Legislator Case Law & Legislation
755/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property ownership and boundary determination in Greek civil dispute.

Case Number 755/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding property ownership and boundary lines. The appellants argued for title recognition based on a will and a specific application act, while the lower court upheld the respondents' rights. The court found the appeal inadmissible on substantive grounds, rejecting arguments regarding boundary confusion and the lower court's assessment of good faith possession.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal must be rejected if the lower court's decision is based on sufficient reasoning regarding the parties' good faith and the specific legal acts establishing their rights, thereby precluding further review.

Keywords

AI generated
property ownership boundary determination good faith possession will inheritance civil appeal dismissal legal application act court costs liability

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 559 of the Code of Civil Procedure
Article 1020 of the Civil Code
Article 12, paragraph 7 of Law 1337/1983

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 755 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 755/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Νικήτα Χριστόπουλο, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων-καθ'ων η κλήση: 1)Σ. Σ. του Π. και 2)Κ. συζ. Σ. Σ. κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Λιάρο.

Των αναιρεσίβλητων-καλουσών: 1)Α. χήρας Π. Μ. και 2) Ε. Π. Μ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Σοφία Κούρτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27-12-2006 και 23-4-2007 αγωγές των ήδη αναιρεσίβλητων και αναιρεσειόντων αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:4245/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 5817/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες, με την από 22-12-2013 αίτησή τους, η οποία επανήλθε προς συζήτηση μετά από ματαίωση με την από 28-9-2015 κλήση. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 28-10-2014 έκθεση, του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αργυρίου Σταυράκη, με την οποία εισηγείται να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 5817/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552 επ. ΚΠολΔικ. Επομένως αυτή (αίτηση) είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 571 και 577 ΚΠολΔικ).

ΙΙ. Από την παραδεκτή θεώρηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 27-12-2006 αγωγή τους, που άσκησαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών οι αναιρεσίβλητες Α. χα Π. Μ. και Ε. θυγ. Π. Μ., ζήτησαν να αναγνωρισθούν η μεν πρώτη επικαρπώτρια, η δε δεύτερη ψιλή κυρία του αναφερομένου σ' αυτήν ακινήτου, μετά των επ' αυτού κατασκευών που βρίσκεται στην …, εντός του υπ' αριθμ.

… Οικοδομικού Τετραγώνου και επί της παρόδου της οδού ..., στη θέση "..." της περιοχής ..., εμβαδού 4447,90 τμ, με τα αναφερόμενα ονομαστικώς και με τις αντίστοιχες πλευρικές διαστάσεις, όρια, το οποίο περιήλθε σ' αυτούς ως ανωτέρω, με την νομίμως δημοσιευθείσα από 25-7-2000 ιδιόγραφη διαθήκη του συζύγου της πρώτης και πατέρα της δεύτερης Π.

Μ., που απεβίωσε στις 25-7-2000 και την κληρονομία του οποίου αποδέχθηκαν νόμιμα και μετέγραψαν τη σχετική συμβολαιογραφική πράξη, αλλά και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, με τα προσόντα της οποίας νεμήθηκαν το επίδικο αυτές και μέχρι του θανάτου του ο δικαιοπάροχός τους, με τις αναφερόμενες πράξεις νομής, προσμετρώντας στον δικό τους χρόνο χρησικτησίας και τον χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου τους και την οποία (επικαρπία και ψιλή κυριότητα) αμφισβητούν οι αναιρεσείοντες-εναγόμενοι με τον επίσης στην αγωγή αναφερόμενο τρόπο.

Περαιτέρω οι αναιρεσείοντες με την από 23-4-2007 αγωγή τους, που κατέθεσαν στο ίδιο ως άνω Πολυμελές Πρωτοδικείο, ισχυρίστηκαν ότι δυνάμει των αναφερομένων και νομίμως μεταγεγραμμένων προικοσυμβολαίου και πωλητηρίου συμβολαίου, αλλά και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, περιήλθε στην κυριότητά τους και κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα το όμορο προς βορράν, επί πλευράς μήκους 55,10 μ.

με την ανωτέρω ιδιοκτησία των αναιρεσιβλήτων ακίνητο (οικόπεδο), εμβαδού 3038,76 τ.μ. και ότι οι αναιρεσίβλητες αμφισβητούν τη συγκυριότητά τους αυτή σε τμήμα - εδαφική λωρίδα - του ανωτέρω ακινήτου, εμβαδού 765,89 τμ, λεπτομερώς περιγραφόμενο στην αγωγή, ισχυριζόμενες ότι τούτο ανήκει στην προαναφερθείσα ιδιοκτησία τους και επί του οποίου τμήματος οι τελευταίες άρχισαν από τον Αύγουστο του 2005 να ανεγείρουν μανδρότοιχο και βάσει του ιστορικού αυτού οι αναιρεσείοντες ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι του ειρημένου τμήματος, εμβαδού 765,89 τμ του ανωτέρω ακινήτου, ως συμπεριλαμβανομένου του τμήματος αυτού στο εν λόγω ακίνητο, εμβαδού 3038,76 τμ.

Επί των αγωγών αυτών, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 4245/2008 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και εν συνεχεία η υπ' αριθμ. 495/2012 οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή των αναιρεσιβλήτων, έγινε δεκτή η αγωγή των αναιρεσειόντων και αναγνωρίστηκαν οι τελευταίοι συγκύριοι της ανωτέρω εδαφικής λωρίδας - τμήματος του ακινήτου, εμβαδού 765,89 τμ, στην οποία και επικεντρώνεται η αντιδικία μεταξύ των διαδίκων.

Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης οι ήδη αναιρεσίβλητες άσκησαν στο Εφετείο Αθηνών την από 8-6-2012 έφεσή τους, παραπονούμενες, για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων εκ μέρους του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, επί της εφέσεως δε αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5817/2013 απόφαση του Εφετείου, με την οποία και αφού έγινε δεκτή η έφεση και εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, έγιναν εν μέρει δεκτές οι ένδικες αγωγές των διαδίκων και αναγνωρίσθηκαν οι μεν αναιρεσείοντες συγκύριοι τμήματος εμβαδού 250,49 τμ, του επιδίκου ως άνω μείζονος τμήματος, εμβαδού 765,89 τμ του ακινήτου, οι δε αναιρεσίβλητες επικαρπώτρια και ψιλή κυρία, αντίστοιχα, του υπολοίπου τμήματος, εμβαδού 515,40 τμ.

Την αναίρεση της τελευταίας αυτής απόφασης ζητούν ήδη οι ενάγοντες-εναγόμενοι Σ. και Κ. Σ. με την υπό κρίση αίτησή τους και για τους αναφερομένους σ' αυτήν λόγους.

ΙΙΙ. Επειδή από τα άρθρα 520 παρ. 1 και 522 του ΚΠολΔικ προκύπτει ότι το σφάλμα της απόφασης περί την εκτίμηση των αποδείξεων, που προβάλλεται ως λόγος εφέσεως δεν είναι αναγκαίο για το ορισμένο του λόγου της εφέσεως να εξειδικεύεται, αλλά αρκεί να μνημονεύεται ότι από το σφάλμα αυτό το δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό.

Τούτο δε γιατί το Εφετείο λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, είναι υποχρεωμένο να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης μετά από συνολική συνεκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως και όχι μόνο βάσει των μερικοτέρων παραπόνων του εκκαλούντος που συνδέονται με αυτήν.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων, οι τελευταίες παραπονούνται κατά της πρωτόδικης απόφασης για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, εξαιτίας της οποίας το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσειόντων και απέρριψε τη δική τους αγωγή, με τους τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και ένατο από τους λόγους της εφέσεώς τους, αναφερόμενες μάλιστα και ειδικώς στη νομή που εσφαλμένως κατ' αυτές δέχθηκε το δικαστήριο ότι ασκούσαν οι αναιρεσείοντες στο επίδικο.

Επομένως οι λόγοι αυτοί της εφέσεως ήταν ορισμένοι και το Εφετείο που δεν τους απέρριψε ως αορίστους δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια των αριθμών 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και είναι αβάσιμα τα αντίθετα, τα οποία υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τις υπό στοιχεία 1, 2, 3 και 4Α αιτιάσεις του πρώτου λόγου της αιτήσεώς τους, ενώ ενόψει του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως και της επανεξετάσεως της αγωγής των εκκαλούντων-αναιρεσιβλήτων δεν συνέτρεξε περίπτωση επιδικάσεως πέραν του αιτηθέντος και η από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ υπό στοιχ. 4 αιτίαση του ίδιου πρώτου λόγου πρέπει να απορριφθεί.

Περαιτέρω από την προαναφερθείσα αγωγή των αναιρεσιβλήτων προκύπτει ότι οι τελευταίες περιγράφουν σ' αυτήν επακριβώς κατά θέση, όρια και έκταση το ακίνητό τους, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητά του και το Εφετείο που δεν απέρριψε την αγωγή αυτή ως αόριστη, κατά τη σχετική και υποβληθείσα παραδεκτά στα δικαστήρια της ουσίας ένσταση των αναιρεσειόντων, δεν υπέπεσε ομοίως στην αναιρετική πλημμέλεια των αριθμών 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και ο υποστηρίζων τα αντίθετα δεύτερος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

IV. Επειδή κατά τη διάταξη του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν κατά δε τη διάταξη του αριθμού 12 του ίδιου άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ενώ τέλος κατά τη διάταξη του αριθμού 20 του ίδιου άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου νοείται το διαγνωστικό σφάλμα (εσφαλμένη ανάγνωση) του δικαστηρίου, εξαιτίας του οποίου αποδόθηκε στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό και το οποίο (σφάλμα) ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως, εφόσον συνέβαλε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στη διαμόρφωση της κρίσης του δικαστηρίου και έτσι αυτό κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα ως προς πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο αναφέρει ότι έλαβε υπόψη και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Ε. Δ. και Ε. Θ., που είχαν εξετασθεί πρωτοδίκως, μία από κάθε πλευρά και οι οποίες "περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου" και είναι μεν αληθές ότι οι καταθέσεις αυτές περιέχονται στα υπ' αριθμ. 4245/2008 πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που συνετάγησαν κατά την πρώτη συνεδρίασή του, κατά την οποία και εξετάστηκαν οι μάρτυρες και μετά την οποία εκδόθηκε η προαναφερθείσα (ανωτ.

υπό

ΙΙ) υπ' αριθμ. 4245/2008 παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου για την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και όχι στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 459/2012 οριστική (μετ' απόδειξη) απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Η αναγραφή αυτή του Εφετείου οφείλεται σε προφανή παραδρομή, που καμμιά επιρροή δεν ασκεί στην προκειμένη περίπτωση, αφού δεν καταλείπεται καμμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις, μόνες άλλωστε, καταθέσεις των ανωτέρω και ονομαστικώς μνημονευομένων μαρτύρων, που εξετάστηκαν κατά την πρώτη συνεδρίαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα υπ' αριθμ. 4245/2008 πρακτικά του.

Επομένως η υπό στοιχ. 1 αιτίαση του τρίτου αναιρετικού λόγου με την οποία υποστηρίζεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ανύπαρκτες καταθέσεις μαρτύρων, ενώ δεν έλαβε υπόψη τις πραγματικές καταθέσεις των ανωτέρω και ιδιαίτερα την κατάθεση της Ε. Θ., που εξετάσθηκε με επιμέλεια των αναιρεσειόντων είναι προδήλως αβάσιμη.

Περαιτέρω όπως προκύπτει από τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου οι αναιρεσίβλητες, έχουν προσαρτήσει σ' αυτές σε φωτοτυπικό αντίγραφο, τις προτάσεις που είχαν υποβάλει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στις οποίες μνημονεύονται τα κατ' ιδίαν αποδεικτικά μέσα τα οποία είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί οι ίδιες στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μεταξύ δεν των εγγράφων που αναφέρονται στις προτάσεις αυτές είναι και 13 μισθωτήρια που αφορούν το επίδικο ακίνητό τους, το δελτίο αυτοψίας της διορισθείσας πραγματογνώμονος Ε.

Β., καθώς και το από 15-2-1976 τοπογραφικό διάγραμμα του Γ. Σ., προσαρτημένο στο υπ' αριθμ. .../1976 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου … Μ. Π.. Στις ίδιες ενώπιον του Εφετείου προτάσεις τους οι αναιρεσίβλητες αναφέρουν, εκτός των άλλων επί λέξει "προσκομίζουμε και πάλι και επικαλούμαστε, με την ίδια αρίθμηση, όσα προσκομίσαμε και επικαλεστήκαμε και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως αυτά αναφέρονται στις προτάσεις μας που ενσωματώνονται στις παρούσες και αποτελούν ενιαίο και αδιάσπαστο σύνολο με αυτές".

Ενόψει του ότι, όπως αναφέρεται στις ίδιες (ενώπιον του Εφετείου) προτάσεις των αναιρεσιβλήτων, οι τελευταίες προσκόμισαν στο Εφετείο και επικυρωμένο αντίγραφο των προτάσεών τους ενώπιον του Πρωτοδικείου, αναφέρονται δε ρητώς και ορισμένως στην αρίθμηση των σχετικών, επομένως και των ανωτέρω εγγράφων, που προσκόμισαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως έγγραφα που προσκομίσθηκαν και στην κατ' έφεση δίκη, με την ίδια αρίθμηση και κατά τα ανωτέρω επίκληση των προσκομισθέντων ως άνω εγγράφων, πληροί τους όρους του άρθρου 240 του ΚΠολΔικ και ήταν νόμιμη.

Επομένως το Εφετείο, που παρά την περί του αντιθέτου κρίση του ως προς τη νόμιμη προσκομιδή με τις προσαρτηθείσες προτάσεις των αναφερομένων σ' αυτές σχετικών (φύλλο 4α), έλαβε εν τέλει υπόψη και τα έγγραφα αυτού, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της διατάξεως του αριθμού 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις, υπό στοιχ. 2,3 και 4 του τρίτου λόγου της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες.

Προσέτι αβάσιμη είναι και η υπό στοιχ. 5 πλημμέλεια του ίδιου τρίτου λόγου, με την οποία υποστηρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την προσκομισθείσα από τους αναιρεσείοντες ως αποδεικτικό μέσο (έγγραφο) υπ' αριθμ. 5727/2005 απόφαση, περί ασφαλιστικών μέτρων, του Ειρηνοδικείου Αθηνών, αφού από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση προκύπτει σαφώς ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την απόφαση αυτή, η οποία έχει την αποδεικτική δύναμη του άρθρου 312 ΚΠολΔικ και το περιεχόμενό της, εκτός από την περίπτωση του δεδικασμένου περί του οποίου εν προκειμένω δεν πρόκειται, δεν παρέχει πλήρη απόδειξη όπως αβάσιμα υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες, δεδομένου μάλιστα και του ότι πρόκειται περί αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων (άρθρ. 695 ΚΠολΔικ).

V. Με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, κατά την οποία το Εφετείο δεν προσέδωσε την αποδεικτική δύναμη δημοσίου εγγράφου στην υπ'αριθμ. .../1976 άδεια ανέγερσης οικοδομής (εργοστασίου), που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει οι αναιρεσείοντες για την απόδειξη της χρησικτησίας τους στην επίδικη εδαφική λωρίδα και έτσι δέχθηκε ότι το ακίνητο των αναιρεσειόντων απέχει από την οδό ...

μέτρα και όχι 48 μέτρα, που αναφέρεται στην άδεια οικοδομής. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον ως προς τις αναφερόμενες αποστάσεις του ακινήτου η άδεια οικοδομής ως ατομική διοικητική πράξη έχει μεν την κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔικ αποδεικτική δύναμη δημοσίου εγγράφου, αλλά επιτρέπεται ανταπόδειξη κατά το άρθρο 440 του ίδιου κώδικα, καθόσον αφορά σε περιστατικά την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που συνέταξε το έγγραφο και συνακόλουθα ορθώς το Εφετείο συνεκτίμησε την ανωτέρω άδεια οικοδομής ως προς το επίμαχο περιστατικό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.

Τέλος με τους τέταρτο και ένατο από τους λόγους της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, κατά την οποία το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. .../1972 προκοσυμβολαίου και των υπ' αριθμ. 224/1990 πρακτικών συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών από δίκη ασφαλιστικών μέτρων και δη ως προς τα όρια του επίδικου ακινήτου τους, με αποτέλεσμα τούτο (δικαστήριο) να αχθεί σε εσφαλμένο συμπέρασμα ως προς το επίδικο τμήμα των 765,89 τμ, ότι δηλαδή τούτο δεν εμπίπτει εξ ολοκλήρου στην ιδιοκτησία τους (ανώτ.

υπό

ΙΙ). Από το περιεχόμενο των λόγων αυτών της αναίρεσης και της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι πρόκειται για παράπονο που αναφέρεται στην εκτίμηση, από το Εφετείο, των παραπάνω εγγράφων και όχι για εσφαλμένη ανάγνωσή τους, σε κάθε δε περίπτωση τα έγγραφα αυτά δεν συνέβαλαν αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στη διαμόρφωση της σχετικής κρίσεως του δικαστηρίου, συνεκτιμηθέντα απλώς με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και ιδίως τις καταθέσεις των προειρημένων μαρτύρων, τα λοιπά έγγραφα και την έκθεση πραγματογνωμοσύνης στην οποία αναφέρεται το ανωτέρω προικοσυμβόλαιο. Ενόψει τούτων οι ερευνόμενοι λόγοι (4ος και 9ος) πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, ενώ προσέτι απαράδεκτες είναι και οι από τη διάταξη του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αιτιάσεις του ένατου λόγου, κατά τις οποίες το δικαστήριο περιέχει εσφαλμένες παραδοχές ως προς τα νότια όρια του ακινήτου των αναιρεσειόντων, καθόσον αφορά στην περί τα πράγματα, ανέλεγκτη, κατά την ίδια διάταξη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

VI. Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξη αυτής θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και στηρίζουν επομένως το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και ο λόγος εφέσεως, όχι δε οι ισχυρισμοί που αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση των προηγουμένων ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι, κατά το νόμο, ισχυρισμοί.

Αντιθέτως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός της αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, όπως και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ' ουσίαν, εκ των πραγμάτων, προβληθέντα ισχυρισμό, δεχόμενο, ως αποδειχθέντα, γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που το συγκροτούν.

Εξάλλου κατά τη διάταξη του αριθμού 9 του ιδίου άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη, ως αίτηση δε κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοείται εκείνη που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, όπως είναι και η κάθε βάση της αγωγής και θεωρείται ότι έμεινε αδίκαστη όταν στο αιτιολογικό και στο διατακτικό της απόφασης υπάρχει σιωπή του δικαστηρίου σχετικά με την αίτηση αυτή.

Τέλος ο κατά τη διάταξη του αρ. 19 του ιδίου άρθρου λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο διαλαμβάνει στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των οικείων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων και αναφέρθηκε ήδη (ανώτ. υπό

ΙΙ), οι τελευταίοι ισχυρίστηκαν σ' αυτήν ότι έγιναν συγκύριοι του μείζονος ακινήτου τους, εμβαδού 3038,76 τμ, με παράγωγο τρόπο, δυνάμει των νομίμως μεταγραμμένων υπ' αριθμ. .../5-5-1972 προικοσυμβολαίου και …/15-12-1975 πωλητηρίου συμβολαίου και με πρωτότυπο, ήτοι με τακτική και έκτακτη χρησικτησία και ότι τμήμα του ακινήτου (οικοπέδου) αυτού είναι η επίδικη εδαφική λωρίδα, εμβαδού 765,89 τμ.

Περαιτέρω οι αναιρεσείοντες αναφέρουν στην αγωγή τους ότι ήδη η ευρύτερη περιοχή "...", όπου βρίσκεται το επίδικο εντάχθηκε στο Σχέδιο Πόλεως και από τους αρχικούς πίνακες της υπ' αριθμ. .../1306/20-6-2002 μεμονωμένης Πράξεως Εφαρμογής, νομίμως μεταγεγραμμένης "προκύπτει και αποδεικνύεται ότι οι ίδιοι είναι συγκύριοι κατά 50% ο καθένας μιας αρχικής ιδιοκτησίας με κωδικό αριθμό κτηματογράφησης ...7/1, επιφάνειας 3000, 47 τμ και ότι μετά την τακτοποίηση του οικοπέδου δεν υπήρχε καμμία μεταβολή στην κατά τα ανωτέρω ιδιοκτησία τους, της οποίας είναι συγκύριοι και κατά τους άνω δύο πρωτοτύπους τρόπους κτήσεως".

Την ίδια ως ανωτέρω μεμονωμένη Πράξη Εφαρμογής επικαλούνται και οι αναιρεσίβλητες στην δική τους αγωγή, αναφέροντας ότι στους Πίνακες της Πράξης αυτής η ιδιοκτησία τους φέρεται με τον κωδικό κτηματολογίου ...6 και επιφάνεια 4447,90 τμ (οι ιδιοκτησίες των διαδίκων αποτελούν δύο τμήματα αρχικής ιδιοκτησίας Σ.

Μ., κοινού δικαιοπαρόχου των διαδίκων). Από την αναιρεσιβαλλομένη τέλος προκύπτει ότι α) έλαβε υπόψη και την προαναφερθείσα μεμονωμένη Πράξη Εφαρμογής που επικαλούνται οι διάδικοι, ρητώς μνημονευομένη στην απόφαση (φύλλο 9β) και ότι β) το δικαστήριο δέχθηκε την κυριότητα των διαδίκων στα ακίνητά τους, εμβαδού 3000,47 τμ και 4447,90 τμ, αντίστοιχα, έκρινε όμως εν τέλει και δέχθηκε ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα των 765,89 τμ, δεν εμπίπτει εξ ολοκλήρου στην ιδιοκτησία των αναιρεσειόντων, αλλά μόνο κατά τα αναφερόμενα 250,49 τμ, ενώ τα λοιπά 515,40 τμ ανήκουν στην ιδιοκτησία των αναιρεσιβλήτων, δεχόμενο έτσι εν μέρει την αγωγή του κάθε διάδικου μέρους.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη του τον ανωτέρω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και δεν άφησε αδίκαστη και δη την ειρημένη και δεύτερη βάση της αγωγής των τελευταίων ως προς τον παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας, ότι δηλαδή απέκτησαν την κυριότητα του ακινήτου τους και με την προμνησθείσα υπ' αριθμ. .../1306/20-6-2012 μεμονωμένη Πράξη Εφαρμογής και σύμφωνα με την επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες διάταξη του άρθρου 12 παρ. 7 του Ν. 1337/1983, την οποία το Εφετείο δεν παραβίασε με μη εφαρμογή της.

Επομένως οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα και από τους αριθμούς 8 και 9 και 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔικ έκτος και έβδομος από τους λόγους της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν.

VII. Περαιτέρω, όπως επίσης προκύπτει από την αγωγή των αναιρεσειόντων, οι τελευταίοι ζήτησαν επικουρικώς, δηλαδή για την περίπτωση που απορριφθεί το αίτημά τους για αναγνώριση της κυριότητάς τους στην επίδικη εδαφική λωρίδα των 765,89 τμ, να προβεί το δικαστήριο στον καθορισμό των ορίων μεταξύ των ιδιοκτησιών των διαδίκων, κατά το άρθρο 1020 του ΑΚ.

Ενόψει της προαναφερθείσας παραδοχής του Εφετείου ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα ανήκει εν μέρει ως ανωτέρω, στην ιδιοκτησία εκάστου των μερών, με τα αναφερόμενα όρια (στοιχεία τοπογραφικού διαγράμματος της δικαστικού πραγματογνώμονος Ε. Β.) και εμβαδόν, δεν υπάρχει σύγχυση των ορίων των δύο ιδιοκτησιών, ως προϋπόθεση εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 1020 του ΑΚ, και το σχετικό ως άνω, επικουρικό, αίτημα της αγωγής παρίσταται ως άνευ αντικειμένου.

Επομένως το Εφετείο που δεν εξέτασε το ανωτέρω αίτημα δεν άφησε αδίκαστη αίτηση και ο υποστηρίζων τα αντίθετα και από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ δέκατος λόγος της αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της νομής των διαδίκων και του δικαιοπαρόχου τους στα επίδικα ακίνητα, στα οποία, κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου, εμπίπτουν, αντιστοίχως, τα προειρημένα τμήματα της επίδικης εδαφικής λωρίδας, αναφέροντας (το Εφετείο) τις κατ' ιδίαν πράξεις νομής σ' αυτά και ο υποστηρίζων τα αντίθετα και από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 19 (όχι και 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔικ όγδοος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ενόψει τούτων και εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος, η κρινόμενη αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, από τους αναιρεσείοντες, παραβόλου, κατά το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔικ, ενώ οι τελευταίοι λόγω της ήττας τους, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 183 και 176 ΚΠολΔικ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-12-2013 αίτηση των Σ. Σ. του Π. και Κ. συζ. Σ. Σ., το γένος Σ. Μ. κατά των Α. χήρας Π. Μ., και Ε. Π. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5817/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) Ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ