Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting substantive arguments regarding wind force and building code violations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a roof detachment caused by wind. The appellant argued that the court erred in assessing wind force and failed to consider building code violations, while the respondent maintained the evidence supported the lower court's finding of force majeure. The court rejected these claims, ruling that the appeal arguments only addressed evidentiary evaluation rather than substantive legal violations or lack of reasoning, which are not grounds for cassation under the relevant procedural articles.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1, 19 of the Code of Civil Procedure; Art. 561 no. 1 of the Code of Civil Procedure; Cassation is permitted only for violations of substantive law or lack of legal basis, not for mere errors in evidence assessment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 755 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 755/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26ης Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Χρυσώτη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Βουκελάτο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Φεβρουαρίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 115/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 455/2007 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23 Ιανουαρίου 2007 αίτησή του και του από 15 Δεκεμβρίου 2007 δικογράφου προσθέτων λόγων αναιρέσεως.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός , ανέγνωσε την από 12 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 23.1.2007 αίτησης αναίρεσης και του από 15.12.2008 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης .
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο να περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 7/2006 και 4/2005). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1 983). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν - ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς, ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως αβάσιμος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ. 43/1990).
Περαιτέρω, τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (ΚΠολΔ 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1) (Ολ.
Α.Π. 8/2005). Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, που για να είναι ορισμένος πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το Δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 120/2004), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 925 ΑΚ ο κύριος ή νομέας κτίσματος ή άλλου έργου που συνέχεται με το έδαφος ευθύνεται για τη ζημία που προξενήθηκε σε τρίτον, εξαιτίας ολικής ή μερικής πτώσης του, εκτός αν αποδείξει ότι η πτώση δεν οφείλεται σε ελαττωματική κατασκευή ή σε πλημμελή συντήρησή του. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται αντικειμενική ευθύνη του κυρίου ή νομέα κτίσματος ή άλλου έργου, για την ζημία που προκάλεσε σε τρίτο η πτώση του.
Αυτός απαλλάσσεται μόνο αν επικαλεσθεί κατ' ένσταση και κατ' ουσίαν αποδείξει ότι η πτώση δεν οφειλόταν σε ελαττωματική κατασκευή ή πλημμελή συντήρηση. Το μόνο δηλαδή που τεκμαίρεται είναι το ότι η πτώση προήλθε κατ' αιτιώδη συνάφεια από ελαττωματική κατασκευή ή πλημμελή συντήρηση και για να απαλλαγεί ο κύριος ή νομέας πρέπει να αποδείξει ακριβώς, ότι τέτοιος αιτιώδης σύνδεσμος δεν υπάρχει, γιατί η πτώση προήλθε από κάποια άλλη τρίτη αιτία, όπως ανωτέρα βία ή ενέργεια τρίτου.
Το πότε το επικαλούμενο ως ανωτέρα βία γεγονός αποτελεί τρίτη αυτοτελή αιτία για την πτώση της οικοδομής ή τμήματός της, και άρα αίτία για τη διακοπή - άρση της αιτιώδους συνάφειας, που κατά την ίδια διάταξη του άρθρου 925 του ΑΚ τεκμαίρεται ότι υπάρχει ανάμεσα στην υπάρχουσα ελαττωματική κατασκευή ή την πλημμελή συντήρηση της οικοδομής και της πτώσης της, εξαρτάται από την ένταση του γεγονότος που εμφανίζεται ως ανωτέρω βία, και η οποία (ένταση) τελεί σε αναλογία με την έκταση της πιο πάνω αιτιώδους συνάφειας.
Όταν όμως το επικαλούμενο ως ανωτέρα βία γεγονός, καίτοι μέτριας έντασης, συνδυάζεται πραγματικά με ελαττωματικότητα της οικοδομής, που απετέλεσε αιτία της πτώσης, περιορίζεται το ενδεχόμενο διάρρηξης της αιτιώδους συνάφειας και ανατροπής του νόμιμου τεκμηρίου που προαναφέρθηκε. Πταίσμα του κυρίου ή νομέα, δικό του ή των προστηθέντων του, δεν απαιτείται ούτε τεκμαίρεται, ούτε και τον ωφελεί η απόδειξη, ότι δεν βαρύνεται ο ίδιος με πταίσμα, αλλά κάποιος άλλος, ενδεχομένως ο κατασκευαστής ή ο δικαιοπάροχός του.
Οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ως άνω διάταξης είναι: 1) Ο υπεύθυνος προς αποζημίωση πρέπει να είναι κύριος ή νομέας του κτίσματος ή του συνεχόμενου μετά του εδάφους άλλου έργου κατά την πτώση αυτών. Υπεύθυνος επομένως, προς αποζημίωση είναι: α) ο κύριος του κτίσματος, εφόσον ευρίσκεται στη νομή αυτού ο ίδιος ή δι' αντιπροσώπου και β) ο νομέας αυτού. 2) Να πρόκειται περί κτίσματος ή άλλου έργου συνεχόμενου μετά του εδάφους.
Σαν κτίσμα νοείται κάθε ανθρώπινο δομικό δημιούργημα, που συνδέεται σταθερά με το έδαφος, πάνω ή κάτω από την επιφάνεια του, αδιάφορα από την κατάσταση ή τον προορισμό του. Στην έννοια του "άλλου έργου" περιλαμβάνεται κάθε τεχνητό αντικείμενο, που συνδέεται με το έδαφος και εγκυμονεί κίνδυνο, από πιθανή κατάρρευση του και που, λόγω του τρόπου κατασκευής και της ιδιομορφίας του, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί σαν "κτίσμα" (κολώνες καλωδίων, κεραίες, καπνοσυλλέκτες, διαφημιστικές πινακίδες κλπ). 3) Η ζημία του τρίτου πρέπει να επήλθε εξαιτίας της πτώσεως του κτίσματος, ή του άλλου έργου ολικής ή μερικής.
Σαν πτώση νοείται η λύση των τεχνικών συνδέσμων των διαφόρων υλικών του και η ολική ή μερική κατάρρευση του σύμφωνα με το νόμο της βαρύτητας ή και η ολική ή μερική υποχώρηση κάτω από μία συνηθισμένη δύναμη, λ.χ. υποχώρηση μιας σκάλας ή δαπέδου κάτω από το βάρος ανθρώπινου σώματος (Α.Π. 839/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Στις 19 Ιουνίου 2003 και περί ώρα 14.15' και ενώ η ενάγουσα βάδιζε στην οδό ...
της πόλης των ..., επικρατούσαν δε κακές καιρικές συνθήκες με έντονους ανέμους, αποκολλήθηκε και υφαρπάχθηκε η στέγη από το δώμα πολυκατοικίας, που βρίσκεται στον αριθμό (2) της άνω οδού, κατέπεσε επί της ενάγουσας, την οποία και τραυμάτισε σοβαρά. Η εν λόγω στέγη, διαστάσεων περίπου 5μ. μήκους και 4μ πλάτους, αποτελείτο από ξύλινες δοκούς και λαμαρίνα, ήταν δε τοποθετημένη στο δώμα της παραπάνω πολυκατοικίας, η οποία ανήκει στην κυριότητα και νομή του εναγομένου.
Ο τελευταίος, προς απόκρουση της αγωγής, ισχυρίστηκε κατ' ένσταση (αρθ. 925 εδ. τελευτ. Α.Κ.), ότι η υφαρπαγή και αποκόλληση της στέγης, δεν οφείλετο σε κακή κατασκευή ή συντήρηση αυτής, αλλά στον ισχυρό άνεμο και ανεμοστρόβιλο που επικρατούσε την ώρα εκείνη. Ο ισχυρισμός όμως αυτός, που αποτελεί και αυτοτελή λόγο εφέσεως, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, δεδομένου ότι από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης των πολιτικών μηχανικών ...
και ..., που διορίστηκαν από το Δικαστήριο, καθώς και την έκθεση αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης που συντάχθηκαν αμέσως μετά το ατύχημα κατά τη διάρκεια της αστυνομικής προανάκρισης, προκύπτουν τα αντίθετα.
Ειδικότερα, η εν λόγω στέγη είχε τοποθετηθεί σε κτίσμα επιφάνειας 19 τμ. που ο εναγόμενος είχε κατασκευάσει στο δώμα της οικοδομής, παραπλεύρως των απολήξεων του κλιμακοστασίου, ήταν μονοκλινής, απαρτιζόταν δε από ξύλινες δοκούς και τραπεζοειδή λαμαρίνα. Τόσο το κτίσμα, όσο και η επ' αυτού στέγη ήταν αυθαίρετα από πλευράς πολεοδομικής νομοθεσίας.
Μάλιστα, όσον αφορά το κτίσμα, είχε κατασκευαστεί με επιφάνεια μεγαλύτερη και σε θέση διαφορετική από τα προβλεπόμενα στην οικοδομική άδεια, επίσης, ενώ σύμφωνα με τον Κτιριοδομικό Κανονισμό έπρεπε να κτισθεί σε απόσταση τουλάχιστον 2,50 μ. εσωτερικά της πρόσοψης της οικοδομής, δεν είχε τηρηθεί η απόσταση αυτή, αλλά σχεδόν εφάπτετο της πρόσοψης.
Η στέγη, η οποία δεν προβλεπόταν στην οικοδομική άδεια, ήταν τοποθετημένη σε ύψος 18 μ. χωρίς να έχει προηγηθεί έλεγχος ασφάλειας σε ανεμοπίεση και υφαρπαγή παρότι από τη σχετική νομοθεσία, για τις κατασκευές αυτές, σε ύψος άνω των 15 μ, απαιτείται τέτοιος έλεγχος. Σύμφωνα δε με τα στοιχεία του Μετεωρολογικού Σταθμού ...
της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, την ημέρα του ατυχήματος, στο λεκανοπέδιο ... επικρατούσε καταιγίδα με βόρειο άνεμο μέγιστης εντάσεως 6 μποφόρ και με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, άνεμοι αυτής της εντάσεως δεν δικαιολογούν την αποκόλληση στέγης, που έχει κατασκευαστεί σύμφωνα με τους κανόνες της οικοδομικής τέχνης.
Ούτε προέκυψε από οποιοδήποτε στοιχείο ότι την ώρα του ατυχήματος είχε εκδηλωθεί στη συγκεκριμένη τοποθεσία ανεμοστρόβιλος μεγαλύτερης έντασης, δεδομένου ότι στην ίδια αλλά και τις γύρω πολυκατοικίες, πολύ ελαφρύτερες κατασκευές, όπως κεραίες τηλεοράσεως ή ηλιακοί θερμοσίφωνας δεν αποκολλήθηκαν, γεγονός που καταδεικνύει ότι η αποκόλληση και υφαρπαγή της συγκεκριμένης στέγης δεν οφείλετο σε ανώτερη βία.
Άλλωστε ότι σε αλσύλλιο, κοντά στο χώρο του ατυχήματος, κατέπεσε την ίδια ώρα ένα μεγάλης ηλικίας δένδρο (πεύκο), δεν αποτελεί μέτρο σύγκρισης για την εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς τα αίτια της αποκόλλησης της επίδικης στέγης.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται αποκλειστικά και μόνο σε ακραία καιρικά φαινόμενα και όχι σε πλημμελή κατασκευή ή κακή συντήρηση του κτίσματός του- στέγης, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν". Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της ομοίως κρινάσας πρωτόδικης απόφασης όσον αφορά την προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ως εναγόμενο καταλυτική ένσταση ύπαρξης ανωτέρας βίας, ως αιτίας της κατάρρευσης τμήματος της οικοδομής του και του ένδικου τραυματισμού της αναιρεσίβλητης, και στη συνέχεια με το να δεχθεί την αγωγή που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη, της οποίας δέχθηκε την έφεση και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς το ύψος της επιδικασθείσας αποζημίωσης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, την εφαρμοσθείσα ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 925 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω, μεταξύ άλλων, δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ότι "η αποκόλληση της στέγης του δώματος της οικοδομής του αναιρεσείοντος που ήταν αυθαίρετη πολεοδομικά και τοποθετήθηκε χωρίς να έχει προηγηθεί ο αναγκαίος έλεγχος ασφαλείας σε ανεμοπίεση και υφαρπαγή, οφείλεται στις πολεοδομικές αυτές παραβάσεις, οι οποίες εάν δεν είχαν μεσολαβήσει δεν θα προκαλείτο η αποκόλληση της στέγης με άνεμο 6 μποφόρ", πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της αντικειμενικής ευθύνης της αιτιώδους συνάφειας και της ανωτέρας βίας και δικαιολογούν την απόρριψη του αντιθέτου ισχυρισμού του αναιρεσείοντος και την παραδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, και τον πρώτο πρόσθετο λόγο, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμίμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 925 του ΑΚ, τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου και το δεύτερο πρόσθετο λόγο με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης. Εξάλλου, οι ίδιοι δεύτερος λόγος αναίρεσης του αναιρετηρίου και του δικογράφου προσθέτων λόγων κατά την σε αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της ανεπάρκειας δηλαδή ανωτέρας βίας από τον άνεμο 6 μποφόρ, ο οποίος προκάλεσε την αποκόλληση της στέγης που τραυμάτισε την αναιρεσίβλητη λόγω των πιο πάνω περιλαμβανομένων στο αποδεικτικό πόρισμα πολεοδομικών παραβάσεων και αυθαιρεσιών, και η οποία (αποκόλληση) δεν θα επροκαλείτο εάν είχε μεσολαβήσει η κατασκευή της στέγης σύμφωνα με τους κανόνες οικοδομικής τέχνης, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθεση α) με το ότι κατά την αποκόλληση έπνεε άνεμος 12 μποφόρ, β) οι προαναφερθείσες οικοδομικές παραβάσεις δεν προκάλεσαν αιτιωδώς την ένδικη αποκόλληση είναι αβάσιμοι, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου, με τους τρίτο και τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου και του δικογράφου των προσθέτων λόγων αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 περ. β' του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι : "ο άνεμος λειτουργεί διαφορετικά σε αντικείμενα και κατασκευές με μεγάλες επιφάνειες, που είναι κάθετες προς το έδαφος και απόλυτα διαφορετικά σε αντικείμενα και κατασκευές με ελάχιστη επιφάνεια ή επιφάνειες που είναι παράλληλες προς το έδαφος, και ότι "το τύλιγμα των συρμάτων ρεύματος της ΔΕΗ γίνεται μόνο σε περιπτώσεις ύπαρξης τοπικού εξειδικευμένου φαινομένου, δηλαδή στροβιλισμού".
Οι λόγοι όμως αυτοί αναίρεσης και κατά τα δύο μέρη τους είναι αβάσιμοι, όσο συνδυάζονται και με την ουσιαστική παραδοχή της προσβαλλομένης ότι από τον ίδιο άνεμο των 6 μποφόρ κατέπεσε σε κοντινό αλσύλιο ένα δένδρο μεγάλης ηλικίας, γιατί αφορούν παραβίαση των διδαγμάτων κατά την εκτίμηση των αποδείξεων αποκλειστικά.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-1-2007 αίτηση και το από 15-12-2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4551/2007 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαρτίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ