Supreme Court allows appeal against default judgment due to plaintiff's failure to prove standing at the time of filing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a final default judgment, ruling that the plaintiff lacked standing when the initial claim was filed. The court found that while the plaintiff later acquired the right to the debt through assignment, this acquisition occurred after the default judgment was issued. Consequently, the court remanded the case for retrial to determine the validity of the claim based on the correct timeline of events.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 495 of the Code of Civil Procedure; A default judgment is void if the plaintiff was not the proper creditor at the time of filing, even if they later acquire the right through assignment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 753 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 753/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "EUROBANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Γ. του Δ., κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αντωνιάδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της Προσθέτως Παρεμβαίνουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "DOVALUE GREECE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και τον διακριτικό τίτλο "DOVALUE GREECE", πρώην με την επωνυμία "EUROBANK FPS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, με την ιδιότητά της ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "CAIRO NO.2 FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", που εδρεύει στην Ιρλανδία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/12/2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12630/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2673/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/3/2018 αίτησή της. Με την υπ' αριθμ. …./2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο η από 15-3-2018 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων ύστερα από την υπ' αριθμ. …/2022 πράξη του Προέδρου του τμήματος λόγω επανασυζήτησης κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ.
Υπόκειται προς κρίση η από 15-3-2018 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 632 επ. ΚΠολΔ υπ' αριθμ. 2673/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσ/κης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε κατ' ουσίαν δεκτή η από 30-11-2015 έφεση του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της υπ' αριθμ. 12630/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/κης, η οποία είχε απορρίψει την από 2-12-2013 ανακοπή του κατά της υπ' αριθμ. …../2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/κης, την οποίαν είχε εκδώσει η καθ' ης η ανακοπή, ήδη αναιρεσείουσα, και υποχρέωνε τον ανακόπτοντα να της καταβάλει το ποσό των 135.491, 96 ευρώ από σύμβαση πίστωσης αλληλόχρεου λογαριασμού και το ποσό των 2845 ευρώ για δικαστική δαπάνη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ αν, σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει τον διάδικο αυτόν. Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ προκύπτει σαφώς, ότι πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.
Το ότι στη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, στην οποία απαριθμούνται οι εφαρμοζόμενες και στην αναιρετική διαδικασία άλλες (πλην αυτών του κεφαλαίου περί αναίρεσης) διατάξεις του ΚΠολΔ, δεν μνημονεύεται και το άρθρο 80 ΚΠολΔ δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ της αντίθετης άποψης, διότι οι διατάξεις του πρώτου βιβλίου του ΚΠολΔ, στο οποίο περιλαμβάνεται και το άρθρο 80, εφαρμόζονται σε όλες τις διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 εδ. α' και 215 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους δηλ. με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση ως αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας.
Η κοινοποίηση της πρόσθετης παρέμβασης, που ασκείται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει, εφόσον δεν ζητήθηκε και δεν διατάχθηκε σύμφωνα με το άρθρο 150 ΚΠολΔ σύντμηση προθεσμίας, να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της άσκησής της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα.
Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειες της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012), ή όταν υπάρχει ταυτότητα ή ουσιώδης συνάφεια του κρινόμενου δικαίου προς αυτό του τρίτου.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.
Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.
Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που μετά την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης σε δίκη μεταξύ του αληθούς δικαιούχου διαδίκου και τρίτου και ενώ έχει ήδη δημιουργηθεί δεδικασμένο μεταξύ των τελευταίων κατέστη δυνάμει νόμου αποκλειστικώς νομιμοποιούμενος μη δικαιούχος διάδικος του διαδίκου, διότι όταν η δίκη διεξήχθη νομιμοποιούνταν αποκλειστικώς και είχε εξουσία διάθεσης ο δικαιούχος ή υπόχρεος διάδικος, όμοια όπως ισχύει όταν ο μη δικαιούχος διάδικος έχει αποκλειστική νομιμοποίηση και εξουσία διάθεσης και το δεδικασμένο της απόφασης ισχύει και απέναντι στο δικαιούχο διάδικο.
Ανεξάρτητα απ' αυτό, ως προς τον ειδικότερο προσδιορισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς συνηγορεί και το ότι ο καταστάς αποκλειστικώς μη δικαιούχος διάδικος με διάταξη νόμου, που δικαιολογεί και το έννομο συμφέρον εκ του νόμου για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης, δεν μπορεί να εξαρτά τη δικονομική του θέση από την δικονομική θέση του διαδίκου υπέρ του οποίου παρενέβη και πρέπει να του αναγνωριστούν εξουσίες κύριου διαδίκου πλασματικώς αναγκαίου ομοδίκου, κάτι που δεν ισχύει εάν η πρόσθετη παρέμβαση χαρακτηριστεί ως απλή.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 § 1 του ν. 3156/2003, τιτλοποίηση απαιτήσεων είναι η μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων λόγω πώλησης με σύμβαση που καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος, σε συνδυασμό με την έκδοση και διάθεση, με ιδιωτική τοποθέτηση μόνον, ομολογιών οποιουδήποτε είδους ή μορφής, η εξόφληση των οποίων πραγματοποιείται:
α) από το προϊόν είσπραξης των επιχειρηματικών απαιτήσεων που μεταβιβάζονται ή β) από δάνεια, πιστώσεις ή συμβάσεις παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων. Ως "ιδιωτική τοποθέτηση" θεωρείται η διάθεση των ομολογιών σε περιορισμένο κύκλο προσώπων, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα εκατόν πενήντα. "Μεταβιβάζων", κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, μπορεί να είναι έμπορος με εγκατάσταση στην Ελλάδα και "αποκτών" νομικό μόνο πρόσωπο - ανώνυμη εταιρία - με σκοπό την απόκτηση και την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (Εταιρία Ειδικού Σκοπού).
Η εταιρία καταβάλλει το τίμημα και "τιτλοποιεί" τις απαιτήσεις εκδίδοντας αξιόγραφα "ομολογίες" ονομαστικής αξίας τουλάχιστον 100.000 € η κάθε μία (βλ. παρ. 5 του άρθρου αυτού). Στην πιο απλή μορφή της, η τιτλοποίηση συνίσταται στην εκχώρηση (μεταβίβαση λόγω πωλήσεως) απαιτήσεων από έναν ή περισσότερους τομείς δραστηριότητας μιας εταιρίας προς μια άλλη εταιρία, η οποία έχει ως ειδικό σκοπό την αγορά των εν λόγω απαιτήσεων έναντι τιμήματος.
Το τίμημα καταβάλλεται από το προϊόν της διάθεσης σε επενδυτές ομολογιών, στο πλαίσιο ομολογιακού δανείου που η λήπτρια εταιρία εκδίδει για το σκοπό αυτό. Η πώληση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. του ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. του ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού (§ 6).
Η σύμβαση μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων καταχωρίζεται σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000 (§ 8). Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο επέρχεται η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, εκτός αν άλλως ορίζεται στους όρους της σύμβασης, η μεταβίβαση αναγγέλλεται εγγράφως από τον μεταβιβάζοντα ή την εταιρεία ειδικού σκοπού στον οφειλέτη (§ 9).
Ως αναγγελία λογίζεται η καταχώριση της σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 8 του ιδίου άρθρου. Πριν από την αναγγελία δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα που απορρέουν από τη μεταβίβαση (εκχώρηση) λόγω πώλησης της παρ. 1. Η ανωτέρω καταχώριση γίνεται με δημοσίευση (κατάθεση εντύπου, η μορφή του οποίου καθορίστηκε με την 161338/30-10-2003 - ΦΕΚ Β' 1688/2003 υπουργική απόφαση και ήδη με την 20783/09-11-2020 - ΦΕΚ Β' 4944/09-11-2020 - απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης) στο ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, ως ενεχυροφυλακεία δε έως την ίδρυση τους με π.δ.
ορίζονται τα κατά τόπους λειτουργούντα σήμερα υποθηκοφυλακεία ή κτηματολογικά γραφεία της έδρας των Πρωτοδικείων. Συνοπτικώς, τα στοιχεία που περιέχονται στο άνω έντυπο με την προκαθορισμένη μορφή είναι: α) τα στοιχεία των συμβαλλομένων, β) οι όροι της σύμβασης (λ.χ. νόμισμα και ποσό του τιμήματος της αγοράς), γ) ο τύπος των επιχειρηματικών απαιτήσεων, δ) το οφειλόμενο κεφάλαιο ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο, ε) τα στοιχεία των οφειλετών και οι παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις .
Περαιτέρω, ο ως άνω νόμος προβλέπει ότι επί μία τέτοιας μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων από Τράπεζα σε μία εταιρεία ειδικού σκοπού είναι δυνατό να ανατεθεί με έγγραφη σύμβαση, η οποία σημειώνεται στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 (§ 16), η διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, το οποίο στην περίπτωση που η εταιρεία ειδικού σκοπού (απόκτησης) δεν εδρεύει στην Ελλάδα, πρέπει να είναι εγκατεστημένο στην Ελλάδα.
Ειδικότερα, για την ως άνω σύμβαση διαχείρισης, η παράγραφος 14 του ως άνω άρθρου 10, ορίζει τα ακόλουθα: "Με σύμβαση που συνάπτεται εγγράφως η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό Ίδρυμα που παρέχει νομίμως υπηρεσίες σύμφωνα με το σκοπό του στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή και σε τρίτο, εφόσον ο τελευταίος είτε είναι εγγυητής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων είτε ήταν επιφορτισμένο με τη διαχείριση ή την είσπραξη των απαιτήσεων πριν τη μεταβίβασή τους στον αποκτώντα.
Αν η εταιρεία ειδικού σκοπού δεν εδρεύει στην Ελλάδα και οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις είναι απαιτήσεις κατά καταναλωτών πληρωτέες στην Ελλάδα, τα πρόσωπα στα οποία ανατίθεται η διαχείριση πρέπει να έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα. Σε περίπτωση υποκατάστασης του διαχειριστή, ο υποκατάστατος ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διαχειριστή".
Εξ άλλου, με τον ν. 4354/2015 εισήχθησαν στην ελληνική έννομη τάξη δύο διακριτά εταιρικά σχήματα οι "εταιρείες απόκτησης" (ΕΑΑΔΠ) και οι "εταιρείες διαχείρισης" απαιτήσεων εκ δανείων και πιστώσεων (ΕΔΑΔΠ), οι οποίες δραστηριοποιούνται υπό την εποπτεία της Τραπέζης της Ελλάδος, ενώ προβλέπονται δύο νέα συμβατικά μορφώματα, η σύμβαση πώλησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και η σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις.
Αμφότερα τα συμβατικά μορφώματα υπόκεινται σε σοβαρούς περιορισμούς, ως προς τον τύπο, τα πρόσωπα που δικαιούνται να συμβληθούν και το περιεχόμενο τους (1 § 1 στ. α7, β', 1 § 1 στ. γ', 2 § 1 Ν. 4354/2015 κ.α.). Σύμφωνα με το άρθρο 1 § 1 στ. β' ν. 4354/2015 συμβαλλόμενα μέρη στη σύμβαση πώλησης μπορούν να είναι μόνον πιστωτικά ιδρύματα ως πωλητές και μόνον ΕΑΑΔΠ ως αγοραστές.
Αντίστοιχα στη σύμβαση διαχείρισης δύνανται να συμβάλλονται αφενός πιστωτικά ιδρύματα ή ΕΑΑΔΠ και αφετέρου ΕΔΑΔΠ. Ειδικότερα, οι ΕΔΑΔΠ είναι ανώνυμες εταιρίες ειδικού και αποκλειστικού σκοπού που αποτελούν χρηματοδοτικά ιδρύματα και οφείλουν να λαμβάνουν ειδική άδεια λειτουργίας από την ΤτΕ (παρ.
Ια). Αντικείμενο της δραστηριότητάς τους ορίζεται η διαχείριση των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις πιστωτικών ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων (άρθρο 1 παρ. Ια), οι οποίες μπορεί να είναι είτε καθυστερούμενες είτε ενήμερες. Το άρθρο 2 §§ 1 - 3 ν. 4354/2015 προβλέπει ότι στις Εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) δύναται να ανατίθεται η διαχείριση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων ή και πιστώσεων που έχουν χορηγηθεί ή χορηγούνται από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, πλην του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (2 § 1 Ν. 4354/2015 και 2 § 5 στ.
δ' Ν. 4261/2014 σε συνδυασμό). Η παραπάνω ρύθμιση εισάγει διττό περιορισμό ως προς το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής της. Αφενός εξουσιοδοτών μπορεί να είναι μόνον πιστωτικό ίδρυμα ή ΕΑΑΔΠ, ενώ διαχειριστής μπορεί να είναι μόνον αδειοδοτημένη ΕΔΑΔΠ (1 § 1 στ. α' Ν. 4354/2015). Αντίστοιχα, η μεταβίβαση απαιτήσεων από πιστωτικές συμβάσεις που ρυθμίζεται στο άρθρο 3 Ν.4354/2015, μπορεί να γίνεται μόνον προς αδειοδοτημένη ΕΑΑΔΠ (ή αλλοδαπή ανάλογη εταιρεία που έχει εγκατασταθεί νόμιμα στην Ελλάδα, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 § 1 β στ' ββ και γγ' Ν.4354/2015).
Η σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων υπόκειται σε συστατικό έγγραφο τύπο (2 § 2 εδ. α' Ν.4354/2015) και περιλαμβάνει κατ' ελάχιστο περιεχόμενο τα ακόλουθα: (α) τις προς διαχείριση απαιτήσεις και το τυχόν στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης (β) τις πράξεις της διαχείρισης, οι οποίες μπορεί να συνίστανται ιδίως στη νομική και λογιστική παρακολούθηση, την είσπραξη, τη διενέργεια διαπραγματεύσεων με τους οφειλέτες των προς διαχείριση απαιτήσεων και τη σύναψη συμβάσεων συμβιβασμού κατά την έννοια των άρθρων 871 - 872 ΑΚ ή ρύθμισης και διακανονισμού οφειλών σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας, όπως έχει θεσπισθεί με την υπ' αριθμ. 116/25.8.2014 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος κατ' εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4224/2013- (γ) την καταβλητέα αμοιβή διαχείρισης, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να μετακυλίεται στον υπόχρεο καταβολής της απαίτησης.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους.
Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.
του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Με βάση τη γραμματική διατύπωση της διάταξης του άρθρου 10 παρ. 14 του ν. 3156/2003 προκύπτει ότι ο νόμος, στην περίπτωση της μεταβίβασης απαιτήσεων με σκοπό την τιτλοποίηση κατά τους ορισμούς του, δεν φαίνεται να απονέμει στην εταιρεία διαχείρισης (με την οποία συμβάλλεται η εταιρεία απόκτησης) την ιδιότητα του μη δικαιούχου ή μη υπόχρεου διαδίκου, έστω και έμμεσα χωρίς πανηγυρική διατύπωση ώστε η τελευταία να ασκεί ως μη δικαιούχος διάδικος, κατά παραχώρηση του νομοθέτη, αγωγές και άλλα ένδικα βοηθήματα ενώπιον των δικαστηρίων για τα δικαιώματα της εταιρείας αποκτήσεως, αιτούμενη έννομη προστασία στο όνομά του, όπως ρητά πράττει για τις εταιρίες διαχειρίσεως του ν. 4354/2015 στο άρθρο 2 § 4 αυτού.
Με άλλα λόγια, φαίνεται ότι δεν της απονέμει ενεργητική κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση. Ρυθμίζει απλά τους όρους και το πλαίσιο της εκτέλεσης εξώδικων διαχειριστικών (νομικών ή υλικών) πράξεων με σκοπό την είσπραξη (για λογαριασμό της εντολέως της, δικαιούχου) των απαιτήσεων από τους οφειλέτες. Με βάση όμως την αντικειμενική θεωρία του κανόνος δικαίου με την οποία αναζητείται η ενυπάρχουσα στον κανόνα δικαίου λογική και κατά την τελολογική ερμηνεία σύμφωνα με την οποία αναζητείται μεταξύ των περισσότερων δυνατών νοημάτων που καλύπτονται από το γράμμα του ερμηνευόμενου κανόνα δικαίου εκείνο που επιτυγχάνει την πληρέστερη πραγμάτωση του ρυθμιστικού σκοπού του δηλ.
την πληρέστερη διασφάλιση της αξιολογικής στάθμισης των εκατέρωθεν συμφερόντων, στο περιεχόμενο της έννοιας της διαχείρισης ή είσπραξης των απαιτήσεων εντάσσεται αναμφίβολα και η δικαστική επιδίωξη αυτής με την άσκηση των πρόσφορων ενδίκων βοηθημάτων από πλευράς της εταιρείας διαχείρισης. Τούτο επιρρωνύεται και από τη συστηματική ερμηνεία των ως άνω διατάξεων, οι οποίες παρουσιάζουν νοηματική και λειτουργική συνοχή μεταξύ τους, έτσι ώστε ο κανόνας δικαίου που χρήζει ερμηνείας να ερμηνεύεται κατά τέτοιο τρόπο που να βρίσκεται σε αρμονία με τους λοιπούς κανόνες του συστήματος και με το τελευταίο ως σύνολο, εν όψει του ότι και οι δύο ως άνω νόμοι ορίζουν την διαχείριση και είσπραξη των απαιτήσεων ως βασικό τους αντικείμενο, με περαιτέρω εξειδίκευση ως προς τα δικονομικά δικαιώματα που μπορούν να ασκήσουν οι εταιρείες διαχείρισης στην μία ή στην άλλη περίπτωση.
Δηλ οι ως άνω διατάξεις που ισχύουν παράλληλα, αφού με το ν. 4904/2015 δεν καταργήθηκε η καθιερωθείσα με το ν. 3156/2003 δυνατότητα απόκτησης και διαχείρισης επιχειρηματικών δανείων κ.λ.π. με τιτλοποίηση, δεν αλληλοσυγκρούονται ή δεν αλληλοαναιρούνται, αλλά αλληλοσυμπληρώνονται και αποδείχνουν την αληθινή βούληση του νομοθέτη για την επέκταση της διαχείρισης μιας απαίτησης και στο πεδίο της δικαστικής τους επιδίωξης, εν όψει και του ότι οι απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 ν. 4354/2015 μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο τιτλοποίησης και κατά το ν. 3156/2003, ο οποίος εφαρμόστηκε αποκλειστικά για απαιτήσεις τραπεζικών ιδρυμάτων, και οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο πρόσωπο του αγοραστή στα άρθρα 1 παρ. 1 ν. 4354/2015 και 10 παρ. 2 ν. 3156/2003 είναι ίδιες.
Η μη αναφορά το ν. 3156/2003 του περιεχομένου της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 4 ν. 4354/2015 δεν σημαίνει ότι δεν θα ίσχυαν τα οριζόμενα στο περιεχόμενό της περί χαρακτηρισμού της εταιρείας διαχείρισης ως μη δικαιούχου ή υπόχρεου διαδίκου, αν δεν οριζόταν κάτι σχετικό στο ν. 4354/2015, εν όψει του ότι η ως άνω έννοια είναι γνωστή στη θεωρία και νομολογία.
Με άλλα λόγια η πηγή της νομιμοποίησης της ΕΔΑΠΔ δεν είναι μόνον η προαναφερόμενη συγκεκριμένη, ειδική, νομοθετική ρύθμιση, η οποία "απονέμει" στις εν λόγω εταιρίες την ιδιότητα του μη δικαιούχου ή μη υπόχρεου διαδίκου με πανηγυρική διατύπωση. Η διαφορετική εκδοχή κείται έξω του σκοπού του νομοθετικών διατάξεων του ν. 3156/2003 με βάση τη συστηματική και τελολογική ερμηνεία του κανόνος δικαίου, κατά τα προαναφερθέντα.
Ο νομοθέτης με το ν. 4354/2015 στην ουσία εξειδικεύει τις δικονομικές εξουσίες του διαχειριστή της απαίτησης ως μη δικαιούχου διαδίκου με βάση τη θεώρηση ότι αυτός είναι πλέον εκείνος που μπορεί να επιδιώξει την είσπραξη της απαίτησης με τα παρεχόμενα ένδικα βοηθήματα, με τις απ' εδώ απορρέουσες συνέπειες ως προς την επέκταση του δεδικασμένου της απόφασης ρυθμίζοντας μόνον την υπόθεση της δέσμευσης του δικαιούχου διαδίκου από το δεδικασμένο της απόφασης που εκδίδεται σε δίκη με τον δικαιούχο διάδικο (ΟλΑΠ 1/2023, ΑΠ 1871/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, η εδρεύουσα στο Μοσχάτο Αττικής ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " do Value Greece ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 23-1-2023 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, στην αναιρεσείουσα και στον αναιρεσίβλητο (βλ.
τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την παρεμβαίνουσα υπ` αριθμ. ….., …./27-1-2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θες/κης Ι. Μ.), άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, την από 16-1-2023 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "Cairo No 2 Finance Designated Activity Company", ειδικής διαδόχου της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας.
Ειδικότερα, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, ότι η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η αρχική επωνυμία της οποίας ήταν "Eurobank FPS", ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας από την υπ'αριθμ. ……/2006 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο λογαριασμό) που συνήψε η αναιρεσείουσα με τον αναιρεσίβλητο, ποσού 110.000 ευρώ, η οποία στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων, δυνάμει της από 18-6-2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν.2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό Πρωτοκόλλου …./….2019, έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην προαναφερθείσα αλλοδαπή εταιρεία ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού που έχει νομίμως συσταθεί και λειτουργεί στο Δουβλίνο Ιρλανδίας, η οποία, ακολούθως, ανέθεσε την διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 18-6-2019 σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων, που καταχωρήθηκε στο ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμ.
πρωτ. …/….2022 και από το παράρτημα της ως άνω σύμβασης εκχώρησης του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμ. πρωτ. …./…..2019 εμφαίνεται η ως άνω απαίτηση κατά του αναιρεσιβλήτου. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, λόγω της επέκτασης του δεδικασμένου της τελεσίδικης και αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στη μη δικαιούχο διάδικο διαχειριστή απαιτήσεων και της εκ του νόμου αποκλειστικής νομιμοποίησής του για την άσκηση των ενδίκων βοηθημάτων προς ικανοποίηση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατ` άρθρο 80 και 83 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ) (ΑΠ 467/2021).
Περαιτέρω, εκτός των προαναφερθέντων ως προς το ισχύο νομοθετικό καθεστώς της τιτλοποίησης των απαιτήσεων, σύμφωνα με την ΥΑ 161338/2003 "Οι προβλεπόμενες από το άρθρο 10 § 8 Ν 3156/2003 συμβάσεις, συντάσσονται σε έντυπο, το οποίο εκτυπώνεται σε λευκό χαρτί γραφής ... και αποτελείται από ένα φύλλο ... και διαιρείται σε δύο ημίφυλλα.
Στην πρώτη σελίδα του εντύπου αναγράφονται: 1) τα στοιχεία των συμβαλλομένων, 2) οι όροι της σύμβασης (το νόμισμα και ποσό του τιμήματος αγοράς, ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης πώλησης, εφαρμοστέο δίκαιο και δικαιοδοσία και λοιποί ουσιώδεις όροι), 3) Ο τύπος των μεταβιβαζόμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων (γενική περιγραφή της επιχειρηματικής απαίτησης και νόμισμα).
Στη δεύτερη σελίδα του εντύπου αναγράφονται: το οφειλόμενο κεφάλαιο ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο, τα ονοματεπώνυμα και δ/νσεις των οφειλετών και εγγυητών και οι παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις. Στην ίδια σελίδα τίθενται επίσης η ημερομηνία και οι υπογραφές των συμβαλλομένων και η θεώρηση αυτών.
Στην τρίτη σελίδα του εντύπου καταχωρίζονται οι τυχόν μεταβολές των συμβάσεων αυτών. Το αναλυτικό περιεχόμενο κάθε σελίδας με τις οικείες υποσημειώσεις εμφαίνεται στα προσαρτημένα στο παράρτημα της παρούσας απόφασης υποδείγματα. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι προκειμένου οι εμπορικές επιχειρήσεις (πιστωτικά ιδρύματα, μεγάλες επιχειρήσεις) να αντλήσουν περισσότερα κεφάλαια για τις χρηματοδοτικές τους ανάγκες προσφεύγουν στον ως άνω θεσμό, μεταβιβάζοντας τις απαιτήσεις τους λόγω πωλήσεως στις προς τούτο συνιστάμενες εταιρείες ειδικού σκοπού, οι οποίες τις "τιτλοποιούν " ενσωματώνοντας αυτές σε ομολογίες που εκδίδουν, τις οποίες στη συνέχεια διαθέτουν σε περιορισμένο κύκλο προσώπων, η δε εξόφλησή τους πραγματοποιείται από το προϊόν είσπραξης των επιχειρηματικών απαιτήσεων που μεταβιβάζονται ή από δάνεια, πιστώσεις ή συμβάσεις παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων, η δε μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων επέρχεται από την καταχώρηση της σχετικής έγγραφης σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000.
Η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζομένων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται με σύμβαση εντολής/διαχείρισης από την αποκτώσα εταιρεία ειδικού σκοπού με έγγραφη σύμβαση, σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, νομίμως λειτουργούν στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή σε τρίτο (είτε είναι εγγυητής των εν λόγω απαιτήσεων, είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση ή την είσπραξή τους πριν τη μεταβίβαση), καταχωρίζεται δε και αυτή η σύμβαση (όπως κάθε μεταβολή) στο παραπάνω δημόσιο βιβλίο, χωρίς ωστόσο ο νόμος (3156/2003) να απονέμει στην εταιρία διαχείρισης την ιδιότητα του κατ' εξαίρεση νομιμοποιούμενου διαδίκου (μη δικαιούχου), όπως ρητά πράττει για τις εταιρίες διαχειρίσεως του Ν 4354/2015.
Επίσης επιτρέπεται η μεταγενέστερη συμφωνία για την αναμεταβίβαση στον μεταβιβάζοντα απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν για σκοπούς τιτλοποίησης, για δε τη σημείωση της μεταβολής του δικαιούχου στη συγκεκριμένη περίπτωση αρκεί η καταχώρηση στο δημόσιο βιβλίο του άνω νόμου. Οι εν λόγω συμβάσεις (τιτλοποίησης) συντάσσονται σε συγκεκριμένο έντυπο, με αναφορά στην πρώτη σελίδα αυτού των στοιχείων των συμβαλλομένων, των όρων της σύμβασης, του τύπου των μεταβιβαζομένων απαιτήσεων, ενώ στη δεύτερη σελίδα του εντύπου αναγράφονται το οφειλόμενο κεφάλαιο ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο, ονοματεπώνυμα και διευθύνσεις οφειλετών και εγγυητών, παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις.
Τέλος στην τρίτη σελίδα καταχωρίζονται οι τυχόν μεταβολές των συμβάσεων αυτών, μεταξύ των οποίων και οι προαναφερόμενες, κατόπιν "αποτιτλοποίησης - αποχαρακτηρισμού των δανείων", όρος που καθιερώθηκε κατά τη διαδικασία επαναμεταβίβασης στον αρχικό δικαιούχο των εκχωρηθεισών προς τιτλοποίηση απαιτήσεων από τις εν λόγω δανειακές συμβάσεις, ο οποίος και χρησιμοποιείται κατά την καταχώρισή τους στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 Ν. 2844/2000.
Σύμφωνα με το άρθρο 623 ΚΠολΔ κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 αυτού μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ενώ κατά το άρθρο 624 παρ. 1 ιδίου κώδικα, η έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να ζητηθεί μόνο αν η απαίτηση δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων που οφείλεται είναι ορισμένο, δηλαδή εκκαθαρισμένο.
Παράλληλα, κατά το άρθρο 443 ΚΠολΔ, για να έχει αποδεικτική δύναμη ιδιωτικό έγγραφο πρέπει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη, ως εκδότης δε κατά την έννοια του άρθρου αυτού θεωρείται, εκείνος που αναλαμβάνει υποχρεώσεις από το έγγραφο, δίχως, επομένως, να απαιτείται βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του από δημόσια αρχή.
Κατά το άρθρο 447 του ίδιου Κώδικα, το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί απόδειξη υπέρ του εκδότη, μόνον, αν το προσκόμισε ο αντίδικός του ή αν πρόκειται για τα βιβλία που αναφέρονται στο άρθρο 444 ΚΠολΔ. Το έγγραφο πρέπει να είναι νομίμως συντεταγμένο και να έχει κτηθεί με νόμιμο τρόπο, να αποδεικνύει δε κατά τρόπο αναμφισβήτητο την απαίτηση φέρον την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη, η δε απαίτηση για την οποίαν εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής μπορεί να προκύπτει από συνυποβαλλόμενα έγγραφα στη σχετική αίτηση (ΑΠ 495/1997, πρβλ.
και ΑΠ 665/2006). Kατά δε το άρθρο 445 ΚΠολΔ έγγραφα ιδιωτικά.., εφόσον η γνησιότητά τους αναγνωρίστηκε ή αποδείχθηκε, αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχουν προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Με τους ίδιους όρους αυτά αποτελούν πλήρη απόδειξη και ως προς το περιεχόμενο των δικαιοπρακτικών δηλώσεων (ΑΠ 1086/2004).
Όταν η ανταπόδειξη αυτή αναφέρεται στο δικαιοπρακτικό περιεχόμενο του εγγράφου δεν μπορεί παρά να έχει ουσιαστικό χαρακτήρα. Αν η δήλωση βούλησης που περιέχεται στο έγγραφο δεν είναι αληθινή αλλά εικονική ή πάσχει από ελάττωμα, η μόνη δυνατότητα εκείνου που την αμφισβητεί είναι να επικαλεστεί κατ' ένσταση και να αποδείξει με κύρια απόδειξη (ΑΠ 93/2007).
Εάν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται εγγράφως ή αν διαπιστωθεί ότι η συγκεκριμένη χρηματική απαίτηση εξαρτάται από αναβλητική αίρεση και ο δανειστής δεν αποδεικνύει εγγράφως, με το ίδιο το κατ' άρθρο 623 έγγραφο [δημόσιο ή ιδιωτικό που έχει αποδεικτική δύναμη έναντι του καθού], την πλήρωση της αίρεσης, ο δικαστής οφείλει, κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 αυτού.
Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για το λόγο αυτό απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, το οποίο δημιουργεί και η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση έγγραφο που δεν αποδεικνύει άμεσα την απαίτηση και το ποσό αυτής, ή που δεν αποδεικνύει άμεσα την πλήρωση της αίρεσης, ανεξαρτήτως της ύπαρξης της απαίτησης ή της πλήρωσης της αίρεσης και της δυνατότητας απόδειξής τους με άλλα αποδεικτικά μέσα.
Με την ανακοπή των άρθρων 632 και 633 ΚΠολΔ προβάλλονται λόγοι είτε κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης έκδοσής της, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της μη έγγραφης απόδειξης της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε ή της μη έγγραφης απόδειξης της πλήρωσης της αίρεσης, είτε κατά της ύπαρξης της απαίτησης.
Στη δίκη της ανακοπής δεν επανεκδικάζεται η υπόθεση καθολικά αλλά μόνο στο μέτρο των υποβαλλόμενων λόγων ανακοπής. Οι λόγοι αυτοί σε συνδυασμό με το αίτημα της ανακοπής προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας που επέρχεται με την άσκηση της και αναγκαίως οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης της ανακοπής.
Κατά των λόγων της ανακοπής αυτής εκείνος, κατά του οποίου στρέφεται, μπορεί να αμυνθεί είτε αρνούμενος αυτούς είτε με την προβολή αντενστάσεων κατ' αυτών (ΟλΑΠ 43/2005, ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 2206/2009, ΑΠ 933/2011). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, κατά παράβαση σχετικής δικονομικού περιεχομένου διάταξης, ενώ ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δημιουργείται, όταν η εκ πλαγίου παραβίαση αφορά κανόνα ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου.
Επομένως, οι διατάξεις των προαναφερόμενων άρθρων 623, 624 ΚΠολΔ δεν αποτελούν αντικείμενο παραβίασης ευθείας ή εκ πλαγίου, δημιουργικής λόγου αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1503/2008). Εξάλλου, κατά διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006 και 4/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 455 επ.ΑΚ, 68 ΚΠολΔ, 10 Ν. 3156/2003, 39, 44 του ΝΔ 17.7-13.8/1923 και ΥΑ 161338/2003, δεχόμενο ότι η αναιρεσείουσα δεν ήταν δικαιούχος της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η ένδικη διαταγή πληρωμής.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ'αριθμ. ……./20.9.2006 ιδιωτικής σύμβασης πίστωσης, που καταρτίστηκε μεταξύ της καθ' ης η ανακοπή και του ανακόπτοντα, ανοίχθηκε υπέρ του τελευταίου πίστωση με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μέχρι του ποσού των 100.000 ευρώ, το όριο της οποίας με την υπ' αριθμ.
………/19-3-2010 πρόσθετη πράξη, αυξήθηκε κατά το ποσό των 10.000 ευρώ και ανήλθε στο συνολικό ποσό των 110.000 ευρώ. Η χορηγηθείσα πίστωση συμφωνήθηκε έντοκη και ο πιστούχος ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην τράπεζα τόκο ετησίως με κυμαινόμενο επιτόκιο αποτελούμενο από το Βασικό Επιτόκιο Κεφαλαίου Κίνησης Επαγγελματιών (που κατά το χρόνο της υπογραφής της σύμβασης ήταν 7,65%), μείον περιθωρίου 0,50%, πλέον εισφοράς ν. 128/75, ή οποιωνδήποτε άλλων τελών και εισφορών επιβληθούν από τις Αρχές, όπως ορίζεται στον όρο 3 της σύμβασης.
Η Τράπεζα εδικαιούτο να μεταβάλει το εκάστοτε ισχύον συμβατικό επιτόκιο και το περιθώριο υπό τις συνθήκες, όρους και προϋποθέσεις που αναφέρονται στον όρο 3 της σύμβασης, ήτοι οποτεδήποτε μεταβάλλεται το Βασικό Παρεμβατικό Επιτόκιο για πράξεις Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας σε ποσοστό μέχρι του 100% του ποσού της εκάστοτε διαφοράς μεταξύ του προηγούμενου και του νέου ως άνω επιτοκίου.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η καθ' ης η ανακοπή την απαίτησή της από την ανωτέρω σύμβαση την τιτλοποίησε κατά την έννοια του άρθρου 10 του Ν.3156/2003. Ειδικότερα, με την από 6-11-2006 σύμβαση εκχώρησης απαιτήσεων, εκχώρησε στην εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "Α. A. L.", που εδρεύει στην Αγγλία, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3156/2003 και τα άρθρα 455 επ.
ΑΚ και η τελευταία αναδέχτηκε τις εκεί αναφερόμενες απαιτήσεις. Η σύμβαση αυτή εκχώρησης καταχωρήθηκε αυθημερόν στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών που προβλέπονται από το άρθρο 3 Ν. 2844/2000, από την καταχώρηση δε αυτή επήλθε και η μεταβίβαση των περιλαμβανόμενων σ' αυτή απαιτήσεων. Κατά το άρθρο 10 του ν. 3156/2003 η μεταβίβαση αυτή είχε αποτελέσματα εκχώρησης σύμφωνα με τα άρθρα 39 και 44 του ν.δ. 17-7-13-8/1923 (παρ. 12), η δε καταχώρηση της σύμβασης στα δημόσια βιβλία είχε και τα αποτελέσματα της αναγγελίας της εκχώρησης στον οφειλέτη (παρ. 10).
Την ίδια ημέρα, με την από 6-11-2006 σύμβαση διαχείρισης, που υπογράφηκε μεταξύ της ανωτέρω εταιρείας και της καθ' ης η ανακοπή, ανατέθηκε στην τελευταία και αυτή ανέλαβε, κατά τους όρους της παρ. 14 του άρθρου 10 ν. 3156/2003, την τήρηση των πάσης φύσεως στοιχείων καθώς και την διαχείριση και είσπραξη των απαιτήσεων, που της μεταβιβάστηκαν νόμιμα κατά τα ανωτέρω, η σύμβαση δε αυτή καταχωρήθηκε αυθημερόν στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000 (όπως προβλέπεται από την παρ. 16 του άρθρου 10 ν. 3156/2003).
Την 26-1-2009 καταχωρήθηκε στα βιβλία του Ν. 2844/2000 στον τόμο 4 με αριθμό 32, η με αρ. πρωτ. ../26-1-2009 μεταβολή / προσθήκη της ως άνω σύμβασης, που αφορούσε την μεταβίβαση περαιτέρω απαιτήσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν και η απαίτηση από την πίστωση που χορηγήθηκε με την προαναφερόμενη σύμβαση στον ανακόπτοντα, από την καταχώρηση δε αυτή επήλθε και η μεταβίβαση της σχετικής απαίτησης στην ως άνω εταιρία ειδικού σκοπού, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από 16- 10-2013 με αρ. 4278 επικυρωμένο φωτοαντίγραφο ( απόσπασμα) από το παράρτημα της σύμβασης εκχώρησης του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών.
Ακολούθως, με το από 07-04-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό ρύθμισης οφειλής και κατόπιν αποδοχής σχετικού αιτήματος του ανακόπτοντος, συμφωνήθηκε να γίνει στις 11-4-2011 ρύθμιση της προερχόμενης από την προαναφερόμενη σύμβαση οφειλής του ανακόπτοντος, η οποία στις 4-4-2011 ανέρχονταν στο ποσό των 114.940,17 ευρώ, έτσι ώστε η αποπληρωμή αυτής πλέον των νομίμων τόκων και τυχόν εξόδων μέχρι την ημερομηνία ρύθμισης, να πραγματοποιηθεί κατά τον αναφερόμενο στο ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό τρόπο.
Με το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό ο ανακόπτων αναγνώρισε την ανωτέρω οφειλή του, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα ως έγκυρες και ισχυρές όλες τις χρεοπιστώσεις, που είχε διενεργήσει η καθ' ης η ανακοπή στο λογαριασμό της πίστωσης, ενώ το υφιστάμενο ως άνω οφειλόμενο ποσό πλέον των νομίμων τόκων και εξόδων συνολικού ύψους 114. 940,17 ευρώ συμφωνήθηκε (διακανονίσθηκε) να καταβληθεί ως εξής:
α) Ποσοστό 75% ύψους ευρώ 86.496,98 να αποπληρωθεί για χρονική περίοδο 24 μηνών με καταβολή μηνιαίων δόσεων για τους δεδουλευμένους τόκους που υπολογίζονται τοκαριθμικά επί του ποσού αυτού, με πρώτη δόση τοκοπληρωμής την 1-6-2011 και τελευταία την 1-5-2013, και κατόπιν με συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις με ημερομηνία πρώτης καταβολής την 1-6-2013 και τελευταία την 1-5-2026.
Για το εναπομένον ποσοστό 25% ύψους ευρώ 28.832,00 θα υφίσταται περίοδος χάριτος 24 μηνών για κεφάλαιο και τόκους από 1-6-2011 έως 1-5-2013, κατά την οποία το ποσό θα εκτοκίζεται και οι τόκοι που προκύπτουν κεφαλαιοποιούνται (ανατοκίζονται) ανά εξάμηνο, και στη συνέχεια η οφειλή, όπως θα έχει διαμορφωθεί κατά τη λήξη της περιόδου χάριτος, θα εξοφλείται με συνεχείς μηνιαίες και συντιθέμενες μόνο από δεδουλευμένους τόκους δόσεις με ημερομηνία ενάρξεως την 1-6-2013 και τελευταία την 1-5-2026.
Κατά την εξόφληση της τελευταίας δόσης, πρέπει να εξοφληθεί και το ποσό του κεφαλαίου, πλέον τόκων και εξόδων που θα απομείνει. Για την εξυπηρέτηση της προαναφερόμενης πίστωσης και μετά την κατάρτιση του προαναφερόμενου ιδιωτικού συμφωνητικού τηρήθηκαν από την καθ' ης η ανακοπή για το 75% του ποσού της οφειλής, το οποίο κατά την ημερομηνία έναρξης της ρύθμισης ανερχόταν στο ποσό των 86.496 ευρώ ο με αρ.
…..71 λογαριασμός παρακολούθησης και ο ταυτάριθμος λογαριασμός νομικών εξόδων/πυρασφαλιστηρίου, όπου καταχωρήθηκαν όλες οι χρεώσεις και πιστώσεις μετά την αναγνώριση της οφειλής, μέχρι το οριστικό κλείσιμό τους και για το 25% του εναπομείναντος ποσού της οφειλής, το οποίο κατά την ημερομηνία έναρξης της ρύθμισης ανερχόταν στο ποσό των 28.832 ευρώ ο με αρ.
…….89 λογαριασμός παρακολούθησης, στον οποίο καταχωρήθηκαν όλες οι χρεώσεις και πιστώσεις από την 11-4-2011 μέχρι το οριστικό κλείσιμό του και τη μεταφορά του στον αριθμ. …….71 λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, όπως αναλυτικά προκύπτει από το απόσπασμα του παραπάνω λογαριασμού που έχει εξαχθεί από τα νόμιμα τηρούμενα με μηχανογραφικό σύστημα βιβλία της τράπεζας στη μνήμη του ηλεκτρονικού υπολογιστή.
Ωστόσο, ο ανακόπτων δεν εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις του από την πιο πάνω σύμβαση, ούτε τήρησε τις υποχρεώσεις, που ανέλαβε με το προαναφερόμενο συμφωνητικό για την αποπληρωμή και εξόφληση της οφειλής του γι' αυτό και η καθ' ης η ανακοπή στις 4-4-2013 έκλεισε οριστικά τους προαναφερόμενους λογαριασμούς, οι οποίοι εμφάνιζαν εκείνη την ημερομηνία συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 100.644,18 ευρώ πλέον του ποσού των 120,50 ευρώ για νομικά έξοδα /έξοδα πυρασφαλιστηρίου και 28.832 ευρώ αντίστοιχα και την ίδια ημέρα μετέφερε το χρεωστικό υπόλοιπο στον υπ' αριθμ.
…….71 λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης στο όνομα του πιστούχου ως οριστικό υπόλοιπο του κλεισθέντος λογαριασμού της σύμβασης πίστωσης. Ακολούθως με την από 4-4-2013 δήλωσή της, την οποία κοινοποίησε στον καθ'ου η ανακοπή - πιστούχο στις 18-6-2013... του γνωστοποίησε το οριστικό κλείσιμο της εν λόγω πίστωσης και των λογαριασμών, που τηρήθηκαν με βάση τις ανωτέρω συμβάσεις τους προσκαλώντας τον να της καταβάλει το συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 135.491,96 ευρώ με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας από 5-4- 2013, επομένη του οριστικού κλεισίματος, των τόκων ανατοκιζομένων ανά εξάμηνο.
Στη συνέχεια με την από 31-10-2013 αίτησή της ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ζήτησε την έκδοση διαταγής πληρωμής, επί της αιτήσεως δε αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. …./2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία ο ανακόπτων υποχρεώθηκε να της καταβάλει το ποσό των 135.491,96 ευρώ, εντόκως με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας και με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης, καθώς και το ποσό των 2845 ευρώ για δικαστική δαπάνη έκδοσης της διαταγής πληρωμής.
Προς απόδειξη της ανωτέρω απαίτησής της η καθ' ης η ανακοπή προσκόμισε ενώπιον του Δικαστή του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου τα ακόλουθα έγγραφα: α) την υπ'αριθμ. …/…./2006 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, την υπ'αριθμ. ……/./…/2010 σύμβαση αύξησης της πιστώσεως, το από 7-4-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό ρύθμισης της οφειλής, β) απόσπασμα από τα εμπορικά βιβλία της τράπεζας, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση του τηρουμένου προς εξυπηρέτηση της σύμβασης λογαριασμού με αριθμό ………80, που κατά το κλείσιμο στις 4-4-2013 εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο 135.371,46 ευρώ μεταφερόμενο σε λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, το οποίο (απόσπασμα) βάσει όρου της σχετικής σύμβασης αποτελούσε πλήρη απόδειξη, γ) την από 4- 4-2013 εξώδικη καταγγελία της σύμβασης πίστωσης, δ) φωτοαντίγραφο της με αριθμό …./…./2006 βεβαίωσης καταχώρησης περίληψης της σύμβασης εκχώρησης επιχειρηματικών απαιτήσεων στον τόμο 3 και με αριθμό 186, των δημοσίων βιβλίων του άρθρου 3 Ν.2844/2000, που τηρούνται σ' αυτό, ε) φωτοαντίγραφο της με αριθμό …/…/2006 βεβαίωσης καταχώρησης περίληψης της σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακειου Αθηνών στον τόμο ..
και με αριθμό…. των δημοσίων βιβλίων του άρθρου 3 Ν.2844/2000, που τηρούνται σ' αυτό, στ) φωτοαντίγραφο της περίληψης της υπ'αριθμ. πρωτ. …/…/2009 μεταβολής-προσθήκης της ως άνω σύμβασης εκχώρησης, που αφορούσε τη μεταβίβαση περαιτέρω απαιτήσεων της Τράπεζας προς την εταιρία, η οποία καταχωρήθηκε στα βιβλία του Ν. 2844/2000, που τηρούνται από το Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στον τόμο ..
με αριθμ. …., ζ) φωτοαντίγραφο αποσπάσματος καταλόγου, που χορηγήθηκε από το ενεχυροφυλακείο Αθηνών από το καταχωρηθέν στα βιβλία του Ν. 2844/2000, στο οποίο αναγράφονται τα στοιχεία των οφειλετών και των μεταβιβασθεισών με την ως άνω σύμβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων, μετά των παρεπομένων ενοχικών και εμπραγμάτων δικαιωμάτων τους, στις οποίες περιλαμβάνεται και η επίδικη, η) φωτοαντίγραφο της βεβαίωσης καταχώρησης περίληψης της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων και των μεταβολών - προσθηκών της σύμβασης αυτής στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακειου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου …./…./2011 στον τόμο ..
και με αριθμό … και ι) φωτοαντίγραφο αποσπάσματος καταλόγου, που χορηγήθηκε από το ενεχυροφυλακείο Αθηνών από το καταχωρηθέν στα βιβλία του Ν. 2844/2000, στο οποίο αναγράφονται τα στοιχεία των οφειλετών με αποχαρακτηρισμένα δάνεια και ημερομηνία αποχαρακτηρισμού 6-4-2011. Κατά της παραπάνω διαταγής πληρωμής, η οποία κοινοποιήθηκε στον ανακόπτοντα στις 15-11-2013...
ο τελευταίος άσκησε την από 2-12-2013 και με αριθμ. κατ …../2013 ανακοπή, η οποία κοινοποιήθηκε στην καθ' ης η ανακοπή στις 5-12-2013... με τον δεύτερο λόγο της οποίας ισχυρίζεται ότι από τα προσκομισθέντα για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής έγγραφα δεν αποδεικνύεται ότι η καθ' ης η ανακοπή είναι δικαιούχος της προερχόμενης από την προαναφερόμενη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η ανωτέρω διαταγή πληρωμής και ότι για το ανωτέρω λόγο πρέπει αυτή να ακυρωθεί.
Πράγματι από τα προσκομισθέντα ενώπιον του Δικαστή, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής έγγραφα δεν αποδεικνύονταν ότι η καθ' ης η ανακοπή είναι δικαιούχος της προερχόμενης από την προαναφερόμενη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό απαίτησης, καθόσον μεταξύ των ανωτέρω εγγράφων δεν περιλαμβάνονταν και αντίγραφο, ή έστω απόσπασμα της σύμβασης επανεκχώρησης, που καταρτίσθηκε κατά τους ισχυρισμούς της καθ' ης η ανακοπή μεταξύ αυτής και της εταιρίας ειδικού σκοπού "Α.
A. L." και από το οποίο θα προέκυπταν οι όροι της ανωτέρω σύμβασης και η επικαλούμενη εκ μέρους της καθ' ης η ανακοπή επαναμεταβίβαση της ανωτέρω απαίτησης στην ίδια. Σημειωτέον ότι στο προσκομιζόμενο από την καθ' ης η ανακοπή φωτοαντίγραφο της βεβαίωσης καταχώρησης περίληψης της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων και των μεταβολών - προσθηκών της σύμβασης αυτής με αριθμό πρωτοκόλλου …/…/2011, πέραν του ότι δεν γίνεται αναφορά σε επαναγορά της επίδικης απαίτησης, η καθ' ης η ανακοπή φέρεται ως μεταβιβάζουσα και όχι ως αποκτώσα.
Επιπλέον, στο επισυναπτόμενο στην ανωτέρω βεβαίωση παράρτημα το οποίο επιγράφεται ως "Μεταβολές/προσθήκες της Σύμβασης Πώλησης και Μεταβίβασης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων" γίνεται αναφορά σε περιορισμό ή μερική εξάλειψη ενεχύρων, τα οποία ήταν καταχωρημένα στα οικεία βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών και όχι σε συμφωνία επαναγοράς των αναφερομένων σ' αυτό απαιτήσεων από την καθ' ης η ανακοπή, ενώ στο προσκομισθέν φωτοαντίγραφο αποσπάσματος καταλόγου, που χορηγήθηκε από το Ενεχυροφυλακείο Αθηνών από το καταχωρηθέν στα βιβλία του Ν. 2844/2000, αναγράφονται τα στοιχεία των οφειλετών με αποχαρακτηρισμένες δανειακές συμβάσεις χωρίς να γίνεται αναφορά και σε επανεκχώρηση των σχετικών απαιτήσεων.
Συνεπώς, εφόσον προϋπόθεση της έκδοσης διαταγής πληρωμής είναι, μεταξύ άλλων και η έγγραφη απόδειξη ότι δικαιούχος της απαίτησης είναι ο αιτών ταύτην, στην προκειμένη δε περίπτωση έγγραφη απόδειξη ότι δικαιούχος της προερχόμενης από την προαναφερόμενη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό απαίτησης είναι η αιτούσα τραπεζική εταιρία δεν προσκομίσθηκε ενώπιον του εκδόντος την προσβαλλόμενη με την ανακοπή διαταγή πληρωμής Δικαστή, πρέπει να γίνει δεκτός και ως βάσιμος και στην ουσία του ο προαναφερόμενος λόγος ανακοπής.
Το Πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε τον ανωτέρω λόγο ανακοπής εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εσφαλμένα εκτίμησε τις προσαχθείσες ενώπιον του αποδείξεις, γι' αυτό και πρέπει κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της η από 30-11-2015 και με αριθμ. κατ.
…./2-12-2015 έφεση να γίνει δεκτή στην ουσία της, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και αφού κρατηθεί και δικαστεί η ανακοπή, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου της να γίνει αυτή δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία της και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη με αυτή διαταγή πληρωμής". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο δεχόμενο ότι δεν αποδεικνύεται εγγράφως η ιδιότητα της αιτούσης ως δικαιούχου της απαίτησης, ακύρωσε την εκδοθείσα διαταγή πληρωμής για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσείουσας, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και παρά το νόμο προέβη στην ακύρωση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, καθώς και των εγγράφων τα οποία κατά τις παραδοχές του Εφετείου προσκομίσθηκαν από την αναιρεσείουσα με την αίτησή της προς έκδοση της διαταγής πληρωμής, σαφώς προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα επισύναψε στην από 31-10-2013 αίτησή της για την έκδοση της επίδικης διαταγής πληρωμής όλα τα αναγκαία για τη νομιμοποίησή της ως δικαιούχου της εν λόγω απαίτησης έγγραφα, μεταξύ των οποίων και επικυρωμένο αντίγραφο της περίληψης σύμβασης, καταχωρηθείσας νομίμως στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, με αριθμ.
πρωτ. …./24-6-2011, στον τόμο .. και με αριθμ. …, με την οποία επαναμεταβιβάσθηκαν στην αναιρεσείουσα απαιτήσεις που είχαν εκχωρηθεί στην εταιρεία ειδικού σκοπού "Α. ΑPC L", μεταξύ των οποίων και η επίδικη, η οποία αποχαρακτηρίσθηκε στις 6-4-2011, καθώς και επικυρωμένο αντίγραφο αποσπάσματος από το παράρτημα της σύμβασης επανεκχώρησης με αριθμ.
βεβαίωσης …/…/2013 που χορήγησε το Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, από το οποίο προκύπτει ότι μεταξύ των απαιτήσεων που αποχαρακτηρίσθηκαν και επαναμεταβιβάσθηκαν στην αναιρεσείουσα περιλαμβάνεται και η επίδικη σε βάρος του αναιρεσιβλήτου (ΑΠ 909/2021, 434/2022). Ενόψει των ανωτέρω, κατά τον κρίσιμο χρόνο της υποβολής της αίτησης για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, η αναιρεσείουσα είχε καταστεί δικαιούχος της ένδικης απαίτησης και συνεπώς συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της νομιμοποιήσής της για την έκδοση της ένδικης διαταγής πληρωμής.
Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αυτής, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή, να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 αριθμ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 191 αρ.2 ΚΠολΔ), ενώ τα δικαστικά έξοδα της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, θα συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, λόγω του δυσερμήνευτου των εφαρμοσθεισών ως προς αυτήν διατάξεων (άρθρα 179, 182 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 2673/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και δέχεται την από 16-1-2023 πρόσθετη παρέμβαση.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί όμως από Δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, και συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη ως προς την από 16-1-2023 πρόσθετη παρέμβαση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2023.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ