Supreme Court dismisses appeal on appealable grounds, upholding lower court's rejection of claims based on settlement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two individuals against a final judgment of the First Instance Court. The appellants argued for the rejection of their claims, but the court found that a settlement agreement existed which effectively waived their demands. Consequently, the court ruled that the lower court correctly rejected the claims based on this settlement and ordered the appellants to pay the costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94, 96, 104 of the Code of Civil Procedure; A settlement agreement constitutes a valid waiver of claims, rendering subsequent litigation requests inadmissible if the settlement was reached.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 754 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 754/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. Σ. Γ., κατοίκου ..., έως και 145)Ι. Δ. Κ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τρίμη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ν. Μ. του Σ., δικηγόρου Αθηνών, υπό την ιδιότητά του ως οριστικού συνδίκου και κατά νόμο εκπροσώπου της πτώχευσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "TVX HELLAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΜΕΤΑΛΕΙΩΝ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΧΡΥΣΟΥ ΑΕ", ο οποίος εκπροσωπήθηκε αυτοπροσώπως και δεν κατέθεσε προτάσεις και 2. της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "TVX HELLAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΜΕΤΑΛΕΙΩΝ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΧΡΥΣΟΥ ΑΕ", η οποία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως, με την υπ' αριθμ. 553/6-5-2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Σμυρνιού.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16 Δεκεμβρίου 2005 ανακοπές των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1995/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4722/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 11 Ιανουαρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο αυτοπροσώπως παραστάς πληρεξούσιος και η πληρεξουσία της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 104 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, η προς τον οποίο πληρεξουσιότητα δίδεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά και παρέχει το δικαίωμα να παριστά στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται, πλην άλλων, και η άσκηση ενδίκων μέσων καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται από τις δίκες αυτές.
Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα , ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο, ελέγχει, αυτεπαγγέλτως , σε κάθε στάση της δίκης , την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβαση της (Ολ.
ΑΠ 13/2008). Περαιτέρω από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2και 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε, αλλ' όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Αν δε στη δίκη για την αναίρεση μετέχουν περισσότεροι, εφόσον πρόκειται για απλή ομοδικία, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αναίρεσης χωρεί νόμιμα ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Αν τέλος δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση οι εκ των αναιρεσειόντων πέμπτος, δέκατος έκτος, τεσσαρακοστός έκτος, εβδομηκοστός τρίτος, εκατοστός, εκατοστός εικοστός ένατος, και έκαστος τεσσαρακοστός πέμπτος δεν παραστάθηκαν προσηκόντως στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο καθόσον δεν προκύπτει παροχή πληρεξουσιότητας εκ μέρους των αναιρεσειόντων αυτών προς τον δικηγόρο Ιωάννη Τρίμη ο οποίος παραστάθηκε και δήλωσε στο ακροατήριο ότι τους εκπροσωπεί.
Περαιτέρω από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης . Κατ' ακολουθίαν και ενόψει του ότι στη προκειμένη περίπτωση πρόκειται για απλή ομοδικία πρέπει να χωρισθεί η εκδίκαση της υπόθεσης και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους διαδίκους αυτούς. Κατά το άρθρο 871 ΑΚ, με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, μια έριδα τους ή μια αβεβαιότητα, για κάποια έννομη σχέση, αρκεί το αντικείμενο της σύμβασης αυτής να μην έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί, στην αντίθετη περίπτωση, η εν λόγω σύμβαση θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρα 174 και 180 ΑΚ).
Με αβέβαιη σχέση-εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση. Ειδικά, για τα δικαιώματα του εργαζόμενου, που πηγάζουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, γίνεται δεκτό, ότι επιτρέπεται η επίλυση και των διαφορών αυτών με συμβιβασμό όπου, όμως, υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση η αβεβαιότητα, είτε σε σχέση με τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις, είτε ως προς την έννοια ή την έκταση των δικαιωμάτων αυτών και με αμοιβαίες υποχωρήσεις επιλύονται αυτές, οπότε, στην περίπτωση αυτή, δεν θεωρείται ότι αντιβαίνει ο συμβιβασμός στα άρθρα 871 ΑΚ, 8 Ν. 2112/1920, 8 παρ. 2 και 4 Ν.Δ. 4020/1959, 2 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955 και επομένως είναι έγκυρος, διότι, έτσι, αποφεύγει ο εργαζόμενος να αποδυθεί σε δικαστικό αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκτασης.
Όταν, όμως, δεν υπάρχει πραγματική αλλά μόνο προσχηματική αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα ή όταν δεν είναι αμοιβαίες οι υποχωρήσεις και γίνονται μόνο από τον εργαζόμενο, τότε δεν υπάρχει συμβιβασμός με την ανωτέρω έννοια, αλλά, ενδεχομένως, άλλη σχέση (άφεση χρέους ή αναγνώριση αξιώσεως), είναι δε αδιάφορο το γεγονός, ότι οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν την μεταξύ τους σχέση ως συμβιβασμό και η σχετική σύμβαση υποκρύπτει παραίτηση του εργαζομένου από νόμιμες αξιώσεις του, η οποία είναι άκυρη (ΑΠ 547/2007, ΑΠ 1408/2005).
Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 178, 179 και 180 ΑΚ συνάγεται, ότι για να θεωρηθεί μια αμφοτεροβαρής δικαιοπραξία, όπως είναι η σύμβαση του συμβιβασμού κατά το άρθρο 871 ΑΚ, ως αισχροκερδής (κατά-πλεονεκτική) και σαν τέτοια άκυρη, πρέπει να συντρέχουν αθροιστικά οι εξής προϋποθέσεις: α) η ύπαρξη φανερής δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει κάποιος όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου με ζημία άλλου, διαπιστώνεται δε ενόψει των περιστάσεων και της φύσεως της δικαιοπραξίας κατά το χρόνο κατάρτισης της, β) η συνδρομή ανάγκης με επιτακτικό χαρακτήρα και ανεπίδεκτο αναβολής), κουφότητας (αδιαφορίας για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων) ή απειρίας (έλλειψη της πείρας γύρω από τη ζωή και τις συναλλαγές) του αντισυμβαλλομένου και γ) η εκμετάλλευση (που γίνεται με γνώση της κατάστασης του άλλου) από τον συμβαλλόμενο μιας ή περισσοτέρων από τις ως άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου (ΑΠ 1976/2007).
Εξετέρου ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. που είναι εννοιολογικά ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Α.Π. 16/2009).
Στη προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο δέχθηκε τα εξής : "Μετά από διεθνή πλειοδοτικό διαγωνισμό, σύμφωνα με το άρθρο 46 Α του Ν. 1892/1990 και το άρθρο 14 του Ν. 2000/1991, δυνάμει της υπ' αριθ. .../21-12-995 σύμβασης μεταβίβασης της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννας Γαβριέλη - Αναγνωσταλάκη, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την υπ' αριθ. 11268/26-4-1996 πράξη της ίδιας Συμβολαιογράφου και κυρώθηκε με το Ν. 2436/1996, μεταβιβάστηκε στην προσθέτως παρεμβαίνουσα, ήδη πρώτη των εκκαλούντων, εταιρεία με την επωνυμία "TVX HELLAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΩΝ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΧΡΥΣΟΥ", Θυγατρική της καναδικής εταιρείας με την επωνυμία "TVX GOLD INC", το σύνολο του ενεργητικού της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρεία Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων", εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και το δικαίωμα εκμετάλλευσης των ορυχείων της Χαλκιδικής.
Σκοπός της μεταβίβασης αυτής ήταν η δημιουργία μονάδας μεταλλουργίας χρυσού στην Ολυμπιάδα Χαλκιδικής και συναφών επενδυτικών προγραμμάτων, όπως αυτά περιγράφονται στην υπ' αριθ. 30600/ΝΝ 461/Ν. 1892/1990/21-12-1995 Κ.Υ.Α. "περί υπαγωγής της επένδυσης στις διατάξεις του Ν.1892/1990", η οποία κυρώθηκε με το Ν. 2436/1996. Μετά την έκδοση όμως των με αριθμούς 613-618/2002 αποφάσεων της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις οποίες ακυρώθηκαν οι διοικητικές, πράξεις αδειοδότησης, λειτουργίας και εκτέλεσης των έργων που, απέβλεπαν στην υλοποίηση του ως άνω σχεδίου και της υπ' αριθ. 3615/2002 απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία ακυρώθηκαν οι διοικητικές πράξεις για επέκταση του πεδίου της υπόγειας εκμετάλλευσης, δεν κατέστη δυνατή η δημιουργία μονάδας μεταλλουργίας χρυσού από την παραπάνω καναδική εταιρεία, με συνέπεια να σταματήσει αυτή από την 9-1-2003 κάθε μεταλλευτική δραστηριότητα.
Έκτοτε έπαυσε να αποδέχεται τις νόμιμα προσφερόμενες υπηρεσίες του προσωπικού της, περιοριζόμενη στην απασχόληση ενός περιορισμένου αριθμού εργαζομένων στις εργασίες συντήρησης και ασφάλειας των μεταλλευτικών εγκαταστάσεων και την επεξεργασία των νερών των μεταλλείων στην Ολυμπιάδα και στο Στρατώνι, για την προστασία του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας. "Ετσι από 18-2-2003 έως 31-3-2003 και στη συνέχεια, μετά από διαδοχικές παρατάσεις, έως 30-4-2003 η πρώτη των εκκαλούντων έθεσε σε διαθεσιμότητα το προσωπικό της, με σκοπό την εξεύρεση λύσης σχετικά με το μέλλον της επιχείρησης και των εργαζομένων της.
Στις 5-5-2003 η ανωτέρω εταιρεία κατέθεσε δήλωση αναστολής πληρωμών, επί της οποίας εκδόθηκε η 1286/2003 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης. Ακολούθως, στις 11-11-2003 η πτωχή, πλέον, εταιρεία υπέβαλε αίτηση ανάκλησης της πτώχευσης, επικαλούμενη δήλωση της καναδικής εταιρείας με την επωνυμία "KINRQSSLJGOLD CORPORATION", στον όμιλο της οποίας είχε περιέλθει και η μητρική της εταιρεία, με βάση την οποία προτίθετο να χαρίσει δάνεια ύψους 218 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ, που είχαν χορηγηθεί στην ήδη πτωχή Θυγατρική της από άλλες εταιρείες του ομίλου, αλλά και να της καταβάλει το ποσό των 10 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ, προκειμένου να πληρωθούν υποχρεώσεις της και να καταστεί βιώσιμο το νέο επιχειρηματικό σχήμα .Η παραπάνω αίτηση ανάκλησης της πτώχευσης έγινε δεκτή με την 1446/2003 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η ανάκληση της κηρυχθείσας πτώχευσης.
Κατόπιν τούτων, ενόψει της επαναλειτουργίας των Μεταλλείων Κασσάνδρας από το νέο επιχειρηματικό σχήμα, ξεκίνησαν οι διαβουλεύσεις μεταξύ των εκπροσώπων των εργαζομένων και της πρώτης των εκκαλούντων, κατά την προβλεπόμενη από το Ν.1387/1983, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 9 του Ν. 2874/2000, διαδικασία, των ομαδικών απολύσεων, για την τύχη των εργασιακών σχέσεων και των απαιτήσεων των εργαζομένων.
Οι διαβουλεύσεις ξεκίνησαν στις 3-12-2003, κατά τις οποίες την εταιρεία εκπροσώπησε ο δικηγόρος Αθανάσιος Φελώνης, ως ειδικός πληρεξούσιος αυτής και τους εργαζομένους εκπροσώπησαν σε ποσοστό άνω του 70% του συνόλου τους οι πρόεδροι των αντίστοιχων σωματείων και συγκεκριμένα: α) Ο Ε. Α., ως εκπρόσωπος του σωματείου με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΜΕΤΑΛΛΕΙΩΝ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ", β) ο Γ.
Γ., ως εκπρόσωπος του σωματείου με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΤΟΤΕΧΝΙΤΩΝ ΚΑΙ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΜΕΤΑΛΛΕΙΩΝ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ - Η ΑΝΑΝΕΩΣΗ", γ) Ο Κ. Κ., ως εκπρόσωπος του σωματείου με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΤΕΧΝΙΤΩΝ ΜΕΤΑΛΛΕΙΩΝ-ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ - Η ΕΝΟΤΗΤΑ" και δ) ο Α. Τ., ως εκπρόσωπος του σωματείου με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΜΕΤΑΛΛΕΙΩΝ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ ΠΤΥΧΙΟΥΧΩΝ ΑΝΩΤΑΤΗΣ ΚΑΙ ΑΝΩΤΕΡΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ".
Πριν την ολοκλήρωση των διαβουλεύσεων το Ελληνικό Δημόσιο επέδωσε στην εταιρεία την από 9-12-2003 εξώδικη καταγγελία, με την οποία κατήγγειλε την υφιστάμενη μεταξύ τους υπ' αριθ. .../21-12-1995 Σύμβαση Μεταφοράς του Ενεργητικού των Μεταλλείων Κασσάνδρας, καθώς και την τροποποιητική αυτής υπ' αριθ. 11268/26-4-1996 πράξη, εξαιρουμένων των διατάξεων αυτής που αφορούσαν στη μεταβίβαση του ενεργητικού της αυτοτελούς μονάδας παραγωγής και στην πληρωμή του τιμήματος, Θεωρώντας τη σύμβαση αυτή ως οριστικά ματαιωθείσα, εφόσον δεν υλοποιήθηκε ο αναγραφόμενος στην κύρια σύμβαση αναπτυξιακός σκοπός της επένδυσης που ήταν η δημιουργία Μονάδας Μεταλλουργίας Χρυσού στα Μεταλλεία Κασσάνδρας στη Χαλκιδική.
Με την καταγγελία αυτή το Ελληνικό Δημόσιο κάλεσε την πρώτη των εκκαλούντων εταιρεία να προσέλθει σε αμοιβαία διευθέτηση των εκατέρωθεν απαιτήσεων και σε εξωδικαστικό συμβιβασμό. 'Ετσι άρχισαν διαβουλεύσεις σχετικά με τα ζητήματα αυτά που σκοπό είχαν αφενός την αναμεταβίβαση των μεταλλείων από την εταιρεία στο Ελληνικό Δημόσιο, προκειμένου να καταστεί δυνατή η επαναλειτουργία τους και αφετέρου την καταβολή στην εταιρεία από το Ελληνικό Δημόσιο αποζημίωσης λόγω της μη τήρησης των συμβατικών υποσχέσεων και εγγυήσεων αυτού για την υλοποίηση της μονάδας μεταλλουργίας χρυσού.
Παράλληλα συνεχίζονταν οι διαβουλεύσεις μεταξύ του Αθανασίου Φελώνη και των εκπροσώπων των σωματείων των εργαζομένων, στα οποία προστέθηκαν: α) η πρωτοβάθμια επιχειρησιακή συνδικαλιστική οργάνωση, με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΟΔΗΓΩΝ ΕΠΙΣΤΑΤΩΝ ΜΕΤΑΛΛΕΙΩΝ -ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ "ΟΙ ΤΑΞΙΑΡΧΑΙ", με εκπρόσωπο αυτής τον Σ.
Α. και β) η πρωτοβάθμια επιχειρησιακή συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΟΔΗΓΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΜΕΤΑΛΛΕΙΩΝ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ-ΑΓΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ" με εκπρόσωπο τον Β. Γ.. Όλοι οι παραπάνω εκπρόσωποι των σωματείων ήταν ειδικά εξουσιοδοτημένοι από τους εκπροσωπούμενους από αυτούς για την οριστική διευθέτηση των ζητημάτων μεταξύ της εργοδότριας εταιρείας και του συνόλου των εργαζομένων, στους οποίους περιλαμβάνονταν και οι ανακόπτοντες, ήδη εφεσίβλητοι, όπως αποδεικνύεται από τα υπ' αριθ.
…-…/10-12-2003 και …-…/11-12-2003 ειδικά πληρεξούσια της Συμβολαιογράφου Χαλκιδικής Όλγας Χατζηλίδου-Μπίκα, τις από 9-11/12/2003 σχετικές εξουσιοδοτήσεις των εργαζομένων, αλλά και από τα πρακτικά της από 5-12-2003 Γενικής Συνέλευσης των μελών του τελευταίου ως άνω επιχειρησιακού σωματείου και από τα πρακτικά της από 8-12-2003 κοινής Γενικής Συνέλευσης των μελών των λοιπών ως άνω επιχειρησιακών σωματείων, με τις σχετικές εξουσιοδοτήσεις των μέλλων αυτών.
Μετά την ολοκλήρωση των ως άνω διαβουλεύσεων, υπογράφηκε στις 11-12-2003 μεταξύ της εργοδότριας εταιρείας - πρώτης των εκκαλούντων και των ως άνω εκπροσώπων των εργαζομένων Πρακτικό - Πρωτόκολλο Διαβουλεύσεων και Συμφιλίωσης. Στο πρακτικό αυτό ιστορείται ότι υφίσταται οριστική παύση των μεταλλευτικών και λοιπών δραστηριοτήτων της επιχείρησης και των εν γένει εργασιών της και ότι υπάρχει παντελής αδυναμία απασχόλησης του προσωπικού, καθώς και ότι προς άρση της παράτασης της αβεβαιότητας σε βάρος των εργαζομένων η επιχείρηση θα προχωρούσε στην απόλυση του συνόλου αυτών.
Έτσι συμφωνήθηκαν ομόφωνα χα παρακάτω: 1) να καταβληθούν σε όλους τους εργαζομένους οι αποζημιώσεις απόλυσης, 2) να εξοφληθούν οι απαιτήσεις των εργαζομένων για α) το υπόλοιπο των αποδοχών Απριλίου του έτους 2003, β) τις αποδοχές των μηνών Μαΐου έως 20 Δεκεμβρίου 2003, συμπεριλαμβανομένων και των αποδοχών αδείας του έτους 2003, γ) το επίδομα αδείας του έτους 2003 με ημερομηνία λύσης των συμβάσεων εργασίας την 20-12-2003 και με τον υπολογισμό όλων των απαιτήσεων των εργαζομένων με βάση τις συμβατικά καταβαλλόμενες αποδοχές τους, όπως αυτές προσδιορίζονταν δυνάμει σχετικών διμερών συμφωνιών που ίσχυαν την 31-12-2002 και κατά το έτος 2003, εφόσον δεν είχε συναφθεί άλλη τροποποιητική διμερής συμφωνία εντός του έτους αυτού, αφαιρουμένων των σχετικών ειδικών επιδομάτων, τα οποία είχαν ήδη εισπράξει οι εργαζόμενοι μέσω του ΟΑΕΔ των λοιπών Ταμείων και Φορέων.
Συμφωνήθηκε, επίσης, ότι θα συμψηφίζονταν οι αποδοχές και οι αποζημιώσεις υπόλοιπου αδείας, όλων των παρελθόντων ετών, το οποίο ενδεχομένως δικαιούνταν οι εργαζόμενοι, συμπεριλαμβανομένης της αποζημίωσης αποδοχών αδείας του έτους 2003, λόγω της λύσης των συμβάσεων εργασίας τους με την εταιρεία και ότι οι αποχωρήσαντες ήδη λόγω λήξης των συμβάσεων ορισμένου έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, που είχαν συνάψει με την εταιρεία θα εισέπρατταν το υπόλοιπο των αποδοχών τους του μηνός Απριλίου 2003, καθώς και την αποζημίωση των αποδοχών αδείας και του επιδόματος αδείας 2003.
Ακόμη στο ως άνω πρακτικό συμβιβασμού όλοι οι εκπρόσωποι των εργαζομένων δήλωσαν ρητά και ανεπιφύλακτα ότι τόσο αυτοί όσο και οι εργαζόμενοι, υπό την αίρεση της πλήρους και ακριβούς καταβολής των ανωτέρω ποσών, αναγνωρίζουν και αποδέχονται ως έγκυρη, απρόσβλητη και ισχυρή την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους από την εταιρεία, με καταβολή των ως άνω αποζημιώσεων και των λοιπών παροχών, παραιτούμενοι συγχρόνως από το δικαίωμα τους να προσβάλουν αυτή για οποιονδήποτε γενικά λόγο, ιδιαίτερα δε για καταχρηστική άσκηση δικαιώματος εκ μέρους της εταιρείας.
Επίσης, οι εργαζόμενοι, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις, που θα συντάσσονταν σχετικά, θα ανταποκρίνονταν στις κατά τα ανωτέρω καταβαλλόμενες αποδοχές, αποζημιώσεις και άλλες παροχές και στην καταβολή των σχετικών ποσών, δια των εκπροσώπων τους δήλωσαν, ανεπιφύλακτα και απόλυτα, σύμφωνα με την ελεύθερη βούλησή τους ότι ουδεμία απαίτηση από την απόλυση τους και τις συναφείς παροχές που προαναφέρθηκαν και από οποιαδήποτε άλλη αιτία έχουν ή επιφυλάσσουν κατά της εταιρείας.
Περαιτέρω, δήλωσαν ότι μέχρι το χρόνο της απόλυσης τους ικανοποιήθηκαν πλήρως όλες οι απορρέουσες από την εργατική νομοθεσία και τη σύμβαση εργασίας τους με την εταιρεία αξιώσεις τους και τους καταβλήθηκαν όλα ανεξαιρέτως τα ποσά που ενδεικτικά αφορούν δεδουλευμένες και μη αποδοχές ημερομισθίων και μηνιαίων μισθών.
Άλλως, σε κάθε περίπτωση παραιτούνται ρητά, ανεπιφύλακτα και ανέκκλητα από κάθε σχετικό δικαίωμά τους. Επίσης, συμφωνήθηκε, με το ως άνω πρακτικό συμβιβασμού ότι οι εργαζόμενοι κατά την κοινοποίηση των εγγράφων των καταγγελιών τους και με την καταβολή των συμφωνημένων χρηματικών ποσών θα υπέγραφαν ατομική δήλωση αποδοχής και αναγνώρισης της καταγγελίας ως έγκυρης και απρόσβλητης, καθώς και συνολικής εξοφλητικής απόδειξης και παραίτησης από κάθε απαίτηση ή αξίωση, αλλά και από το δικαίωμα και το δικόγραφο των αγωγών ή ενδίκων μέσων που έχουν ασκήσει ή δικαιούνται να ασκήσουν κατά της εταιρείας.
Τέλος, στο ως άνω πρακτικό συμβιβασμού ορίστηκε ότι η εκπλήρωση όλων των παραπάνω υποχρεώσεων και δεσμεύσεων της εταιρείας προς τους εργαζομένους και των τελευταίων προς αυτή τελούσε υπό την αίρεση της υπογραφής και εκτέλεσης της σύμβασης εξωδικαστικού συμβιβασμού της εταιρείας με το Ελληνικό Δημόσιο, για την επίλυση και διευθέτηση των μεταξύ τους διαφορών και αξιώσεων, στα πλαίσια της οποίας προβλεπόταν η μεταβίβαση του ενεργητικού της πρώτης στην εταιρεία με την επωνυμία " ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣ Α.Ε." καθώς και η καταβολή στην ίδια εύλογης αποζημίωσης για τη λήξη της υπ' αριθμό .../2142-1995.
Σύμβασης Μεταβίβασης του Ενεργητικού των Μεταλλείων Κασσάνδρας.
Στις 12-12-2003 στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννας Γαβριέλη - Αναγνωσταλάκη, υπογράφηκε η υπ' αριθ.../2003 Σύμβαση Εξωδικαστικού Συμβιβασμού μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της εταιρείας και συμφωνήθηκε περαιτέρω ότι η ως άνω σύμβαση θα ίσχυε από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης του κυρωτικού αυτής νόμου.
Κατόπιν τούτων, στις 16-12-2003 εισήχθη προς συζήτηση στη Βουλή, ως τροπολογία, η κύρωση της προαναφερόμενης Σύμβασης Εξωδικαστικού Συμβιβασμού, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της πρώτης των εκκαλούντων εταιρείας, πλην όμως αυτή δεν ολοκληρώθηκε, διότι μεταφέρθηκε τελικά ως τροπολογία στο νομοσχέδιο του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, συζήτηση του οποίου θα γινόταν αμέσως μετά τις διακοπές των εορτών Χριστουγέννων - Νέου Έτους.
Επειδή όμως η υπογραφή της ως άνω Σύμβασης Εξωδικαστικού Συμβιβασμού έπρεπε να γίνει εντός του έτους 2003 αφού η καταβολή στους εργαζομένους των συμφωνημένων αποζημιώσεων μέχρι την 20-12-2003 τελούσε υπό τον όρο της προηγούμενης καταβολής αποζημίωσης από το Ελληνικό Δημόσιο προς την εργοδότρια εταιρεία, υπογράφηκε στις 23-12-2003 μεταξύ της ως άνω εταιρείας και των εκπροσώπων των εργαζομένων αυτής, σε συνέχεια του από 11-12-2003 Πρακτικού - Πρωτοκόλλου Διαβουλεύσεων και Συμφιλίωσης, Πρόσθετο Πρακτικό- Πρωτόκολλο Διαβουλεύσεων, με το οποίο έγιναν αμοιβαία αποδεκτά και συνομολογήθηκαν τα ακόλουθα: 1) Η εργοδότρια θα κατέβαλε πριν από τα Χριστούγεννα σε κάθε εργαζόμενο έναντι των καταβλητέων ποσών δυνάμει του ως άνω από 11-12-2003 Πρακτικού το κατ' αποκοπή ποσό των 2.000 ευρώ, το οποίο ρητά συμφωνήθηκε και συναποδέχθηκαν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων ότι θα αφαιρούνταν και θα συμψηφιζόταν με τα καταβλητέα σε καθένα από αυτούς ποσά, 2) οι ομαδικές απολύσεις του συνόλου του προσωπικού της εργοδότριας εταιρείας και οι καταβολές στους εργαζομένους των συνομολογηθέντων στο από 11-12-2003 Πρακτικό-Πρωτόκολλο ποσών, θα πραγματοποιούνταν το αργότερο έως και την 31-1-2004, 3) οι όροι, συμφωνίες και οικονομικές ρυθμίσεις και διευθετήσεις, όπως συνομολογήθηκαν και αμοιβαία συμφωνήθηκαν με το από 11-12-2003 Πρακτικό - Πρωτόκολλο, κατά τα λοιπά θα παρέμεναν αμετάβλητοι και θα διατηρούσαν την ισχύ τους στο σύνολο τους και με το ίδιο περιεχόμενο, 4) οι εκπρόσωποι των εργαζομένων συναποδέχτηκαν ότι με την καταβολή και είσπραξη των ποσών που περιγράφονταν στο από 11-12-2003 Πρακτικό δεν είχαν ούτε διατηρούσαν οποιαδήποτε περαιτέρω αξίωση ή άλλη απαίτηση εναντίον της εργοδότριας, από την εκ των πραγμάτων επιβληθείσα παράταση της ισχύος της σύμβασης εργασίας τους, με την εταιρεία μετά τις 20-12-2003, καθόσον η διατήρηση των εργασιακών τους σχέσεων με την εταιρεία δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητά της, 5) άλλως, σε κάθε περίπτωση, παραιτούνταν ρητά, ανεπιφύλακτα και ανέκκλητα από κάθε σχετικό δικαίωμα ή απαίτηση τους για είσπραξη μεταξύ άλλων της διαφοράς αποδοχών, μετά τις 20-12-2003, της αναλογίας δώρου Χριστουγέννων 2003 για το εφεξής χρονικό διάστημα, της αποζημίωσης και του επιδόματος αδείας έτους 2004, της αναλογίας δώρου Πάσχα για το έτος 2004 και 6) σε περίπτωση μη νομοθετικής κύρωσης της ως άνω Σύμβασης μεταξύ της επιχείρησης και του Ελληνικού Δημοσίου εντός του μηνός Ιανουαρίου 2004, η επιτευχθείσα δια του από 23-12-2003 Πρακτικού και του από 11-12-2003 Πρακτικού συμφωνία αυτοδικαίως ανατρεπόταν και δεν ίσχυε ούτε δέσμευε καθ' οιονδήποτε τρόπο και έκταση τα Συμβαλλόμενα Μέρη, εκτός εάν αποφασιζόταν αμοιβαία εκ νέου η παράταση της ισχύος της.
Τελικά η Σύμβαση Εξωδικαστικού Συμβιβασμού μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της πρώτης των εκκαλούντων συζητήθηκε στη Βουλή στις 8-1-2004 και Ψηφίστηκε από το νομοθετικό σώμα ως τροπολογία του νομοσχεδίου με τον τίτλο "Μέτρα αναπτυξιακής πολιτικής - αντικειμενικοποίηση του φορολογικού ελέγχου και άλλες διατάξεις" και έτσι ως νόμος πλέον, κυρώθηκε και δημοσιεύτηκε ως άρθρο 51 του Ν. 3220/2004 στις 28-1-2004.
Κατόπιν τούτων, η εργοδότρια εταιρεία σε εφαρμογή των κατά τα προαναφερόμενα συμφωνηθέντων, προέβη στις 29-1-2004 στην απόλυση του συνόλου του προσωπικού της, στο οποίο περιλαμβάνονταν και οι ήδη εφεσίβλητοι. Οι τελευταίοι έλαβαν τα ποσά που ειδικότερα αναφέρονται στις εξοφλητικές αποδείξεις του καθενός και αφορούσαν αποζημίωση απόλυσης, υπόλοιπο αποδοχών Απριλίου 2003, αποδοχές των μηνών Μαΐου 2003 έως και 20 Δεκεμβρίου 2003, επίδομα άδειας έτους 2003 και αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2003.
Στις αποδείξεις αυτές οι εφεσίβλητοι δήλωναν ρητά ότι με την καταβολή σε αυτούς του αναφερόμενου στις αποδείξεις ποσού ικανοποιήθηκαν όλες οι απορρέουσες από την εργατική νομοθεσία αξιώσεις τους και ότι σε κάθε περίπτωση παραιτούνται ρητά, ανεπιφύλακτα και ανέκκλητα από κάθε σχετικό δικαίωμα τους, σύμφωνα με το από 11-12-2003 Πρακτικό - Πρωτόκολλο Διαβουλεύσεων και Συμφιλίωσης που υπογράφηκε μεταξύ της εργοδότριας εταιρείας και των εκπροσώπων των εργαζομένων.
Περαιτέρω, στις 16-3-2004 η πρώτη των εκκαλούντων κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δήλωση αναστολής πληρωμών που έγινε δεκτή με την 553/2004 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία η δηλούσα εταιρεία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης και ορίστηκε ως ημέρα παύσης των πληρωμών της η 16-3-2004, ακολουθήθηκε δε στη συνέχεια η προβλεπόμενη από το πτωχευτικό δίκαιο διαδικασία.
Οι εφεσίβλητοι δεν συμμετείχαν στη διαδικασία επαλήθευσης των πιστώσεων τους, οι οποίες αφορούσαν απαιτήσεις τους για διαφορά δώρου Χριστουγέννων 2003, ημερομίσθια υπερημερίας για το διάστημα από 20-12-2003 έως 29-1-2004, αναλογία δώρου Πάσχα 2004, αποζημίωση άδειας και επιδόματα άδειας 2004, αλλά άσκησαν ανακοπές κατά του συνδίκου πτώχευσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με αίτημα την εξέλεγξη των εν λόγων απαιτήσεων τους.
Ορθά δε η εκκαλουμένη απέρριψε την ένσταση του δεύτερου των εκκαλούντων περί καταχρηστικής άσκησης του δικονομικού δικαιώματος έγερσης των εν λόγω ανακοπών, δοθέντος ότι οι πιστωτές που δεν μετείχαν στην επαλήθευση, είτε γιατί αμέλησαν είτε γιατί δεν τους ήταν δυνατό για οποιοδήποτε λόγο, διατηρούν το δικαίωμα της εξέλεγξης της απαίτησής τους μέχρι και την τελευταία διανομή, με άσκηση ανακοπής με δικές τους δαπάνες κατά του συνδίκου της πτώχευσης, σύμφωνα με το άρθρο 596 ΕΝ.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της Α' έφεσης, κατά το σχετικό σκέλος του και ο δεύτερος λόγος της Β' έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες ισχυρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι στην ουσία τους. Ο εξώδικος συμβιβασμός, που έγινε με το από 11-12-2003. Πρακτικό - Πρωτόκολλο Διαβουλεύσεων και Συμφιλίωσης και το από 23-122003 Πρόσθετο Πρακτικό - Πρωτόκολλο Διαβουλεύσεων, είναι έγκυρος, σύμφωνα με όσα εκτίθενται ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αφού οι εργαζόμενοι, μεταξύ των οποίων και οι ανακόπτοντες, περιόρισαν τις εργατικές τους αξιώσεις, με αντάλλαγμα την αποδοχή τους από την εργοδότρια εταιρεία και την εντεύθεν δυνατότητα αποφυγής δικαστικού αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκτασης, λόγω της ύπαρξης σοβαρής αμφισβήτησης και αβεβαιότητας σε σχέση με τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις των αξιώσεων τους για τους παρακάτω λόγους:
α) Η εργοδότρια εταιρεία ήταν αναξιόχρεη, γεγονός που καθιστούσε επισφαλείς της απαιτήσεις τους ως προς την είσπραξή τους, δοθέντος ότι είχε παύσει η παραγωγική λειτουργία της από 9-1-2003 και ότι μετά την κύρωση της Σύμβασης Εξωδικαστικού Συμβιβασμού μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της πρώτης των εκκαλούντων, με το άρθρο 51 του Ν. 3220/2004, το ενεργητικό αυτής θα μεταφερόταν στην εταιρεία με την επωνυμία "ΕΜΗΝΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣ ΑΕ" και β) η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων της έγινε χωρίς υπαιτιότητα της εργοδότριας, εξαιτίας της ανυπαίτιας αδυναμίας της να απασχολήσει αυτούς, μετά την οριστική παύση από 9-1-2003 κάθε μεταλλευτικής δραστηριότητας της, μετά την έκδοση των αποφάσεων της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις οποίες ακυρώθηκαν οι διοικητικές πράξεις αδειοδότησης, λειτουργίας και εκτέλεσης έργων.
Οι λόγοι αυτοί αποτελούν και τα σημεία υποχώρησης της πρώτης των εκκαλούντων που οδήγησαν στην κατάρτιση του προαναφερόμενου εξώδικου συμβιβασμού, αφού με νομική και πραγματική βάση αυτούς, θα ήταν δυνατό να απαλλαγεί, έστω και εν μέρει των υποχρεώσεων της, ως εργοδότριας, έναντι των εργαζομένων σε αυτήν.
Επιπλέον, λόγω των συγκεκριμένων υποχωρήσεων της πρώτης των εκκαλούντων δεν συντρέχει περίπτωση φανερής δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, ώστε να θεωρηθεί η σύμβαση του συμβιβασμού άκυρη ως αισχροκερδής.
Συνεπώς, πρέπει, να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη η ένσταση περί ύπαρξης εξώδικου συμβιβασμού, με τον οποίο οι ανακόπτοντες παραιτήθηκαν από τις απαιτήσεις τους, την εξέλεγξη των οποίων ζητούσαν με τις ανακοπές τους. Εσφαλμένα δε η εκκαλουμένη απέρριψε την ένσταση αυτή του δεύτερου των εκκαλούντων και πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι στην ουσία τους ο δεύτερος λόγος της Ά έφεσης, κατά το σχετικό σκέλος του και ο πρώτος λόγος της Β' έφεσης.
Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων πρέπει να γίνουν δεκτές ως βάσιμες στην ουσία τους οι κρινόμενες εφέσεις, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη και αφού διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο για να δικαστούν οι ανακοπές (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθούν αυτές ως ουσία αβάσιμες κατά την κύρια βάση τους, κατόπιν αποδοχής της ένστασης του εξώδικου συμβιβασμού." Με βάση τις παραδοχές αυτές το ανωτέρω Δικαστήριο δέχθηκε τις με αριθ.καταθ.2438/19-11-2008 και2443/19-11-2008 εφέσεις κατά της υπ.
αριθ. 1995/2007 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών με την οποία είχαν γίνει δεκτές οι με αριθ. καταθ.8970/23-12-2005 και 8971/23-12-2005/ανακοπές εξέλεγξης των πιστώσεων των ανακοπτόντων αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την απόφαση αυτή δίκασε την υπόθεση και αφού δέχθηκε την ένσταση περί παραιτήσεως των ανακοπτόντων με τον γενόμενο εξώδικο συμβιβασμό, απέρριψε τις ανακοπές, Έτσι που έκρινε το Δικαστήρια δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 180, 679, 680, 871 Α.Κ., 8 ν.2112/1920, σε συνδ.
με το άρθρο 11 παρ. 1 ν.547/1937,3 ν.3239/1955, 5 παρ. 1 α.ν. 539/1945, 8 παρ.4 ν.δ. 4020/1959, 14 ν. 551/1914 καθόσον ειδικότερα με βάση τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά τα οποία και ορθώς υπήχθηκαν στο νόμο συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις παραδοχής της ανωτέρω ένστασης και απόρριψης των ανακοπών.
Συνεπώς ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης από τον αριθ.1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 183, 176 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Χωρίζει την υπόθεση και κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τους αναιρεσείοντες πέμπτο, δέκατο έκτο, τεσσαρακοστό έκτο, εβδομηκοστό τρίτο, εκατοστό, εκατοστό εικοστό ένατο και εκατοστό τεσσαρακοστό πέμπτο.
Απορρίπτει την από 10 Φεβρουαρίου 2011 αίτηση των Γ. Γ. κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 4722/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τους λοιπούς διαδίκους.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1100) Ευρώ για τον πρώτο αναιρεσίβλητο και χιλίων οκτακοσίων (1800) για τη δεύτερη αναιρεσίβλητη.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ