Supreme Court suspends appeal review pending Full Bench resolution on retroactive limitation period issue.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court suspended the appeal proceedings against a 2014 court decision due to a pending Full Bench ruling on a critical legal issue. The appellant sought to challenge a final judgment, but the court identified a conflict regarding whether a new three-year limitation period applied retroactively to appeals filed after January 1, 2016. Since the Full Bench had already referred this significant question of law to resolve the inconsistency in the legal framework, the trial court halted the case to ensure uniformity.
Legislator headnote
AI generatedArticles 564(3) and 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must suspend appeal proceedings when a significant legal issue regarding the retroactive application of limitation periods has been referred to the Full Bench to prevent contradictory rulings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 753 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 753/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Β. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Γκέλη.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 1-9-2010 αγωγή του "ΙΚΑ - ΕΤΑΜ", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4678/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5587/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-5-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Χρήστο Βρυνιώτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρ. 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που άρχισε να ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, από 1-1-2016 για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται μετά την ημερομηνία αυτή, αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τρία έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, ενώ, ήδη, μετά την προαναφερόμενη αντικατάσταση της παραγράφου 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ, η τριετής αυτή καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης μειώθηκε σε διετή.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της αναίρεσης που ασκήθηκε, κατ' άρθρ. 495 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, είναι προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής και τη συνδρομή της εν λόγω προϋπόθεσης εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα αποδεικτικά έγγραφα στοιχεία της δικογραφίας που του υποβλήθηκαν, απορρίπτοντας την αναίρεση αν ελλείπει η προϋπόθεση αυτή.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 249 εδάφ. α' ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί.
Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπιστεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη. Διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μιας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του ΚΠολΔ που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του παραπάνω σκοπού.
Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, όπου και, εκκρεμεί. Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση, από 25-5-2017 αναίρεση που ασκήθηκε στις 26-5-2017, όπως προκύπτει από τη σχετική με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης 3737/2017 και ειδικό αριθμό καταθ. 321/2017 πράξη του αρμόδιου γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, διώκεται η αναίρεση της 5587/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε (επί της οποίας και εφαρμόζονται, κατ' άρθρ. 591 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι προαναφερόμενες, για την προθεσμία της αναίρεσης, διατάξεις, εφόσον δεν ορίζεται κάτι το διαφορετικό στις ειδικές αυτές διατάξεις της εν λόγω διαδικασίας), και δημοσιεύτηκε την 1-10-2014, δηλαδή η αναίρεση ασκήθηκε μετά πάροδο διετίας από την ημερομηνία αυτή, χωρίς οι διάδικοι να επικαλούνται ή οίκοθεν να προκύπτει επίδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
Ανακύπτει, όμως, το νομικό ζήτημα, πριν από την εξέταση του παραδεκτού και του βάσιμου των λόγων της ένδικης αναίρεσης (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), αν η αίτηση αυτή είναι εμπρόθεσμη και, άρα, παραδεκτή και, ειδικότερα, αν η νέα διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, με την οποία καθιερώνεται διετής καταχρηστική προθεσμία από τη δημοσίευση της πληττόμενης απόφασης για την άσκηση αναίρεσης, έχει εφαρμογή επί των αιτήσεων αναίρεσης που ασκούνται μετά την 1η-1-2016 και στρέφονται και κατ' αποφάσεων που δημοσιεύτηκαν πριν από τη χρονολογία αυτή (έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015) ή αν εξακολουθεί, αναφορικά με την προθεσμία αναίρεσης κατά των αποφάσεων αυτών, να ισχύει η προηγούμενη τριετής προθεσμία, οπότε δεν τίθεται θέμα εκπρόθεσμης άσκησης της κρινόμενης αναίρεσης (υπέρ της πρώτης άποψης, ΑΠ 1640/2017 και ΑΠ 1176/2017, ενώ υπέρ της δεύτερης άποψης, ΑΠ 519 - 520/2017).
Το ζήτημα αυτό, αφού χαρακτηρίστηκε εξαιρετικής σημασίας, έχει ήδη παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με τη 1855/2017 απόφαση του Α2 πολιτικού τμήματος αυτού, που ήταν γνωστή στο παρόν Δ' τμήμα, όταν έλαβε χώρα η διάσκεψη για την επίδικη υπόθεση (23-3-2018). Επομένως, για την ενότητα της νομολογίας και προκειμένου να αποφευχθεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει, εύλογα, περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 249 ΚΠολΔ, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη.
Κατόπιν αυτού, πρέπει να ανασταλεί η πρόοδος της παρούσας δίκης, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, για την υπόθεση που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή, προς την οποία η τυχόν παραπομπή και της υπόθεσης αυτής θα επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την εκδίκασή της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναβάλλει τη συζήτηση της κρινόμενης από 25-5-2017 αίτησης για αναίρεση της 5587/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για την υπόθεση που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με τη 1855/2017 απόφαση του Α2 τμήματος του Αρείου Πάγου.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Απριλίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ