Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding evidence admissibility and legal sufficiency of the claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment in a labor dispute over salary and holiday allowances. The appellant argued that the lower court failed to consider specific evidence and that the initial claim lacked legal sufficiency, but the court found these arguments unconvincing. The court ruled that the evidence was properly evaluated and the claim was sufficiently substantiated by the employment contract and collective agreements, leading to the rejection of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11), 559(12), 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the non-consideration of evidence is invalid if the court considered the document but deemed it insufficient to prove the claim, and such contradictory grounds are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 755 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 755/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: .... , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Κοψαχείλη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ..... , η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Νικολέττα Μπασδέκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/3/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 558/2006 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/8/2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 30/1/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 30/8/2006 αίτησης για αναίρεση της υπ΄αριθ. 558/2006 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.11 Κ.Πολ.Δ για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη έγγραφο του αναιρεσείοντος, που είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη παραδεκτού και νομικά βάσιμου ισχυρισμού και όχι όταν έλαβε μεν υπόψη τούτο, έκρινε όμως ότι δεν αποδεικνύει τον ισχυρισμό προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε.
Κατά δε το άρθρο 559 αρ.12 Κ.Πολ.Δ ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι' αυτό, καθορίζει ο νόμος και δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτερη ή αξιοπιστία από τα τελευταία αυτά.
Όταν όμως με τον ένα λόγο πλήσσεται η προσβαλλόμενη απόφαση επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του έγγραφο του αναιρεσείοντος που είναι χρήσιμο προς απόδειξη παραδεκτού και νομικά βασίμου ισχυρισμού του και με τον άλλο λόγο ότι έλαβε μεν υπόψη του το ίδιο αυτό έγγραφο, πλην όμως δεν του προσέδωσε δεσμευτική αποδεικτική δύναμη, τότε οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι ως αντιφατικοί.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο μέρος (από τον αρ.11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ) του πρώτου λόγου αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κατά το σχηματισμό της κρίσης του ως προς την απασχόληση της αναιρεσίβλητης ως τεχνίτριας γλυκών και όχι ως λαντζιέρας, όπως ισχυρίστηκε ο αναιρεσείων, ο οποίος διατηρεί εργαστήριο παρασκευής γλυκών και ζαχαρωδών προϊόντων στη .... , στο οποίο είχε προσληφθεί η πρώτη (αναιρεσίβλητη) από το δεύτερο, δεν έλαβε υπόψη του τα έγγραφα της αναγγελίας πρόσληψης, της αναγγελίας οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού και τον πίνακα προσωπικού.
Με το δεύτερο μέρος (από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) του πρώτου, επίσης, λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι, σε περίπτωση που έλαβε υπόψη τα έγγραφα αυτά, δεν προσέδωσε σ' αυτά ως δημόσια έγγραφα δεσμευτική αποδεικτική δύναμη για την απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού του.
Τα μέρη του λόγου αυτού είναι αντιφατικά και καθιστούν, κατά τα προεκτεθέντα, απαράδεκτο και συνεπώς απορριπτέο το λόγο αυτό. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε, ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα αυτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, ή αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, αρκεί τούτο να διατυπώνεται σαφώς.
Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, ο οποίος διατηρεί στη .... εργαστήριο παρασκευής γλυκών και ζαχαρωδών προϊόντων, προσέλαβε, για τις ανάγκες του τον Νοέμβριο 1985, την ενάγουσα και τώρα αναιρεσίβλητη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να εργασθεί ως λαντζιέρα με το νόμιμο μισθό.
Ότι στη συνέχεια και μετά πάροδο ολίγων μηνών, η αναιρεσίβλητη άρχισε να εργάζεται ως τεχνίτρια γλυκών, αφού έμαθε τη σχετική εργασία και ειδικεύθηκε στην παρασκευή των "εργολάβων". Ότι ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι ουδέποτε η αναιρεσίβλητη έγινε και απασχολείτο ως τεχνίτρια γλυκών, αφού είχε άλλους δύο αρχιτεχνίτες και δεν ασκούσε η αναιρεσίβλητη εποπτεία σε άλλους εργαζόμενους, δεν αποδείχθηκε βάσιμος στην ουσία του και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Την κρίση του αυτή το Δικαστήριο στηρίζει στις σαφείς καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης, οι οποίοι κατηγορηματικά καταθέτουν για την πραγματική απασχόληση της αναιρεσίβλητης, ενώ αντίθετα η κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, υπαλλήλου ακόμη του αναιρεσείοντος, είναι ελάχιστα πειστική αν και έμμεσα ομολογεί πως "τοποθετούσε κερασάκια σε κάποια γλυκά", χωρίς να αιτιολογεί πως μια λαντζιέρα κατ' αυτόν ασχολείτο στην παρασκευή γλυκών, χωρίς να είναι αυτή η εργασία της.
Πειστικό επιχείρημα για το αντίθετο επίσης δεν συνάγεται από το ότι η ενάγουσα δεν είχε υπό την εποπτεία της άλλους εργαζόμενους γιατί τα κριτήρια που απαιτεί ο σχετικός νόμος (άρθρο 4 κεφ. Β΄ σ.σ.ε 20/96, 79/1998 και 103/2000) τίθενται διαζευκτικά και αρκεί να είναι ο εργαζόμενος τεχνίτης γλυκών για να υπαχθεί στις διατάξεις του, όπως στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσίβλητη.
Ότι τέλος και ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι από τα έγγραφα που προσκομίζει και ιδίως από τις καταστάσεις προσωπικού και αποδοχών, αποδεικνύεται ότι η αναιρεσίβλητη όλο το διάστημα εργασίας της ήταν λαντζιέρα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του, αφού η αναιρεσίβλητη υπέγραφε στις καταστάσεις με ποσό μεγαλύτερο της λαντζιέρας, χωρίς να αιτιολογείται γιατί πληρωνόταν επί πλέον, για το φόβο της απόλυσης και της οικονομικής της ανάγκης (διαζευγμένη με παιδί χωρίς διατροφή), όπως έπραττε και στις άλλες εργαζόμενες.
Ενόψει αυτών το Εφετείο έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη έπρεπε να αμείβεται με το νόμιμο μισθό της τεχνίτριας γλυκών και όχι της λαντζιέρας, επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε κρίνει ομοίως και είχε επιδικάσει α) 16.463,85 ευρώ για διαφορές μισθών και β) 2.700,33 ευρώ για διαφορές επιδομάτων αδείας και εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, ήτοι συνολικά 19.164,18 ευρώ.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του σαφείς, επαρκείς και με χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και επομένως ο δεύτερος από το άρθρο 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναιρέσεως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Με τον τρίτο από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση της παρά το νόμο απορρίψεως με την προσβαλλομένη απόφαση του ισχυρισμού περί αοριστίας της αγωγής που είχε προβάλει ο αναιρεσείων και στο πρωτοβάθμιο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ειδικότερα ότι δεν διαλαμβάνεται στην αγωγή "ποιος ήταν ο συμφωνημένος μισθός, ποιοι ήταν έστω και ενδεικτικά οι συνάδελφοί της, και ποια ήταν τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα αυτών καθώς και ο μισθός τους.
Περαιτέρω, δεν αναφέρεται αν με την ως άνω σύμβαση εργασίας συμφωνήθηκε μισθός με παραπομπή τις εκτιθέμενες στην υπό κρίση αγωγή συλλογικές συμβάσεις εργασίας". Από το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ) προκύπτει ότι διαλαμβάνεται σ' αυτήν (αγωγή) ότι οι αποδοχές της ήταν οι νόμιμες όπως αυτές καθορίζονται από τις οικείες Σ.Σ.Ε και για τον υπολογισμό των οποίων, για το ένδικο διάστημα, επικαλείται τις από 20-5-1996, 15-6-1998 και 10-7-2000 Σ.Σ.Ε (πράξεις καταθ.
Υπ. Εργασίας 65/1996, 79/1998 και 103/2000, αντίστοιχα). Τα άλλα ως άνω στοιχεία δεν ήταν αναγκαία για το ορισμένο της αγωγής αφού κατά την κυρία βάση στηρίζεται στη σύμβαση εργασίας, κατά την επικουρική της βάση (στηρίζεται) στον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Επομένως και ο λόγος αυτός (τρίτος) είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30.8.2006 αίτηση του .... για αναίρεση της 558/2006 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ