αποπληρωμής του συμφωνηθέντος χρηματικού ανταλλάγματος για τη μεταβίβαση των οικοπεδικών μεριδίων, δηλαδή από την 20.11.1996 και επομένως δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι την άσκηση της αγωγής ο άνω χρόνος παραγραφής.

Με τον πέμπτο λόγο της έφεσής τους κατά της πρωτόδικης απόφασης οι εναγόμενοι ισχυρίσθηκαν ότι έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εφαρμόζοντας τις διατάξεις περί 20ετούς παραγραφής και ως προς την αξίωση της αντιδίκου επί των νομίμων τόκων, ως προς τους οποίους έπρεπε να δεχθεί ότι έχουν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή των άρθρων 250 αρ. 15 και 253 ΑΚ όλοι οι παραχθέντες από την 20.11.1996 έως την 31.12.2007 τόκοι, επικουρικά δε και δη για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι δεν προτάθηκε εκ μέρους τους η ένσταση παραγραφής των παραχθέντων τόκων από την 20.11.1996 έως την 31.12.2007 επί του κεφαλαίου των 26.412,32 ευρώ, προέβαλαν το πρώτον ενώπιον του Εφετείου την ένσταση παραγραφής των τόκων και εκ του λόγου ότι αυτή αποδεικνύεται εγγράφως και δη από το εν χρήσει ημερολόγιο, αφού η ένδικη αγωγή κατατέθηκε την 15.03.2013 και, επομένως, επιδόθηκε αργότερα σ’ αυτούς, κατά τον χρόνο δε αυτό είχε ήδη συμπληρωθεί η πενταετής παραγραφή για τους τόκους του διαστήματος από την 20.11.1996 έως και την 31.12.2007.

Το Εφετείο, εξετάζοντας την προβολή της ένστασης αυτής το πρώτον ενώπιόν του, έκρινε ότι απαραδέκτως προβάλλεται, διότι δεν στοιχειοθετούνται οι εξαιρέσεις που θεσπίζονται από τα άρθρα 269 και 527 του ΚΠολΔ και ειδικότερα διότι δεν υπάγεται στην έννοια του εγγράφου το ημερολόγιο γενικά. Οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου της αναίρεσης, με επίκληση πλημμέλειας από τους αρ. 1, 8 και 19, αληθώς δε από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση με την αιτίαση ότι, εσφαλμένα απέρριψε ως απαράδεκτη την άνω ένσταση παραγραφής των τόκων του διαστήματος από την 20.11.1996 έως και την 31.12.2007, έστω και το πρώτον προβληθείσα ενώπιον του Εφετείου, αφού αυτή αποδεικνύονταν εγγράφως και δη από την ίδια την αγωγή.

Πράγματι, εν προκειμένω από την νόμιμα προσκομισθείσα με επίκληση ένδικη αγωγή, αποδεικνυόταν κατά τρόπο ευθύ και άμεσο η συνδρομή εξαιρετικής περίπτωσης για την επιτρεπτή προβολή του άνω ισχυρισμού για πρώτη φορά στο Εφετείο, αφού αυτή (αγωγή) κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 15.03.2013 και, συνεπώς, επιδόθηκε μεταγενέστερα.

Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε όπως ανωτέρω εκτίθεται, παρά το νόμο και ειδικότερα κατά παράβαση των προαναφερθεισών δικονομικών διατάξεων των άρθρων 527 παρ.3 και 269 παρ.2 εδ. γ` ΚΠολΔ, απέρριψε ως απαράδεκτη την ένσταση παραγραφής των τόκων του διαστήματος από την 20.11.1996 έως και την 31.12.2007.

Συνεπώς, ο τέταρτος, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, από το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η ως άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

[VII] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β’ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως «πράγματα», κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997). Επομένως, δεν αποτελούν «πράγματα» η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 536/2019). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 250/2014) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ’ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι’ αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως μέμφονται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους, που αποτελούσαν και περιεχόμενο του σχετικού δεύτερου λόγου της εφέσεώς τους, κατά τους οποίους η αντίδικος γνώριζε κατά το χρόνο της επίδικης εκχώρησης και το νομικό χαρακτήρα της δικαιοπραξίας που επιχείρησε και τα απορρέοντα εξ αυτής δικαιώματα και υποχρεώσεις και τη νομική θέση των μερών, τα δε το πρώτον αντιθέτως υποστηριζόμενα προβάλλονται οψίμως στην προσπάθειά της να πλουτίσει αδικαιολόγητα εις βάρος τους. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν αποτελούν πράγματα κατά την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια, αλλά συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, σε κάθε δε περίπτωση, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις ως άνω εκτεθείσες παραδοχές, έλαβε υπόψη εκ του πράγματος τους ανωτέρω ισχυρισμούς και τους απέρριψε κατ` ουσίαν, με παραδοχές αντίθετες προς τους ισχυρισμούς αυτούς.

Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου της αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ’ ΚΠολΔ αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν νόμιμα με επίκληση για την ανταπόδειξη της αβασιμότητας της αγωγής και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του: (α) την επ’ ακροατηρίω κατάθεση του ενόρκως εξετασθέντος μάρτυρος ανταπόδειξής τους, μέλους του οικοδομικού συνεταιρισμού, αλλά αντίθετα προσέδωσε πλήρη αποδεικτική δύναμη στην ανωμοτί κατάθεση της ενάγουσας υπ’ αριθ. …/1998 δήλωση δωρεάς χρημάτων, και (β) το σύνολο της δικογραφίας που σχηματίσθηκε κατόπιν της από 20.02.2006 αγωγής της αντιδίκου τους κατά του άνω οικοδομικού συνεταιρισμού και συγκεκριμένα τις παρατιθέμενες σ’ αυτήν ολολογίες των διαδίκων, τις εκδοθείσες δικαστικές αποφάσεις, τα οικεία αποδεικτικά μέσα καίτοι τα επικαλέστηκαν και τα προσκόμισαν νομίμως αμφότερες οι διάδικες πλευρές.

Ωστόσο, από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ρητή βεβαίωση, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη « [...] την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης, τη χωρίς όρκο κατάθεση της ενάγουσας ενώπιον του ακροατηρίου του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως του ανωτέρω Δικαστηρίου, απ' όλα τα έγγραφα που προσκομίζονται άλλα προς άμεση απόδειξη και άλλα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να παραλείπεται κανένα για την εκτίμηση της ουσίας της διαφοράς ακόμα και αν δεν γίνεται ειδική επίκληση [...]», σε συνδυασμό με τις παραδοχές που εκτέθηκαν παραπάνω, δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τόσο την κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων όσο και τα άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων.

Επομένως, ο ανωτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ’ ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που μέμφεται την απόφαση για την μη λήψη υπόψη των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμος. Οι δε προβαλλόμενες περαιτέρω αιτιάσεις ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε η προσβαλλομένη απόφαση, απορρίπτοντας ως ουσία αβάσιμη την έφεση, κρίνονται απαράδεκτες, καθόσον, με την επίκληση τους πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.

[VIII] Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο των τόκων της από 22.04.2012 αγωγής της αναιρεσίβλητης. Στη συνέχεια, πρέπει, κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ η αναιρεσίβλητη που νικήθηκε εν μέρει πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα των τελευταίων, ανάλογα όμως με την έκταση της ήττας της (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που καταβλήθηκε απ’ αυτούς.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό την υπ' αριθ. 4840/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτούς.

Κατανέμει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων και επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ