Legislator Case Law & Legislation
754/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on illegal employment benefits calculation in public entity. Appeal rejected due to lack of legal grounds.

Case Number 754/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Greek State against the Athens Court of Appeals' decision regarding illegal employment benefits. The lower court ruled that the public entity must pay benefits equal to regular staff salaries, rejecting the claimants' argument that benefits should be based on outdated minimum wage decisions. The Court upheld this reasoning, finding the appeal's sole legal ground invalid and ordering the State to bear the litigation costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if the appellate court correctly applied the law regarding the calculation of benefits for illegally employed persons in public entities, equating them to regular staff salaries rather than outdated minimum wage standards.

Keywords

AI generated
illegal employment benefits public entity salaries appeal admissibility labor law interpretation litigation costs allocation statutory minimum wages civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 904 of the Civil Code
Article 559, Number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 22, Paragraph 2 of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 754 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 754/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 10η Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, ως ειδικού διαδόχου του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑΣ - ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ.", που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον Ευθύμιο Τσάκα, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) Ε. συζ. Ε. Σ., κατοίκου ... και 2) Χ. Γ. του Θ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Πετρόπουλο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης - καθ' ης η κλήση: Σ. Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 401/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6750/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 17-3-2008 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για την 6η Οκτωβρίου 2009, κατά την οποία ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 26-10-2009 κλήση των τότε καλούντων. Εκδόθηκε η 464/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 11-7-2011 κλήση των καλούντων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 22-10-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των καλούντων - αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος ή ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα την συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του οικείου πινακίου κατά την προσδιορισθείσα και στην αρχή της παρούσας αποφάσεως αναφερόμενη δικάσιμο (10-1-2012), το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ως ειδικός διάδοχος του Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑΣ - ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ.", εκπροσωπήθηκε από τον Ευθύμιο Τσάκα, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η πρώτη αναιρεσίβλητη Ε. Σ. και ο τρίτος αναιρεσίβλητος Χ. Γ. εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Πετρόπουλο. Η δεύτερη αναιρεσίβλητη Σ. Κ. δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Από την προσκομιζόμενη από τους παριστάμενους αναιρεσιβλήτους υπ' αριθμ. 9180Β'/29-9-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., με τις συνημμένες σ' αυτή από 29-9-2011 Απόδειξη Παραλαβής Εγγράφου της Αξιωματικού Υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος Πατησίων και από 29-9-2011 Βεβαίωση της αρμόδιας υπαλλήλου του Ταχυδρομικού Πρακτορείου ΕΛΤΑ Ομόνοιας, προκύπτει ότι η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 6750/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών επισπεύδεται, με την επιμέλεια των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι, προς τον σκοπό αυτό, επέδωσαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στην απολειπόμενη αναιρεσίβλητη: 1) ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 11-7-2011 κλήσεως αυτών (πρώτης και τρίτου των αναιρεσιβλήτων) κατά του αναιρεσείοντος και της δεύτερης αναιρεσίβλητης, με πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση και συζήτηση κατά την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως (10-1-2012) και 2) ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της υπό κρίση από 17-3-2008 αιτήσεως αναιρέσεως.

Όμως η δεύτερη αναιρεσίβλητη Σ. Κ., όπως προαναφέρθηκε, δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, ούτε πληρεξούσιος δικηγόρος αυτής κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, η συζήτηση της υποθέσεως πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία της δεύτερης αναιρεσίβλητης, σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.

Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο είναι ο ειδικός διάδοχος του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑΣ - ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ", το οποίο ιδρύθηκε με το ν.δ. 2473/1953, υπάγεται στο δημόσιο τομέα (άρθρα 1 παρ. 6 ν. 1256/1982, 51 παρ. 1 ν. 1892/1990 και 4 παρ. 6 ν. 1943/1991), ήδη τελεί υπό εκκαθάριση (άρθρο 13 ν. 2628/1998) και εκπροσωπείται τώρα πλέον από το Ελληνικό Δημόσιο, που είναι και ο ειδικός διάδοχός του, σύμφωνα με το άρθρο 33 του ν. 2937/2001.

Κατά το άρθρο 8 του Β.Δ. 639/1963, που αποτελεί το καταστατικό του, το προσωπικό του ΕΛΚΕΠΑ διακρίνεται αφ' ενός μεν σε υπαλληλικό και υπηρετικό και αφ' ετέρου σε τακτικό και έκτακτο. Το σύνολο του τακτικού υπαλληλικού και υπηρετικού προσωπικού δεν είναι δυνατόν να υπερβεί τους 55 και το τακτικό υπηρετικό προσωπικό δεν είναι δυνατόν να υπερβεί τους 6.

Το έκτακτο προσωπικό, το οποίο προσλαμβάνεται για την αντιμετώπιση εκτάκτων υπηρεσιακών αναγκών ή για την εκτέλεση ειδικών έργων, δεν είναι δυνατόν να υπερβεί τους 6. Πέραν του ως άνω τακτικού και έκτακτου προσωπικού του, το ΕΛΚΕΠΑ, προς ενίσχυση των Υπηρεσιών του, δύναται να προσλαμβάνει και τους για την αρτιότερη εκτέλεση των επί μέρους σχεδίων αναγκαίους ειδικούς συνεργάτες, ήτοι εμπειρογνώμονες, τεχνικούς, μεταφραστές, διερμηνείς, συνοδούς κ.λ.π.

Το τακτικό και έκτακτο προσωπικό προσλαμβάνεται κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, απευθείας ή κατόπιν διαγωνισμού, με σύμβαση μισθώσεως εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, η οποία καταγγέλλεται επίσης κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου. Οι ειδικοί συνεργάτες προσλαμβάνονται κατόπιν αποφάσεως της Εκτελεστικής Επιτροπής, με σύμβαση μισθώσεως εργασίας, ή με σύμβαση μισθώσεως έργου, η οποία καταγγέλλεται επίσης κατόπιν αποφάσεως της Εκτελεστικής Επιτροπής.

Οι εν γένει αποδοχές του τακτικού και έκτακτου προσωπικού (μισθοί, επιδόματα, έξοδα κινήσεως) καθορίζονται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου. Η εν γένει αμοιβή των ειδικών συνεργατών καθορίζεται με απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής (άρθρο 8 παράγραφοι 1, 2, 3, 4, 5 και 6 Β.Δ. 639/1963). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για την πρόσληψη τακτικού ή έκτακτου προσωπικού από το ΕΛΚΕΠΑ πρέπει να υπάρχει κενή οργανική θέση και απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του και για την πρόσληψη ειδικών συνεργατών (εμπειρογνωμόνων, τεχνικών κ.λπ.) απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής και, μετά την κατάργηση της Εκτελεστικής Επιτροπής, απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου (άρθρα 3, 8 α.ν. 65/1967, άρθρο μόνο Β.Δ. 1/1973).

Προσλήψεις προσωπικού κατά παράβαση των παραπάνω διατάξεων είναι παράνομες και οι σχετικές συμβάσεις άκυρες (174, 180 ΑΚ). Στην περίπτωση αυτή υπάρχει απλή σχέση εργασίας και το ΕΛΚΕΠΑ ως εργοδότης καθίσταται αδικαιολόγητα πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας του ακύρως απασχολουμένου και υποχρεούται να αποδώσει στον εργαζόμενο την ωφέλεια που προσπορίστηκε από την εργασία του (άρθρο 904 ΑΚ).

Η αποδοτέα ωφέλεια συνίσταται στην αμοιβή που θα κατέβαλε ο εργοδότης σε άλλο εργαζόμενο, με τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες, που θα προσλάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας για την παροχή της ίδιας εργασίας, στον ίδιο τόπο και με τις ίδιες συνθήκες, η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι αντίστοιχες Σ.Σ.Ε.

και Δ.Α. Δεν υπολογίζονται όμως, κατά την αποτίμηση της αποδοτέας ωφέλειας, παροχές που οφείλονται σε ιδιαίτερες προσωπικές ιδιότητες του εργαζομένου, όπως είναι επιδόματα οικογενειακών βαρών, πολυετίας κ.λπ. του εργαζομένου με άκυρη σύμβαση εργασίας, καθόσον η παροχή της εργασίας με έγκυρη σύμβαση μπορεί να γίνει και από εργαζόμενο που δεν έχει οικογενειακά βάρη και προϋπηρεσία.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν από το ν.π.ι.δ. ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑΣ ως ειδικοί συνεργάτες αυτού, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, πλήρους απασχολήσεως, αορίστου χρόνου, η πρώτη ενάγουσα την 1-1-1994, η δεύτερη ενάγουσα την 1-5-1992 και ο τρίτος ενάγων την 1-3-1987 και απασχολήθηκαν, όπως και το τακτικό υπαλληλικό προσωπικό του ΕΛΚΕΠΑ, έως τις 6-8-1998, εργαζόμενοι από Δευτέρα έως και Παρασκευή και από ώρα 07.30 έως 15.00 καθημερινώς.

H πρόσληψη όμως των εναγόντων έγινε χωρίς να τηρηθεί η σχετική διαδικασία, δηλαδή χωρίς να προηγηθεί απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΛΚΕΠΑ και ως εκ τούτου η πρόσληψη αυτών ήταν παράνομη και οι σχετικές συμβάσεις εργασίας άκυρες. Έτσι οι ενάγοντες απασχολήθηκαν με απλή σχέση εργασίας και η αξίωσή τους από την παρεχομένη ως άνω εργασία τους (για αποδοχές), δυνάμει άκυρης συμβάσεως εργασίας, στηρίζεται στον εντεύθεν αδικαιολόγητο πλουτισμό του εργοδότη τους ΕΛΚΕΠΑ και στην απόδοση αυτού του πλουτισμού, ήτοι της ωφέλειας που αποκόμισε το τελευταίο από την εργασία των εναγόντων, συνισταμένης της αποδοτέας ωφέλειας στην αμοιβή, την οποία θα κατέβαλε το ΕΛΚΕΠΑ σε άλλους εργαζόμενους, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, που θα προσλάμβανε, με έγκυρη σύμβαση εργασίας, για την παροχή της ίδιας εργασίας, στον ίδιο τόπο και υπό τις ίδιες συνθήκες, η αμοιβή δε αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπει το αντίστοιχο μισθολόγιο των τακτικών υπαλλήλων του ΕΛΚΕΠΑ, το οποίο έχει, σύμφωνα με το νόμο, καταρτισθεί με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, εκτός από τα επιδόματα τα συνδεόμενα με ιδιαίτερες προσωπικές ιδιότητες του εργαζομένου με άκυρη σύμβαση εργασίας, όπως είναι τα επιδόματα οικογενειακών βαρών, τριετιών κ.λπ., τα οποία δεν είναι βέβαιο ότι θα καταβάλλονταν στον εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας.

Το ΕΛΚΕΠΑ όμως - δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο - κατέβαλε ως αποδοχές (αποδοτέα ωφέλεια), σύμφωνα με τις οικείες βεβαιώσεις και καρτέλες αποδοχών, που προσκομίζει το ίδιο, στην πρώτη ενάγουσα - αναιρεσίβλητη, για όλο το χρονικό διάστημα από 1-1-1994 έως 6-8-1998 που απασχολήθηκε σ' αυτό, το συνολικό ποσό των 8.914.995 δραχμών, στη δεύτερη ενάγουσα - αναιρεσίβλητη, για όλο το χρονικό διάστημα από 1-5-1992 έως 6-8-1998 που απασχολήθηκε σ' αυτό, το συνολικό ποσό των 12.099.000 δραχμών και στον τρίτο ενάγοντα - αναιρεσίβλητο, για όλο το χρονικό διάστημα από 1-3-1987 έως 6-8-1998 που απασχολήθηκε σ' αυτό, το συνολικό ποσό των 16.008.000 δραχμών.

Σύμφωνα, όμως, με το μισθολόγιο, που είχε διαμορφώσει με σχετικές αποφάσεις του το Διοικητικό Συμβούλιο του ΕΛΚΕΠΑ, το τελευταίο, εάν στη θέση των εναγόντων απασχολούσε άλλους εργαζόμενους, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, που θα προσλάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, για την παροχή της ίδιας εργασίας, στον ίδιο τόπο και υπό τις αυτές συνθήκες, θα κατέβαλε σ' αυτούς:

Για το χρονικό διάστημα από 1-1-1994 έως 6-8-1998 το συνολικό ποσό των 11.043.795 δραχμών, για βασικό μισθό, οικονομική ενίσχυση και Α.Τ.Α. Για το χρονικό διάστημα από 1-5-1992 έως 6-8-1998 το συνολικό ποσό των 13.467.160 δραχμών, για βασικό μισθό, επιστημονικό επίδομα πτυχιούχου αναγνωρισμένης ισότιμης Ανώτατης Σχολής της αλλοδαπής (που εδικαιούτο η δεύτερη ενάγουσα), οικονομική ενίσχυση και Α.Τ.Α.

Και για το χρονικό διάστημα από 1-3-1987 έως 6-8-1998 το συνολικό ποσό των 21.293.804 δραχμών, για βασικό μισθό, οικονομική ενίσχυση και Α.Τ.Α. Κατέληξε δε το Εφετείο ότι, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, το ΕΛΚΕΠΑ κατέβαλε στους ενάγοντες ποσά, που υπολείπονται εκείνων που αναγκαία θα κατέβαλε, κατά τα παραπάνω χρονικά διαστήματα, σε απασχολούμενους σ' αυτό με έγκυρη σύμβαση εργασίας, δικαιούνται οι ενάγοντες την προκύπτουσα εντεύθεν διαφορά, η οποία για την πρώτη ενάγουσα ανέρχεται στο ποσό των 2.128.800 δραχμών ή 6.247 ευρώ (11.043.795 - 8.914.995), για την δεύτερη ενάγουσα ανέρχεται στο ποσό του 1.368.160 δραχμών ή 4.015 ευρώ (13.467.160 - 12.099.000) και για τον τρίτο ενάγοντα ανέρχεται στο ποσό των 5.285.804 δραχμών ή 15.512 ευρώ (21.293.804 - 16.008.000).

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, δεχόμενο ότι η αποδοτέα από το ΕΛΚΕΠΑ ωφέλεια σε κάθε ένα από τους ενάγοντες για την εργασία που παρείχαν, κατά τα παραπάνω χρονικά διαστήματα, με απλή σχέση εργασίας, λόγω άκυρης προσλήψεώς τους, σε νομικό πρόσωπο του δημόσιου τομέα, όπως ήταν και το ίδιο (ΕΛΚΕΠΑ), ήταν ίση με τις αποδοχές του τακτικού υπαλληλικού προσωπικού του ΕΛΚΕΠΑ, με βάση το μισθολόγιο που είχε διαμορφώσει με σχετικές αποφάσεις του το Διοικητικό Συμβούλιο αυτού, τις οποίες αποδοχές θα κατέβαλε το ΕΛΚΕΠΑ σε άλλους εργαζόμενους, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, που θα προσλάμβανε στη θέση των εναγόντων, με έγκυρη σύμβαση εργασίας, για την παροχή της ίδιας εργασίας, στον ίδιο τόπο και χρόνο και υπό τις ίδιες συνθήκες, δεν παραβίασε τον ουσιαστικού δικαίου κανόνα του άρθρου 904 του ΑΚ.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο το Εφετείο, με την παραπάνω κρίση του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, διότι η αποδοτέα από το ΕΛΚΕΠΑ ωφέλεια στον καθένα ενάγοντα για την εργασία που παρείχε με απλή σχέση εργασίας, λόγω άκυρης προσλήψεως του, δεν μπορούσε να είναι ίση με τις αποδοχές του τακτικού υπαλληλικού προσωπικού του, όπως αυτές καθορίζονταν κάθε φορά με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του, αλλά έπρεπε, κατά τον λόγο της αναιρέσεως, να προσδιορισθεί (η αποδοτέα από το ΕΛΚΕΠΑ ωφέλεια στους ενάγοντες) βάσει των εκδοθεισών, κατά την διαδικασία του Α.Ν. 435/1968, Υπουργικών Αποφάσεων "περί κατωτάτων ορίων μηνιαίων μισθών προσωπικού γραφείων, υπηρετούντος σε φυσικά πρόσωπα ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου μη ασκούντα επιχείρηση πλην αμίσθων υποθηκοφυλακείων", σύμφωνα με τις οποίες η αποδοτέα στους ενάγοντες ωφέλεια έχει υπερκαλυφθεί από τις καταβληθείσες σ' αυτούς αποδοχές, είναι αβάσιμος.

Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Τα μειωμένα, κατά το άρθρο 22 παρ. 2 του Ν. 3693/1957, δικαστικά έξοδα πρέπει να καταβάλει στους παριστάμενους πρώτη και τρίτο αναιρεσιβλήτους, κατά το σχετικό αίτημα αυτών, το Ελληνικό Δημόσιο, που ηττήθηκε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-3-2008 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, ως ειδικού διαδόχου του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑΣ - ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ.", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6750/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης και του τρίτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 6η Μαρτίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Μαΐου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ