Supreme Court dismisses appeal on loan contract interpretation, upholding lower court's finding of mutual agreement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding a private loan contract. The appellant argued for a specific interpretation of the contract terms, but the court found the lower court's reasoning sufficient and free from errors. Consequently, the appeal was rejected, the appeal fee was forfeited, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 200 of the Civil Code; An appeal based on alleged misinterpretation of contract terms is inadmissible if the lower court's reasoning adequately establishes the existence of a loan agreement and the parties' intent without ambiguity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 754 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 754/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Γ. του Φ., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένοντος στο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δήμα και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Μ. - Χ. Κ. του Ν., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένοντος στον …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ασημίνα Αγγελοπούλου και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/7/2010 ανακοπή και τους από 24/9/2010 και 28/2/2011 πρόσθετους λόγους αυτής, του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5909/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 256/2014 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/7/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 6/2/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 256/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 25-01-2012 έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου Μ.-Χ. Κ. και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 5909/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, δέχθηκε ακολούθως η εφετειακή απόφαση εν μέρει στην ουσία της την ανακοπή του αναιρεσείοντος, Θ. Γ. και ακύρωσε εν μέρει την ανακοπτομένη υπ' αρ. 1102/2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά το μέρος που επιδικάζονται με αυτή οι νόμιμοι τόκοι του κεφαλαίου των ετών 2001, 2002, 2003 και 2004, επικύρωσε δε αυτή κατά τα λοιπά. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.
Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 1365/2005, 426/2010), κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του (ΑΠ 1749/ 2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 416/1993, ΕλλΔνη 1995.322, 185/2004, 1503/2005, 832/2009, 574/2010).
Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 355/2004). Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 311/1993, ΕλλΔνη 1994.1529, 215/2005).
Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 541/2002, 80/2004, 557/2004, 1258/2004). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1580/1995, ΕλλΔνη 1997.1119, 832/2009, 715/2010), πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ' αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 5/2010, ΑΠ 574/2010).
Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 386/2004) και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως (ΑΠ 416/1993, 597/2005, 838/2005) ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει (ΑΠ 1365/2005, 426/2010), οπότε η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 683/2010, 1093/2011).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρο 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη της όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "...
Στις 24 Απριλίου 2000 συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων η σύσταση εταιρίας με την επωνυμία "CRESCENT OIL & FINANCE INC", με έδρα της τη ... και με σκοπό την δημιουργία χώρων αποθήκευσης πετρελαίου ("storage tank farm") και τη διενέργεια εν γένει επιχειρηματικής δραστηριότητας στο χώρο των πετρελαιοειδών στην περιοχή των Αραβικών Εμιράτων.
Μεταξύ άλλων, συμφωνήθηκε η συμμετοχή εκάστου αυτών στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας, που ανέρχονταν στο ποσό των 200.000 δολαρίων ΗΠΑ, κατά ποσοστό 50%, καθώς και η παροχή από τον καθού στον ανακόπτοντα ενός δανείου για την πραγματοποίηση του συγκεκριμένου επιχειρηματικού σχεδίου. Ειδικότερα, με την έγγραφη σύμβαση, την οποία απέστειλε η πληρεξούσια δικηγόρος του καθού μέσω "fax" στον ανακόποντα, ο οποίος την αποδέχθηκε (άρθρο 193 του ΑΚ), και δη με τον αριθμό 5.1.
όρο αυτής, ο καθού η ανακοπή ανέλαβε την υποχρέωση και κατέβαλε 50.000 δολ ΗΠΑ, που αντιπροσωπεύουν 250 μερικώς εξοφλημένες μετοχές (2.000 δολάρια ανά μετοχή), στον με αριθμό ... λογαριασμό της εταιρίας μέσω της τράπεζας της Νέας Υόρκης "IΜΒ Bank", στη Γενεύη, την 26-4-2000 (σχ. ο υπ' αριθμόν 1.5 όρος). Ομοίως, σύμφωνα με τον όρο 1.6.1 της σύμβασης έγινε από τον καθού η ανακοπή για λογαριασμό του ανακόπτοντος επί πλέον καταβολή 50.000 δολ ΗΠΑ, που αντιπροσωπεύουν τις λοιπές 250 μερικώς εξοφλημένες μετοχές (2.000 δολάρια ανά μετοχή), στην ίδια ως άνω τράπεζα και στον ίδιο τραπεζικό λογαριασμό της εταιρίας.
Με τον αμέσως επόμενο όρο (1.6.2) της σύμβασης συμφωνήθηκε ρητά και αδιαμφισβήτητα ότι η άνω καταβολή των 50.000 δολ ΗΠΑ από τον καθού η ανακοπή για λογαριασμό του ανακόπτοντος θεωρείται άτοκο δάνειο προς τον ανακόπτοντα, χωρίς να απαλλάσσεται αυτός από την υποχρέωσή του καταβολής του εταιρικού κεφαλαίου, όταν θα καλείτο προς τούτο από το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας.
Τέλος, με τον όρο 1.7 συμφωνήθηκε ότι προς εξασφάλιση του ως άνω δανείου των 50.000 δολ ΗΠΑ, που αφορούσε στην εγγραφή του ημίσεος ποσού για το οποίο ενεγράφη ο ανακόπτων στην εταιρία, και / ή για τη συμμετοχή του στο οφειλόμενο κεφάλαιο της εταιρίας υπέγραψε αυτός (ανακόπτων) στις 26.4.2000 ένα ιδιωτικό συμφωνητικό δανείου και επέτρεψε στον καθού να εγγράψει προσημείωση υποθήκης για το ισόποσο σε δραχμές του συνολικού ποσού των 100.000 δολ ΗΠΑ (και δη του ισάξιου σε δραχμές 80.000.000) επί ακινήτου του.
Πράγματι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε η με την άνω ημερομηνία έγγραφη σύμβαση, βάσει της οποίας ο ανακόπτων έλαβε από τον καθού το ποσό των 100.000 δολ. ΗΠΑ, το οποίο εκταμιεύτηκε από τον άνω τραπεζικό λογαριασμό της εταιρίας στις 28.4.2000 και μεταφέρθηκε στον με αριθμό ... λογαριασμό της τράπεζας CITIBANK στο ..., με δικαιούχο τον ανακόπτοντα, όπως αποδεικνύεται από το από 28.4.2000 αντίγραφο πληρωμής της Τράπεζας ΒΗΙ της Γενεύης (σχ.
και η από 21.5.2010 βεβαίωση της Τράπεζας), το οποίο ώφειλε αυτός να αποδώσει το αργότερο έως την 26-4-2001, εντόκως και συγκεκριμένα με το νόμιμο τόκο τραπέζης, προς εξασφάλιση δε της απαιτήσεως του δανειστή - καθού η ανακοπή, πλέον τόκων, τόκων υπερημερίας ανατοκισμού και εξόδων, επετράπη, δυνάμει της υπ' αριθμ. 2.036/2000 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η εγγραφή υπέρ αυτού προσημείωσης υποθήκης, για το ποσό των 46.150.000 δραχμών (ή 135.436,54 ευρώ ή 119.184 δολ ΗΠΑ σύμφωνα με την ισοτιμία εκείνης της ημέρας), επί ακινήτου του ανακόπτοντος, η οποία ενεγράφη στις 27.4.2000 επί ακινήτου του, που βρίσκεται στο ...
και καταχωρήθηκε στα βιβλία υποθηκών στον τόμο … σελ. 78 αρ. 1 του Υποθηκοφυλακείου Σπάτων, όπως αποδεικνύεται από την από 24.4.2009 βεβαίωση του αρμοδίου Υποθηκοφύλακα. Από τα ανωτέρω αναμφισβήτητης γνησιότητας έγγραφα, αποδεικνύεται πλήρως ότι ο ανακόπτων έλαβε ως δάνειο από τον καθού η ανακοπή το ποσό συνολικά, των 100.000 δολ.
ΗΠΑ όπως αναφέρεται στη δανειακή σύμβαση, για το λόγο αυτό δε συνήνεσε στην ως άνω εγγραφή προσημείωσης υποθήκης σε βάρος του. Ο ανακόπτων επιχειρεί να συνδέσει την δανειοδότησή του με την προσφορά του στη λειτουργία της συσταθείσης εταιρίας. Με βάση την εταιρική σύμβαση είχε πράγματι αναλάβει συγκεκριμένες υποχρεώσεις και προέβη σε εργασίες που αφορούσαν την κοινή επιχειρηματική δραστηριότητα των διαδίκων (έκδοση αδειών, μελέτες χρήσεως γης, επαφές με στελέχη υπουργείων και μελών της κυβέρνησης της Φουτζάιρα των Αραβικών Εμιράτων), διέμεινε μάλιστα για το σκοπό αυτό, στα Αραβικά Εμιράτα, για σημαντικό χρονικό διάστημα, αφού, δεδομένης της επαγγελματικής του εμπειρίας, η προκειμένη εταιρική δραστηριότητα βασιζόταν κυρίως, στην προσωπική του εργασία, η οποία απέφερε σημαντικά και θετικά αποτελέσματα (σχ.
το αντίγραφο της από 23-5-2001 επιστολής του τμήματος Βιομηχανίας και Οικονομίας των Αραβικών Εμιράτων και της από 8-9-2001 επιστολής του τμήματος Βιομηχανίας και Οικονομίας της Κυβέρνησης της Φουτζάιρα), ενώ ο καθού είχε αναλάβει το οικονομικό σκέλος εδραίωσης της εταιρίας, υποχρεούμενος να ανεύρει σημαντικούς πελάτες, αλλά και να εισφέρει κατά τα προαναφερόμενα, το κεφάλαιο για τη σύστασή της.
Ωστόσο από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν συνάγεται βασίμως ότι η απόδοση του δανείου εξαρτιόταν από την πορεία της εταιρίας. Για τις τυχόν απαιτήσεις από την εύρυθμη και αποδοτική ή μη λειτουργία της εταιρίας ιδρύονται εκ του νόμου αυτοτελή δικαιώματα, τα οποία δεν μπορούν να συγχέονται με την επίδικη οφειλή.
Αντίθετα, αποδεικνύεται ότι πρόκειται για αυτοτελή σύμβαση δανείου ανεξάρτητου από τις εταιρικές υποθέσεις και την προσωπική προσφορά του ανακόπτοντος στην εταιρεία, με ρητά συμφωνημένους όρους, το οποίο μέχρι σήμερα δεν αποδόθηκε και εξακολουθεί να οφείλεται. Το γεγονός αυτό ενισχύεται από το ότι α) προς εξασφάλιση της επίδικης απαίτησης ενεγράφη η άνω προσημείωση υποθήκης, γεγονός που δεν θεωρείται εύλογο στην περίπτωση που επρόκειτο για διευκόλυνση του ανακόπτοντος με σκοπό την προσφορά του και τη συμμετοχή του στην εταιρία, και β) στον ανακόπτοντα κατεβλήθησαν επί πλέον 50.000 δολ ΗΠΑ στις 16.8.2000 και 50.000 δολ ΗΠΑ στις 11.10.2000, όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση της ίδιας τράπεζας, για μη εξακριβωμένη αιτία, και για τα ποσά αυτά εκκρεμεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η από 15.12.2011 και με αρ.
κατ. 221439/15657/15.12.2011 αγωγή της εταιρίας και του καθ'ού η ανακοπή κατά του ανακόπτοντος, που έχει επιδοθεί στον τελευταίο και έχει οριστεί δικάσιμος αυτής η 16.10.2014, με ιστορικό άλλη σύμβαση δανείου στα πλαίσια της συνεργασίας τους, αποδοτέου κατά τους όρους προφορικής συμφωνίας, απαίτηση που, αντίθετα με την επίδικη.
δεν έχει εξασφαλιστεί. Για την αποπληρωμή του δανείου ο καθ' ού η ανακοπή ώχλησε προφορικά τον ανακόπτοντα κατ' επανάληψη, όπως βεβαίωσε με λόγο γνώσης η μάρτυρας που εξετάστηκε με επιμέλεια του καθού, πλην όμως ο καθ' ου ζητούσε πίστωση χρόνου, διότι αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας. Σε κάθε περίπτωση όμως κατά το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την σύναψη του δανείου μέχρι την επίδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής ο καθού η ανακοπή δεν επεδίωξε δικαστικώς την ικανοποίηση της απαιτήσεώς του, διότι γνώριζε τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε αυτός λόγω προβλημάτων υγείας, ουδέποτε όμως εξέφρασε την άποψη ή εκδήλωσε συμπεριφορά από την οποία μπορούσε να συναχθεί ότι δεν θα επιδιώξει την είσπραξη του ποσού του δανείου, δεδομένου μάλιστα ότι η θέση του ως δανειστή για το επίδικο χρηματικό ποσό δεν ήταν καθόλου επισφαλής, λόγω της υφιστάμενης προσημείωσης υποθήκης, που διασφάλιζε πλήρως την σχετική αξίωσή του και του παρείχε έτσι ευχέρεια χρόνου.
Εξάλλου όπως και οι δύο διάδικοι ισχυρίζονται οι σχέσεις τους ήταν πολύ φιλικές, γεγονός που δικαιολογεί την επί μακρόν ανοχή του καθού η ανακοπή. Ακολούθως, εξαιτίας της μη αποπληρωμής του δανείου, ο καθού κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς στις 2.6.2010 την από 12.4.2010 αίτησή του κατά του ανακόπτοντος και εκδόθηκε η 1.102/2010 διαταγή πληρωμής, με την οποία υποχρεώθηκε αυτός να καταβάλει 90.130 €, ήτοι το κατά την 26.4.2001 δήλη ημέρα αποδόσεως του δανείου ισότιμο των 100.000 δολ ΗΠΑ, με τους νόμιμους τόκους από την επομένη της άνω δήλης ημέρας.
Σύμφωνα με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν πλήρως, η ενέργεια του καθού η ανακοπή να επιδιώξει να εισπράξει την απαίτησή του από τη σύμβαση δανείου με την έκδοση της προσβαλλόμενης 1.102/2010 διαταγής πληρωμής, δεν συνιστά υπέρβαση των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Τούτο, διότι, εκτός από τη μακροχρόνια αδράνειά του (δικαιούχου), δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεξαν και άλλα περιστατικά που να αναφέρονται στη συμπεριφορά του, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο ανακόπτων, και τα οποία να καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του δικαιώματος, ούτε, τέλος, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος από τον καθ' ου η ανακοπή, συνεπάγεται υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες για τον οφειλέτη ανακόπτοντα. ... ... ...
Με τον πρώτο λόγο ανακοπής του ο ανακόπτων επικαλείται αοριστία της αιτήσεως, διότι δεν αναφέρονται σε αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αιτία της οφειλής, αλλά εκτίθεται μόνο ότι συνήφθη σύμβαση δανείου με βάση την οποία στις 28.4.2000 κατέβαλε ο καθού το ποσό των 100.000 δολλ. ΗΠΑ ισουμένου, κατά την τότε νομισματική ισοτιμία, με το ποσό των 36.550.000 δραχμών, ως τοκοφόρο δάνειο αποδοτέο με το νόμιμο τόκο τραπέζης και με ημερομηνία αποπληρωμής την 26.4.2001.
Υπό τα περιστατικά αυτά η αίτηση και η βάσει αυτής ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, στην οποία αναφέρονται και τα επισυναφθέντα αναγκαία έγγραφα είναι πλήρως ορισμένες και ο σχετικός λόγος ελέγχεται ως μη νόμιμος σύμφωνα με την αμέσως πιο πάνω νομική σκέψη. ... ... ... Με το δεύτερο λόγο ανακοπής ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι ο καθού η ανακοπή στην αίτησή του, ενώ αναφέρει αρχικά πως πρόκειται για έντοκο δάνειο, αποδοτέο με το νόμιμο τραπεζικό τόκο στις 26.4.2001, στη συνέχεια δηλώνει επιφύλαξη για τα δικαιώματά του και ειδικότερα εκ των συμβατικών τόκων και τέλος ζητεί νόμιμους τόκους από την επομένη της άνω δήλης ημέρας και πως με τον τρόπο αυτό επέρχεται σύγχυση ως προς το ύψος των τόκων συμβατικών ή νομίμων και της εν γένει οφειλής.
Με βάση τα προλεχθέντα στην άνω μείζονα σκέψη ο καθού η ανακοπή αφενός έχει δικαίωμα διαθέσεως των αξιώσεών του, αφετέρου δε καταλήγει στο σαφές αίτημα της επιδίκασης των νομίμων τόκων από την δήλη ημέρα, χωρίς να καταλείπεται καμία απολύτως αμφιβολία ούτε ως προς το αξιούμενο ποσό ούτε ως προς το κατ'ακολουθίαν αυτού επιδικασθέν με την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής τούτο.
Και ο λόγος αυτός ανακοπής, συνεπώς, τυγχάνει μη νόμιμος και πρέπει να απορριφθεί. ... ... ... Με τον τρίτο λόγο ανακοπής, όπως συμπληρώνεται με τον από 28.2.2011 τέταρτο πρόσθετο λόγο αυτής, ισχυρίζεται ο ανακόπτων ότι ενόψει του ότι από τη λήξη του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση νομίμων τόκων, ήτοι από την 31.12.2001, οπότε και ήταν δυνατή η επιδίωξή της, παρήλθε διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας για τους τόκους των ετών 2001, 2002, 2003 και 2004, το οποίο συμπληρώθηκε αντίστοιχα την 1.1.2007, την 1.1.2008, την 1.1.2009 και την 1.1.2010, η αξίωση των τόκων των ετών αυτών, έχει υποκύψει στην παραγραφή κατά τις διατάξεις των άρθρων 250 περ. 15 και 253 ΑΚ.
Ο λόγος αυτός ανακοπής είναι νόμιμος, στηρίζεται στις ως άνω διατάξεις και προτείνεται παραδεκτά με το λόγο ανακοπής, αφού δεν πρόκειται για γεγονός επιγενόμενο της εκδόσεως της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής (ΟλΑΠ 12/2001) ...". Έτσι όμως, υπό την επίκληση της παραβίασης των άνω ουσιαστικών διατάξεων, 173 και 200 ΑΚ, προσβάλλεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, σχετικά με αυτές (άρθ. 561§1 ΚΠολΔ) όπως, αμέσως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, από τις σχετικές περικοπές της οποίας ουδόλως προκύπτει ότι το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε ασάφειες.
Κατά συνέπεια, όσες πλημμέλειες προσάπτονται στην προσβαλλομένη για κακή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στηρίζονται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και είναι απορριπτέα. Εξάλλου, το δικάσαν Εφετείο, με τις ανωτέρω παραδοχές που δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθείσες, αιτιολόγησε πλήρως την σύναψη προσωπικού δανείου από τον αναιρεσίβλητο προς τον αναιρεσείοντα.
Ειδικότερα, δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος συμφώνησε με τον αναιρεσείοντα δάνειο προκειμένου να μπορέσει ο τελευταίος να καταβάλλει την συμμετοχή του στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας που συμφώνησαν να συστήσουν, προς τούτο δε, δέχθηκε το εφετείο ότι του χορήγησε δάνειο 100.000 δολ. ΗΠΑ, με ταυτόχρονη συναίνεση του αναιρεσείοντος εγγραφής προσημείωσης σε ακίνητό του, με βάση την οποία έλαβε αυτός το ποσό των 100.000 δολΗΠΑ και το οποίο ήταν αποδοτέο έως την 26-4-2001.
Επίσης το Εφετείο δέχθηκε ότι το εν λόγω δάνειο ήταν πέραν της υποχρεώσεως του χρηματικού ποσού που ο αναιρεσίβλητος είχε αναλάβει να εισφέρει για το μερίδιο του στο εταιρικό κεφάλαιο για την σύστασή της, αλλά και της υποχρεώσεως που επίσης είχε αναλάβει για προσωπική εργασία στον οικονομικό τομέα της εταιρείας προς εδραίωσή της στα Αραβικά Εμιράτα.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο ουδεμία αντιφατική αιτιολογία περιέλαβε στην προσβαλλομένη ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης είναι επαρκείς. Επομένως, ορθά έκρινε το Εφετείο και οι δύο λόγοι της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα με τα υπ' αριθ. 1638955, 1638956, 1638957 παράβολα Δημοσίου και 076862, 076863, 076864 παράβολα ΤΑΧΔΙΚ, όπως αυτά αναφέρονται στην από 17-7-2014 βεβαίωση του Εφετείου Πειραιώς.
Εξ άλλου ο αναιρεσείων, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-7-2014 αίτηση του Θ. Γ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 256/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα με τα υπ' αριθ. 1638955, 1638956, 1638957 παράβολα Δημοσίου και 076862, 076863, 076864 παράβολα ΤΑΧΔΙΚ, όπως αυτά αναφέρονται στην από 17-7-2014 βεβαίωση του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ