Supreme Court allows appeal against will, remands case to find out if testator's assets were insufficient.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeals filed by the association and private individuals against the Third Instance Court of Nafplion. The court found that the grounds for appeal alleging a violation of Article 178 of the Civil Code were admissible because the will's validity depended on whether the testator's estate was sufficient to cover debts and legacies. Consequently, the case was remanded to the Third Instance Court for further examination of the testator's assets and the will's content.
Legislator headnote
AI generatedArticles 178, 559(1), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court allows an appeal when the lower court's decision relies on a will whose validity depends on the sufficiency of the testator's estate, remanding the case for further examination of the assets.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 754 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 754/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ'Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Λάμπρο Καρέλο-εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:
α) Του αναιρεσείοντος σωματείου με την επωνυμία "..." και έδρα το ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μεντή.
Των αναιρεσιβλήτων: α) Γ. χας Σ. Μ., το γένος Γ. Π., β) Κ. Σ. Μ., κατοίκων ..., γ) Β. Σ. Μ., δ) Γ. Σ. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θωμά Τραυλό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ε) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και ήδη από το Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιουνίου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ηλία Νίκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚπολΔ.
β) Του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και ήδη από το Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιουνίου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ηλία Νίκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: α) Γ. χας Σ. Μ., το γένος Γ. Π., β) Κ. Σ. Μ., κατοίκων ..., γ) Β. Σ. Μ. και δ) Γ. Σ. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θωμά Τραυλό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-2000 αγωγή των αναιρεσιβλήτων (τεσσάρων πρώτων της πρώτης αναίρεσης) κατά του αναιρεσείοντος της ίδιας αναίρεσης και την από 14-11-2001 πρόσθετη, υπέρ του αναιρεσείοντος της πρώτης αναίρεσης, παρέμβαση του αναιρεσείοντος της δεύτερης αναίρεσης στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2002 και 1041/2013 του παραπάνω Δικαστηρίου και 231/2007 και 331/2018 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 8-9-2018 και 8-10-2018, αντίστοιχα, αιτήσεις τους, η συζήτηση των οποίων ορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων, που έγινε με τη σειρά εγγραφής τους στο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος της πρώτης αίτησης ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων στη δικαστική του δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, το δικαστήριο, σε κάθε στάση της δίκης, μπορεί, αυτεπάγγελτα ή με αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.
Συνεπώς, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης των υπό κρίση αιτήσεων: α) από 8-9-2018 του σωματείου με την επωνυμία "..." (….) και β) από 8-10-2018 του Ελληνικού Δημοσίου, που στρέφονται κατά της 331/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου και οι οποίες συζητήθηκαν στη δικάσιμο που αναφέρεται την αρχή της απόφασης αυτής, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης.
Όπως προαναφέρθηκε, οι παραπάνω αιτήσεις στρέφονται κατά της 331/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με την απόφαση αυτή απερρίφθησαν, αντιμωλία των διαδίκων, εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά της 1041/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή αγωγή των αναιρεσιβλήτων (τεσσάρων πρώτων της πρώτης αίτησης) κατά του αναιρεσείοντος της ίδιας αίτησης ..., για αναγνώριση της ακυρότητας της αναφερόμενης διαθήκης του οικείου των παραπάνω αναιρεσιβλήτων, λόγω αντίθεσής της προς τα χρηστά ήθη, ενώ είχε απορριφθεί πρόσθετη, κατ' άρθρο 126 αν 2039/1939, παρέμβαση του αναιρεσείοντος της δεύτερης αίτησης Ελληνικού Δημοσίου υπέρ του εναγομένου-αναιρεσείοντος της πρώτης αίτησης ....
Οι αιτήσεις, η πρώτη ως προς τους τέσσερις πρώτους αναιρεσιβλήτους, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), καθόσον με την, κατά τα παραπάνω, συμμετοχή στην προκείμενη δίκη τόσο του προσθέτως παρεμβάντος Ελληνικού Δημοσίου, όσο και του υπέρ ου η παρέμβαση αυτή ..., πληρούται η προϋπόθεση της κλήτευσης εκάστου τούτων στη δίκη εξαιτίας της αναίρεσης του άλλου (άρθρα 81 παρ. 3, 556 παρ. 1, 558 ΚΠολΔ).
Ως προς το πέμπτο αναιρεσίβλητο της πρώτης αίτησης Ελληνικό Δημόσιο, του οποίου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), είχαν απορριφθεί με την πρωτοβάθμια απόφαση η αυτοτελής, κατ' άρθρο 126 αν 2039/1939, πρόσθετη, υπέρ του αναιρεσείοντος της ίδιας αίτησης, παρέμβασή του και με την προσβαλλόμενη απόφαση η έφεσή του κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, η πρώτη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Και τούτο, διότι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι η αναίρεση απευθύνεται κατά του νικήσαντος αντιδίκου του αναιρεσείοντος και όχι και κατά του ομοδίκου του, ως προς τον οποίον είναι απαράδεκτη, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, εφ' όσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη επωφελή γι' αυτόν και βλαπτική για τον αναιρεσείοντα ή δεν πρόκειται για δίκη διανομής.
Επομένως, η υπό κρίση πρώτη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του ομοδίκου του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 83 ΚΠολΔ), το οποίο είχε παρέμβει υπέρ του αναιρεσείοντος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και υπέρ του οποίου (Ελληνικού Δημοσίου) η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από αυτή, δεν περιέχει διάταξη, που να βλάπτει το αναιρεσείον, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (ΟλΑΠ 24/1997), εκτιμώμενη ως κλήτευση του Ελληνικού Δημοσίου στην εξαιτίας της πρώτης αναίρεσης δίκη (ΑΠ 1033/2014).
1. Με τα άρθρα 516 παρ. 1 και 517 ΚΠολΔ ορίζεται, αντίστοιχα, ότι "δικαίωμα έφεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στην πρωτόδικη δίκη, ο ενάγων, ο εναγόμενος..." και ότι "η έφεση απευθύνεται κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η έφεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη".
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με εκείνες του άρθρου 68 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι νομιμοποιείται παθητικά ως εφεσίβλητος, ο αντίδικος του εκκαλούντος στην πρωτόδικη δίκη, έναντι του οποίου ο εκκαλών νικήθηκε, όχι, όμως και ο ομόδικος του εκκαλούντος, ο οποίος νικήθηκε, επίσης, στη δίκη αυτή και ο οποίος, έχοντας το ίδιο με τον εκκαλούντα έννομο συμφέρον να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνον ως ομόδικος του εκκαλούντος μπορεί να μετάσχει στην κατ' έφεση δίκη, με την άσκηση έφεσης από κοινού ή αυτοτελώς, εκτός αν, λόγω της φύσης της δίκης, ήταν δυνατή η δημιουργία αντιδικίας και μεταξύ των ομοδίκων, όπως στη δίκη διανομής ή αν η απόφαση περιέχει διάταξη βλαπτική για τον εκκαλούντα και επωφελή για τον ομόδικό του.
Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση της αναγκαστικής ομοδικίας, οπότε η έφεση, κατά το εδάφ. β' του άρθρου 517 ΚΠολΔ, πρέπει μεν να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, ως ομόδικοι, όμως, κατά του συνόλου των οποίων πρέπει να απευθύνεται, με την ποινή του απαραδέκτου, η έφεση, νοούνται στην παραπάνω διάταξη οι αντίδικοι του εκκαλούντος στην πρωτόδικη δίκη και όχι και οι δικοί του αναγκαίοι στη δίκη αυτή ομόδικοι, αφού η έφεση που ασκείται από ένα των αναγκαίων ομοδίκων, θεωρείται, κατά το άρθρο 76 παρ. 4 ΚΠολΔ, ότι έχει ασκηθεί και από τους λοιπούς, οι οποίοι, με την αντίθετη εκδοχή, ότι η έφεση, δηλαδή, πρέπει να απευθύνεται και κατά των αναγκαίων ομοδίκων του εκκαλούντος στην πρωτόδικη δίκη, θα εμφανίζονταν να έχουν ταυτόχρονα την ιδιότητα και του εκκαλούντος και του εφεσίβλητου, κάτι, όμως, που είναι και λογικά και νομικά απαράδεκτο (ΑΠ 364/2018, 42/2016, 559/2009, 629/2007).
Τα ανωτέρω ισχύουν, κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ και στις σχέσεις μεταξύ προσθέτως παρεμβαίνοντος και υπέρ ου η παρέμβαση, όταν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις του προσθέτως παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, στην περίπτωση, δηλαδή, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης.
Αποφασιστικό, εξάλλου, κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς, είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, ήτοι των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειάς της στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικαίωμα άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται, όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών συνεπειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά τις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.
Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με τον υπέρ ου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται ως, κατά πλάσμα δικαίου, αναγκαίος ομόδικος με τις δικονομικές εξουσίες που του παρέχονται, χωρίς, όμως, να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου.
Περαιτέρω, αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση είναι και η, κατ' άρθρο 126 αν 2039/1939 (η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε με το άρθρο 52 αριθ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), παρέμβαση του Υπουργού των Οικονομικών σε δίκες με αντικείμενο περιουσία που δωρήθηκε υπέρ κοινωφελούς σκοπού. Τούτο είναι σύμφωνο με την ουσία της εποπτείας που ασκεί, κατά τον παραπάνω νόμο, ο Υπουργός των Οικονομικών και η οποία έχει, προεχόντως, ως σκοπό την προστασία του δημοσίου συμφέροντος, με την άσκηση αποτελεσματικού ελέγχου στη διαχείριση των περιουσιών που καταλείπονται υπέρ των κοινωφελών ιδρυμάτων και την αποτροπή του κινδύνου αλόγιστης διάθεσης της περιουσίας τους, αλλά και την αποφυγή συμπαικτικών, μεταξύ των κυρίων διαδίκων, δικών.
Υπέρ της άποψης αυτής συνηγορεί και το γεγονός ότι με την παρ. 2 του άρθρου 126 του αν 2039/1939, παρέχεται στον Υπουργό των Οικονομικών το δικαίωμα να ασκεί αυτοτελώς ένδικα μέσα και όταν ακόμη δεν παρέστη κατά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ανεξάρτητα, δηλαδή, από τη θέση που έλαβε το κοινωφελές ίδρυμα στην αγωγή που ασκήθηκε εναντίον του.
Εφόσον, όμως, η ισχύς της απόφασης που εκδίδεται στις παραπάνω δίκες, εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις του παρεμβαίνοντος Υπουργού προς τον αντίδικό του, αφού με την απόφαση αυτή κρίνεται υποχρεωτικά το αντικείμενο της δίκης τόσο για το κοινωφελές ίδρυμα, όσο και για τον Υπουργό των Οικονομικών που παρενέβη υπέρ αυτού, έπεται, σε συνδυασμό και με όσα ανωτέρω για την έφεση επί αναγκαστικής ομοδικίας εκτέθηκαν, ότι η έφεση που ασκεί ο Υπουργός των Οικονομικών, ως αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάς, πρέπει να απευθύνεται, με ποινή απαραδέκτου, καθ' όλων των ομοδίκων, που υπήρξαν αντίδικοί του στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όχι, όμως και κατά των δικών του ομοδίκων, όπως το κοινωφελές ίδρυμα, υπέρ του οποίου παρενέβη πρόσθετα (ΑΠ 177/2017, 1552/2010, 701/2009, 40/2008, 39/2008, 36/2008).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του αριθ. 1 του ίδιου άρθρου, προκύπτει ότι, ως απαράδεκτο, του οποίου η, παρά το νόμο, κήρυξη ή μη κήρυξη από το δικαστήριο, ιδρύει λόγο αναίρεσης, νοείται, όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παράβασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 673/2013, 450/2013).
Συνεπώς, με τον παραπάνω λόγο ελέγχεται και το παραδεκτό ή απαράδεκτο της άσκησης ενδίκου μέσου (ΑΠ 664/2018, 1290/2017, 786/2014).
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση των κατωτέρω διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι το Εφετείο, απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως απαράδεκτη, την από 30-9-2015 έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 1041/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 22-9-2000 αγωγή αναγνώρισης ακυρότητας διαθήκης των αναιρεσιβλήτων κατά του κοινωφελούς ιδρύματος ...
και την οποία έφεση είχε ασκήσει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ως προσθέτως παρεμβάς στην πρωτοβάθμια δίκη υπέρ του ..., βάσει του άρθρου 126 του αν 2039/1939 και η οποία πρόσθετη παρέμβαση είχε απορριφθεί με την παραπάνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Την ανωτέρω απορριπτική της έφεσης κρίση του στήριξε το Εφετείο, στο ότι η έφεση αυτή του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου είχε ασκηθεί μόνο κατά των εναγόντων και όχι και κατά του υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση του αναιρεσείοντος ..., χωρίς η προσβαλλόμενη απόφασή του να περιέχει διάταξη επωφελή για το ...
και επιβλαβή για το Ελληνικό Δημόσιο. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την παραπάνω έφεση, αφού, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, η εν λόγω έφεση δεν έπρεπε να ασκηθεί και κατά του ομοδίκου του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος στην πρωτόδικη δίκη ..., καθόσον η ανωτέρω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου δεν περιέχει επωφελή για το ...
και επιβλαβή για το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο διάταξη, ούτε πρόκειται για δίκη διανομής.
Συνεπώς, το Εφετείο υπέπεσε με την παραπάνω κρίση του στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο πρώτος, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, λόγος της δεύτερης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παράβασης, με την ανωτέρω απορριπτική κρίση, των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 4, 83, 516 παρ. 1 και 517 ΚΠολΔ και να αναιρεθεί η απόφαση αυτή κατά το μέρος που απέρριψε την παραπάνω έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται ειδικότερα παρακάτω.
2. Περαιτέρω, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 68, 76, 80-83 και 556 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο προσθέτως παρεμβάς προσβάλλει την απόφαση με αναίρεση τόσο ως προς τις διατάξεις της, που αφορούν στο έγκυρο και το παραδεκτό της παρέμβασής του, όσο και ως προς τις διατάξεις της, που ανάγονται στην κύρια υπόθεση και, μάλιστα, με λόγους που μπορούν και να διαφέρουν από εκείνους της αναίρεσης του υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση, ενώ, όταν η παρέμβασή του απορρίφθηκε, η αναίρεσή του είναι απαράδεκτη, αν δεν περιέχει λόγους, που να αφορούν την απόρριψη της παρέμβασης (ΟλΑΠ 7/1991).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 178 ΑΚ, η διάταξη τελευταίας βουλήσεως είναι άκυρη, αν το περιεχόμενό της αντιβαίνει στα χρηστά ήθη. Ως κριτήριο, για τον προσδιορισμό των χρηστών ηθών, χρησιμεύει το συναίσθημα, που έχει για την ηθική, σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, ο, κατά γενική αντίληψη, χρηστός, σώφρων και υγιώς σκεπτόμενος κοινωνικός άνθρωπος.
Εξάλλου, για να κριθεί, αν η διάταξη τελευταίας βουλήσεως είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη, λαμβάνονται υπόψη το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της διαθήκης, τα αίτια που ώθησαν το διαθέτη, ο σκοπός που επεδίωκε και γενικά το σύνολο των περιστάσεων και συνθηκών που συνοδεύουν τη διάταξη αυτή. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ. 2 και 1712 ΑΚ προκύπτει, ότι το δίκαιο αναγνωρίζει και στο χώρο του κληρονομικού δικαίου την αρχή της ελευθερίας της βουλήσεως, έκφραση της οποίας αποτελεί το δικαίωμα του προσώπου να ρυθμίζει, κατά τη θέλησή του, την τύχη της περιουσίας του, για το χρόνο μετά το θάνατό του, με τους περιορισμούς, όμως, των διατάξεων της νόμιμης μοίρας και του άρθρου 178 ΑΚ.
Συνεπώς, σύμφωνα με τις αρχές που θεσπίζουν οι παραπάνω διατάξεις, προσκρούει στα χρηστά ήθη η διάταξη τελευταίας βουλήσεως, όχι απλώς επειδή το πρόσωπο που τιμάται με αυτή είναι ανήθικο ή αισχρό, αλλά όταν ο τρόπος της κατάλειψης ή τα περιστατικά που τη συνοδεύουν, μαρτυρούν ηθική διαστροφή ή κατάπτωση ή πώρωση του διαθέτη, καθώς, επίσης και αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η τελευταία αυτή διάταξη, με τον τρόπο που έγινε, συνιστά εκδήλωση αδικαιολόγητης περιφρόνησης του διαθέτη έναντι εγγυτάτων προσώπων της νόμιμης οικογένειάς του, ιδίως όταν καταλείφθηκε σε αυτά, χωρίς εύλογη αφορμή, μικρό, αναλόγως, μέρος της περιουσίας του (ΑΠ 370/2017, 296/2015, 740/2010, 825/2009).
Αντίθετα, σύμφωνα με τις παραπάνω αρχές, δεν αντιβαίνει στα χρηστά ήθη και, συνεπώς, δεν είναι άκυρη, η διαθήκη, όταν έγινε για λόγους, που δεν είναι ηθικά επιλήψιμοι (ΑΠ 370/2017, 296/2015, 981/2006). Πολύ περισσότερο, δεν είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη η διαθήκη, με την οποία ο διαθέτης καταλείπει το μεγαλύτερο μέρος της κληρονομίας του σε γηροκομείο που παρέχει κοινωφελές έργο, όταν, μάλιστα, με τη διαθήκη του αυτή καταλείπει περιουσιακά του στοιχεία σε ορισμένους από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, ενώ τους άλλους, στους οποίους είχε παραχωρήσει, όσο ζούσε, περιουσιακά του στοιχεία, τους περιορίζει στη νόμιμη μοίρα τους.
Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της διάταξης τελευταίας βουλήσεως ως αντίθετης προς τα χρηστά ήθη, είναι ζήτημα νομικό, διότι ο νόμος παραπέμπει στα χρηστά ήθη ως σε νομική έννοια και, συνεπώς, η σχετική κρίση υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που, ανέλεγκτα, έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 403/2017, 1618/2009).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Αν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που, ανέλεγκτα, το δικαστήριο τούτο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχτηκαν, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 740/2010, 825/2009).
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δέχτηκε, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που αναφέρει, αποδείχτηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι: "στις 30.12.1999 απεβίωσε στο … ο Σ. Μ., κάτοικος, όσο ζούσε, ομοίως, ο οποίος, εκτός από την πρώτη ενάγουσα, σύζυγο του, άφησε, κατά το χρόνο του θανάτου του, πλησιέστερους συγγενείς τα τρία τέκνα του, ήτοι τη δεύτερη ενάγουσα θυγατέρα του Κ. Μ., τον τρίτο ενάγοντα υιό του Β. Μ. και τον τέταρτο ενάγοντα υιό του Γ. Μ.. Ο εν λόγω θανών με την …18/30.8.1982 δημόσια διαθήκη του, η οποία...δημοσιεύτηκε νόμιμα με το 6/2000 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, κατέλειπε αφενός στον τέταρτο ενάγοντα υιό του Γ. Μ.:
1) την ψιλή κυριότητα διώροφης οικοδομής, αποτελούμενης από το ισόγειο, μετά του σε αυτό ευρισκομένου αρτοποιείου, παραρτημάτων, μηχανημάτων και εν γένει επιχείρησης παρασκευής και διάθεσης άρτου, από τον πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο, από την προς βορρά ευρισκόμενη αποθήκη (λάντζα) εμβαδού 25 τμ, μετά του αναλογούντος στην εν λόγω οικοδομή ακάλυπτου χώρου, κείμενης (της οικοδομής) εντός της πόλης …. και επί της οδού ...,...
2) την ψιλή κυριότητα ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός ισογείου πεπαλαιωμένου καταστήματος (παράγκας), μετά του οικοπέδου του, συνολικού εμβαδού του όλου ακινήτου 200 τμ περίπου, κειμένου εντός της πόλης …. και επί της οδού ...,...καταλείποντας την επικαρπία των εν λόγω ακινήτων στη μητέρα του (διαθέτη) Κ. χήρα Β. Μ., για όσο χρόνο αυτή θα ζούσε, όρισε δε επιπροσθέτως ότι ο εν λόγω τετιμημένος υιός του Γ. Μ. δεν θα έχει δικαίωμα να εκποιήσει ή με οποιονδήποτε τρόπο διαθέσει ή επιβαρύνει αυτά (ακίνητα) πριν τη συμπλήρωση του 35ου έτους της ηλικίας του,
3) ολόκληρη την κινητή περιουσία του, συμπεριλαμβανομένων εμπορευμάτων, χρηματικών ποσών κατατεθειμένων ή μη σε πιστωτικά ιδρύματα, χρηματικών απαιτήσεών του κατά τρίτων κλπ, αφετέρου δε, στο ..., το σύνολο της υπόλοιπης ακίνητης περιουσίας του, αφού προηγουμένως (της αμέσως προπαρατεθείσας διάταξης) όρισε ότι, περιόριζε τη σύζυγό του Γ.
Μ., τη θυγατέρα του Κ. Μ. και τον υιό του Β. Μ., ήτοι την πρώτη, τη δεύτερη και τον τρίτο των εναγόντων, αντίστοιχα, στη, σύμφωνα με το νόμο, δικαιούμενη από τον καθένα από αυτούς νόμιμη μοίρα επί της ακίνητης περιουσίας του, δηλώνοντας επιπροσθέτως ότι η εν λόγω διάταξη περιελήφθη στην επίδικη διαθήκη παρά την επιθυμία του να μην περιέλθει στους εν λόγω σύζυγο και τέκνα του ούτε το μέρος της κληρονομιαίας περιουσίας του που αντιστοιχεί στο ποσοστό της νόμιμης μοίρας τους, αποκλειστικά δε και μόνο για να μην έχουν δικαίωμα προσβολής της εν λόγω διαθήκης, ενώ περιελήφθηκε και σχετική παράκληση εκ μέρους του προαναφερόμενου διαθέτη προς τους τελευταίους να αποποιηθούν την κληρονομιαία περιουσία του και κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας τους.
Στο σημείο αυτό, σημειώνεται ότι, ήδη το εναγόμενο σωματείο με τις 4139/20.4.2004 και 4140/20.4.2004 δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς...νομίμως μεταγεγραμμένες, έχει αποδεχθεί την καταληφθείσα σε αυτό, δυνάμει της ανωτέρω δημόσιας διαθήκης, ακίνητη κληρονομιαία περιουσία του εν λόγω Σ. Μ.. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι ο κληρονομούμενος Σ.
Μ., γεννηθείς το έτος 1925, συνήψε το έτος 1962 νόμιμο γάμο με την πρώτη ενάγουσα Γ. Μ. (ο οποίος ουδέποτε λύθηκε μέχρι το θάνατο του προαναφερόμενου Σ. Μ. στις 30.12.1999), κατά τη διάρκεια του οποίου απέκτησαν τρία τέκνα και συγκεκριμένα τη δεύτερη ενάγουσα Κ. Μ., τον τρίτο ενάγοντα Β. Μ. και τον τέταρτο ενάγοντα Γ. Μ., άπαντες γεννηθέντες κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960.
Επίσης, από τον ανωτέρω χρόνο σύναψης του γάμου τους, ο εν λόγω θανών Σ. Μ. και η προαναφερόμενη πρώτη ενάγουσα Γ. Μ. συμβίωναν υπό την ίδια στέγη, μαζί με τα τέκνα τους, στο ..., ο δε πρώτος συνεισέφερε για την κάλυψη των αναγκών της οικογένειάς του με τα εισοδήματά του, τόσο από την εργασία του ως έμπορος και δη από την εκμετάλλευση υαλοπωλείου και σιδηροπωλείου, καθώς και ιδιόκτητου αρτοποιείου, όσο και από την λοιπή προσοδοφόρα περιουσία του, ήτοι ακίνητα τα οποία εκμίσθωνε σε τρίτους, αρχικά και μέχρι τη διακοπή της συμβίωσής του με την πρώτη ενάγουσα στις 11.6.1983 εκουσίως, κατόπιν δε και δη μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990 δυνάμει δικαστικών αποφάσεων επί ασκούμενων από τα μέλη της οικογένειάς του αγωγών διατροφής.
Ειδικότερα, από τον ανωτέρω χρόνο και ειδικότερα από τις 11.6.1983, ο εν λόγω κληρονομούμενος έπαυσε να συζεί με τη σύζυγο και τα τέκνα του, ενώ εγκατέλειψε την οικογενειακή εστία και μετακόμισε στην πατρική οικία του. Σημειώνεται ότι οι σχέσεις του τελευταίου με το σύνολο των υπολοίπων μελών της οικογένειάς του δεν ήταν αρμονικές, για λόγους όμως που αφορούσαν στον ίδιο και συγκεκριμένα στο ζηλότυπο και υβριστικό χαρακτήρα του, καθώς και στην τάση του να δημιουργεί σε βάρος της συζύγου του επεισόδια χωρίς σοβαρή αιτία.
Τα ανωτέρω προκύπτουν σαφώς και από τις προσκομιζόμενες 49/1985, 281/1986, 6/1989, 50/1991 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου και την 522/1987 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου. Ωστόσο, τα εν λόγω τέκνα του διαθέτη Σ. Μ. καθώς και η σύζυγός του, που σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, δεν είχαν κάποια ευθύνη για την διατάραξη της ομαλής συμβίωσής τους με τον πατέρα και σύζυγό τους, αντίστοιχα, κινούμενοι οι μεν δεύτερη, τρίτος και τέταρτος των εναγόντων από συναισθήματα πατρικής αγάπης, η δε πρώτη ενάγουσα από την ανάγκη της για ενίσχυση του οικογενειακού δεσμού, όπως, άλλωστε, δεν αμφισβητείται ειδικά από το εναγόμενο σωματείο, "μοιράστηκαν" με τον εν λόγω διαθέτη Σ.
Μ. σημαντικές στιγμές της ζωής τους. Συγκεκριμένα, οι ενάγοντες, ως οικογένεια, φωτογραφήθηκαν περιχαρείς με το διαθέτη-πατέρα τους, τόσο κατά την ορκωμοσία της δεύτερης εξ αυτών, κατά τη λήψη του πτυχίου της από το Γεωργικό Πανεπιστήμιο …. κατά το έτος 1990, όσο και κατά την ορκωμοσία του τέταρτου των εναγόντων κατά τη λήψη του πτυχίου του από το ...
…. - Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας το έτος 1990, καθώς και κατά την ορκωμοσία του τρίτου των εναγόντων στο στρατό το έτος 1988, ήτοι χρονικά διαστήματα που, όπως προαναφέρθηκε, ο αποβιώσας Σ. Μ. κατέβαλε διατροφή, τουλάχιστον στην πρώτη, δεύτερη και τέταρτο των εναγόντων, δυνάμει σχετικών δικαστικών αποφάσεων, κατά τα προαναφερόμενα.
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι, ήδη από το έτος 1982, το εναγόμενο σωματείο λειτουργούσε, εν είδει φορέα διαχείρισης, στο ... οίκο ευγηρίας για την περίθαλψη οικονομικώς αδυνάτων υπερηλίκων...ο δε αποβιώσας Σ. Μ., ο οποίος διενεργούσε φιλανθρωπικό έργο με δωρεές σε ευαγή ιδρύματα...
προέβαινε συχνά σε οικονομική ενίσχυση αυτού από την ίδρυση του (σωματείου) έως και το τέλος της ζωής του, ενώ δεν προέκυψε ότι φιλοξενήθηκε για κάποια περίοδο στον εν λόγω οίκο ευγηρίας -.... Αρχικά, λαμβανομένου υπόψη ότι ο καταστατικός σκοπός του εν λόγω (εναγομένου) σωματείου συνίσταται, μεταξύ άλλων, στην ανάπτυξη εν γένει φιλανθρωπικής δραστηριότητας, η εγκατάσταση αυτού, ως φορέα διαχείρισης του ..., στην κληρονομιαία περιουσία, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, του Σ.
Μ., δυνάμει της ανωτέρω δημόσιας διαθήκης του τελευταίου, δεν ενέχει, αποκλειστικά ως τέτοια, ανήθικο περιεχόμενο, κατά την ιδέα περί ηθικής του σκεπτόμενου, κατά γενική αντίληψη, χρηστώς και εμφρόνως κοινωνικού ανθρώπου. Οι περιστάσεις όμως υπό τις οποίες έγινε η κληρονομική εγκατάσταση του εναγομένου σωματείου και ειδικότερα, τα ταπεινά αίτια που κίνησαν το διαθέτη και δη ο εν γένει δύστροπος, επισημαινόμενος κατ' επανάληψη από αποφάσεις δικαστηρίων ως "ζηλότυπος και υβριστικός" απέναντι στα μέλη της οικογένειάς του, χαρακτήρας του, ο σκοπός που αυτός επιδίωξε, ήτοι, ως συνάγεται, κατ' άρθρο 336 παρ. 3 ΚΠολΔ, από τις ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις και δη αναφορικά με τη συμπεριφορά του απέναντι στα μέλη της οικογένειας του, η συνέχιση έλλειψης οικογενειακής ηρεμίας, ακόμα και μετά το θάνατό του (εμπλοκή σε δικαστικούς αγώνες κλπ), λόγω του ότι η διατάραξη της αρμονίας της οικογένειάς του είχε γίνει τρόπος ζωής σε αυτόν όσο ζούσε και για μεγάλο χρονικό διάστημα, σε συνδυασμό με τη διατύπωση στο κείμενο της διαθήκης σχετικής παράκλησης προς τους πρώτη, δεύτερη και τρίτο των εναγόντων να μην αναζητήσουν ούτε το ποσοστό της νόμιμης μοίρας επί της κληρονομιαίας περιουσίας, που αναλογεί σε καθένα από αυτούς, ενόψει ότι, όπως ανέφερε, δεν επιθυμούσε στην πραγματικότητα να περιέλθει σε αυτούς ούτε το ποσοστό της νόμιμης μοίρας, κατέλειπε δε την τελευταία αποκλειστικά για να μην προσβάλουν την επίδικη διαθήκη οι εν λόγω διάδικοι, στους οποίους, σημειωτέον και δη στον τρίτο, καθώς και τέταρτο των εναγόντων μεταβίβασε μεταγενέστερα, δυνάμει των …79/7.7.1986 και …80/7.7.1986 συμβολαίων γονικής παροχής ψιλής κυριότητας ακινήτων...ακίνητα ιδιοκτησίας του, για λόγους ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος και ευπρέπειας, χωρίς, επιπλέον, να διαφαίνεται, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, οποιαδήποτε επιλήψιμη συμπεριφορά των εναγόντων απέναντι στον εν λόγω κληρονομούμενο, καταδεικνύουν ηθική κατάπτωση του διαθέτη Σ.
Μ.. Η ηθική κατάπτωση του τελευταίου συνίσταται, πρωτίστως, στην κατ' ουσία έλλειψη φιλανθρωπικών συναισθημάτων, αφού εγκατέλειψε την οικογένειά του σε χρονικό σημείο που τα τέκνα του είχαν αυξημένες ανάγκες ένεκα των σπουδών τους, αναγκαζόμενα να καταφεύγουν στα δικαστήρια για να επιτυγχάνουν την επιδίκαση διατροφής, συνθέτουν δε αδικαιολόγητη περιφρόνηση απέναντι στους τελευταίους (ενάγοντες) και προσδίδουν στην εν λόγω κληρονομική εγκατάσταση του εναγομένου σωματείου ανήθικο περιεχόμενο, υπό την έννοια του άρθρου 178 ΑΚ".
Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο έκρινε βάσιμη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, για αναγνώριση της ακυρότητας της ανωτέρω διαθήκης, λόγω αντίθεσής της προς τα χρηστά ήθη και απέρριψε, ως αβάσιμη, την έφεση του αναιρεσείοντος της πρώτης αίτησης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως.
Με την κρίση του, όμως, αυτή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ, καθόσον την εφάρμοσε, παρότι τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή της. Ειδικότερα, το Εφετείο έκρινε, ότι η παραπάνω διαθήκη είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, άκυρη, λόγω "ηθικής κατάπτωσης του διαθέτη".
Πλην, όμως, αυτά τα οποία δέχτηκε, ότι συνιστούν την "ηθική κατάπτωση του ανωτέρω", ήτοι "τα ταπεινά αίτια από τα οποία κινήθηκε και δη ο εν γένει δύστροπος, ως ζηλότυπος και υβριστικός απέναντι στα μέλη της οικογενείας του, χαρακτήρας του, ο σκοπός που επεδίωξε, ήτοι η συνέχιση έλλειψης οικογενειακής ηρεμίας των μελών της οικογενείας του ακόμα και μετά το θάνατό του, με την εμπλοκή τους σε δικαστικούς αγώνες, λόγω του ότι η διατάραξη της αρμονίας της οικογενείας του του είχε γίνει τρόπος ζωής, σε συνδυασμό με την παράκλησή του να μην αναζητηθεί από τους ανωτέρω κληρονόμους του η νόμιμη μοίρα τους, χωρίς, παράλληλα, να διαφαίνεται επιλήψιμη συμπεριφορά των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων απέναντί του και στο ότι εγκατέλειψε την οικογένειά του σε χρόνο που τα τέκνα του είχαν αυξημένες ανάγκες ένεκα των σπουδών τους, αναγκαζόμενα να καταφεύγουν στα δικαστήρια για να επιτύχουν την επιδίκαση διατροφής", δεν μαρτυρούν ηθική κατάπτωση του διαθέτη, αφενός μεν ενόψει της ανωτέρω φύσης τους, αφετέρου δε αν συνδυασθούν με τα όσα δέχτηκε το Εφετείο, ότι αποδείχτηκαν ως προς το διαθέτη και το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της διαθήκης του, ήτοι:
α) την κατάλειψη της περιουσίας του, πλην εκείνης που, κατά τα ανωτέρω, καταλήφθηκε στους κληρονόμους του, στο αναιρεσείον …., το οποίο αναπτύσσει κοινωφελές έργο, β) της κατάλειψης στους παραπάνω, αναφερόμενους στην προσβαλλόμενη απόφαση, κληρονόμους του, των εκεί επίσης αναφερομένων περιουσιακών του στοιχείων, όπως και των περιουσιακών του στοιχείων που παραχώρησε όσο ζούσε στους λοιπούς κληρονόμους του, γ) του ότι η υλοποίηση της επιθυμίας του να αποποιηθούν οι ανωτέρω κληρονόμοι του τη νόμιμη μοίρα τους δεν είναι δεσμευτική, ούτε συνεπάγεται κυρώσεις γι' αυτούς και δ) του ότι ουδέποτε αρνήθηκε την καταβολή της διατροφής που όριζαν τα δικαστήρια, περιστατικά τα οποία αποκλείουν κάθε τί το ηθικά επιλήψιμο ως προς τα κίνητρα, το σκοπό, αλλά και τα αποτελέσματα της παραπάνω διαθήκης.
Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως βάσιμοι, οι λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος της πρώτης αίτησης και δεύτερος της δεύτερης αίτησης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παράβασης της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 178 ΑΚ, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές, αφού χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή στο αναιρεσείον της πρώτης αίτησης του παραβόλου που κατέθεσε (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι (τέσσερις πρώτοι της πρώτης), αφού ηττώνται, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη, όμως, ως προς το αναιρεσείον της δεύτερης αίτησης Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 νόμου 3693/1957 και την, κατ' εξουσιοδότησή του, 134423 Οικ/8.12.1992/20.1.1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-9-2018 αίτηση του σωματείου με την επωνυμία "..." και έδρα το ..., για αναίρεση της 331/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά του πέμπτου αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου.
Δέχεται κατά τα λοιπά τις αναιρέσεις.
Αναιρεί την 331/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή στο αναιρεσείον της πρώτης αίτησης σωματείο με την επωνυμία "..." του παραβόλου που κατέθεσε. Και
Καταδικάζει τους τέσσερις πρώτους αναιρεσιβλήτους της πρώτης αίτησης στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος της ίδιας αίτησης, που ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ και τους αναιρεσίβλητους της δεύτερης αίτησης στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος της ίδιας αίτησης, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ