Supreme Court dismisses appeal in life insurance case where applicant fraudulently concealed pre-existing health conditions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment in a dispute with MetLife regarding a life insurance policy. The appellant had knowingly concealed pre-existing health symptoms that were objectively significant for risk assessment but failed to disclose them in response to the insurer's questionnaire. The court ruled that these facts satisfied the conditions for contract termination under Greek insurance law due to the applicant's fraudulent omission.
Legislator headnote
AI generatedArticles 3(1)(a), 6(a)(i) & (ii), 7(b)(i) & (ii) of Law 2496/1997; The insurer may terminate the insurance contract if the insured fraudulently fails to disclose objectively significant pre-existing conditions known to them, thereby increasing the risk of the insured event.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 755 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 755/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Γ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Απόστολο Μπουρνέλη.
Της αναιρεσιβλήτου: της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία METLIFE ALICO ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ, οιονεί καθολικής διαδόχου του εν Ελλάδι υποκαταστήματος της αμερικανικής ανωνύμου ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΛΑΪΦ ΙΝΣΟΥΡΑΝΣ ΚΟΜΠΑΝΥ (AMERICAN LIFE INSURANCE COMPANY)" που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπούρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Μαΐου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5658/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 526/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Μαΐου 2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 22 Φεβρουαρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 3 παρ. 1 εδ. α, 6 εδ. α' και β' και 7 εδ. β' και γ' Ν. 2496/1997, συνάγονται τα εξής: Κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής συμβάσεως υγείας και ζωής μεταξύ αφενός του ασφαλιστή, και αφετέρου του λήπτη της ασφαλίσεως, αυτός ο δεύτερος υποχρεούται να δηλώσει σε εκείνον κάθε περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, εκ μέρους του ασφαλιστή με την έννοια ότι το περιστατικό αυτό επί τη βάσει των κανόνων της ιατρικής και της κοινής πείρας οδηγεί σε αυξημένη πιθανότητα προσβολής της ασφαλιζόμενης υγείας καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή.
Σε περίπτωση δε παραβάσεως εκ μέρους του λήπτου της ως άνω υποχρεώσεως από δόλο, ο ασφαλιστής, λαμβάνοντας βέβαια γνώση της παραβάσεως και σταθμίζοντας τα συμφέροντά του, έχει δικαίωμα είτε να εμμείνει στη σύμβαση, δηλώνοντας ενδεχομένως τούτο ρητά στο λήπτη, είτε να καταγγείλει τη σύμβαση, επιφέροντας ασφαλώς τη λύση της, και έτσι να απαλλαγεί, μάλιστα δε αμέσως μετά την συντέλεση της καταγγελίας, της υποχρεώσεώς του προς καταβολή του ασφαλίσματος.
Ωστόσο το εν λόγω δικαίωμα για καταγγελία, υπόκειται σε αποσβεστική προθεσμία, αφού ο ασφαλιστής δικαιούται να προβεί στην καταγγελία μέσα σε προθεσμία ενός μήνα από τότε που έλαβε γνώση της παραβάσεως. Ευνόητο είναι ότι μετά την άπρακτη πάροδο αυτής της προθεσμίας ο ασφαλιστής τεκμαίρεται αμάχητα ότι εμμένει στη σύμβαση.
Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της μηνιαίας προθεσμίας, πριν, εννοείται, από την κατά τα ανωτέρω καταγγελία, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται μάλιστα δε αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως, της υποχρεώσεώς του προς καταβολή του ασφαλίσματος και, βέβαια, η εκ μέρους τούτου καταγγελία της συμβάσεως δεν απαιτείται πια για να επιφέρει την προαναφερόμενη απαλλαγή.
Το ποιες είναι οι έννομες συνέπειες, αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν από την εκ μέρους του ασφαλιστή γνώση της παραβάσεως δεν προβλέπεται ρητά στο νόμο. Ενόψει του ότι δεν εναρμονίζεται με τη λογική ούτε το να απαιτείται, προς επέλευση της προμνημονευόμενης απαλλαγής, η εμπρόθεσμη καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους του εν λόγω ασφαλιστή, τη στιγμή που αυτός αγνοεί την παράβαση, που αποτελεί την αιτία της καταγγελίας, ούτε το να προστατεύεται αυτός ο μη γνώστης της παραβάσεως ασφαλιστής μέσω των γενικών διατάξεων του αστικού δικαίου (περί απάτης κ.λ.π.) και έτσι ενδεχομένως να βρίσκεται αυτός, από άποψη έννομης προστασίας σε χειρότερη θέση έναντι εκείνης του προβλεπόμενου στην τελευταία ως άνω διάταξη ασφαλιστή που γνωρίζει την παράβαση, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, κατά το πνεύμα και το σκοπό των προεκτιθεμένων διατάξεων, επιβάλλεται η αναλογική εφαρμογή της τελευταίας εκ τούτων των διατάξεων και γι' αυτό στην υπό εξέταση περίπτωση ο ασφαλιστής απαλλάσσεται, μάλιστα δε αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως, της υποχρεώσεώς του προς καταβολή του ασφαλίσματος (Α.Π.442/2012, Α.Π.1101/2010, ΑΠ 1119/2003).
Εξετέρου κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως αιτιολογίες δε νοούνται τα από την απόφαση δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της, δηλαδή το αποδεικτικό πόρισμά της, στο οποίο στήριξε το συμπέρασμα.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής : "Κατόπιν της από 01/12/1998 αιτήσεως ασφαλίσεως του ενάγοντος Α. Γ., ηλικίας 35 ετών (γεννήθηκε στις 28/07/1963) πολιτικού μηχανικού προς την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "AMERICAN ΛΑΪΦ ΙΝΣΟΥΡΑΝΣ ΚΟΜΠΑΝΥ (AMERICAN LIFE INSURANCE COMPANY)", που εκπροσωπείται νομίμως, η τελευταία εξέδωσε το υπ' αριθμόν προσκομιζόμενο και επικαλούμενο 9337623 ασφαλιστήριο συμβόλαιο σύνθετης προστασίας με το οποίο συνήφθη μεταξύ τους ασφαλιστική σύμβαση απεριόριστης καλύψεως νοσοκομειακής περιθάλψεως με τους αναγραφόμενους σ' αυτή όρους και συμφωνίες.
Ειδικότερα, το ανωτέρω ασφαλιστήριο συμβόλαιο μεταξύ των άλλων παρείχε στον ενάγοντα : α) νοσοκομειακή περίθαλψη με απεριόριστο ποσό αποζημιώσεως και β) απαλλαγή πληρωμής ασφαλίστρων λόγω ανικανότητας. Επίσης, συμφωνήθηκε η καταβολή των ασφαλίστρων να γίνεται από τον ενάγοντα την 1/12 και 1/6 κάθε έτους.
Στην ανωτέρω αίτηση προς ασφάλιση, την οποία ο ίδιος ο ενάγων ανέγνωσε συμπλήρωσε και υπέγραψε, απάντησε σε σειρά ερωτήσεων, που αφορούσαν την κατάσταση της υγείας του. Συγκεκριμένως, στην ερώτηση με αριθμό 14, με την οποία άρχιζαν οι ερωτήσεις για "ιατρικές πληροφορίες" που η διατύπωσή της είχε ως εξής : "Από ότι γνωρίζετε εσείς και τα προτεινόμενα πρόσωπα για ασφάλιση βρίσκεστε σήμερα σε καλή κατάσταση υγείας και δεν έχετε φυσικά ελαττώματα ή παραμορφώσεις ;" ο ενάγων απάντησε ΝΑΙ.
Στην ερώτηση με αριθμό 18 "κατά τη διάρκεια των πέντε τελευταίων χρόνων, έχετε εσείς ή τα προτεινόμενα πρόσωπα για ασφάλιση συμβουλευθεί ιατρό ή έχετε πρόθεση να συμβουλευθείτε ιατρό ή να υποβληθείτε σε ιατρικές εξετάσεις ;", ο ενάγων απάντησε όχι και στην ερώτηση με αριθμό 23 "'Εχετε ποτέ εσείς ή τα προτεινόμενα πρόσωπα για ασφάλιση υποβληθεί σε θεραπεία ή είχατε εμφανή συμπτώματα για νευρίτιδα, ισχιαλγία, ρευματισμούς, αρθρίτιδα, ουρική αρθρίτιδα, νόσο των μυών ή των οστών συμπεριλαμβανομένης της σπονδυλικής στήλης, πλάτης, μέσης και των αρθρώσεων ; " ο ενάγων απάντησε ΟΧΙ.
Με βάση τις δηλώσεις αυτές του τελευταίου από τις οποίες σαφώς προέκυψε ότι η κατάσταση της υγείας του ήταν καλή εκδόθηκε το αρχικό ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο χωρίς να τεθεί κάποια εξαίρεση. Σημειωτέον ότι στην ίδια ως άνω αίτηση ο ενάγων δήλωσε ότι όλες οι δηλώσεις και οι απαντήσεις του, που περιλαμβάνονται στην αίτηση είναι πλήρεις, χωρίς παραλείψεις και αληθινές και θα αποτελέσουν μέρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου.
Ο ενάγων το πρώτον τον Φεβρουάριο του 2002 γνωστοποίησε στην εναγομένη την εμφάνιση έντονων συμπτωμάτων μουδιάσματος και δυσχέρειας στη βάδιση και προκειμένου να διερευνηθούν τα αίτια των συμπτωμάτων αυτών ο ενάγων εισήχθη στο Αιγινήτειο Νοσοκομείο όπου και νοσηλεύθηκε στη Νευρολογική Κλινική του (Αιγινήτειου Νοσοκομείου) από 12/2/2002 έως 01/03/2002 με διάγνωση "Βαρειά σπαστικοαταξική συνδρομή στα πλαίσια απομυελινωτικής νόσου".
Με προφορική εντολή του στον ασφαλιστικό σύμβουλο της εναγομένης, Η. Μ., και με κατάθεση στην εναγομένη των απαραίτητων, κατά την ως άνω σύμβαση, δικαιολογητικών, ο ενάγων ζήτησε από αυτή λόγω της ως άνω παθήσεως του και της απ' αυτή ολικής και μόνιμης σωματικής ανικανότητάς του, στα πλαίσια της ανωτέρω ασφαλιστικής συμβάσεως την ενεργοποίηση του όρου απαλλαγής πληρωμής ασφαλίστρων του προς την εναγομένη.
Η τελευταία αφού εξέτασε τα έγγραφα, που θεμελιώνουν το αίτημα του ενάγοντος και συγκεκριμένα το βιβλιάριο ασθενείας και την γνωμάτευση με αριθμό πρωτ/λου 02/12/2002 του κοινωνικοασφαλιστικού του φορέα (ΤΣΜΕΔΕ), με την οποία του χορηγούσε αναπηρία σε ποσοστό 80% για δύο (2) χρόνια λόγω της ως άνω νόσου και διαπίστωσε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για ενεργοποίηση του επίδικου όρου και έτσι ο ενάγων δεν της κατέβαλε ασφάλιστρα για το χρονικό διάστημα από 01/06/2003 έως 31/5/2004.
Στη συνέχεια με την από 20/01/2003 έγγραφη αίτησή του προς την εναγομένη, ο ενάγων δήλωσε σ' αυτή και πάλι την ανωτέρω πάθησή του και ότι τα πρώτα συμπτώματά της παρουσιάστηκαν αρχές Φεβρουαρίου 2002 και ζήτησε λόγω της ολικής και μόνιμης ανικανότητάς του την ενεργοποίηση του ανωτέρω όρου απαλλαγής του πληρωμής ασφαλίστρων.
Κατόπιν τούτων η εναγομένη εταιρεία θέλοντας να διαπιστώσει τη συνέχιση ή μη της ανικανότητας του ενάγοντος αναζήτησε τα ιατρικά εκείνα στοιχεία, που θα ήταν ικανά να θεμελιώσουν το ως άνω δικαίωμά του. Συγκεκριμένως ζήτησε από την Εισαγγελία Πρωτ/κών Αθηνών τη χορήγηση πιστοποιητικού από το Αιγινήτειο Νοσοκομείο όπου βρισκόταν ο ιατρικός φάκελός του από τον οποίο θα προέκυπτε η ακριβής φύση της παθήσεως του και ο χρόνος εμφανίσεως των πρώτων συμπτωμάτων της.
Πράγματι με την από 13/10/2004 εντολή της Εισαγγελέα Πρωτ/κών Αθηνών Μαρουσώς Καλαντζή χορηγήθηκε ακριβές αντίγραφο του ... πιστοποιητικού του Αιγινήτειου που υπογράφει ο αναπληρωτής καθηγητής Ν. Κ. και χορηγήθηκε από το εν λόγω Νοσοκομείο κατόπιν της από 21/09/2004 παραγγελίας της. Από το πιστοποιητικό αυτό αποδεικνύεται ότι ο ενάγων πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας και ότι τα πρώτα συμπτώματα της νόσου άρχισαν από το έτος 1995, (βλέπε πιστοποιητικό) ήτοι τρία (3) χρόνια προ της ασφαλίσεώς του.
Αποδεικνύεται, δηλαδή, ότι ο ασφαλισμένος είχε παραβεί τον νόμιμο και συμβατικό ασφαλιστικό βάρος της πλήρους ακριβούς και αληθινής προσυμβατικής αναγγελίας κατά την υποβολή της αιτήσεώς του προς ασφάλιση και κατ' αυτόν τον τρόπο εξασφάλισε την ανεπιφύλακτη αποδοχή της από την εταιρεία ενώ η τελευταία αν δεν είχε στερηθεί από το νόμιμο δικαίωμά της να συνεκτιμήσει το ανωτέρω ιατρικό στοιχείο κατά τη διαδικασία αξιολογήσεως του κινδύνου και γνώριζε την αλήθεια για την κατάσταση της υγείας του δεν θα τον ασφάλιζε καθόσον τα συμπτώματα της σκληρύνσεως κατά πλάκας που παρουσίασε ο ενάγων προ της ασφαλίσεώς του, ανάγονται σύμφωνα με τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης σε νευρολογική διαταραχή (βλέπε προσκομιζόμενη ιατρική βιβλιογραφία από τον ενάγοντα).
Πρόκειται για μία νόσο του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ) που οφείλεται στην καταστροφή της μυελίνης, που περιβάλει τους νευράξονες (άξονες των νευρικών κυττάρων μέσω των οποίων μεταδίδεται η πληροφορία σε ένα άλλο κύτταρο.
Ενόψει των ανωτέρω και κατ' εφαρμογή του άρθρου 3 παρ. 6 του Ν. 2496/1997 η ασφαλιστική εταιρεία προέβη στην καταγγελία του ανωτέρου ασφαλιστηρίου και στην απόρριψη της αιτήσεώς του για αποζημίωση με την από 20/10/2004 συστημένη επιστολή της, ισχυριζόμενη ότι κατά την εξέταση των δικαιολογητικών στοιχείων, που προσκομίστηκαν σχετικώς με την αίτηση του ενάγοντος για αποζημίωση προέκυψαν στοιχεία για την κατάσταση της υγείας του ενάγοντος, που δεν είχαν αναφερθεί κατά τη συμπλήρωση του σχετικού ερωτηματολογίου της αιτήσεώς του για ασφάλιση.
Ο ενάγων τόσο στην αγωγή του όσο και στις προτάσεις του και των δύο βαθμών ισχυρίζεται ότι η πάθησή του έδωσε για πρώτη φορά συμπτώματα το 2000 (μούδιασμα στο δεξί πόδι τον Οκτώβριο του 2000) η δε κατάσταση της υγείας του, κατά το χρόνο καταρτίσεως της επίδικης συμβάσεως το 1998 ήταν άριστη. Προς επιβεβαίωση δε των ισχυρισμών του επικαλείται σειρά εγγράφων, τα οποία όμως δεν είναι ικανά ούτε να αποδείξουν τον ισχυρισμό του περί του χρόνο εμφανίσεως των συμπτωμάτων της νόσου της σκληρύνσεως κατά πλάκας το 2000 ούτε όμως να λειτουργήσουν ανταποδεικτικώς στον ισχυρισμό της εναγομένης περί παραβάσεως του ασφαλιστικού του βάρους, που συνιστά, ένσταση στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 και 6 του άνω νόμου, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην νομική σκέψη η οποία προτάθηκε πρωτοδίκως και επαναφέρεται στην παρούσα δίκη με τον σχετικό λόγο της εφέσεώς της.
Και τούτο, διότι σύμφωνα με την προσκομιζόμενη Ιατρική βιβλιογραφία και την κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως - ιατρού, ειδικού παθολόγου, που συνεργάζεται με την εναγομένη πρόκειται για προοδευτική εξελισσόμενη πάθηση, η οριστική διάγνωση της οποίας είναι δύσκολη - τίθεται συνήθως αργά λόγω αυστηρών κριτηρίων και διαφέρει από ασθενή σε ασθενή και η επίκληση έτσι του ενάγοντος ότι ήταν ικανός να εργάζεται έως το 2002 ως προϊστάμενος του τμήματος CAD - CAM της NEOSET και να αθλείται έως το 2000 στον Πανελλήνιο Γυμναστικό Σύλλογο, προσκομίζοντας σχετικά έγγραφα για να αποδείξει την ικανότητά του για εργασία και άθληση στα συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα προβάλλεται αλυσιτελής, καθόσον μπορεί να μην γνώριζε ο ενάγων την οριστική διάγνωση γνώριζε τα συμπτώματα, από το 1995 διότι ο ίδιος τα ανέφερε στον θεράποντα ιατρό, σύμφωνα με την προαναφερόμενη από 05/10/2004 απάντηση του Αιγινήτειου Νοσοκομείου προς την Εισαγγελία Πρωτ/κών Αθηνών στο οποίο έγγραφο σημειωτέον καμία αναφορά δεν κάνει ο ενάγων, μολονότι του είχε αποσταλεί με σχετική εξώδικη δήλωση (ούτε το αξιολογεί αλλά και δεν το αμφισβητεί).
Στο ανωτέρω συμπέρασμα συνηγορεί και το γεγονός ότι κατά τα έτη 1997-1998 ο ενάγων είχε επισκεφθεί πάνω από 10 φορές ιατρούς όπως αποδεικνύεται και από τις σχετικές εγγραφές του ασφαλιστικού του βιβλιαρίου οι σελίδες του οποίου επεδείχθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικ/ρίου και προσκομίζονται, οι οποίες επισκέψεις, δεν μπορεί να θεωρηθούν από το Δικαστήριο μόνο ως συνηθισμένες επισκέψεις για ασήμαντα προβλήματα (γρίπη, ιώσεις) καθόσον αφορούν τη διερεύνηση των συμπτωμάτων της σκληρύνσεως κατά πλάκας, όπως ομολογεί εμμέσως ο πατέρας του ενάγοντος - μάρτυρας αποδείξεως, ο οποίος καταθέτει ότι πριν ασφαλιστεί ο ενάγων είχε επισκεφθεί ιατρούς προκειμένου να διαπιστώσει τα αίτια των ζαλάδων και του μουδιάσματος στο δεξί πόδι από τα οποία υπέφερε, καθόσον ανησυχούσε για την υγεία του και παρόλα αυτά δεν δήλωσε τίποτε σχετικώς με τα ανωτέρω συμπτώματα και τις επισκέψεις στο έντυπο της αιτήσεως προς ασφάλιση στην εναγομένη.
Άλλωστε οι πολλές αυτές επισκέψεις στο ως άνω χρονικό διάστημα έρχονται σε αντίθεση με την από 05/10/2006, ιατρική βεβαίωση στην οποία ο Β. Π., οικογενειακός ιατρός του ενάγοντος, που τον παρακολουθεί ιατρικά από το έτος 1995, την οποία προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων, αναφέρει ότι από το 1995 και πλην μιας ελαφράς αναιμίας δεν παρουσίαζε τίποτε το παθολογικό, αθλείτο συστηματικώς και στο πλαίσιο του περιοδικού ελέγχου είχε εξετασθεί και από ιατρούς άλλων ειδικοτήτων (νευρολόγο - ορθοπεδικό - αιματολόγο - ωτορινολαρυγγολόγο) χωρίς να υπάρχουν οποιαδήποτε παθολογικά ευρήματα και ότι τον Μάρτιο του έτους 1999 μόλις, δηλαδή τρεις (3) μήνες μετά την ασφάλισή του παρουσίασε θάμβος οράσεως και αιμωδίες και παρεπέμφθη από αυτόν σε νευρολόγο για έλεγχο και θεραπεία.
Όλα τα ανωτέρω και ειδικότερα η κατάθεση του πατέρα του αποδεικνύουν ότι ο ενάγων υπήρξε εξαιρετικώς επιμελής σχετικώς με την υγεία του και η απόφαση του να ασφαλιστεί τον Δεκέμβριο τον 1998 είναι απολύτως λογική κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου να υπήρξε απόρροια ακριβώς αυτής της ανησυχίας ενός νέου ανθρώπου, μόλις 35 ετών για την υγεία του. Ο όλως όψιμος δε ισχυρισμός του ενάγοντος, ο οποίος διατυπώθηκε το πρώτον ενώπιον του ακροατηρίου μέσω του μάρτυρα πατέρα του και επαναφέρεται στις κατ' έφεση προτάσεις του ότι είχε δηλώσει τα συμπτώματα των ζαλάδων και του μουδιάσματος στον προαναφερόμενο στην αρχή της παρούσας ασφαλιστικό σύμβουλο, που διαμεσολάβησε στη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, ο οποίος δεν τα έκρινε σημαντικά απαντώντας του ότι "και αυτός είχε ζαλάδες" δεν μπορεί να ληφθεί υπόψιν από το Δικαστήριο τούτο, καθόσον κατά την κρίση του δεν είχε λόγο να αναφέρει στον ασφαλιστικό σύμβουλο ότι είχε επισκεφθεί κατ' επανάληψη ιατρούς την τελευταία διετία για να διερευνήσει ανησυχητικά συμπτώματα και να μη κάνει αναφορά για αυτό το γεγονός στην αίτησή του, η οποία και μόνο διαβιβάζεται στην εναγομένη και με βάση την οποία και μόνο αποφάσισε η εταιρεία τα προπεριγραφόμενα.
Συνεπώς νομίμως κατήγγειλε η εναγομένη την ένδικη ασφαλιστική σύμβαση αφής στιγμής διαπίστωσε την παραβίαση εκ μέρους του ενάγοντος του νόμιμου και συμβατικού ασφαλιστικού βάρους του και πρέπει να γίνει δεκτή η ένσταση των διατάξεων του άρθρου 3 παρ. 1 και 6 του Ν. 2496/1997 ως κατ' ουσίαν βάσιμη και οι σχετικοί ως άνω λόγοι της εφέσεως και τα αντίθετα που έκρινε η εκκαλουμένη η οποία μάλιστα αξιώνει ρητή αναφορά του είδους των συμπτωμάτων προκειμένου να δεχθεί την ύπαρξη αυτών και όχι αυτή καθ' εαυτή την αποδεικνυομένη ύπαρξη των συμπτωμάτων προ του 1998 πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα καθόσον έσφαλε ως την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στη συνέχεια πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, να κρατηθεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο και να απορριφθεί η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία, είχε γίνει δεκτή η αγωγή και είχε αναγνωρισθεί ότι είναι άκυρη η γενομένη εκ μέρους της εναγομένης καταγγελία της μεταξύ των διαδίκων από 3-12-1998 ασφαλιστικής σύμβασης και ότι η εναγομένη υποχρεούται να συνεχίσει την ασφάλιση του ενάγοντος σύμφωνα με όλους τους αναγραφόμενους στο ασφαλιστήριο όρους, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και αφού δίκασε την υπόθεση στην ουσία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των παρ. 1 εδ.α' 2, 3 6 εδ. α', β'και 7 εδ. β' του άρθρου 3 του ν. 2496/1997 που εφάρμοσε ούτε και άλλες δια της μη εφαρμογής τους ενώ παράλληλα διέλαβε στην απόφασή του σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου χωρίς να απαιτούνται προς τούτο και άλλες.
Ειδικότερα με τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά (αφορώντα προϋπάρξαντα συμπτώματα στην υγεία του αναιρεσείοντος αντικειμενικά ουσιώδη κατά την προαναφερθείσα στη μείζονα πρόταση της παρούσας έννοιας και τα οποία, ενώ γνώριζε τουλάχιστον ως συμπτώματα ο αναιρεσείων, παρέλειψε δολίως να θέσει υπόψη της αναιρεσίβλητης καίτοι αποτελούσαν περιεχόμενο αντίστοιχου ερωτηματολογίου) συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων και στηρίζεται πλήρως το, απορριπτικό της αγωγής, διατακτικό της απόφασης .
Συνεπώς οι λόγοι της αναίρεσης πρώτος και δεύτερος από τους αριθ. αντίστοιχα 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τους οποίους υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμοι. Κατά το λοιπό μέρος τους οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι διότι οι δι'αυτών προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και την αξιολόγηση των αποδείξεων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο ( άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδγ' ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Κατ' ακολουθίαν ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ.11 περ.γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενο αυτής προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και την ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης Θ. Τ. (γίνεται και ονομαστική αναφορά στην απόφαση) την οποία ο ενάγων επικαλέστηκε στο Εφετείο και ως ίδιο αποδεικτικό μέσο για την απόδειξη των ισχυρισμών του. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του από τον αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ. είναι αόριστος διότι δεν προσδιορίζονται πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την από τη διάταξη αυτή πλημμέλεια.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου (άρθρα 183, 176 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Μαΐου 2011 αίτηση του Α. Γ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 526/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 17η Φεβρουαρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 7η Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ