Legislator Case Law & Legislation
754/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on murder conviction, upholding lower court's finding of intent despite defendant's memory loss claims.

Case Number 754/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a murder conviction, rejecting arguments regarding insufficient reasoning and misapplication of criminal law. The court found the lower court's assessment of the defendant's state of mind, specifically his ability to direct actions despite alleged blackouts, was not arbitrary. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the costs of the prosecution.

Legislator headnote

AI generated

Articles 510(1)(D) and (E) and 583(1) of the Code of Criminal Procedure; The court's finding that a defendant acted with intent despite claims of memory loss or blackout is not arbitrary if supported by evidence of the defendant's capacity to direct movements and perceive the wrongfulness of the act.

Keywords

AI generated
murder conviction intent vs insanity blackout defense arbitrary judgment criminal appeal mental capacity costs of litigation

Cited Legislation

AI generated
Article 510(1)(D) and (E) of the Code of Criminal Procedure
Article 583(1) of the Code of Criminal Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 754 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 754/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη-Εισηγητή και Μιχαήλ Δέτση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου .... , κατοίκου ως εκ της υπηρεσίας του Θεσσαλονίκης, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αδάμ Παπαδαμάκη, για αναίρεση της 35/2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Θεσσαλονίκης με πολιτικώς ενάγουσα την ...., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Νταϊλιάνα.

Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1681/2004.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 474 παρ.1 του ΚΠΔ, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου, που εξέδωσε την απόφαση, ή στους λοιπούς αναφερόμενους κατά περίπτωση υπαλλήλους, οι οποίοι οφείλουν να συντάξουν για τη δήλωση αυτή, έκθεση, που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που τη δέχεται.

Ο Εισαγγελέας μπορεί να δηλώσει την άσκηση του ένδικου μέσου και τηλεγραφικά, οπότε το ένδικο μέσο θεωρείται ότι ασκήθηκε με την κατάθεση του τηλεγραφήματος. Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 498 παρ.1 ΚΠΔ και επί εφέσεως, κατ΄αποφάσεως δικαστηρίου, προκύπτει ότι, αντί της αυτοπρόσωπης εμφάνισης του εισαγγελέα ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα για να δηλώσει την άσκηση του ένδικου μέσου της εφέσεως, ο νόμος, προς διευκόλυνσή του, όταν κυρίως βρίσκεται μακριά από τον γραμματέα της έδρας του δικαστηρίου, του οποίου την απόφαση θα προσβάλλει με το ένδικο αυτό μέσο, παρέσχε σε εκείνον (τον εισαγγελέα), τη δυνατότητα να δηλώσει την άσκησή του και τηλεγραφικώς.

Στην περίπτωση αυτή, ο γραμματέας που έλαβε την τηλεγραφική δήλωση ασκήσεως της εφέσεως, από τον εισαγγελέα, οφείλει να προβεί στη σύνταξη της οικείας εκθέσεως, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 148-151 ΚΠΔ, στην οποία αρκεί να περιλάβει την τηλεγραφική δήλωση του εισαγγελέα όπως διατυπώνεται στο τηλεγράφημα,(ή και μόνο τη μνεία ότι με το επισυναπτόμενο στην έκθεση συγκεκριμένο τηλεγράφημα που αποτελεί συστατικό στοιχείο και ενιαίο όλο με αυτήν, ασκήθηκε έφεση από τον εισαγγελέα), με τους περιλαμβανόμενους στο τηλεγράφημα λόγους και να την υπογράψει μόνος του.

Η σύνταξη της ανωτέρω εκθέσεως, διασφαλίζει τη λήψη της δηλώσεως του εισαγγελέα και παρέχει στον ενδιαφερόμενο την ευχέρεια του ελέγχου αυτής. Διαφορετικά δεν υφίσταται νομότυπη άσκηση του ένδικου μέσου. Ο ίδιος δε ο νόμος περαιτέρω ορίζει ότι το ένδικο μέσο θεωρείται ότι ασκήθηκε από τον εισαγγελέα κατά τον χρόνο της καταθέσεως του τηλεγραφήματος και τούτο προς αποτροπή αμφισβητήσεων, αφού σε άλλο χρόνο γίνεται η δήλωση με το τηλεγράφημα από τον εισαγγελέα και σε άλλο χρόνο η σύνταξη της εκθέσεως από τον γραμματέα. 'Όλα τ'ανωτέρω εκτεθέντα ισχύουν κατ΄αναλογία και επί ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως από τον εισαγγελέα, με τη διαδικασία της τηλεομοιοτυπίας (Telefax βλ.

αρθρ.2 παρ.2 του Κανονισμού Συνδρομητικής Τηλεομοιοτυπίας (ΦΕΚ Β' 167/1989). Δηλαδή με την πιστή, από απόσταση αναπαραγωγή του πρωτότυπου κειμένου της εφέσεως εκείνου, με τη βοήθεια των κατάλληλων συσκευών και του τηλεφωνικού δικτύου ως και τη λήψη του αντιτύπου στον «σταθμό λήψεως» (αποκαλουμένου τηλεομοιότυπου ή τηλομοιότυπου) εφόσον και στην ανωτέρω περίπτωση, κυρίως υπάρχει έγγραφο που περιέχει τη δήλωση του εισαγγελέα για την άσκηση της εφέσεως αλλά και τους λόγους ασκήσεως αυτής.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο Εισαγγελέας του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, απέστειλε την υπ'αριθμ.1/4-2-2002 δήλωση με τηλεομοιότυπο προς τον Γραμματέα του Στρατοδικείου Λάρισας, δηλώνοντας ότι ασκεί, σύμφωνα με τα μνημονευόμενα σ'αυτή άρθρα του ΣΠΚ και ΚΠΔ το ένδικο μέσο της εφέσεως κατά της υπ'αριθμ.18/18-1-2002 απόφασης του Πενταμελούς Στρατοδικείου Λάρισας, για τους εις αυτή (δήλωση) αναφερόμενους λόγους εφέσεως.

Ο Γραμματέας του ανωτέρω δικαστηρίου (Στρατοδικείου Λάρισας) συνέταξε την υπ αρ.3/4-2-2002 έκθεση εφέσεως κατά αποφάσεως (Πιστοποίηση Δηλώσεως για άσκηση εφέσεως) εις την οποία περιέχεται (ενσωματώνεται) ολόκληρη η ως άνω δήλωση ασκήσεως εφέσεως, την οποία και μόνος υπέγραψε. Με τα δεδομένα αυτά και όσα αναπτύχθηκαν στην πιο πάνω νομική σκέψη, η έφεση του Εισαγγελέα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, ασκήθηκε νομοτύπως.

Συνεπώς, το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο Θεσσαλονίκης, το οποίο έκρινε κατά πλειοψηφία ως τυπικά δεκτή την ανωτέρω έφεση του Εισαγγελέα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου και επιλήφθηκε της κατ΄ουσίαν έρευνας αυτής, δεν υπερέβη την εξουσία του, ο δε εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Η α ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τ'αντίθετα, πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 299 παρ.1 του ΠΚ, όπως ισχύει μετά τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ.1 του ν.2172/1993 και του άρθρου 1 παρ.12 εδ.β' του ν.2207/1994, με τις οποίες καταργήθηκαν η ποινή του θανάτου και το άρθρο 86 ΠΚ αντίστοιχα, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης.

Για την ύπαρξη του στοιχείου του βρασμού ψυχικής ορμής στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος, αλλ΄απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φτάσει σε ψυχική κατάσταση τέτοια που να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή τη δυνατότητα της στάθμισης των αιτίων που κινούν στη πράξη ή απωθούν από αυτή.

Εξάλλου κατά το άρθρο 22 του ΠΚ δεν είναι άδικη πράξη που τελείται σε περίπτωση άμυνας (παρ.1). 'Αμυνα είναι η αναγκαία προσβολή του επιτιθέμενου στην οποία προβαίνει το άτομα, για να υπερασπισθεί τον εαυτό του ή άλλον από άδικη και παρούσα επίθεση που στρέφεται εναντίον τους (παρ.2). Το αναγκαίο, μέτρο της άμυνας κρίνεται από το βαθμό επικινδυνότητας της επίθεσης, από το είδος της βλάβης που απειλούσε, από τον τρόπο και την ένταση της επίθεσης και από τις λοιπές περιστάσεις (παρ.3). 'Οποιος δε υπερβαίνει τα όρια της άμυνας τιμωρείται, αν η υπέρβαση έγινε με πρόθεση με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83), και αν έγινε από αμέλεια, σύμφωνα με τις διατάξεις τις σχετικές με αυτήν, ενώ μένει ατιμώρητος και δεν του καταλογίζεται υπέρβαση, αν ενήργησε μ'αυτόν τον τρόπο εξαιτίας του φόβου ή της ταραχής που του προκάλεσε η επίθεση (άρθρο 23 ΠΚ).

Εξάλλου, η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης όταν περιέχονται σ'αυτή τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλει ο κατηγορούμενος και ο συνήγορός του στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ. του ΚΠΔ.

Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία αποτελεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο Θεσσαλονίκης που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ότι, από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία κατ΄είδος αναφέρει αποδείχθηκε ότι: «Ο κατηγορούμενος, ενώ ήταν στρατιωτικός δηλαδή ....

της δυνάμεως του .... , την 25-9-1999, μετέβη από την .... , όπου υπηρετούσε, στα ... , προκειμένου να παρευρεθεί στο γάμο του συναδέλφου και πρώην συμμαθητή του ...., Ζ1. Μετά τη γαμήλια τελετή ακολούθησε, περί ώρα 22.00' της ίδιας ημέρας, γαμήλιο γλέντι στο κέντρο διασκεδάσεως «... » της περιφέρειας .... , όπου παρέστη και διασκέδασε ο κατηγορούμενος, τρώγοντας, καταναλώνοντας οινοπνευματώδη ποτά και χορεύοντας μέχρι την 02.30' ώρα περίπου, οπότε και αποχώρησε.

Τα οινοπνευματώδη ποτά που σερβιρίστηκαν στα τραπέζια του κέντρου ήταν στην αρχή ούζο (ένα μπουκάλι των 250 πι/1 ανά δύο άτομα) και εν συνεχεία μπύρα και κρασί. Ο κατηγορούμενος καθ' όλη την παραμονή του στο κέντρο κατανάλωσε κυρίως ούζο και λιγότερο κρασί (ρετσίνα). Ο ίδιος δε στην απολογία του, από όσο είναι σε θέση να θυμάται, προσδιόρισε κατά προσέγγιση την ποσότητα οινοπνευματωδών ποτών που κατανάλωσε σε 6-7 ποτηράκια ούζο και 2-3 ποτηράκια κρασί.

Από τη κατάθεση του Ζ1 (γαμπρού) ο οποίος καθόταν σε ξεχωριστό τραπέζι αλλά και των Ζ2 και .... , συναδέλφων και ομοτράπεζων του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι ο τελευταίος από 01.00' ώρα της 26-6-99 άρχιζε να παρουσιάζει συμπτώματα μέθης τα οποία ξεκίνησαν από ελαφρά αστάθεια του βήματος στο χορό και ερυθρότητα στο πρόσωπο για να καταλήξουν, μετά την 02.00' ώρα δηλαδή μισή περίπου ώρα πριν αποχωρήσει, σε εντονότερα συμπτώματα όπως δυσαρθρία, δυσκολία κίνησης αλλά και συνεννόησης με τους συναδέλφους του.

Μάλιστα γι αυτόν τον λόγο οι τελευταίοι επέσπευσαν την αναχώρηση τους από το κέντρο διασκεδάσεως, ενώ ο κατηγορούμενος δεν χαιρέτησε καν τον γαμπρό κατά αναχώρηση του. Ο Ζ2 ανέλαβε να μεταφέρει με το αυτοκίνητο του τον κατηγορούμενο στο ξενοδοχείο «.... » της πόλης .... , όπου ο τελευταίος είχε καταλύσει. Στην διαδρομή ο κατηγορούμενος αποκοιμήθηκε και φθάνοντας έξω από το ξενοδοχείο, λίγο πριν την 03.30' ώρα, ο Ζ2 τον ξύπνησε και προσπάθησε να τον πείσει να πάει στο δωμάτιο του.

Ο κατηγορούμενος, εξακολουθώντας να βρίσκεται στην κατάσταση που βρισκόταν κατά την αποχώρηση του από το κέντρο, αρνήθηκε να μπει στο ξενοδοχείο παρά την προς τούτο επιμονή του συναδέλφου του Ζ2 και απωθώντας τον τελευταίο άρχισε να απομακρύνεται προς την πεζογέφυρα του ποταμού ... που απέχει περί τα 150 μέτρα αριστερά όπως βγαίνει κάποιος από το ξενοδοχείο.

Σημειώνεται ότι προς την ίδια κατεύθυνση και σε απόσταση 200-250 μέτρων, παραποταμίως, βρίσκονται οι κλειστές φυλακές ..... Ο Ζ2 μπήκε στο ξενοδοχείο και παρέδωσε στον υπάλληλο της ρεσεψιόν .... το σακάκι του κατηγορουμένου με την εντολή να το δώσει στον τελευταίο όταν θα γυρίσει. Βγαίνοντας από το ξενοδοχείο, είδε, από μακριά τον κατηγορούμενο να κινείται με κατεύθυνση προς το ξενοδοχείο και, υποθέτοντας ότι θα γυρνούσε πίσω, έφυγε με το αυτοκίνητο του.

Από εκεί και πέρα μεσολαβεί ένα κρίσιμο χρονικό διάστημα περίπου 40 λεπτών της ώρας κατά το οποίο δεν υπάρχουν αυτόπτες μάρτυρες για να προσδιορίσουν με ακρίβεια τις κινήσεις του κατηγορουμένου. Αυτόπτες μάρτυρες εμφανίζονται στο αποδεικτικό προσκήνιο περί ώρα 04.10', όταν ο κατηγορούμενος βρέθηκε έξω από την Ε' εξωτερική υπερυψωμένη σκοπιά των φυλακών.

Η εν λόγω σκοπιά βρίσκεται στην αριστερή γωνία (όπως βλέπει κάποιος τις φυλακές από έξω) του ανατολικού εξωτερικού τοίχου των φυλακών. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να γίνει μια περιγραφή του εξωτερικού χώρου του ανατολικού τοίχου των κλειστών φυλακών .... . Εξωτερικά λοιπόν του εν λόγω τοίχου και μεταξύ αυτού και του ποταμού ...

παρεμβάλλεται ασφάλτινος δρόμος, όπου απαγορεύεται η κυκλοφορία των οχημάτων. Προς την πλευρά του ποταμού, μετά τον ασφάλτινο δρόμο, υπάρχει αδιαμόρφωτο πεζοδρόμιο, πλάτους 2 μ. ενώ ακολουθεί πρανές που καταλήγει στην όχθη του ποταμού και κατά μήκος του πεζοδρομίου, υπάρχουν μεγάλα δένδρα. Το πρανές της όχθης του ποταμού έχει πλάτος 8 μ.

και καταλήγει σε επίπεδη επιφάνεια, πλάτους επίσης 4 μ. και εν συνεχεία είναι διαμορφωμένη η κοίτη του ποταμού. Στην αρχή της επίπεδης επιφάνειας, πλησίον της κοίτης, υπάρχει μία σειρά από μεγάλα πλατάνια κατά μήκος του ποταμού. Επιστρέφοντας στο χρονικό σημείο που ο κατηγορούμενος βρέθηκε έξω από την Ε' εξωτερική υπερυψωμένη σκοπιά των φυλακών σημειώνουμε τα ακόλουθα:

Δύο άγνωστα άτομα, που δήλωσαν περίοικοι συνοδεύοντας τον κατηγορούμενο, ανέφεραν στο σκοπό Ζ3 ότι ο κατηγορούμενος τους ενοχλούσε χτυπώντας τα κουδούνια των σπιτιών τους χωρίς να τους λέει τι θέλει και γι'αυτό τον έφεραν εκεί. Ο Ζ3 κατέβηκε μέχρι τα τελευταία σκαλοπάτια της υπερυψωμένης σκοπιάς και από απόσταση 2-3 μέτρων ρώτησε τον κατηγορούμενο τι συμβαίνει αλλά δεν έλαβε απάντηση.

Ο κατηγορούμενος, χωρίς να μιλά, βημάτιζε νευρικά, παραπατούσε ελαφρά και έκλαιγε. Η εικόνα που σχημάτισε ο Ζ3 για τον κατηγορούμενο ήταν ότι βρισκόταν μεν υπό την επήρεια μέθης, δεδομένου ότι παρουσίαζε μία ελαφρά αστάθεια στο βάδισμα, κυρίως όμως ήταν ταραγμένος έως τρομοκρατημένος (βλ. κατάθεση Ζ3 «Δεν μου φάνηκε παντελώς μεθυσμένος, μάλλον σε κατάσταση ευθυμίας, πάντως ήταν τρομαγμένος και ανήσυχος, βημάτιζε δεξιά αριστερά κι έκλαιγε ή άλλες φορές κοιτούσε μένα και γύρω του και γελούσε»).

Αμέσως μετά ο Ζ3 τηλεφώνησε στην 'Αμεση Δράση και περί ώρα 04.30 έφθασε περιπολικό οι άνδρες του οποίου Αστυφύλακες Ψ1 και Ψ2 βρήκαν τον κατηγορούμενο να περιφέρεται κοντά στη Κεντρική Πύλη των Φυλακών σε απόσταση περίπου είκοσι μέτρων από τη σκοπιά. Ο κατηγορούμενος εξακολουθούσε να βηματίζει νευρικά και να κλαίει.

Σε ερωτήσεις των αστυνομικών αρχικά δεν έδωσε κατανοητές απαντήσεις, αλλά λίγη ώρα αργότερα τους είπε το ονοματεπώνυμό του, ότι δεν από τον τόπο τους, και δέχθηκε να τους ακολουθήσει στο Τμήμα.. Η εικόνα που σχημάτισαν οι Αστυνομικοί ταυτίζεται εν πολλοίς μ'αυτή που σχημάτισε ο σκοπός δηλαδή ότι επρόκειτο για άτομο μεθυσμένο μεν (απέπνεε αλκοόλ και δεν είχε σταθερή άρθρωση) αλλά κυρίως τρομαγμένο (βλ.

κατάθεση Ψ1. «Ο κατηγορούμενος έκλαιγε και παραμιλούσε, τραύλιζε κι έλεγε ασυναρτησίες, δεν τον καταλαβαίναμε για να συνεννοηθούμε. 'Ισως να ήταν σ'αυτήν την κατάσταση και λόγω του σοκ από το προηγηθέν περιστατικό. Προσπαθήσαμε να τον ηρεμήσουμε… Δεν μπορώ να ξέρω μέχρι ποιου σημείου ήταν μεθυσμένος, πάντως μύριζε οινόπνευμα και φαινόταν να μην έχει επαφή με το περιβάλλον, πάντως ήταν όρθιος, είχε αυτονομία κινήσεων και περπατούσε όχι με πολύ σταθερό βήμα δεξιά-αριστερά.

Παρατήρησα ότι είχε κηλίδες αίματος στο πουκάμισο και το παπούτσι» και κατάθεση Ψ2 «Μιλήσαμε περί τα 10' και σ'αυτό το διάστημα μου είπε μόνο το ονοματεπώνυμό του και ότι δεν έχει που να μείνει. Δεν πρόσεξα αν τα μάτια του ήταν κόκκινα, ούτε θυμάμαι αν μύριζε αλκοόλ, φαινόταν όμως ταραγμένος και φοβισμένος.

Δεν μπορώ να εκτιμήσω σε ποιο σημείο ήταν μεθυσμένος, σίγουρα οι κινήσεις του δεν ήταν σταθερές και έλεγε κάποιες ασυναρτησίες, ίσως και από το σοκ»). Μάλιστα κάποια στιγμή, ο κατηγορούμενος βλέποντας τον Ζ3 σε απόσταση 3-4- μέτρων, τον έδειξε στους αστυνομικούς και είπε «αυτός προσπάθησε να με βιάσει», αποκαλώντας τον βιαστή και ανώμαλο, δείχνοτας φοβισμένος και προσπαθώντας παράλληλα να κρυφθεί πίσω από το περιπολικό αυτοκίνητο.

Τελικά μετά από 10-15 λεπτά της ώρας, που διήρκεσε η παραμονή του περιπολικού έξω από τις φυλακές, αναχώρησαν όλοι μαζί (αστυνομικοί και κατηγορούμενος) για το Α.Τ. ..... Στο Τμήμα, ο κατηγορούμενος ανέφερε στους αστυνομικούς ότι, πριν μια ώρα περίπου, κοντά στο σημείο που τον βρήκαν, προς το ποτάμι, μάλλον σκότωσε, χτυπώντας πολύ άσχημα (με γροθιές και κλωτσιές) έναν ηλικιωμένο επειδή ο τελευταίος προσπάθηκε να τον βιάσει.

Μάλιστα οι αστυνομικοί τότε πρόσεξαν για πρώτη φορά ότι ο κατηγορούμενος έφερε ίχνη αίματος στα ρούχα του και τον μετέφεραν στο συστεγαζόμενο επί του ιδίου κτιρίου Τμήμα Ασφάλειας. Εν συνεχεία μετά από έρευνα που διενήργησαν οι Αστυνομικοί Ψ2 και Ψ1 στο χώρο ανάμεσα στην ανατολική πλευρά των φυλακών και τον ποταμό ...

βρέθηκε νεκρός ο Χ1, ετών 57, κάτοικος εν ζωή ..... Με βάση την περιγραφή του χώρου ανάμεσα στον ανατολικό τοίχο των φυλακών και τον ποταμό ... που προηγήθηκε, το θύμα βρέθηκε στην αρχή της επίπεδης επιφάνειας, πλάτους 4 μέτρων, που χωρίζει το πρανές της όχθης του ποταμού και την κοίτη του. Κείτονταν δε σε θέση πλευρική, γεμάτο αίματα (κυρίως στο πρόσωπο) με ελαφρώς κατεβασμένο το πανταλόνι του.

Όταν αργότερα μετέβησαν οι τραυματιοφορείς του ΕΚΑΒ διαπίστωσαν ότι όντως το πανταλόνι ήταν λίγο κατεβασμένο με τη ζώνη περασμένη χαλαρά στην αγκράφα, το άκρο της ζώνης ελεύθερο και όχι περασμένο στα θηλύκια του πανταλονιού, ενώ από τα κουμπιά, που βρισκόταν επάνω από το φερμουάρ, ήταν κουμπωμένο μόνο το ένα και εκείνο μάλιστα σε λάθος κουμπότρυπα.

Το φερμουάρ ήταν κατεβασμένο αλλά δεν φαινόταν από μέσα το εσώρουχο ή τα γεννητικά όργανα του θύματος. Η εντύπωση δε που δινόταν από την εικόνα του θύματος ήταν ότι αυτό είχε κουμπωθεί πρόχειρα και βιαστικά (βλ. σχετ. καταθέσεις .... και .... καθώς και Ψ1.-Ψ2.). Σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής του πτώματος του Χ1 που διενεργήθηκε από τους ιατρούς ... (χειρουργό) και .... (παθολόγο) το πρόσωπο του θύματος ήταν «άγρια κακοποιημένο...με αλλεπάλληλα ισχυρά πλήγματα ιδιαίτερης σφοδρότητας δι' αμβλέος θλόντος οργάνου (γρόνθοι και τακούνι παπουτσιών)», ο δε θάνατος του «οφείλεται σε εγκληματική ενέργεια, ιδιαιτέρας αγριότητος, προκλήθηκε εκ της εγκεφαλικής αιμορραγίας που ήταν συνέπεια των χτυπημάτων που δέχθηκε το θύμα στο πρόσωπο».

Όπως δε επισήμανε στη κατάθεση του ο ιατρός χειρουργός .... , το είδος της εγκεφαλικής αιμορραγίας που υπέστη ο παθών εξ αιτίας των χτυπημάτων ήταν «υπαραχνοειδής στη βάση του εγκεφάλου». Σημειώνεται ότι στην από 27-9-99 ιδιωτική γνωμοδότηση του Αν. Καθηγητή Ιατροδικαστικής Α.Π.Θ. Μ1 εκφράσθηκαν αμφιβολίες σχετικά με την αιτία θανάτου, με αφορμή κυρίως το ότι στην ιατροδικαστική έκθεση δεν προσδιορίζονταν το είδος της εγκεφαλικής αιμορραγίας που υπέστη το θύμα.

Πλην όμως, εξετασθείς στο ακροατήριο ως μάρτυρας ο Μ1 και λαμβάνοντας γνώση του είδους της εγκεφαλικής αιμορραγίας που υπέστη ο παθών (υπαραχνοειδής στη βάση του εγκεφάλου), δήλωσε ότι στην περίπτωση αυτή δεν έχει λόγο να αμφιβάλει για την αιτία θανάτου. Οι ίδιοι δε ως άνω ιατροί (.... και .... ) αφού εξέτασαν και τον κατηγορούμενο διαπίστωσαν ότι έφερε «αμυχή ραχιαίας επιφάνειας δεξιάς άκρας χειρός - ίχνη αίματος στα ενδύματα του, παντελόνι, πουκάμισο, εσώρουχο και πελματιαία επιφάνεια δεξιού υποδήματος - ίχνη αίματος στις παλάμες».

Σύμφωνα δε με την από 25/2/2000 έκθεση εργαστηριακής εξέτασης της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών το αίμα στο εσώρουχο (sliρ), στο πουκάμισο και στη κάλτσα του κατηγορουμένου ανήκει στον ίδιο. Αντιθέτως το αίμα που βρέθηκε σε δύο σημεία του παντελονιού του κατηγορουμένου ανήκει στον Χ1. Το αίμα που βρέθηκε στα υποδήματα του κατηγορουμένου δεν κατέστη δυνατόν να προσδιοριστεί σε ποιόν ανήκει.

Επίσης θα πρέπει να τονιστεί ότι στο εσώρουχο (sΙίρ) του κατηγορουμένου και ειδικότερα στην πίσω πλευρά, πάνω στο λάστιχο βρέθηκε κηλίδα σπέρματος της οποίας δεν κατέστη δυνατός ο προσδιορισμός προέλευσης. Αντιθέτως η κηλίδα σπέρματος που βρέθηκε στο εσώρουχο (slip) του Χ1 προσδιορίστηκε ότι ανήκει στον ίδιο.

Τέλος, διενεργήθηκε έλεγχος προς διαπίστωση χρήσης οινοπνεύματος τόσο από τον κατηγορούμενο (με χρήση συσκευής αλκοτέστ αλλά και λήψη αίματος) όσο και από το θύμα καθώς επίσης και ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη του κατηγορουμένου. Από την πρώτη μέτρηση που έγινε από τα αστυνομικά όργανα με τη χρήση συσκευής αλκοτέστ την 07:01' ώρα της 26-9-1999 προέκυψε ποσοστό οινοπνεύματος στον οργανισμό του κατηγορουμένου 1,33 ο/οο.

Κατά τη δεύτερη μέτρηση που έγινε μετά 15' της ώρας με την ίδια συσκευή από αστυνομικά όργανα προέκυψε ποσοστό οινοπνεύματος στον οργανισμό του κατηγορουμένου 1,28 ο/οο. Σημειώνεται ότι περί ώρα 08:30' της ίδιας ημέρας διενεργήθηκε από νοσοκόμο των Φυλακών .... αιμοληψία από τον κατηγορούμενο, για τον ακριβή προσδιορισμό της περιεκτικότητας του αίματος σε οινόπνευμα και η σχετική εργαστηριακή εξέταση του δείγματος έδειξε ότι η περιεκτικότητα σε οινόπνευμα του αίματος του κατηγορουμένου ανερχόταν σε ποσοστό 0,87 ο/οο.

Με βάση τις μετρήσεις αυτές ο ειδικός ιατροδικαστής Μ2, Λέκτορας του Εργαστηρίου της Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του ΑΠΘ, προσδιόρισε ότι, περί ώρα 03:30' της 29-9-1999 -τρεισήμισι ώρες πριν την πρώτη αλκοολομέτρηση και πέντε ώρες πριν την αιμοληψία- η πιθανή συγκέντρωση αλκοόλης στο αίμα του κατηγορουμένου ανερχόταν σε ποσοστό μεταξύ 1,53 ο/οο και 1,62 ο/οο, όπως καταγράφεται στην υπ' αριθ. ....

ιατροδικαστική εξέταση του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του ΑΠΘ. Διευκρινίζεται, ωστόσο, ότι στην τελευταία παράγραφο της ιατροδικαστικής αυτής εξέτασης ο ιατροδικαστής σημειώνει ότι "ο υπολογισμός είναι κατά μεγάλη προσέγγιση". Η επισήμανση αυτή γίνεται για να τονισθεί πως δεν υφίσταται ουσιαστική αντίφαση μεταξύ του αποτελέσματος αυτού και του αποτελέσματος που προσδιόρισε ο Διευθυντής του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του ΑΠΘ, Αναπληρωτής Καθηγητής Μ1, ο οποίος εξεταζόμενος ως μάρτυρας κατέθεσε ότι το ποσοστό οινοπνεύματος κατά τον επίμαχο χρόνο (03:30' ώρα της 26-9-1999) ήταν 1,90 ο/οο - 2 ο/οο.

Ο Ίδιος μάρτυρας μάλιστα (Μ1) στην κατάθεσή του ανέφερε ότι η διαφοροποίηση αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι στην επιστήμη χρησιμοποιούνται διαφορετικοί τύποι προκειμένου να γίνει ο υπολογισμός της περιεκτικότητας του αίματος σε οινόπνευμα κατά χρόνο προγενέστερο της μέτρησης.

Ως εκ τούτου δεν διαπιστώνεται ουσιαστική αντίφαση μεταξύ των αποτελεσμάτων των δύο ιατροδικαστών (Μ2 και Μ1). Ολοκληρώνοντας την αναφορά στο ποσοστό οινοπνεύματος που ανιχνεύθηκε στον οργανισμό του κατηγορουμένου μετά τον χρόνο τέλεσης της πράξης του και τον, εξ αυτού του ποσοστού, υπολογισμό της αντίστοιχης περιεκτικότητας κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, σημειώνεται ότι ο Νευρολόγος-Ψυχίατρος Μ3 (αναπληρωτής καθηγητής ψυχιατρικής ΑΠΘ) και ο Ψυχίατρος Μ4 (καθηγητής ψυχιατρικής ΑΠΘ), οι οποίοι κατά την προδικασία ενήργησαν ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη ως τεχνικοί σύμβουλοι του κατηγορουμένου, στις καταθέσεις τους ενώπιον του δικαστηρίου ανέβασαν το ως άνω ποσοστό οινοπνεύματος κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης κοντά στο 2,5 ο/οο.

Η τιμή αυτή πρέπει να θεωρηθεί υπερβολική, δεδομένου ότι έρχεται σε αντίθεση με τις τιμές που έδωσαν οι κατ' εξοχήν ειδικοί επί του θέματος ιατροδικαστές Μ2 και Μ1. Άλλωστε οι εν λόγω ψυχίατροι στις καταθέσεις τους παραδέχθηκαν ότι και οι ίδιοι κατέφυγαν στονΜ1 ως Διευθυντή του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του ΑΠΘ για να τους διαφωτίσει επί του υπολογισμού του ποσοστού οινοπνεύματος.

Κατόπιν των παραπάνω, κατά συγκερασμό των απόψεων των δύο ιατροδικαστών και με βάση την αρχή ότι η αμφιβολία λειτουργεί υπέρ του κατηγορουμένου, γίνεται δεκτό ότι το ποσοστό οινοπνεύματος στον οργανισμό του τελευταίου περί ώρα 03:30" της 26-9-1999 κυμαινόταν από 1,62 ο/οο (μέγιοτη τιμή κατά την άποψη Μ2, με την οποία συμφωνεί και ο Μ1) έως 2 ο/οο (μέγιστη τιμή κατά την άποψη Μ1).

Δεδομένου ότι οι τιμές αυτές απέχουν αρκετά από το 2,5-3 ο/οο που είναι το αρχικό όριο της πλήρους μέθης, καταφάσκεται μια πρώτη ένδειξη ("εργαστηριακού" τύπου) ότι η μέθη του κατηγορουμένου δεν ήταν πλήρης. Εκείνο όμως που πρέπει να λειτουργήσει αποφασιστικά για την για τον χαρακτηρισμό της μέθης του κατηγορουμένου ως πλήρους ή μη, είναι η εν γένει συμπεριφορά του πριν, κατά, και μετά την τέλεση της πράξης του.

Όπως, άλλωστε, ορθά επισήμανε και ο Ψυχίατρος Μ3 στην κατάθεση του, εκείνο που μετρά περισσότερο για χαρακτηρισμό της μέθης είναι η "κλινική" εικόνα του δράστη. Η εικόνα λοιπόν του κατηγορουμένου, λίγο πριν από την τέλεση του εγκλήματος, ήταν τέτοια που οδήγησε τον συνάδελφο του Ζ2, ο οποίος τον συνόδευσε μέχρι την είσοδο του Ξενοδοχείου, να τον εμπιστευθεί ώστε να γυρίσει μόνος του στο δωμάτιο του.

Ένα πλήρως μεθυσμένο άτομο δεν εμπνέει τέτοια εμπιστοσύνη και πολύ περισσότερο δεν είναι σε θέση να επιβάλλει την άποψη του για μεταμεσονύκτιο περίπατο. Αντιθέτως, ένα πλήρως μεθυσμένο άτομο είναι απόλυτα εξαρτώμενο από την βοήθεια τρίτων προκειμένου ακόμη και να περπατήσει. Επίσης το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είχε τη μυϊκή δύναμη και ισορροπία ώστε να επιφέρει αλλεπάλληλα μεγάλης έντασης και χτυπήματα στο πρόσωπο του θύματος αποτρέπουν τον χαρακτηρισμό της μέθης του ως πλήρους.

Τέλος, η εικόνα του κατηγορουμένου, αμέσως μετά την τέλεση της πράξης του, όπως περιγράφηκε από τους αστυνομικούς και τον σκοπό της φυλακής, παρέπεμπε πρωτίστως σε ταραγμένο-φοβισμένο άτομο και δευτερευόντως σε μεθυσμένο.

Συνεπώς, με διαγνωστικό εργαλείο την γενικότερη εικόνα του κατηγορουμένου (τρόπος δράσης του πριν, κατά και μετά την πράξη) σε συνδυασμό με το ποσοστό αλκοόλης στον οργανισμό (1,62 - 2 ο/οο) συμπεραίνεται ότι αυτός κατανάλωσε μεν αρκετή ποσότητα αλκοόλ, αλλά όχι τόση που να τον οδηγήσει σε κατάσταση τέτοια ώστε να μην καταλαβαίνει τι έκανε.

Απολογούμενος ο κατηγορούμενος αναφέρεται στις συνθήκες και την αιτία μετάβασης του στα.... την 26-9-1999. Αναφέρεται στα όσα έζησε τότε μέχρι την 01:30" ώρα της 26-9-1999. Από εκείνη όμως τη χρονική στιγμή (μια ώρα πριν αναχωρήσει από το κέντρο διασκέδασης στα πλαίσια της γαμήλιας τελετής) μέχρι την 04:45" ώρα της 26-9-1999 που προσήχθη στο Τμήμα Ασφαλείας .... ισχυρίζεται ότι έχει κενό στη μνήμη του. Οι μόνες εικόνες που μπορεί να πλάσει αποσπασματικά είναι ότι αυτός: Βρίσκεται στα ... , έξω από ένα παλιό αρχοντικό, σ' ένα ύψωμα στις παρυφές του χωριού που από τη μια μεριά βλέπει προς τη θάλασσα και από την άλλη προς ένα ρυάκι και προσπαθεί σκύβοντας ελαφρώς να ξεκλειδώσει το αυτοκίνητο του. Την στιγμή εκείνη, ένας μεσόκοπος άνδρας τον πιάνει από το σβέρκο και, τον γονατίζει και προσπαθεί να βάλει το πέος του στο στόμα του. Ο κατηγορούμενος πετάγεται επάνω και χτυπάει με τα χέρια του τον άγνωστο άνδρα, για να τον απωθήσει. Εν συνεχεία, όταν ο τελευταίος βρίσκεται στο έδαφος, ο κατηγορούμενος τον χτυπά επανειλημμένως με τα πόδια του στο πάνω μέρος του σώματος. Τέλος, σπρώχνει με τα πόδια το πεσμένο κορμί του προς το ρυάκι, για να κερδίσει χρόνο, να γλιτώσει. Τα συναισθήματα που ένοιωθε καθ' όλη τη διάρκεια του περιστατικού εξαιτίας της προηγηθείσης συμπεριφοράς του θύματος, ήταν αγωνία, αηδία, φόβος και αγανάκτηση.

Δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος σκότωσε τον Χ1. Δεν αρνείται, απολογούμενος ο κατηγορούμενος, ότι σκότωσε τον Χ1, προβάλλει μόνον την "σκοτεινή εικόνα" των συνθηκών υπό τις οποίες τέλεσε την πράξη του. Άλλωστε και στους αστυνομικούς που είχαν καταφθάσει μια ώρα μετά την πράξη του στο χώρο του εγκλήματος ομολόγησε και περιέγραψε με κάθε λεπτομέρεια την εγκληματική συμπεριφορά του. Παράλληλα βρέθηκαν ίχνη αίματος του θύματος σε δυο σημεία του παντελονιού του κατηγορουμένου και βρέθηκε αίμα στα παπούτσια του κατηγορουμένου χωρίς να μπορεί να προσδιοριστεί σε ποιόν ανήκει, (βλ. την από 25-2-2000 έκθεση εργαστηριακής εξέτασης της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών). Ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην από 14-10-1999 έκθεση αναπαράστασης ανέφερε ότι, ενώ ήταν αντιμέτωπος με τον Χ1 "...άρχισε να τον χτυπά στα τυφλά, με τα χέρια στο πρόσωπο. Δεν θυμάται αν τον χτύπησε με γροθιές καθώς και πόσες φορές, πάντως από την αρχή των χτυπημάτων το θύμα σωριάστηκε στο έδαφος μπροστά στα πόδια του δράστη, με το κεφάλι του στην αριστερή πλευρά του και τα πόδια του στη δεξιά του, ενώ ο δράστης είχε μέτωπο προς το ποτάμι. Δεν θυμάται εάν ήταν ανάσκελα ή μπρούμυτα, εάν είχε αίματα ή εάν κινούνταν. Στη συνέχεια, νοιώθοντας αποτροπιασμό, αηδία και φόβο και άρχισε να χτυπά με κλωτσιές στο σημείο του σώματος από τη μέση και πάνω (βλ. από 14-10-99 έκθεση αναπαραστάσεως).

Σημειώνεται ότι κατά τα αναγραφόμενα στην από 27-9-1999 ιατροδικαστική έκθεση το πρόσωπο του θύματος ήταν "άγρια κακοποιημένο με διάχυτους μώλωπες και αιματώματα, εντονώτερα στην περιοχή των οφθαλμών, παρειών, αρ. ωτός. Επιπέδωση της ρινός με κατάγματα συντριπτικά ρινικών οστών, ρακώδη τραύματα δεξιού ρώθωνα και μεγάλο και βαθύ θλαστικό τραύμα με ρακώδη-ανώμαλα χείλη που ξεκινάει από τη βάση της ρινός αριστερά, ακολουθεί την αρ.

ρινοπαρειακή αύλακα μέχρι την αρ. γωνία του στόματος, συνεχίζει λοξά προς τα έξω μέχρι το κάτω όριο της κάτω γνάθου και επεκτείνεται γωνιωδώς, δεξιά κάτωθεν του πώγωνα αποκαλύπτοντας τα οστά των γνάθων και του αρ. κόγχου. Τα παραπάνω επηνέχθησαν με αλλεπάλληλα ισχυρά πλήγματα ιδιαιτέρας σφοδρότητας, δι' αμβλέος, θλόντος οργάνου (γρόνθοι και τακούνι παπουτσιών).

Εκχυμώσεις του λαιμού και εκδορές εξ ονύχων ιδία στην μέση και πλαγία επιφάνεια του αριστερά. Εκδορά μήκους 6 cm περίπου στην πρόσθια βραχιονοθωρακική αύλακα δεξ. Εκδορά άνω επιφανείας αρ. άκρας χειρός. Ουδέν εκ του θώρακος και της κοιλίας. ..Ο θάνατος οφείλεται σε εγκληματική ενέργεια ιδιαιτέρας αγριότητας, προκλήθηκε εκ της εγκεφαλικής αιμορραγίας που ήταν συνέπεια των χτυπημάτων που δέχθηκε το θύμα στο πρόσωπο".

Διευκρινίζεται μάλιστα ότι, όπως προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα Ψ2, ο κατηγορούμενος, αφού γρονθοκόπησε με σκληρότητα στο πρόσωπο τον Χ1, όταν πλέον αυτός ήταν ακινητοποιημένος στο έδαφος, κατάφερε κατ' αυτού ισχυρά κτυπήματα στο πρόσωπο και την περιλαίμιο περιοχή του σώματος με το δεξί πόδι του.

Τα χτυπήματα αυτά ήταν ιδιαίτερα δυνατά, αφού ο κατηγορούμενος στηριζόμενος στο αριστερό του πόδι ανασήκωνε ελαφρά, περίπου πενήντα εκατοστά του μέτρου, το δεξί πόδι του και το κατέβαζε με βιαιότητα χτυπώντας με το τακούνι του παπουτσιού του το θύμα στο πρόσωπο Η βίαιη αυτή κίνηση του ποδιού του κατηγορουμένου, όπως προέκυψε και από την επίδειξη που κληθείς ο ανωτέρω μάρτυρας έκανε στο δικαστήριο, ήταν παλινδρομική, δίκην εμβόλου και έλαβε χώρα τουλάχιστον τρεις φορές.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι η όλη εγκληματική δράση του κατηγορουμένου διαχωρίζεται σε τρία στάδια. Στο πρώτο από αυτά ο κατηγορούμενος γρονθοκοπεί στο πρόσωπο το θύμα του με αποτέλεσμα αυτό να "σωριαστεί στο έδαφος μπροστά στα πόδια του δράστη". Στο δεύτερο στάδιο, ενώ το θύμα είναι σωριασμένο και ακινητοποιημένο στο έδαφος, ο κατηγορούμενος λακτίζει με τον τρόπο που προαναφέρθηκε το θύμα "από τη μέση και πάνω".

Δεν θυμάται βεβαίως ο κατηγορούμενος πόσες φορές γρονθοκόπησε και λάκτισε το θύμα του. Το σίγουρο είναι όμως ότι αυτές ήταν πάρα πολλές και γι' αυτό δεν μπορεί να τις θυμηθεί. Άλλωστε, ένα "άγρια κακοποιημένο" πρόσωπο, όπως αυτό του θύματος που περιγράφεται στη σχετική ιατροδικαστική έκθεση, μόνον σε υπερβολικά και αμέτρητα γρονθοκοπήματα και λακτίσματα παραπέμπει.

Στο τρίτο, τέλος, στάδιο, ο κατηγορούμενος "με το κάτω μέρος του παπουτσιού του (πέλμα ποδιού) έσπρωξε το θύμα στο πρανές του ποταμιού..."Εφυγε γρήγορα...και ενώ το θύμα κατρακυλούσε στο πρανές του ποταμού".

Από την αξιολόγηση της δράσης αυτής του κατηγορουμένου παρατηρείται αρχικά ότι όσο εξασθενεί η αντίδραση του θύματος τόσο αυξάνει η βία που ασκεί σ' αυτό ο κατηγορούμενος. Όλα τα χτυπήματα ο κατηγορούμενος τα κατευθύνει στο κεφάλι του θύματος, που είναι το ζωτικό και ευαίσθητο σημείο του ανθρωπίνου σώματος.

Στην από 27-9-1999 ιατροδικαστική έκθεση δεν αναγράφεται μόνον τι προξένησε ο κατηγορούμενος, αλλά αρνητικά γράφεται "...ουδέν εκ του θώρακος και της κοιλίας". Σημειώνεται ότι τα κύρια χτυπήματα, δηλαδή αυτά που επέφερε ο κατηγορούμενος με το τακούνι του παπουτσιού του στο πρόσωπο του θύματος, δόθηκαν σε χρονική στιγμή που το θύμα δεν μπορούσε να αντιδράσει καθόλου και βρισκόταν, παντελώς εξουδετερωμένο, στη διάθεση του κατηγορουμένου ως ακίνητος στόχος στο έδαφος.

Ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε κατά την επίθεση του "χέρια και πόδια" και κατηύθυνε και επικέντρωσε όλη τη δράση του στο κεφάλι του θύματος. Δράση που προοδευτικά αυξανόταν και κορυφώθηκε, μετά τα παραπάνω χτυπήματα, όταν ο κατηγορούμενος έσπρωξε το "άψυχο σώμα" προς το πρανές του παρακείμενου ποταμού ... , ώστε κατρακυλώντας αυτό (σώμα) στο ποτάμι να εξασφαλισθεί ο θάνατος του θύματος.

Από όλα αυτά σαφώς και ανενδοίαστα προκύπτει απόλυτη βεβαιότητα ότι ο κατηγορούμενος επεδίωξε τον θάνατο του Χ1 και συνακόλουθα ο δόλος του κατηγορουμένου ήταν ανθρωποκτόνος. Στο σημείο αυτό, όμως, θα πρέπει να εξετασθεί εάν η κατά τα ανωτέρω εκ προθέσεως ανθρωποκτονία τελέσθηκε από τον κατηγορούμενο σε ήρεμη κατάσταση ή σε βρασμό ψυχικής ορμής.

Όπως προαναφέρθηκε τόσο η ψυχική ηρεμία όσο και ο βρασμός ψυχικής ορμής είναι διαθετικές έννοιες, οι οποίες πρέπει να προκύπτουν από ενδείξεις εμπειρικά παρατηρήσιμες. Έτσι αρχικά θα πρέπει να τονισθεί ότι η συνάντηση του κατηγορουμένου με το θύμα ήταν παντελώς τυχαία. Ο κατηγορούμενος συνάντησε το θύμα στην περιοχή που προαναφέρθηκε λίγο πριν τον θανατώσει.

Ήταν μεταξύ τους άγνωστα πρόσωπα. Τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έφθασε στην πόλη ... περί ώρα 16:00" της 25-9-1999 και κατέλυσε στο ξενοδοχείο ".... ". Παραβρέθηκε στο μυστήριο του γάμου του συμμαθητή του Ζ1, ενώ νωρίτερα είχε επισκεφθεί αυτόν στην οικία του και αργότερα παρέστη και διασκέδασε στο γαμήλιο γλέντι.

Από τις καταθέσεις των μαρτύρων δεν προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος, κατά τον χρόνο αυτό της παραμονής του στην πόλη ...., συνάντησε τον Χ1. Άλλωστε και από τις καταθέσεις της συζύγου του θύματος, ...., και του Φ1 (αναγνωσθείσα) προκύπτει ότι ο Χ1 έφυγε από το σπίτι του περί ώρα 18:30' της 25-9-1999 και κάθισε στο καφενείο των μουσικών (καθ' ότι και ο ίδιος ήταν επαγγελματίας μουσικός) μέχρι την 21:00" ώρα.

Ακολούθως και μέχρι την 00:30' ώρα της 26-9-1999 παρέμεινε αυτός στην ταβέρνα του γαμπρού του ... με την επωνυμία ".... " και φεύγοντας απ' αυτή προχώρησε προς το κέντρο της πόλης και παρέμεινε με φιλική παρέα στην Ταβέρνα ...." μέχρι την 02:45', όπως κατέθεσε ο ομοτράπεζος του Χ1, Φ1. Ο οποίος μάλιστα ανέφερε ότι ο Χ1 διατελούσε σε κατάσταση ευθυμίας, λόγω προηγηθείσας κατανάλωσης οινοπνευματωδών ποτών.

Έκτοτε δεν είδε κανείς τον Χ1, εκτός φυσικά από τον κατηγορούμενο. Σημειώνεται ότι η "Ταβέρνα .... " από το σημείο που βρέθηκε νεκρός ο Χ1 απέχει απόσταση που μπορεί να τη διανύσει κανείς με τα πόδια σε 10-15 λεπτά της ώρας. Από όλα αυτά προκύπτει ότι πράγματι η συνάντηση του κατηγορουμένου με το θύμα του ήταν παντελώς τυχαία.

Στη συνάντηση αυτή δεν παραβρέθηκε άλλο πρόσωπο. Έτσι η έλλειψη αυτοπτών μαρτύρων καθιστά "θολό" το τοπίο των πραγματικών περιστατικών και δεν μπορεί να προσδιοριστεί με απόλυτη ακρίβεια τι ακριβώς μεσολάβησε και η τυχαία συνάντηση του κατηγορουμένου με το θύμα είχε ως αποτέλεσμα τη βίαιη αντίδραση του κατηγορουμένου και τον εξ αυτής θάνατο του Χ1.

Ωστόσο, με βάση τα αντικειμενικά ευρήματα, καταλήγουμε στις ακόλουθες παραδοχές, που είναι χρήσιμες για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης. Έτσι, τα ίχνη σπέρματος που βρέθηκαν στο εσώρουχο (sliρ) του θύματος και στο πίσω μέρος του εσώρουχου (sliρ) του κατηγορουμένου αποτελούν ένα σημαντικό σημείο εκκίνησης για την εξαγωγή συμπερασμάτων.

Επισημαίνεται ότι το σπέρμα που ανιχνεύθηκε στο sΙίρ του θύματος είναι βέβαιο ότι ανήκει στον ίδιο τον Χ1 (βάσει ανάλυσης DΝΑ). Η περίπτωση μεταθανάτιας εκσπερμάτωσης πρέπει να αποκλεισθεί δεδομένου ότι τέτοιες περιπτώσεις επιστημονικά έχουν εντοπισθεί μόνο όταν ο θάνατος επέρχεται με απαγχονισμό (βλ.

κατάθεση ιατρού ... ). Όσον αφορά στο σπέρμα που ανιχνεύθηκε στο λάστιχο του πίσω μέρους του εσωρούχου (slip) του κατηγορουμένου, σημειώνεται ότι δεν κατέστη μεν δυνατός ο προσδιορισμός της προέλευσης του, αλλά είναι λογικό επόμενο ότι ανήκει στο Χ1, δεδομένου ότι ούτε εμπλοκή τρίτου προσώπου προέκυψε ούτε βέβαια, με βάση τη θέση που βρέθηκε (πίσω μέρος του sliρ), μπορεί να ανήκει στον κατηγορούμενο.

Η ύπαρξη ίχνους σπέρματος του θύματος στο πίσω μέρος του εσωρούχου του κατηγορουμένου μας οδηγεί σε μια πρώτη σκέψη ότι πιθανόν να υπήρξε μια αρχική συγκατάθεση του κατηγορουμένου στην εκσπερμάτωση του Χ1 ή εν πάση περιπτώσει συμπεριφορά τέτοια που να οδήγησε τον Χ1 να πιστέψει ότι υπάρχει συγκατάθεση.

Πλην όμως, η θέση του ίχνους σπέρματος στο λάστιχο του πίσω μέρους του εσωρούχου, γεγονός που σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος μπορεί κάλλιστα να μην είχε βγάλει το παντελόνι του, σε συνδυασμό με το ότι κανένα άλλο στοιχείο δεν ενδυναμώνει την εκδοχή της πραγματικής ή εικαζόμενης (από τον Χ1) συγκατάθεσης του κατηγορουμένου, αποτρέπει την εξαγωγή οποιουδήποτε βέβαιου συμπεράσματος σχετικά με την ύπαρξη τέτοιας συγκατάθεσης.

Συνεπώς, εκτός από την δεδομένη εκσπερμάτωση του Χ1, που προϋποθέτει εξαγωγή του πέους του εκ του εσωρούχου του και παντελονιού του, οποιαδήποτε άλλη αναφορά στα αίτια και τον τρόπο της εκσπερμάτωσης του ενέχει τον κίνδυνο να οδηγηθούμε σε ατραπούς εικοτολογίας Το ίδιο ισχύει και για οποιαδήποτε προσπάθεια ερμηνείας του συγκεκριμένου περιστατικού στηριζόμενη σε «ερωτικώς αποκλίνουσα» συμπεριφορά του παθόντος, με αφορμή ισχυρισμούς όπως αυτόν του μάρτυρα ... , ο οποίος φέρεται ότι εδέχθη στο παρελθόν σεξουαλικής φύσεως προτάσεις από τον Χ1, ισχυρισμοί που δεν γίνονται δεκτοί από την οικογένεια και τους φίλους του θύματος που προτάθηκαν από την πολιτική αγωγή και κατέθεσαν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου για το ζήτημα αυτό.

Με βάση λοιπόν τα υπάρχοντα στοιχεία (ίχνη σπέρματος του θύματος στο δικό του εσώρουχο και ίχνη σπέρματος στο πίσω τμήμα του εσωρούχου του κατηγορουμένου που ανήκουν κατά πάσαν βεβαιότητα στο θύμα είναι δεδομένο ότι υπήρξε μια προηγούμενη συμπεριφορά του θύματος αναγόμενη στην γενετήσια σφαίρα, συμπεριφορά η οποία συνίστατο σε εξαγωγή του πέους του και εκσπερμάτωση, μάλιστα δε τόσο κοντά στον κατηγορούμενο ούτως, ώστε να υπάρχουν ίχνη σπέρματος ακόμη και στο πίσω μέρος του εσωρούχου του τελευταίου.

Ετσι εξάλλου δικαιολογείται και η ανεύρεση του θύματος μετά τον θανάσιμο τραυματισμό του σε τέτοια κατάσταση (ελαφρώς κατεβασμένο το παντελόνι, ανοικτό το φερμουάρ, περασμένο σε λάθος κουμπότρυπα το κουμπί πάνω από το φερμουάρ) που να παραπέμπει σε πρόχειρο και βιαστικό κούμπωμα του παντελονιού. Η συμπεριφορά αυτή του θύματος, εξαιτίας της προαναφερόμενης έλλειψης επαρκών αποδεικτικών μέσων, δεν έχει την απαραίτητη ευκρίνεια ούτως ώστε να διαγνωσθεί με ασφάλεια ποιο ακριβώς συναίσθημα (ή συναισθήματα) του κατηγορουμένου διήγειρε σε σημείο μάλιστα «βρασμού».

Ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην απολογία του αναφέρθηκε σε συναισθήματα φόβου, αγωνίας, αηδίας και αγανάκτησης, συναισθήματα που κατά κοινή ομολογία είναι συμβατά με την ως άνω συμπεριφορά του θύματος. Εξάλλου η ένταση, η βιαιότητα και η σφοδρότητα των αλλεπάλληλων κτυπημάτων που κατέφερε ο κατηγορούμενος στο θύμα και γενικά ο τρόπος δράσης του, παραπέμπουν και συνηγορούν βέβαια σε αιφνίδια εμφάνιση και υπερδιέγερση των συναισθημάτων που ανέφερε ο κατηγορούμενος.

Σημειώνεται επιπλέον ότι ο φόβος και η ταραχή ήταν εμφανείς στις κινήσεις του κατηγορουμένου και μετά την πράξη του, όταν οι περίοικοι τον οδήγησαν στον σκοπό των φυλακών. Η συμπεριφορά αυτή του κατηγορουμένου μετά την πράξη του δεν παραπέμπει μόνο στη συνειδητοποίηση των συνεπειών αυτής, αλλά κάλλιστα μπορεί να αποτελεί προέκταση των συναισθημάτων που ένοιωθε κατά τη διάρκεια της τέλεσής της.

Διαπιστώνεται λοιπόν η ύπαρξη ενός κριτηρίου ένδειξης εμφάνισης του βρασμού ψυχικής ορμής, που ανάγεται σε προηγούμενη, διαπιστωθείσα βάσει αντικειμενικών στοιχείων συμπεριφορά του παθόντος έχουσα σχέση με την γενετήσια σφαίρα, αλλά, αυτό το κριτήριο-ένδειξη δεν είναι επαρκώς και σαφώς προσδιορισμένο ούτως ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί με ασφάλεια ο τρόπος μετουσίωσής του σε αφορμή ή αιτία της συναισθηματικής έκρηξης του κατηγορουμένου.

Σημειώνεται όμως ότι υπάρχουν και άλλες ενδείξεις που να υποδεικνύουν την ύπαρξη ή την έλλειψη ψυχικής ηρεμίας του κατηγορουμένου τη στιγμή που αποφάσισε και εκτέλεσε το έγκλημα της ανθρωποκτονίας. 'Εχουμε λοιπόν ένα δράστη, που χωρίς να γνωρίζει το θύμα από το παρελθόν, συλλαμβάνει και εκτελεί το έγκλημα την ίδια χρονική στιγμή ή τουλάχιστον χωρίς την παρεμβολή ικανού χρονικού διαστήματος μεταξύ απόφασης και εκτέλεσης.

Αυτό σημαίνει ότι από τη στιγμή που ο κατηγορούμενος αποφάσισε να εκτελέσει τη πράξη του μέχρι την υλοποίηση της απόφασης του δεν μεσολάβησε χρόνος που να του δίνει τη δυνατότητα να σκεφθεί ψύχραιμα σταθμίζοντας τα αίτια της πράξης του και κυρίως σταθμίζοντας τα αίτια που τον απωθούν από την τέλεση της.

Εξάλλου η χρονική ταύτιση απόφασης και εκτέλεσης σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε το θύμα από παλιά ούτε είχε κάποια διαφορά μαζί του σηματοδοτούν έλλειψη οποιουδήποτε σχεδιασμού και προπαρασκευής της ανθρωποκτονίας. Τέλος, το γεγονός, ότι, αμέσως μετά την πράξη του, ο κατηγορούμενος δεν ενδιαφέρθηκε να εξασφαλίσει τις οδούς διαφυγής του, αλλά αντιθέτως κινητοποίησε με δική του πρωτοβουλία τον μηχανισμό ανακάλυψης και σύλληψής του, σηματοδοτεί επίσης έλλειψη νηφάλειας σκέψης.

Οι ως άνω επισημάνσεις δημιουργούν σοβαρές αμφιβολίες ως προς την ύπαρξη ήρεμης ψυχικής κατάστασης του κατηγορουμένου. Οι αμφιβολίες δε αυτές σε συνδυασμό με την προηγούμενη συμπεριφορά του θύματος, η οποία με τη σειρά της κατατείνει και συνηγορεί, κατά τα παραπάνω, στη θεμελίωση του βρασμού ψυχικής ορμής (με την αιφνίδια υπερδιέγερση των συναισθημάτων του φόβου, της αγωνίας, της αηδίας και αγανάκτησης στο πρόσωπο του κατηγορουμένου), μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι εφαρμοστέα εν προκειμένω διάταξη είναι αυτή της παρ.2 του άρθρου 299 ΠΚ.

Ως εκ τούτου θα πρέπει, κατά την ομόφωνη γνώμη των μελών του δικαστηρίου, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση που αποφασίσθηκε και εκτελέσθηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής.

Αναφορικά με τον παραπάνω -πρώτο κατά την καταχώρηση- αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, περί μεταβολής της κατηγορίας από ανθρωποκτονία εκ προθέσεως (σε βρασμό ψυχικής ορμής) σε έγκλημα σε υπαίτια μέθη (άρ. 193 ΠΚ), παρατηρούνται τα ακόλουθα:

Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε βρασμό ψυχικής ορμής. Ισχυρίζεται μάλιστα ο κατηγορούμενος ότι τέλεσε την πράξη του αυτή σε κατάσταση πλήρους υπαίτιας μέθης επικαλούμενος τα αποτελέσματα των σχετικών μετρήσεων του οινοπνεύματος με τη χρήση συσκευής αλκοτέστ (περί ώρα 07:01' και 07:16' της 26-9-99) Και από την αιμοληψία του κατηγορουμένου που έγινε την 08:30' της 26-9-99.

Με βάση τις μετρήσεις αυτές που προαναφέρθηκαν δεν αμφισβητείται και από τον κατηγορούμενο ότι η πιθανή συγκέντρωση αλκοόλης στο αίμα αυτού κατά τον χρόνο τελέσεως της ανθρωποκτονίας κυμαίνεται μεταξύ α) 1,53ο/οο και 1,62 ο/οο (βλ. υπ' αριθ. 461/2/2000 ιατροδικαστική εξέταση του Λέκτορα του Εργαστηρίου, Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του ΑΠΘ, Ειδικού Ιατροδικαστή Μ2), β) 1,90 ο/οο και 2,00 ο/οο (βλ.

κατάθεση στο ακροατήριο του Διευθυντή του ανωτέρω Εργαστηρίου, Αναπληρωτή Καθηγητή Μ1). Σημειώνεται, ωστόσο, ότι ο κατηγορούμενος στο σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό του (σελ. 3) επικαλείται ότι "οι πραγματογνώμονες ψυχίατροι Μ3. και Μ4 ύστερα από μελέτη των εργαστηριακών αποτελεσμάτων εκτιμούν το ποσοστό της μέθης γύρω στο 2,5 ο/οο.

Διευκρινίζεται όμως ότι οι ανωτέρω καταθέτοντας ενόρκως στο δικαστήριο δεν εκτίμησαν το ποσοστό της μέθης του κατηγορουμένου στο 2,5 ο/οο. Ο μάρτυς μάλιστα Μ3, ο οποίος διενήργησε τη σχετική ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη ως διορισμένος τεχνικός σύμβουλος του κατηγορουμένου, αναφέρει σχετικά "το ποσοστό περιεκτικότητας αλκοόλ στο αίμα του κατά την ώρα του περιστατικού 1,90 ο/οο-2,00 ο/οο, όπως προκύπτει από απάντηση του Μ1 κατόπιν σχετικού εγγράφου μας, εμπίπτει στην κλινική κατάσταση μέθης δευτέρου βαθμού που ισοδυναμεί με blak out, όπου έχουμε στένωση συγκινησιακού επιπέδου, δηλαδή μείωση της συνείδησης κατ' εύρος και διαύγεια...".

Τονίζεται ότι, σύμφωνα και με τη νομολογία των δικαστηρίων, ένδειξη ύπαρξης πλήρους μέθης υπάρχει όταν το ποσοστό οινοπνεύματος στο αίμα ξεπερνά το 3,00 ο/οο.

Ο κατηγορούμενος δια του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού του δεν αμφισβητεί το ανωτέρω ποσοστό, εκτιμά όμως ότι το ποσοστό της αλκοόλης κατά τον χρόνο της πράξης "υπερέβαινε κατά πολύ το όριο των 2,00 ο/οο", αναφερόμενος αόριστα στην "εξαφάνιση" της αλκοόλης και την "επιτάχυνση" της αποβολής αυτής με βάση και την ηλικία του υπαιτίου.

Οι παράγοντες όμως αυτοί προφανές είναι ότι ελήφθησαν υπόψη κατά τον σχετικό υπολογισμό του ποσοστού του οινοπνεύματος στο αίμα του κατηγορουμένου τόσο από τον ιατροδικαστή Λέκτορα Μ2, όσο και τον Αναπληρωτή Καθηγητή Μ1. Όσον και να προσπαθεί όμως να ανεβάσει ο κατηγορούμενος το συγκεκριμένο ποσοστό του οινοπνεύματος στο αίμα του δεν μπορεί αυτό σε καμμία περίπτωση να ανέλθει σ' αυτό του 3,00 ο/οο που συνιστά απόδειξη ύπαρξης πλήρους μέθης και γι' αυτό, ισχυριζόμενος διατάραξη της συνείδησης του, ανατρέχει στη συνεκτίμηση της "κλινικής εικόνας" του υπαιτίου.

Πράγματι, λοιπόν, η συμπεριφορά του κατηγορουμένου πριν, κατά και μετά την τέλεση της πράξης του δεν επιβεβαιώνει ύπαρξη πλήρους μέθης. Αντίθετα μάλιστα περίτρανα αποκλείει παντελώς την ύπαρξη αυτής. Η εικόνα λοιπόν του κατηγορουμένου, λίγο πριν την τέλεση του εγκλήματος, ήταν τέτοια που οδήγησε τον συνάδελφο του Ζ2, ο οποίος τον συνόδευσε μέχρι την είσοδο του Ξενοδοχείου, να τον εμπιστευθεί ώστε να γυρίσει μόνος του στο δωμάτιο του.

Ένα πλήρως μεθυσμένο άτομο δεν εμπνέει τέτοια εμπιστοσύνη και πολύ περισσότερο δεν είναι σε θέση να επιβάλλει την άποψή του για μεταμεσονύχτιο περίπατο. Αντιθέτως, ένα πλήρως μεθυσμένο άτομο είναι απόλυτα εξαρτώμενο από την βοήθεια τρίτων προκειμένου ακόμη και να περπατήσει. Επίσης το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είχε τη μυϊκή δύναμη και ισορροπία ώστε να επιφέρει αλλεπάλληλα μεγάλης έντασης και ευστοχίας χτυπήματα στο πρόσωπο του θύματος αποτρέπουν χαρακτηρισμό το μέθης του ως πλήρους.

Τέλος, η εικόνα του κατηγορουμένου, αμέσως μετά την τέλεση της πράξης του, όπως περιγράφηκε από τους αστυνομικούς και τον σκοπό της φυλακής, παρέπεμπε πρωτίστως σε ταραγμένο-φοβισμένο άτομο και δευτερευόντως σε μεθυσμένο. Όσον αφορά στο κενό μνήμης που φέρεται να παρουσίαζε και να εξακολουθεί να παρουσιάζει ο κατηγορούμενος θα πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα:

Κατ' αρχάς δεν υπάρχει τρόπος για να διαπιστωθεί αν όντως υφίσταται τέτοιο κενό. Σ' αυτό το σημείο είμαστε "υποχρεωμένοι" να πιστέψουμε τον κατηγορούμενο, ελλείψει άλλων στοιχείων που να συνηγορούν προς το αντίθετο. Επίσης, κενό μνήμης, όπως προκύπτει από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης των Ψυχιάτρων ...

και .... , μπορεί να παρουσιασθεί όχι μόνο εξαιτίας προηγούμενης κατάχρησης αλκοόλ (blak out αλκοολικών) αλλά και εξαιτίας καταστάσεων συναισθηματικής φόρτισης από σημαντικά πρόσφατα γεγονότα (αμνησία αποσυνδετικού τύπου). Επίσης και ο μηχανισμός απώθησης, που σύμφωνα με την ως άνω πραγματογνωμοσύνη χρησιμοποιεί πολύ ο κατηγορούμενος, μπορεί να επιφέρει απώλεια μνήμης.

Παρ' όλα αυτά, ακόμη και αν θεωρήσουμε ότι η αμνησία του κατηγορουμένου οφείλεται αποκλειστικά στην προηγούμενη κατανάλωση αλκοόλ, η ύπαρξη της συσκότισης αυτής (blak out) παραπέμπει μεν σε διαταραχή της συνείδησης λόγω χρήσης αλκοόλ, αλλά από κανένα στοιχείο της ως άνω πραγματογνωμοσύνης (ούτε καν των τεχνικών συμβούλων) δεν συνδέεται με τέτοιου μεγέθους διαταραχή που να παραπέμπει αποκλειστικά σε πλήρη μέθη.

Συνεπώς, με διαγνωστικό εργαλείο την γενικότερη εικόνα του κατηγορουμένου (τρόπος δράσης του πριν, κατά και μετά την πράξη) σε συνδυασμό με το ποσοστό αλκοόλ στον οργανισμό του (1,62 ο/οο-2,00 ο/οο), συμπεραίνεται ότι ο κατηγορούμενος κατανάλωσε μεν αρκετή ποσότητα αλκοόλ, αλλά όχι τόση που να τον οδηγήσει σε κατάσταση πλήρους μέθης και συνακόλουθης μη αντίληψης του αδίκου της πράξης του.

Άλλωστε, ένας από τους λόγους της μέγιστης ταραχής που βρισκόταν αμέσως μετά την πράξη του ήταν ακριβώς η αντίληψη αυτή περί του αδίκου της πράξεως της ανθρωποκτονίας που είχε τελέσει. Επίσης, όπως προκύπτει από την ένταση και επιτυχία των επανειλημμένων χτυπημάτων του στο θύμα, ο κατηγορούμενος, εκτός από την αντίληψη για το άδικο της πράξης του, είχε και τη δυνατότητα κατεύθυνσης των μυϊκών του κινήσεων σύμφωνα με τις αξιολογήσεις της συνειδήσεως του, δηλαδή είχε την ικανότητα να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη του για το άδικο της πράξης του.

Βέβαια, η μη πλήρης μέθη του κατηγορουμένου τον δυσκόλευε σημαντικά (ουσιωδώς) να αντιληφθεί το άδικο και να συμμορφωθεί με αυτή του την αντίληψη. Πλην όμως, για να έχει νομική σημασία αυτή η "ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό" θα πρέπει η (μη πλήρης) μέθη του κατηγορουμένου να χαρακτηρισθεί ως ανυπαίτια.

Για να χαρακτηρισθεί δε ως ανυπαίτια θα πρέπει να μην οφείλεται σε πρόθεση ή αμέλεια του δράστη, δηλαδή θα πρέπει η μέθη να μην προέρχεται από σφάλμα του, αλλά να οφείλεται σε τυχαίο γεγονός ή ανωτέρα βία.

Εν προκειμένω ο κατηγορούμενος κατανάλωσε με δική του πρωτοβουλία αλκολούχα ποτά γνωρίζοντας την πιθανότητα να τον οδηγήσουν σε κατάσταση μέθης. Επομένως η μη πλήρης μέθη του κατηγορουμένου ήταν συγχρόνως και υπαίτια. Ενόψει των ανωτέρω ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε βρασμό ψυχικής ορμής και όταν διέπραξε την πράξη του αυτή δεν βρισκόταν σε κατάσταση πλήρους μέθης συνεπεία της οποίας να είχε διαταραχθεί η συνείδηση του. Δεν συντρέχει δηλαδή εν προκειμένω περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 34 ΠΚ, αλλά η πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση που τέλεσε ο κατηγορούμενος είναι καταλογιστή και δεν συντρέχει περίπτωση άρσεως του καταλογισμού αυτού κατ' άρθρο 34 Π Κ. Κατά συνέπεια θα πρέπει ν' απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί μεταβολής της κατηγορίας από ανθρωποκτονία εκ προθέσεως (σε βρασμό ψυχικής ορμής) σε έγκλημα σε υπαίτια μέθη (άρθρο 193 ΠΚ), αφού για να τύχει εφαρμογής το άρθρο αυτό θα πρέπει να υφίσταται κατάσταση που να αποκλείει κατά το άρθρο 34 ΠΚ την ικανότητα για καταλογισμό, δηλαδή να υφίσταται πλήρης μέθη. Τέλος, ακόμη και η ουσιώδης μείωση του κατηγορουμένου για καταλογισμό δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, διότι αυτή οφείλεται σε υπαίτια μέθη (άρθρο 36 παρ. 2 ΠΚ).

Εξάλλου, αναφορικά με τους παραπάνω αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου -δεύτερο, τρίτο και τέταρτο κατά την καταχώρηση- περί μεταβολής της κατηγορίας από ανθρωποκτονία σε βρασμό ψυχικής ορμής (άρθρο 299 παρ. 2 ΠΚ) σε θανατηφόρο σωματική βλάβη (άρθρο 311 εδ. α'ΠΚ) και περαιτέρω, γενομένης δεκτής της μεταβολής, αθώωσης αυτού λόγω νομιζόμενης άμυνας καθ' υπέρβαση ή καθ' υπέρβαση των ορίων της άμυνας, η οποία (υπέρβαση) αποδίδεται σε φόβο και ταραχή, άλλως, επικουρικά, να κριθεί ένοχος ανθρωποκτονίας από αμέλεια (άρθρο 302 ΠΚ), παρατηρούνται τα ακόλουθα:

Στην προκειμένη περίπτωση οι εμπειρικά παρατηρήσιμες ενδείξεις που σηματοδοτούν τον δόλο του κατηγορουμένου είναι: α) τα μέσα που χρησιμοποίησε ο δράστης, β) το μέρος του σώματος στο οποίο κατηύθυνε την ενέργειά του και γ) η ένταση της πράξης του. Η εικόνα του θύματος με βάση την ιατροδικαστική έκθεση παραπέμπει σε επανειλημμένα ισχυρά χτυπήματα, με τα χέρια και κυρίως με τα πόδια (τακούνι του παπουτσιού) που είχαν ως κατεύθυνση το κεφάλι του θύματος.

Στη σχετική ιατροδικαστική έκθεση αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι πρόκειται για πρόσωπο άγρια κακοποιημένο με διάχυτους μώλωπες και αιματώματα εντονότερα στην περιοχή των οφθαλμών… επιπέδωση της ρινός με κατάγματα συντριπτικά ρινικών οστών.. τα παραπάνω επηνέχθησαν με αλλεπάλληλα ισχυρά πλήγματα ιδιαιτέρας σφοδρότητος… ουδέν εκ του θώρακος και της κοιλίας».

Ο κατηγορούμενος κατάφερε με αγριότητα και σφοδρότητα αλλεπάλληλα χτυπήματα (γρόνθο και με το τακούνι του παπουτσιού του) κυρίως στο πρόσωπο του θύματος, το πιο ευαίσθητο σημείο του ανθρωπίνου σώματος. Αν δεν επεδίωκε να θανατώσει το θύμα του, θα κατάφερε τα χτυπήματα αυτά έστω σε άλλο μέρος του σώματος αυτού, λιγότερο επικίνδυνο.

Μάλιστα τα καίρια αυτά χτυπήματα καταφέρθηκαν από τον κατηγορούμενο όταν το θύμα του ήταν πλέον σχεδόν ακινητοποιημένο στο έδαφος, παντελώς εξουδετερωμένο. Πράγματι αρχικά γρονθοκόπησε ο κατηγορούμενος το θύμα του και όταν αυτό βρέθηκε στο έδαφος ανήμπορο ν'αντιδράσει, αυτός (κατηγορούμενος) κατάφερε στο πρόσωπο και την περιλαίμιο περιοχή του σώματος του θύματος- όπως συνάγεται από την περιγραφή των τραυμάτων που προξενήθηκαν στην ιατροδικαστική έκθεση- ισχυρά χτυπήματα με το δεξί πόδι του.

Τα χτυπήματα αυτά ήταν ιδιαίτερα ισχυρά, αφού ο κατηγορούμενος στηριζόμενος στο αριστερό του πόδι ανασήκωνε ελαφρά, περίπου πέντε εκατοστά του μέτρου, το δεξί του ποδι και το κατέβαζε με βιαιότητα χτυπώντας με το τακούνι του παπουτσιού του τον άτυχο Χ1 στο πρόσωπο. Η βίαιη αυτή κίνηση του ποδιού του κατηγορουμένου, όπως προέκυψε και από την επίδειξη που κληθείς ο μάρτυς Ψ2.

Έκανε στο δικαστήριο, ήταν παλινδρομική, δίκην εμβόλου, και έλαβε χώρα τουλάχιστον τρεις φορές. Ο κατηγορουμένος χτυπούσε με βιαιότητα το θύμα του και μάλιστα η βιαιότητα αυτή αυξανόταν όσο πιο ακίνδυνο γι'αυτόν ήταν το θύμα του. Προκειμένου μάλιστα να εξασφαλιστεί ο θάνατος του θύματος ο κατηγορούμενος, μετά τα παραπάνω χτυπήματα, έσπρωξε το «άψυχο σώμα» του προς το πρανές του παρακείμενου ποταμού ... .

Απ'όλα αυτά σαφώς και ανενδοίαστα προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος επεδίωκε το θάνατο του Χ1 και συνακόλουθα ο δόλος του ήταν ανθρωποκτόνος. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι δεν είχε ανθρωποκτόνο δόλο και επικαλείται γι'αυτό ότι δεν είχε καμμία γνωριμία με το θύμα, ότι συναντήθηκε τυχαία με αυτό και ότι δεν είχε διαφορές με τον Χ1.

Τα στοιχεία αυτά όμως δεν αναιρούν τον ανθρωποκτόνο δόλο του. Η τυχαία συνάντηση του κατηγορουμένου με το θύμα του και η κατ΄αυτή αναπάντεχη σεξουαλική επίθεση που δέχθηκε ο κατηγορούμενος επιβεβαιώνουν μάλιστα την ύπαρξη του ανθρωποκτόνου δόλου, ο οποίος ευρίσκει αφετηρία και έρεισμα στο βρασμό ψυχικής ορμής συνεπεία της κατά τα προαναφερθέντα σεξουαλικής επίθεσης που δέχθηκε ο κατηγορούμενος.

Κατά συνέπεια σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν θα πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί μεταβολής της κατηγορίας σε θανατηφόρο σωματική βλάβη (άρθρο 311 εδ. α' ΠΚ) και συνακόλουθα αλυσιτελώς ν'απορριφθοΰν ως ουσία αβάσιμοι και οι προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμοί περί αθωώσεως του κατηγορουμένου γιατί τη πράξη της θανατηφόρου σωματικής βλάβης για την οποία θα μπορούσε να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος τελέστηκε καθ' υπέρβαση είτε άμυνας είτε νομιζόμενης άμυνας λόγω φόβου και ταραχής, επικουρικά δε περί κήρυξης του κατηγορουμένου ενόχου για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια.

Τέλος αναφορικά με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου -πέμπτο και έκτο κατά την καταχώρηση- περί αθώωσης αυτού για την πράξη της ανθρωποκτονίας σε βρασμό ψυχικής ορμής (άρθρο 299 παρ. 2 ΠΚ) λόγω νομιζόμενης άμυνας καθ' υπέρβαση ή καθ' υπέρβαση των ορίων της άμυνας, η οποία (υπέρβαση) αποδίδεται σε φόβο και ταραχή άλλως, επικουρικά, να κριθεί ένοχος ανθρωποκτονίας από αμέλεια (άρθρο 302 ΠΚ), παρατηρούνται τα ακόλουθα:Ο κατηγορούμενος επικαλείται με τους παραπάνω αυτοτελείς ισχυρισμούς του ότι τέλεσε την πράξη του σε άμυνα (άρθρο 22 ΠΚ) και επικουρικά ότι υπερέβη τα όρια της άμυνας εξαιτίας φόβου και ταραχής που του προκάλεσε η επίθεση (άρθρο 23 εδ.

β' ΠΚ). Ως επίθεση δε χαρακτηρίζει την προσπάθεια του θύματος να εισαγάγει το πέος του στο στόμα του. Όμως τέτοιου είδους κίνηση του θύματος δεν συνάγεται από κάποιο αντικειμενικό στοιχείο. Υπενθυμίζεται ότι το θύμα βρέθηκε μεν να φέρει ίχνη σπέρματος στο εσώρουχο του, αλλά ταυτοχρόνως βρέθηκε με κουμπωμένο (έστω και βιαστικά) το παντελόνι του (βλ.

καταθέσεις μαρτύρων Ψ2. και Ψ1.). Αυτό σημαίνει ότι η οποιασδήποτε μορφής συμπεριφορά του θύματος που ανάγεται στη γενετήσια σφαίρα και κατέληξε με την προηγηθείσα εξαγωγή του πέους του σε εκσπερμάτωση είχε ήδη λάβει τέλος με πρωτοβουλία του ίδιου του θύματος πριν ο κατηγορούμένος αρχίσει να τον χτυπά.

Μάλιστα αυτή η συμπεριφορά του θύματος, που προηγήθηκε, ανεξαρτήτως από το αν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως επιθετική και άδικη πράξη, δεν μπορεί να συνοδευόταν από προσπάθεια του να εισαγάγει το πέος του στο στόμα του κατηγορουμένου, διότι σ'αυτή την περίπτωση είναι παράλογο ο κατηγορούμενος να μην αντιδράσει άμεσα, αλλά να περιμένει πρώτα να εκσπερματώσει ο Χ1, να κουμπώσει έστω και βιαστικά το παντελόνι του και εν συνεχεία να του αντεπιτεθεί.

Συνεπώς τα ίχνη σπέρματος του θύματος, που βρέθηκαν στο εσώρουχο του, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το θύμα βρέθηκε με κουμπωμένο (έστω και βιαστικά) το παντελόνι, μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπήρξε μεν μια συμπεριφορά του θύματος που ανάγεται στη γενετήσια σφαίρα και κατέληξε σε εκσπερμάτωση, αλλά η συμπεριφορά αυτή, αφ' ενός μεν δεν συνίστατο σε προσπάθεια του θύματος να εισαγάγει το πέος του στο στόμα του κατηγορουμένου, αφ' ετέρου δε είχε ήδη λάβει τέλος τη στιγμή που ο κατηγορούμενος άρχισε να τον γρονθοκοπεί και να το κλωτσά.

Με άλλα λόγια η συμπεριφορά του Χ1 την στιγμή που άρχισε να δέχεται τα χτυπήματα δεν έβλαπτε ούτε έβαζε σε άμεσο κίνδυνο κάποιο έννομο αγαθό του κατηγορουμένου, δηλαδή δεν ήταν πλέον παρούσα. Ως εκ τούτου δεν υφίσταται "κατάσταση άμυνας", όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 22 παρ. 2 ΠΚ. Μόλις που χρειάζεται να σημειωθεί ότι, ελλείψει κατά τα ανωτέρω παρούσας επίθεσης που αποτελεί βασική προϋπόθεση της άμυνας, δεν γεννάται ζήτημα υπέρβασης των ορίων της άμυναςΘα πρέπει λοιπόν ν' απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί διαπράξεως του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε βρασμό ψυχικής ορμής καθ' υπέρβαση, λόγω φόβου και ταραχής, είτε άμυνας είτε νομιζόμενης άμυνας.

Συνακόλουθα αλυσιτελώς θα πρέπει ν' απορριφθεί και ο προβληθείς επικουρικά αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί κήρυξης αυτού ενόχου για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια».

Με αυτά που δέχθηκε το προαναφερόμενο δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση την κατά την ανωτέρω έννοια ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση με βρασμό ψυχικής ορμής και τον απορριφθέντα, σε σχέση με την πράξη αυτή αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι πρέπει να κηρυχθεί αθώος για την άνω πράξη λόγω νομιζόμενης άμυνας καθ'υπέρβαση η οποία αποδίδεται σε φόβο και ταραχή άλλως επικουρικά, να κριθεί ένοχος ανθρωποκτονίας εξ αμελείας, αφού εκτίθενται σ'αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε βρασμό ψυχικής ορμής, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του αναιρεσείοντος, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 299 παρ.2 σε συνδ.

με την παρ. 1 ΠΚ που εφάρμοσε και τις οποίες έτσι ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, α) ως προς τον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος της «νομιζόμενης άμυνας» το προαναφερόμενο δικαστήριο με την νομική του σκέψη ότι η νομιζόμενη άμυνα θα πρέπει να κριθεί ως νομική πλάνη και να οδηγήσει στην άρση του καταλογισμού μόνο εφόσον κριθεί συγγνωστή με τις κατά τα ανωτέρω παραδοχές και ιδία ότι «η συμπεριφορά του θύματος που προηγήθηκε, ανεξαρτήτως αν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως άδικη και επιθετική…, διότι σ'αυτή την περίπτωση είναι παράλογο ο κατηγορούμενος να μην αντιδράσει άμεσα αλλά να περιμένει πρώτα… να κουμπώσει το παντελόνι και μετά να επιτεθεί… αλλά η συμπεριφορά αυτή (θύματος) δεν συνίστατο σε προσπάθεια να εισαγάγει το πέος του στο στόμα του κατηγορουμένου… είχε δε λάβει τέλος τη στιγμή που ο κατηγορούμενος άρχισε να το γρονθοκοπεί και να το κλωτσά… δεν έβλαπτε ούτε έβαζε σε άμεσο κίνδυνο κάποιο έννομο αγαθό του κατηγορουμένου, δηλαδή δεν ήταν πλέον παρούσα» προκύπτει ότι έκρινε πέραν του ότι δεν υφίστατο «κατάσταση άμυνας» και η νομική πλάνη, δεν ήταν συγγνωστή και ως εκ τούτου απέρριψε τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό με την ίδια ανωτέρω αιτιολογία η οποια είναι επαρκής, β) ως προ της αιτίαση του αναιρεσείοντος για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και στέρηση νομίμου βάσης, λόγω διαπίστωσης στην απόφαση, ανθρωποκτόνου δόλου, που προϋποθέτει ελεγχόμενη και απόλυτη πηδαλιουχούμενη δράση, πράγμα που έρχεται σε προφανή αντίφαση με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης όσον αφορά στο κενό μνήμης, ύπαρξη συσκότισης (black out) στον κατηγορούμενο πρέπει να λεχθεί ότι πρόκειται για φαινομενική και ουχί πραγματική αντίφαση διότι από τις κατωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης «και αν θεωρήσουμε ότι η αμνησία του κατηγορουμένου οφείλεται αποκλειστικά στην προηγούμενη κατανάλωση αλκοόλ, η ύπαρξη της συσκότισης αυτής (black out) παραπέμπει μεν σε διαταραχή της συνείδησης λόγω χρήσεως αλκοόλ αλλά από κανένα στοιχείο της ως άνω πραγμ/σύνης (ούτε καν αυτής των τεχνικών συμβούλων) δεν συνδέεται με τέτοιου μεγέθους διαταραχή που να άγει αποκλειστικά σε πλήρη μέθη.

Συνεπώς… αλλά όχι τόση που να τον οδηγήσει σε κατάσταση πλήρους μέθης και συνακολούθως μη αντίληψης του αδίκου της πράξης του… Επίσης όπως προκύπτει από την ένταση και την επιτυχία των επανειλημμένων χτυπημάτων του στο θύμα ο κατηγορούμενος εκτός από την αντίληψη για το άδικο της πράξης του είχε και τη δυνατότητα κατεύθυνσης των μυίκών του κινήσεων σύμφωνα με τις αξιολογήσεις της συνειδήσεως του δηλαδή είχε την ικανότητα να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη του για το άδικο της πράξης του» προκύπτει ότι αυτή (απόφαση) με σαφήνεια κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη για την οποία κατηγορείται σε βρασμό ψυχικής ορμής.

Συνεπώς η ως άνω αιτίαση είναι αβάσιμη, καθό μέρος δε πλήττεται μ'αυτή η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου είναι απαράδεκτη.

Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης –έλλειψη νόμιμης βάσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αναίρεση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ) καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 14 Σεπτεμβρίου 2004 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ'αρ.35/2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας που ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ