Supreme Court annuls lower court ruling granting excessive foreign service allowance increases to a Greek diplomat.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal's decision regarding a Greek diplomat's foreign service allowance. The lower court incorrectly granted additional family and housing bonuses for the entire year, including Christmas and Easter bonuses, which are legally excluded. The Court ruled that such allowances are paid only for the twelve months of the year and not as holiday or vacation gifts, thereby overturning the excessive award.
Legislator headnote
AI generatedArt. 131 para. 1 of Law 419/1976; Art. 69 para. 1 of the same Law; Art. 9 para. 1, 2, 3 of Law 2470/1997; Art. 135 para. 4 of Law 2594/1998: Foreign service allowances and related bonuses for diplomats are paid strictly for the twelve months of the year and do not include Christmas, Easter, or vacation bonuses.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 754 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 754/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος κατοικεί και εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Γαρυφαλιά Σκιάνη, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: ..... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Σκορδάκη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/3/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2110/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8678/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24/10/2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής, ανέγνωσε την από 30/1/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή με την παρ. 1 του άρθρου 131 του Ν. 419/1976 "περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών", που ίσχυε μέχρι τις 23-3-1998 (άρθ. 150 παρ. 1 του νέου Οργανισμού του ΥΠΕΞ, που κυρώθηκε με το Ν. 2594/1998), ορίζεται ότι "ως αποδοχαί απάντων των υπαλλήλων του Υπουργείου νοούνται ο βασικός μισθός του βαθμού μεθ' όλων των κατά τας κειμένας διατάξεις χορηγουμένων επιδομάτων και προσαυξήσεων".
Περαιτέρω, με την παρ. 10 του ίδιου άρθρου παρασχέθηκε στους υπαλλήλους, που υπηρετούν στο εξωτερικό, προς αντιμετώπιση της διαφοράς κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβιώσεως σε κάθε χώρα, επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής (Ε.Υ.Α.) σε συνάλλαγμα, ανάλογα με τον κλάδο, το βαθμό, τα οικογενειακά βάρη και το κόστος ζωής του τόπου, στον οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος, ειδικότερα δε για τους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου και τους εμπειρογνώμονες του ΥΠΕΞ και ανάλογα με τις συνθήκες στεγάσεως, που επικρατούν στη χώρα, που υπηρετούν.
Σύμφωνα δε με την παρ. 11 του αυτού άρθρου, το ως άνω επίδομα καθορίζεται κάθε φορά για τους υπαλλήλους που έχουν πρεσβευτικό βαθμό με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, κατόπιν προτάσεως των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών και για όλους τους άλλους υπαλλήλους της εξωτερικής υπηρεσίας με την ίδια πράξη σε ποσοστό επί του επιδόματος που καθορίσθηκε για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό.
Το εν λόγω επίδομα δικαιούται, κατά το άρθρο 69 παρ. 1 του άνω Ν. 419/1976 και το βοηθητικό προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Εξάλλου, στο άρθρο 132 του Ν. 419/1976 ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι των διπλωματικών και των εμμίσθων προξενικών αρχών δικαιούνται δωρεάν οικήσεως σε βάρος του Δημοσίου και ότι σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, ένεκα ειδικών οικιστικών συνθηκών, είναι δυνατό να μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα για τη στέγαση των λοιπών υπαλλήλων της εξωτερικής υπηρεσίας, στην περίπτωση αυτή όμως θα εκπίπτεται το ένα τρίτο του καταβαλλόμενου στους υπαλλήλους αυτούς επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής.
Περαιτέρω, με την Φ 083-58/1988 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας, Εξωτερικών και Οικονομικών (ΦΕΚ 177 Β'/31-3-1988), που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1 του Ν. 1256/1982 και 3 παρ. 8 του Ν. 1288/1982 και κυρώθηκε με το άρθρο 25 παρ.1 του Ν. 1884/1990, καθορίσθηκε το ανωτέρω επίδομα για τους προϊσταμένους των διπλωματικών και προξενικών αρχών και για τους λοιπούς υπαλλήλους όλων των κλάδων και ορίσθηκε επιπλέον στο κεφάλαιο Γ' αυτής ότι στους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος, που καθορίσθηκε γι' αυτούς, αυξάνεται κατά 10% κατά τις αναφερόμενες εκεί διακρίσεις.
Με τις παραγράφους Ε' και ΣΤ' της ως άνω ΚΥΑ ορίζεται ότι σε όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του Ν. 1504/1984. Το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του επί συμβάσει εν γένει προσωπικού μπορεί να μειώνεται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, εφόσον συντρέχουν ειδικοί γι' αυτό λόγοι.
Ακολούθως με την ΣΤ1/Μ/Φ.083 - 13/ΑΣ 2900/1993 κοινή απόφαση του Υπουργού Προεδρίας και του Υφυπουργού Εξωτερικών, χορηγήθηκε επίδομα στέγασης που ανέρχεται σε προσαύξηση 10% του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, στους μονίμους υπαλλήλους του διοικητικού κλάδου γενικών καθηκόντων, του κλάδου τεχνικών επικοινωνιών, του κλάδου διοικητικών γραμματέων και του κλάδου βοηθητικού προσωπικού, που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και εφόσον δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 132 παρ. 2 του Ν.419/1976.
Με τη 2001800/185/0022/17-3-1993 ΚΥΑ των Υπουργών Προεδρίας Εξωτερικών και Οικονομικών τροποποιήθηκε η ανωτέρω παράγραφος Γ΄ της Φ. 083-58/1988 ΚΥΑ και ορίσθηκε ότι σε όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται από 1-1-1993 κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί ηλικίας μέχρις 6 ετών, κατά ποσοστό 8% για κάθε παιδί ηλικίας 7 έως 12 ετών και κατά ποσοστό 14% για κάθε παιδί ηλικίας13 έως 18 ετών.
Εξάλλου, κατά τις ταυτόσημες διατάξεις του άρθρου 135 παρ. 4 και 5 του Ν. 2594/1998, δηλαδή του από 24-3-1998 ισχύοντος νέου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών, προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα παρέχεται σε συνάλλαγμα επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αναλόγως του κλάδου και του βαθμού.
Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών, που ορίζονται για τα οικογενειακά βάρη και τη στέγαση. Το επίδομα αυτό καθορίζεται εκάστοτε για τους με πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών με κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών, για δε τους λοιπούς υπαλλήλους καθορίζεται με την ίδια ΚΥΑ σε ποσοστό επ' αυτού, το οποίο έχει καθοριστεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό.
Κατά το άρθρο 129 παρ. 2 και 5 του ως άνω Νόμου, στις αρχές του εξωτερικού ορίζονται με ΠΔ θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Στις θέσεις αυτές προσλαμβάνονται επιτοπίως μόνιμοι κάτοικοι της χώρας, όπου εδρεύει η συγκεκριμένη αρχή. Με την ΚΥΑ των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών για την πρόσληψή τους καθορίζεται και το ύψος της αντιμισθίας των ανωτέρω υπαλλήλων.
Η πρόσληψη γίνεται με σύμβαση καταρτιζόμενη από τον προϊστάμενο της αρχής. Οι κατά την έναρξη της ισχύος του Νόμου αυτού υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ' οιονδήποτε χρόνο λήξη του, οπότε οι οργανικές θέσεις τους μετατρέπονται σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη ισχύος του Νόμου αυτού.
Από τις εν λόγω διατάξεις προκύπτει κατ' αρχήν ότι τα προβλεπόμενα στις ανωτέρω Κ.Υ.Α. ποσοστά αυξήσεως για δαπάνες στεγάσεως και τα οικογενειακά βάρη δεν αποτελούν ξεχωριστό επίδομα, αλλ' αύξηση του καταβαλλομένου επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, το οποίο καταβάλλεται και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις, που οι κείμενες διατάξεις προβλέπουν για την καταβολή του.
Οι εκδιδόμενες κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 131 παρ. 11 του Ν. 419/1976 ή του άρθρου 135 παρ.5 του Ν. 2594/1998 κοινές υπουργικές αποφάσεις που καθορίζουν ή αυξάνουν το επίδομα αυτό με βάση τα οριζόμενα στους εξουσιοδοτικούς αυτούς νόμους κριτήρια και μέσα στα διαγραφόμενα πλαίσια, δεν είναι δυνατό να διακρίνουν τους υπαλλήλους σε κατηγορίες, που δεν προβλέπονται από τους εξουσιοδοτικούς νόμους, όπως είναι η διάκριση αυτών σε μόνιμους, που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου και σε υπηρετούντες με σχέση ιδιωτικού δικαίου και να αυξήσει το επίδομα μόνο στους πρώτους αποκλείοντας από την αύξηση τους δεύτερους.
Οι αποφάσεις, άρα, που στηρίζονται αποκλειστικά στην ανωτέρω διάκριση για να αυξήσουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής μόνο των μονίμων υπαλλήλων, βρίσκονται έξω από τα όρια της προαναφερομένης νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως (άρθρ. 43 παρ. 2 του Συντάγματος) και κατά το μέρος, που εξαιρούν από την αύξηση αυτή τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου, είναι ανίσχυρες.
Όμως, η προαναφερόμενη ΣΤ1/Μ/Φ. 083-13/ΑΣ. 2900/1993 κοινή υπουργική απόφαση που αφορά τις δαπάνες στεγάσεως, δεν αυξάνει το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής όλων των μονίμων υπαλλήλων που υπηρετούν στο εξωτερικό και για τους οποίους δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου κατοικία, αλλά μόνο των μονίμων υπαλλήλων, που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και συνεπώς ανεξάρτητα από το αν η ρύθμιση αυτή καλύπτεται από τις διατάξεις για την απόσπαση ή είναι στο σύνολό της εκτός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 131 παρ. 1 του Ν.419/1976, που δεν παρέχει τη δυνατότητα τροποποιήσεως της αντίθετης διατάξεως του άρθρου 132 παρ. 2 του νόμου, θέμα ανισχύρου της εν λόγω ρυθμίσεως δεν μπορεί να τεθεί για τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου που δεν αποσπάσθηκαν σε Αρχή του εξωτερικού, αλλά προσλήφθηκαν από τον προϊστάμενο της Αρχής αυτής σύμφωνα με το άρθρο 68 του άνω Νόμου.
Στην προκείμενη περίπτωση από την αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι ο ίδιος το Νοέμβριο του έτους 1994, προσελήφθη από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ως μεταφραστής, σύμφωνα με το άρθρο 69 παρ. 4 του Ν. 419/1976, στo Γενικό Προξενείο της Ελλάδος στην Κωνσταντινούπολη, κατόπιν συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου, που υπογράφηκε μεταξύ αυτού και του Γενικού Προξένου της Ελλάδος στην Κωνσταντινούπολη, ότι ο αναιρεσίβλητος είναι έγγαμος με δύο ανήλικα τέκνα, που γεννήθηκαν στις 4.5.1983 και 19.11.1996 αντίστοιχα, ότι το αναιρεσείον αρνείται να του καταβάλει τις προσαυξήσεις του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για δαπάνη στεγάσεως και για οικογενειακά βάρη, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1995 μέχρι 31-3-2000, κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων και των ΚΥΑ, που καθ' υπέρβαση της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως όρισαν ότι οι προσαυξήσεις καταβάλλονται μόνο στους μονίμους υπαλλήλους.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι νόμιμη μόνο ως προς το αιτούμενο κονδύλιο για οικογενειακά βάρη (δύο ανήλικα τέκνα), ενώ αντίθετα η αγωγή δεν είναι νόμιμη, κατά το κονδύλιο της προσαύξησης για αντιμετώπιση δαπανών στεγάσεως, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν ανήκει στην κατηγορία των αποσπασθέντων στο εξωτερικό υπαλλήλων, στους οποίους χορηγήθηκε η προσαύξηση του επιδόματος για την αιτία αυτή με την προαναφερθείσα ΚΥΑ.
Επομένως, το Εφετείο, που δέχθηκε την αγωγή, ως νόμιμη, ως προς το κονδύλιο της προσαυξήσεως του ΕΥΑ για τη δαπάνη στεγάσεως για το χρονικό διάστημα από 24.3.1998 έως 31.3.2000, παραβίασε τις αναφερόμενες ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και γι' αυτό πρέπει να γίνουν δεκτοί, κατά ένα μέρος τους, οι σχετικοί πρώτος και τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται η εν λόγω παραβίαση.
Αντίθετα, το Εφετείο, που δέχθηκε την αγωγή, ως νόμιμη, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, ως προς το κονδύλιο της προσαυξήσεως του ΕΥΑ για τα οικογενειακά βάρη, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις του Ν. 419/1976 και του Ν. 2594/1998 και συνεπώς, οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως, κατά το σχετικό μέρος τους, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Επειδή, με την υπ' αριθ. 2025067/3242/21-4-1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών καθορίσθηκε από 1-1-1997 το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του προσωπικού του Υπουργείου Εξωτερικών, που υπηρετεί στις Διπλωματικές και Προξενικές Αρχές, καθώς και στις Μόνιμες Αντιπροσωπείες, με βάση το επίδομα του Προϊσταμένου Πρέσβη, που είναι για την Τουρκία 5.000 δολάρια Η.Π.Α κατά μήνα.
Επίσης, με την υπ' αριθ. 2020006/1998/0022/18-3-1998 κοινή απόφαση των ανωτέρω Υπουργών αυξήθηκε το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του ως άνω προσωπικού του Υπουργείου Εξωτερικών, όπως είχε καθορισθεί τούτο με την προαναφερόμενη κοινή υπουργική απόφαση, κατά ποσοστό 2% από 1-1-1998, κατά ποσοστό 2% από 1-6-1998 και κατά ποσοστό 3% από 1-1-1999 επί του αυξημένου κάθε φορά εν λόγω επιδόματος.
Έτσι το επίδομα αυτό για τον ως άνω Πρέσβη ανήλθε κατά μήνα από 1-1-1998 μέχρι 31-5-1998 σε 5.100 δολάρια Η.Π.Α, από 1-6-1998 μέχρι 31-12-1998 σε 5.200 δολάρια Η.Π.Α και από 1-1-1999 μέχρι 31-12-1999 σε 5.400 δολάρια Η.Π.Α. Ακόμη με την υπ' αριθ. 083 ΕΥΑ/ΑΣ - 10363/28-12-1999 κοινή απόφαση των αυτών Υπουργείων αυξήθηκε το ανωτέρω επίδομα, όπως είχε καθορισθεί τούτο με την προηγούμενη ως άνω κοινή υπουργική απόφαση, κατά ποσοστό 3% από 1-1-200, με αποτέλεσμα να ανέλθει αυτό έκτοτε για τον εν λόγω Πρέσβη σε 5600 δολάρια ΗΠΑ κατά μήνα.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2470/1997, 135 παρ. 4 του Ν. 2594/1998 και των κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 131 παρ. 11 του Ν. 419/1976 εκδοθεισών υπ' αριθ. Φ083-58/11-3-1998, -2001800/185/0022/ 17-3-1993 και ΣΤ1/Μ/Φ083-13/ΑΣ 2900/ 5-4-1993
κοινών υπουργικών αποφάσεων, που εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την έναρξη της ισχύος του Ν. 2594/1998 προκύπτει ότι το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής και οι προσαυξήσεις επ' αυτού για τα οικογενειακά βάρη και τη στέγαση καταβάλλονται μόνο κατά τους δώδεκα μήνες του έτους και όχι ως δώρα εορτών (Χριστουγέννων, Πάσχα) και επίδομα άδειας.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε επιπλέον των ανωτέρω αναφερομένων και τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος υπηρετούσε κατά το χρονικό διάστημα από 24-3-1998 μέχρι 31-3-2000 με την άνω μνημονευόμενη ιδιότητά του και εργασιακή σχέση στο Γενικό Προξενείο στην Κωνσταντινούπολη, δικαιούται τις προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 135 παρ. 4 του Ν. 2594/1998 προσαυξήσεις επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη για τα οικογενειακά βάρη (δύο τέκνα).
Ειδικότερα, δικαιούται : Α) Για επίδομα τέκνων επί του ΕΥΑ του ως άνω Πρέσβη : α) από 24-3-1998 μέχρι 31-5-1998 1431 δολάρια ΗΠΑ (5400 δολάρια ΗΠΑ επίδομα Πρέσβη Χ 12%= 636 δολάρια ΗΠΑ Χ 2,5 μήνες), β) από 1-6-1998 μέχρι 31-8-1998 2268 δολάρια ΗΠΑ (5.600 δολάρια ΗΠΑ επίδομα Πρέσβη Χ 12% Χ 3,5 μήνες), γ) από 1-9-1998 μέχρι 31-12-1998 3.390 δολάρια ΗΠΑ (5800 δολάρια Χ 12% =672 δολάρια ΗΠΑ Χ 5 μήνες), δ) από 1-1-1999 μέχρι 31-12-1999 9.744 δολάρια ΗΠΑ (5.800 δολάρια ΗΠΑ Χ 12%= 696 δολάρια ΗΠΑ Χ 14 μήνες), ε) από 1-1-2000 μέχρι 31-3-2000 2.880 δολάρια ΗΠΑ (6.000 δολάρια ΗΠΑ επίδομα Πρέσβη Χ 12%= 960 δολάρια ΗΠΑ Χ 3 μήνες) και συνολικά 19.713 δολάρια ΗΠΑ.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού επιδίκασε υπέρ του αναιρεσιβλήτου ποσά μεγαλύτερα από τα δικαιούμενα για την προσαύξηση επί του ΕΥΑ λόγω οικογενειακών βαρών, συνυπολογίζοντας αυτή και στα επιδόματα εορτών και αδείας. Επομένως, οι πέμπτος και έκτος λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα ανωτέρω μέρη της, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά τα μέρη αυτά, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη της, την υπ' αριθ. 8678/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα ανωτέρω μέρη της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων τριάντα (330) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ