Supreme Court annulled appeal council ruling on Article 239 misapplication regarding police officer's duty to arrest.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal Council's decision regarding the prosecution of two police officers for abuse of office. The Council had rejected the prosecutor's appeal, arguing that a prior criminal investigation was a prerequisite for the crime of inducing immunity under Article 239 of the Penal Code. The Court found this interpretation erroneous, holding that the specific provision allows for prosecution without a prior investigation when the officer intentionally fails to arrest a suspect to benefit a third party. Consequently, the case was remitted for retrial before a newly constituted panel.
Legislator headnote
AI generatedArticle 239 of the Penal Code; The crime of inducing immunity from punishment can be committed by a public official who, with intent to benefit another, intentionally fails to arrest a suspect, even without a prior criminal investigation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 755 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 755/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα – Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια, Ηρακλή Κωνσταντινίδη – Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 934/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1) X1 και 2) X2, κάτοικο ....
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 30/27.05.2005 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1037/2005.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Μαγκλάρα με αριθμό 435/17.10.2005, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Εισάγω, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, προς συζήτηση και έκδοση αποφάσεως την υπ' αριθμ. 30/27-5-2005 αίτησή μου για αναίρεση του υπ' αριθμ. 934/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με τη σχετική δικογραφία.
Για τη βασιμότητα του λόγου αναιρέσεως αναφέρομαι εξ ολοκλήρου στο δικόγραφο της αναιρέσεως και προτείνω: Να γίνει δεκτή η αίτησή μου. Να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 934/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που αποφάνθηκαν προηγουμένως.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Χαράλαμπος Μαγκλάρας
Αφού άκουσε
τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 239 του Π.Κ. «υπάλληλος στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η δίωξη ή ανάκριση αξιοποίνων πράξεων: α)…, β) «αν εν γνώσει του εξέθεσε σε δίωξη ή τιμωρία κάποιον αθώο ή παρέλειψε να διώξει κάποιον υπαίτιο ή προκάλεσε την απαλλαγή του από την τιμωρία, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών». Η διάταξη αυτή του εδ. β΄ προβλέπει δύο ιδιαίτερα και ανεξάρτητα μεταξύ τους εγκλήματα, ήτοι 1) την έκθεση σε δίωξη ή τιμωρία κάποιου αθώου και 2) την παράλειψη διώξεως ή πρόκληση απαλλαγής από την τιμωρία, κάποιου υπαίτιου. Το έγκλημα δε της περιπτώσεως 2, είναι σωρευτικά μικτό και τελείται με δύο διαφορετικούς τρόπους, δηλαδή Ι) την παράλειψη διώξεως, η οποία τελείται μόνο από πρόσωπο που δικαιούται στην άσκηση ποινικής διώξεως (εισαγγελέα ή δημόσιο κατήγορο) και
ΙΙ) την πρόκληση απαλλαγής από την τιμωρία, η οποία μπορεί να τελεσθεί από εισαγγελέα, ανακριτή ή ανακριτικό (προανακριτικό) υπάλληλο. Οι δύο αυτοί τρόποι, δεν μπορούν να εναλλαχθούν μεταξύ τους, αλλά κάθε τρόπος συνιστά αυτοτελή μορφή τελέσεως της πράξεως. Η τέλεση δε της πράξεως με την μορφή της «προκλήσεως απαλλαγής» του υπαίτιου από την τιμωρία, δεν προϋποθέτει την προηγούμενη άσκηση ποινικής διώξεως, γιατί ο όρος «απαλλαγή», τίθεται εδώ με την «γενική» και όχι την «ποινική» του σημασία (η οποία άλλωστε, κατά κυριολεξία, προϋποθέτει απόφαση δικαστηρίου ή βούλευμα δικαστικού συμβουλίου), αφού πρόκληση απαλλαγής από την τιμωρία, νοείται καθ' οιονδήποτε τρόπο (εκτός από την παράλειψη ασκήσεως ποινικής διώξεως), ούτε άλλωστε γίνεται λόγος για «απαλλαγή» από την «ποινή» (η οποία προϋποθέτει την άσκηση ποινικής διώξεως), αλλά για «απαλλαγή» από την «τιμωρία».
Η αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή η «απαλλαγή» προϋποθέτει, προηγούμενη άσκηση ποινικής διώξεως και επί ελλείψεως αυτής, θεμελιώνεται ενδεχομένως το αδίκημα της παραβάσεως καθήκοντος του άρθρου 259 του Π.Κ., προσκρούει στην αντίληψη, ότι δεν είναι δυνατό να διαφοροποιείται η ποινική μεταχείριση του υπαλλήλου, που ενεργεί αυτεπάγγελτη προανάκριση και η μεν συμπεριφορά του μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης, να τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, ως κατάχρηση εξουσίας, η προγενέστερη δε της δίωξης συμπεριφορά του, να τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, ως παράβαση καθήκοντος, όταν μάλιστα και στις δύο περιπτώσεις, το προσβαλλόμενο έννομο αγαθό είναι το ίδιο, δηλαδή το συμφέρον της πολιτείας να τιμωρείται η τέλεση αξιόποινων πράξεων, ίδια δε και η απαξία της πράξεως.
Υποκείμενο του εγκλήματος της κατάχρησης εξουσίας, υπό τη μορφή της προκλήσεως «απαλλαγής» του υπαίτιου από την «τιμωρία», μπορεί να είναι, όχι μόνον ο δικαιούμενος στην άσκηση ποινικής διώξεως (όπως όταν το έγκλημα τελείται υπό την μορφή της παραλείψεως διώξεως), αλλά και κάθε (γενικός ή ειδικός) προανακριτικός υπάλληλος, αφού ως «ανάκριση» νοείται και η προανάκριση και η προκαταρκτική εξέταση, και επομένως στην έννοια του «υπαλλήλου» στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η ανάκριση αξιοποίνων πράξεων, εντάσσεται και ο προανακριτικός υπάλληλος, όπως είναι και ο αξιωματικός και υπαξιωματικός της αστυνομίας, ο οποίος είναι κατά το άρθρο 33 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., γενικός προανακριτικός υπάλληλος.
Υποκειμενικά απαιτείται άμεσος δόλος, που συνίσταται, στη γνώση της τελέσεως αξιοποίνου πράξεως και του υπαιτίου αυτής, καθώς και τη γνώση ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά, προκαλεί την απαλλαγή του και τη θέληση να προκληθεί η απαλλαγή αυτή. Εξάλλου εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ.
β΄ Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως που υπάρχει όταν το Δικαστικό Συμβούλιο αποδίδει σ'αυτή διαφορετική έννοα από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Εν προκειμένω το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε την υπ' αριθμ. 136/2005 έφεση του κατηγορουμένου X1, κατά του υπ' αριθμ. 249/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, με το οποίο είχε παραπεμφθεί με τον κατηγορούμενο του X2 στο ακροατήριο του αρμοδίου Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου για να δικασθούν ως υπαίτιοι του ότι:
Α) Ο πρώτος κατηγορούμενος X1, στον ..... και στους παρακάτω χρόνους με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος τέλεσε έγκλημα που προβλέπεται και τιμωρείται από το νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή και συγκεκριμένα ενώ ήταν υπάλληλος στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η δίωξη και η ανάκριση αξιόποινων πράξεων, εν γνώσει του παρέλειψε να διώξει κάποιον υπαίτιο και προκάλεσε έτσι την απαλλαγή του από την τιμωρία.
Ειδικότερα ενώ υπηρετούσε ως Διοικητής στο Α.Τ. ...., με το βαθμό του Αστυνόμου Β΄, κατά το χρονικό διάστημα από 07-02-1997 έως 07-07-2001 προέβη στις ακόλουθες πράξεις: α) Κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Μάρτιο έως τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1998, μετά από παρέμβαση του X2, ιδιοκτήτη καταστήματος μαναβικής επί της ....
στην περιοχή του ..... με τον οποίο διατηρούσε φιλικές και οικογενειακές σχέσεις, απελευθέρωσε δύο αλβανούς υπηκόους ονόματι « ..... » και « ..... », αγνώστων λοιπών στοιχείων, τους οποίους είχαν συλλάβει αστυνομικοί του Α.Τ. ...... να εργάζονται στο ως άνω κατάστημα στερούμενοι των αναγκαίων ταξιδιωτικών εγγράφων, ενώ επίσης παρέλειψε να διώξει και τον ίδιο τον ως άνω καταστηματάρχη για την παράνομη απασχόληση των εν λόγω αλλοδαπών, ως και για το ότι λειτουργούσε το εν λόγω κατάστημά του χωρίς την σχετική άδεια της αρμόδιας αρχής από τις αρχές του έτους 1999 έως και τον μήνα Αύγουστο του ιδίου έτους.
β) Στις 04-02-2000 και ενώ είχαν συλληφθεί από αστυνομικούς του Α.Τ. ..... ο εργολάβος Ε1 και δύο εργάτες για παράνομες οικοδομικές εργασίες σε οικοδομή επί της ...., μετέβη στο Α.Τ. ..... όπου είχαν προσαχθεί οι ανωτέρω, μολονότι, τελούσε σε αργία δι' απολύσεως, αφού προηγουμένως είχε ειδοποιηθεί τηλεφωνικά από τον ως άνω εργολάβο και εκμεταλλευόμενος τον φόρτο εργασίας του εκτελούντος καθήκοντα Διοικητή του Τμήματος Υπαστυνόμου Α΄ Ψ1, καθώς και του αξιωματικού υπηρεσίας Ανθυπαστυνόμου Ψ2 παραπλάνησε τους αστυνομικούς υπαλλήλους που την στιγμή εκείνη σχημάτιζαν την δικογραφία σε βάρος των ανωτέρω συλληφθέντων, ισχυριζόμενος ψευδώς ότι είχε συνεννοηθεί σχετικά με τον Υπαστυνόμο Ψ1 και διέταξε την απελευθέρωση των συλληφθέντων.
γ) Στις 29-03-2000, όταν ύστερα από ανώνυμη καταγγελία που έγινε στο αστυνομικό τμήμα για παράνομες οικοδομικές εργασίες στην περιοχή « ..... » στον ..... σε οικοδομή ιδιοκτησίας Ζ1 εστάλη από τον Ψ3, ο οποίος εκτελούσε χρέη Διοικητή στο Α.Τ. ..... η περιπολία για τον εντοπισμό της οικοδομής, ενώ βρισκόταν σε ημερήσια ανάπαυση, παρενέβη τηλεφωνικά προς τον γραμματέα του τμήματος και τον Αστυφ/κα Ψ4 ο οποίος αποτελούσε πλήρωμα του περιπολικού που είχε επιληφθεί σχετικά και έδωσε εντολή να σταματήσουν οι αναζητήσεις για τον εντοπισμό της οικοδομής και να επιστρέψει το περιπολικό στο τμήμα χωρίς να υπάρχει κάποια άλλη υπηρεσιακή ανάγκη, επιτυγχάνοντας έτσι την μη δίωξη των υπευθύνων.
δ) Στις 30-05-2000, όταν ύστερα από ανώνυμη καταγγελία που έγινε στο αστυνομικό τμήμα για παράνομες οικοδομικές εργασίες στην οδό ..... στην παραλία ...... σε οικοδομή ιδιοκτησίας Ζ2, μετέβησαν αστυνομικοί του Α.Τ. ..... και συνέλαβαν πέντε εργάτες, δεν προέβη και στην σύλληψη του ως άνω ιδιοκτήτη μολονότι ο ανωτέρω προσήλθε στο Α.Τ.
και διαμαρτυρήθηκε προσωπικά στον ίδιο για την σύλληψη των εργατών που εργάζονταν παράνομα στην οικοδομή του, αλλά αντίθετα προσπάθησε να τον αποφύγει, όταν δε ο ως άνω ιδιοκτήτης αποχώρησε από το τμήμα και κατευθύνθηκε προς το παρακείμενο τεχνικό γραφείο του πολιτικού μηχανικού Ε2 τον ακολούθησε και αφού συνομίλησαν για λίγο τον άφησε και έφυγε ανενόχλητος χωρίς να τον συλλάβει.
ε) Κατά το έτος 1997 και σε μη εξακριβωθείσα ημερομηνία δεν προέβη στην σύλληψη του Σ1 για παράβαση του νόμου περί όπλων, μολονότι γνώριζε ότι αυτός παράνομα κατείχε ένα κοντόκανο περίστροφο μάρκας RUGER 357 MAGNUM, το οποίο μάλιστα ο τελευταίος του είχε παραδώσει μέσω του ....., με τον οποίο διατηρούσε φιλικές σχέσεις, προκειμένου να μεριμνήσει για την βαλλιστική του εξέταση από την αρμόδια υπηρεσία της Αστυνομίας.
Β) Ο δεύτερος κατηγορούμενος X2, στον ....., κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Μάρτιο έως τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1998, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη της κατάχρησης εξουσίας που προβλέπεται στο άρθρ. 239 περ. β΄ Π.Κ. και συγκεκριμένα εκμεταλλευόμενος τις φιλικές και οικογενειακές σχέσεις που είχε με τον Αστυνόμο Β΄ X1 Διοικητή του Α.Τ. ......
έπεισε αυτόν να απελευθερώσει δύο αλβανούς υπηκόους ονόματι « ..... » και « ....», αγνώστων λοιπών στοιχείων, τους οποίους είχαν συλλάβει αστυνομικοί του Α.Τ. ...... να εργάζονται στο κατάστημα μαναβικής που διατηρούσε επί της ...... στερούμενοι των αναγκαίων ταξιδιωτικών εγγράφων. Στη συνέχεια το ως άνω Συμβούλιο Εφετών εκτιμώντας το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε από την κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε και την προκαταρκτική εξέταση, ειδικότερα τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις των Ψ3, Ψ1, ...., ...., ...., Ψ4, ..., Ε2, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που υπήρχαν στη δικογραφία, σε συνδυασμό με την απολογία και τα υπομνήματα του εκκαλούντος – κατηγορουμένου, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο εκκαλών, με την ιδιότητα του Αστυνόμου Β΄ και διοικητή του Αστυνομικού Τμήματος ..... κατά το έτος 1997 κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Μάρτιο έως Σεπτέμβριο 1998 την 4-2-2000 την 29-3-2000, την 30-5-2000, μετήλθε πράγματι την αξιόποινη δραστηριότητα, σε σχέση με την παράλειψη εφαρμογής των υπηρεσιακών του καθηκόντων, στις μερικώτερες περιπτώσεις των Σ1, X2, Ε1, Ζ1 και Ζ2, όπως αναλύεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα στο οποίο και αναφερόμεθα:
Όμως η προπεριγραφείσα συμπεριφορά του εκκαλούντα, ο οποίος δεν προέβη στη σύλληψη και σχηματισμό δικογραφίας των επ' αυτοφόρω καταληφθέντων X2 και δύο Αλβανών υπηκόων, που εστερούντο ταξιδιωτικών εγγράφων, για παράνομη απασχόληση και παράβαση του υγειονομικού κανονισμού, και των λοιπών ως άνω καταληφθέντων ατόμων για παράβαση του Ν. 1337/83, ενόψει των προεκτεθέντων περί της εννοίας του εγκλήματος της κατάχρησης εξουσίας, φρονούμε ότι δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα αυτό κατ' εξακολούθηση, αλλά πρέπει η επιδειχθείσα συμπεριφορά του να χαρακτηρισθεί ορθότερα ως παράβαση καθήκοντος κατ' εξακολούθηση, (αφού τα στοιχεία της υποκειμενικής και αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος του άρθρου 259 Π.Κ.
συντρέχουν), επαναδιατυπουμένης της σε βάρος του κατηγορίας αυτής. Έτσι σαφώς έχει προκύψει, ειδικώτερα ότι ο εκκαλών την 30-5-2000, ενώ ήτο υπάλληλος και στον οποίο είχε ανατεθεί νόμιμα η άσκηση δημόσιας εξουσίας με πρόθεση παρέβη το καθήκον της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει σε άλλο παράνομο όφελος, ειδικώτερα τυγχάνοντας Αστυνόμος Β, και διοικητής του Α.Τ. ......
και ενώ διαπίστωσε, μετά από ανώνυμη καταγγελία που έγινε στο οικείο Α.Τ., παράνομες οικοδομικές εργασίες στην οδό ...... στην παραλία ...... σε οικοδομή ιδιοκτησίας Ζ2, παρέλειψε να εφαρμόσει τα νόμιμα, δηλαδή να συλλάβει, να καταμηνύσει και οδηγήσει αυτόν (Ζ2) στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημ/κών, κατά την αυτόφωρη διαδικασία.
Να σημειωθεί εξ άλλου ότι ο εν λόγω, ιδιοκτήτης της αυθαιρέτου οικοδομής προσήλθε ενώπιον του στο Α/Τ και διαμαρτυρήθηκε για την σύλληψη των εργατών, παρά ταύτα παρέλειψε να τον συλλάβει, αντίθετα τον ακολούθησε στο παρακείμενο τεχνικό γραφείο του πολιτικού μηχανικού Ε2. Η διαπίστωση της εν λόγω αξιόποινης συμπεριφοράς του ενισχύεται άλλωστε και από το κείμενο του συμπεράσματος στο οποίο κατέληξε η Ε.Δ.Ε., που διενεργήθηκε από την Αστυνομική δ/νση Β-Α Αττικής, προκειμένου να εξακριβωθούν πειθαρχικά και ποινικά παραπτώματα στα οποία υπέπεσε ο εκκαλών, κατά το χρονικό διάστημα, που υπηρετούσε σαν Διοικητής στο Α/Τ .....
Στη συνέχεια το Συμβούλιο Εφετών, αφού δέχθηκε, εν μέρει ως κατ'ουσία βάσιμη την έφεση, μεταρρύθμισε εν μέρει το ανωτέρω εκκαλούμενο βούλευμα, διόρθωσε το ανωτέρω υπ' αριθμ. 249/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, κατά το μέρος που παραπέμπει τον κατηγορούμενο X1, στο ακροατήριο του Μ.Ο.Δ. της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών και προσδιόρισε ως αρμόδιο για την εκδίκαση της κατ'αυτού υποθέσεως το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Επαναδιατύπωσε την ως άνω ως παράβαση καθήκοντος χαρακτηρισθείσα αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον X1 ως ακολούθως: «Ο X1, στον ....., την 30-5-2000, ενώ ήταν υπάλληλος, στον οποίο είχε ανατεθεί νόμιμα η άσκηση δημόσιας εξουσίας, με πρόθεση παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας του, με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο όφελος, ειδικότερα τυγχάνοντας Διοικητής του Α/Τ ......
με το βαθμό του Αστυνόμου Β΄ της ΕΛΑΣ, κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, ενώ είχε διαπιστώσει, μετά από ανώνυμη καταγγελία στην υπηρεσία του, ότι διενεργούνται παράνομες οικοδομικές εργασίες στην οδό .... στην παραλία ..... σε οικοδομή ιδιοκτησίας Ζ2 , με το σκοπό να προσπορίσει εις αυτόν παράνομο όφελος, δεν προέβη στη σύλληψή του, ως όφειλε, ούτε σχημάτισε δικογραφία καταμηνύοντας αυτόν, αλλά με πρόθεση παρείχε εις αυτόν κάλυψη και δεν διενήργησε καμία ανακριτική πράξη, προκειμένου ο Ζ2 να αποφύγει την αυτόφωρη ποινική διαδικασία.
Έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά του X1, για τις μερικότερες πράξεις της παράβασης καθήκοντος κατ' εξακολούθηση, μετά τον ορθότερο χαρακτηρισμό της κατάχρησης εξουσίας, που φέρονται ως τελεσθείσες υπ' αυτού α) το χρονικό διάστημα Μαρτίου έως Σεπτεμβρίου 1998, β) 4-2-2000, γ) 29-3-2000, δ) κατά το έτος 1997, λόγω παραγραφής.
Έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά του X2 , κατοίκου ...., για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε παράβαση καθήκοντος (μετά τον ορθότερο χαρακτηρισμό της), που φέρεται ως υπ' αυτού τελεσθείσα στον ..... κατά το χρονικό διάστημα από Μάρτιο έως Σεπτέμβριο 1998, λόγω παραγραφής.
Με αυτά που δέχθηκε όμως το Συμβούλιο Εφετών, ότι δηλαδή για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καταχρήσεως εξουσίας με τη μορφή της προκλήσεως απαλλαγής του υπαιτίου αξιόποινης πράξης από την τιμωρία είναι αναγκαίο να προηγηθεί ποινική δίωξη κατά του πιο πάνω υπαιτίου και ότι δεν μπορεί να είναι υποκείμενο του εγκλήματος ο αστυνομικός ανακριτικός υπάλληλος, που ενεργεί αυτεπαγγέλτως προανάκριση κατ' άρθρο 243 παρ. 2 ΚΠΔ εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε κατά τα εκτεθέντα την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 239 στοιχ. β΄ του Π.Κ. Επομένως ο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. Β΄ του ΚΠΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 239 στοιχ. β΄ του Π.Κ. είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το υπ' αριθμ. 934/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2006. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ