Supreme Court dismisses appeal against second-instance judgment for failure to consider evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of First Instance's decision regarding a debt dispute. The appellant argued the Court of Appeal failed to evaluate specific bank deposit documents submitted by the respondent, claiming this violated procedural rules. The court found the lower court's explicit statement that it had considered all presented evidence sufficient to refute the claim of negligence, thus upholding the original judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335, 338, 339, 340, 346 of the Code of Civil Procedure; The appellate court is obligated to consider all legally admissible evidence presented by the parties, and an appeal based on failure to evaluate such evidence is unfounded when the judgment explicitly confirms that all documents were taken into account.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 755 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 755/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγάθη Μεταξά και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Π. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρόνη Μαυροειδή και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/7/2010 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 260/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3245/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/9/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 18/2/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 3245/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 8-4-2013 έφεσης του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ. 260/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας είχε γίνει δεκτή η από 26-7-2012 ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 13466/2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε προσηκόντως ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και δικάστηκε ερήμην, καθόσον η πληρεξούσια δικηγόρος του κατέθεσε δήλωση, κατ' άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ, μολονότι στον πρώτο βαθμό ο αναιρεσείων είχε δικαστεί ερήμην (ΚΠολΔ 270, 524 §§ 1 και 2 και 528). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ενόψει του ότι κατά των αποφάσεων που εκδίδονται κατά την ειδική διαδικασία των πιστωτικών τίτλων δεν επιτρέπεται ανακοπή ερημοδικίας (ΚΠολΔ 644 και 553 § 1).
Κατά το άρθρο 806 Α.Κ. "Με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η ετεροβαρής σύμβαση του δανείου καταρτίζεται με τη μεταβίβαση της κυριότητας του δανειζομένου πράγματος από το δανειστή προς τον οφειλέτη.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Περαιτέρω, ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 560/2013).
Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 10 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ θεμελιώνεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικώς το κάθε αποδεικτικό μέσο.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Επί της από 26.03.2010 αίτησης του καθού η ανακοπή κατά του ανακόπτοντος εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 13466/2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αίτηση έγινε δεκτή κατ' ουσίαν, υποχρεώθηκε δε ο ανακόπτων να καταβάλει στον καθού η ανακοπή το συνολικό ποσό των 100.000 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων.
Για την έκδοση της ως άνω διαταγής πληρωμής ο καθού η ανακοπή προσεκόμισε στον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών 25 συναλλαγματικές, έκδοσης του καθού η ανακοπή στη ... την 29.12.2009 και σε διαταγή του, αποδοχής αυθημερόν από τον ανακόπτοντα, ποσού 4.000 ευρώ εκάστης. Με το μοναδικό λόγο της ένδικης ανακοπής του ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι οι επίδικες συναλλαγματικές έχουν εξοφληθεί.
Πλην όμως, ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος καθόσον από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ο ανωτέρω ισχυρισμός του ανακόπτοντος περί εξόφλησης των επιδίκων συναλλαγματικών. Ειδικότερα, στις 29.12.2009 ο καθού η ανακοπή δάνεισε στον ανακόπτοντα το ποσόν των 100.000 ευρώ, συμφώνησαν δε να επιστρέφει ο οφειλέτης στο δανειστή το ανωτέρω ποσό τμηματικά καταβάλλοντάς του την τελευταία ημέρα κάθε μηνός εντός διαστήματος είκοσι πέντε μηνών το ποσόν των 4.000 ευρώ αρχομένης της εξόφλησης από την 31.1.2010 και λήγουσας την 31.1.2012.
Προς εξασφάλιση της επιστροφής και είσπραξης του ανωτέρω ποσού ο οφειλέτης -ανακόπτων αποδέχθηκε τις 25 επίδικες συναλλαγματικές, ποσού 4.000 ευρώ η καθεμία, ως ημερομηνίες λήξης δε της κάθε συναλλαγματικές ορίστηκαν οι προαναφερθείσες ημερομηνίες των τμηματικών καταβολών του δανείου. Όλοι οι ανωτέρω όροι και συμφωνίες των συναλλασσομένων περιελήφθησαν στο από 29.12.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό σύναψης δανείου που υπογράφεται από τους διαδίκους, το οποίο προσκομίζεται μετ' επικλήσεως από τον καθού η ανακοπή και αναφέρεται στο δικόγραφο της ένδικης ανακοπής.
Ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι την επόμενη ημέρα και συγκεκριμένα στις 30.12.2009 εξόφλησε το ανωτέρω ποσό στον καθού η ανακοπή, πλην όμως ο τελευταίος δεν του παρέδωσε τις εξοφλημένες επίδικες συναλλαγματικές. Ο ως άνω ισχυρισμός δεν κρίνεται πειστικός από το Δικαστήριο καθώς δεν ενισχύεται από κανένα αποδεικτικό μέσο.
Συνεπώς, ο ως άνω λόγος πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, απορριπτομένου δε του μοναδικού λόγου της ανακοπής το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει την ανακοπή στο σύνολο της". Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου, ενόψει του ότι ο τελευταίος είχε δικαστεί ερήμην στον πρώτο βαθμό και απέρριψε την ανακοπή του αναιρεσείοντος.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς εφάρμοσε την προδιαληφθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ με την έννοια ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων, που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στην πιο πάνω διάταξη του αρθ.806 ΑΚ και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος.
Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του που πλήττει την αναιρεσιβαλλομένη για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ., κατ' εκτίμηση μόνο, 10 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση στο εν λόγω αποδεικτικό πόρισμα κατέληξε το Εφετείο ύστερα από εκτίμηση των αναφερομένων στην απόφαση αποδείξεων ήτοι "από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος του καθού η ανακοπή, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου ..., από τα έγγραφα που ο παρών διάδικος επικαλείται και προσκομίζει, καθώς και την υπ' αριθμ.
…/22.1.2014 ένορκη βεβαίωση της Ε. Γ., η οποία εξετάσθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Δρυμάκη, κατόπιν νομότυπης κλήτευσης του ανακόπτοντος ...".
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Όμως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 117/2013, ΑΠ 89/2013).
Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τον διαλαμβανόμενο στην ένδικη ανακοπή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η πραγματική αιτία έκδοσης των συναλλαγματικών, κατά την αληθή βούληση των διαδίκων, δεν ήταν η εξασφάλιση απαίτησης από δάνειο, "...
η οποία ήταν εικονική και συνεπώς άκυρη, αλλά η εξασφάλιση άλλης απαίτησης του αναιρεσιβλήτου, η οποία και εξοφλήθηκε ολοσχερώς ...". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος, καθόσον, το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον συγκεκριμένο ισχυρισμό και τον απέρριψε κατ' ουσίαν με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν ότι δηλαδή πραγματική αιτία έκδοσης των συν/κων ήταν η προηγηθείσα σύμβαση δανείου.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το Δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε για άμεση είτε για έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να γίνεται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα των διαδίκων.
Έτσι, ο από το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση -προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή συγκεκριμένων εγγράφων (ΑΠ 128/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ και ειδικότερα, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε έγγραφα, που επικαλέσθηκε ο ίδιος στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που παρέστη και τα οποία και ο παραστάς στο ακροατήριο του Εφετείου αναιρεσίβλητος επικαλέστηκε και προσκόμισε και συγκεκριμένα τα παραστατικά έγγραφα μίας κατάθεσης στο λογαριασμό του αναιρεσίβλητου στην Τράπεζα EFG EUROBANK και (όχι όπως από παραδρομή αναφέρεται στο αναιρετήριο) "στο λογαριασμό του αναιρεσείοντος στην Τράπεζα Πειραιώς" και μίας αντίστοιχης ανάληψης από αυτόν ποσού 130.000 ευρώ με ημερομηνίες 30-12-2009 και 27-1-2010 αντίστοιχα.
Όμως, το Εφετείο, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, αφού έλαβε υπόψη του, μεταξύ άλλων και "τα έγγραφα, που ο παρών διάδικος επικαλείται και προσκομίζει". Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, αλλά και από όλο το περιεχόμενο απόφασης, όπως αυτό αναφέρεται πιο πάνω, καθίσταται, αδιστάκτως, βέβαιο ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα πιο πάνω έγγραφα.
Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί ο τελευταίος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176 και 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ