753/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20/7/2010 και 22/9/2010 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν.
Legislator headnote
AI generated753/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 28/9/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 12/1/2015 αίτησης για την αναίρεση της υπ’ αριθ. 1686/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 753 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 753/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "... SA" (πρώην "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και διακριτικό τίτλο "... SA"), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παρασκευή Κατσαρού με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παντελίδη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις,
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20/7/2010 και 22/9/2010 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32046/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1686/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/1/2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 28/9/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 12/1/2015 αίτησης για την αναίρεση της υπ’ αριθ. 1686/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 1686/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε στην ουσία την από 23-12-2011 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ’ αριθ. 32046/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε δεχθεί τις από 20-7-2010 και 22-9-2010 αγωγές αντιστοίχως των αναιρεσίβλητων κατά της αναιρεσείουσας με τις οποίες, επικαλούμενες ότι είχαν συνασφαλίσει την εταιρεία με τη επωνυμία "... Α.Β.Ε.Ε." μεταξύ άλλων και κατά του κινδύνου κλοπής και ότι μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου κατέβαλαν σ’ αυτή αντιστοίχως η καθεμία τα ποσά των 79.200€ και 44.000€ ως ασφαλιστική αποζημίωση και υποκαταστάθηκαν στα δικαιώματά της, ζήτησαν να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα, η οποία είχε αναλάβει τη φύλαξη των κτιριακών εγκαταστάσεων της ασφαλισμένης τους, να τους καταβάλλει νομιμοτόκως τα παραπάνω ποσά. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 393 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 2 ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της από το άρθρο 38 του Ν. 3994/2011, δεν επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες κατά του περιεχομένου εγγράφου, έστω και αν η αξία του αντικειμένου της δικαιοπραξίας είναι μικρότερη από τις πέντε χιλιάδες εννιακόσια (5.900) ευρώ και δεν επιτρέπεται να αποδειχθούν με μάρτυρες πρόσθετα σύμφωνα, προγενέστερα, σύγχρονα ή μεταγενέστερα, δικαιοπραξίας που έχει συνταχθεί εγγράφως, έστω και αν δεν είναι αντίθετα προς το περιεχόμενο του εγγράφου.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559 αριθ.11 ΚΠολΔ, παραπονούμενη, ότι έλαβε υπόψη, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο των μαρτύρων προς απόδειξη συμφωνίας, που έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο της από 27-11-2009 έγγραφης σύμβασης.
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα παραπονείται, ότι το Εφετείο, για να σχηματίσει την κρίση του ως προς τον αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων, ότι αυτή είχε αναλάβει με προφορική συμφωνία την παροχή της υπηρεσίας παρακολούθησης των ωριαίων σημάτων ελέγχου του συναγερμού του κτιριακού χώρου της ασφαλισμένης τους εταιρείας με την επωνυμία "...
ΑΒΕΕ" και ενημέρωσης αυτής και της αστυνομικής αρχής από 11-5-2009, στηρίχθηκε σε καταθέσεις μαρτύρων, πράγμα το οποίο δεν επιτρεπόταν και αυτή το προέβαλε ενώπιον του πρωτοδικείου, αλλά και του Εφετείου, διότι στη σύμβαση που καταρτίστηκε μεταγενέστερα εγγράφως μεταξύ αυτής και της ασφαλισμένης της και συγκεκριμένα στις 27-11-2009 αναφέρονταν οι παρεχόμενες υπηρεσίες και ο χρόνος από τον οποίο η καθεμία παρείχετο και η προαναφερόμενη υπηρεσία παρείχετο από 27-11-2009 μέχρι 26-11-2010.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ο περιορισμός που εισάγει η φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη του άρθρου 393 παρ. 2 και 3 του ΚΠολΔ, αφορά στις περιπτώσεις εκείνες, που πρόκειται να αποδειχθεί γεγονός αντικείμενο κατ’ ευθείαν στο δικαιοπρακτικό περιεχόμενο της έγγραφης σύμβασης, καθώς και πρόσθετη συμφωνία, που τροποποιεί ή μεταβάλλει την δια του εγγράφου αποδεικνυόμενη δικαιοπραξία, πράγμα το οποίο δεν πρόκειται στην προκείμενη περίπτωση, αφού η δια μαρτύρων απόδειξη αφορά, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου, προφορική συμφωνία προγενέστερη διάφορη της αποδεικνυόμενης με το από 27-11-2009 έγγραφο.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση της δίκης, με αποτέλεσμα, έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.(ΑΠ 253/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς την ουσία της υπόθεσης, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Με το με αριθμό ... συνασφαλιστήριο συμβόλαιο οι ασφαλιστικές εταιρίες "...
Α.Ε.Ε.Γ.Α." και "... Α.Ε.Α.Ε.", ενάγουσες, σε συνδυασμό με το με αριθμό ... ασφαλιστήριο της δεύτερης εξ αυτών, (όπως ανανεώθηκε με το με αριθμό ... συμβόλαιο), και η ασφαλιστική εταιρία "..." συνασφάλισαν για το χρονικό διάστημα από 31-12-2008 μέχρι 31-12-2009, την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...". Μεταξύ άλλων, στην σύμβαση περιλαμβανόταν και το κτίριο της ανωτέρω επιχείρησης επί της οδού ...
Αθηνών και συγκεκριμένα τόσο την οικοδομή καθώς και το περιεχόμενο και τα εν γένει εμπορεύματα τα ευρισκόμενα εντός του κτιρίου, κατά διαφόρων κινδύνων, για το συνολικό ποσό των 7.059.721 ευρώ, μεταξύ δε αυτών και για τον κίνδυνο κλοπής καθώς και ζημιών από κλοπή ή απόπειρα κλοπής (βλ. αριθμ. ... του με αριθμό ...
συνασφαλιστήριου). Κατά τους όρους της συνασφάλισης το ποσοστό συμμετοχής της ενάγουσας της πρώτης των ανωτέρω αγωγών "... ΑΑΕΓΑ", στην κάλυψη των ασφαλισμένων κινδύνων ανερχόταν σε ποσοστό 45%, ενώ της ενάγουσας της δεύτερης αγωγής "... ΕΤΑΙΡΙΑ" σε ποσοστό 25%. Η ασφαλισμένη εταιρία "... Α.Β.Ε.Ε" είναι επιχείρηση παραγωγής, επεξεργασίας και εμπορίας κοσμημάτων και λοιπών συναφών, η οποία εδρεύει στο προαναφερόμενο κτίριο που αποτελείται από ημιυπόγειο, υπερυψωμένο ισόγειο και δύο ορόφους.
Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι την νύχτα της 31.10.2009 προς 1.11.2009 και από ώρα 22.00 έως 06.00, άγνωστοι δράστες, διέρρηξαν το κτίριο αυτό. Συγκεκριμένα αυτοί,
αφού έκοψαν τα εξωτερικά τηλεφωνικά καλώδια και επέφεραν με τον τρόπο αυτό διακοπή, μέσω της σταθερής τηλεφωνικής γραμμής, της επικοινωνίας του συστήματος συναγερμού που είχε εγκατασταθεί από προστηθέντες της πρώτης εναγομένης στην επιχείρηση, διάνοιξαν οπή στην τοιχοποιία στην πίσω πλευρά της οικοδομής στο ύψος του υπερυψωμένου ισογείου, και αφού εισήλθαν στο χώρο, αποξήλωσαν το σύστημα εφεδρικής επικοινωνίας του συστήματος συναγερμού μέσω GSM, πριν αυτό ολοκληρώσει τη διαδικασία κλήσης προς το κέντρο λήψης σημάτων και κατόπιν αφού παραβίασαν την εσωτερική θύρα του δωματίου στο οποίο είχαν αρχικά εισέλθει δια του ανοίγματος στην τοιχοποιία, πέρασαν ανενόχλητοι στο εσωτερικό του κτιρίου και κινήθηκαν σε όλους τους χώρους του, μέσω του κλιμακοστασίου.
Κατόπιν εντόπισαν πέντε χρηματοκιβώτια, τα οποία ήταν τοποθετημένα στο ισόγειο, τα οποία αφού έκοψαν διέρρηξαν, μετά μετέβησαν στον πρώτο και δεύτερο όροφο, από όπου αφαίρεσαν έτοιμα κοσμήματα αξίας 48.983,87 ευρώ, κοσμήματα τρίτων που βρισκόταν εντός του χώρου για επισκευή αξίας 20.101,50 ευρώ, πρώτες ύλες (πολύτιμους και ημιπολύτιμους λίθους κλπ) αξίας 88.022,01 ευρώ και ημικατεργασμένα κοσμήματα αξίας 27.88 6,21 ευρώ, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 184.993,59 ευρώ.
Επίσης προκάλεσαν ζημίες στην μαρμαρόστρωση του κλιμακοστασίου, στη θύρα του διευθυντικού γραφείου, στον πίνακα πυρανίχνευσης, στο σύστημα συναγερμού, στο τηλεφωνικό κέντρο, στο UPS τύπου on line και σε πέντε χρηματοκιβώτια που παραβίασαν, ζημίες που εκτιμήθηκαν από τις ενάγουσες εταιρίες στο ποσό των 22.804,63 ευρώ.
Επομένως, το ποσό της ασφαλιστικής αποζημίωσης (αξία κλοπιμαίων και ζημιών) ανήλθε στο ποσό 207.798,22 ευρώ. Τόσο τα ειδικότερα περιστατικά της κλοπής, όσο και το ύψος της αξίας των κλοπιμαίων αλλά και της ζημίας τα συνομολογεί η εναγομένη, δεδομένου ότι δεν τα αρνείται ειδικώς. Κατόπιν διαπραγματεύσεων ως προς το ύψος της αποζημίωσης, οι συνασφαλίστριες και η ασφαλισμένη συμφώνησαν σε ποσό 176.000,00 ευρώ.
Στις 14-4- 2010 κατέβαλαν στην ασφαλισμένη εταιρία η ενάγουσα της πρώτης αγωγής ποσό 79.200,00 ευρώ και η ενάγουσα της δεύτερης αγωγής ποσό 44.000,00 ευρώ, κατ’ αναλογία του ποσοστού κάλυψης του ασφαλιστικού κινδύνου που τους αντιστοιχούσε, και υποκαταστάθηκαν ως προς τα ποσά αυτά στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της ασφαλισμένης εταιρίας.
Η τελευταία επιπλέον, ταυτόχρονα με ιδιωτικά συμφωνητικά τους εκχώρησε και όλες τις απαιτήσεις της κατά των τρίτων υπαιτίων για την πρόκληση των ζημιών της και οι τελευταίες ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους στην εναγομένη. Η... ασφαλισμένη "... Α. Β. Ε. Ε ..." και η πρώτη εναγομένη είχαν συνάψει τον Μάιο του 2009, σύμβαση παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικής ασφάλειας του κτιρίου της εταιρίας στην οδό ..., με βάσει την οποία η τελευταία ανέλαβε να αντικαταστήσει το παλαιό κεντρικό πίνακα συναγερμού στο εσωτερικό του κτιρίου, εγκαθιστώντας σύγχρονα συστήματα συναγερμού διάρρηξης που θα συνδεόταν με το κέντρο λήψης σημάτων της εναγομένης μέσω σταθερής τηλεφωνικής γραμμής και μέσω εφεδρικού συστήματος GSM, δηλαδή κινητού τηλεφώνου και να αναβαθμίσει τις περιφερειακές συσκευές του συστήματος.
Στα πλαίσια αυτά, εγκατέστησε σύστημα συναγερμού εντός του κτιρίου μέχρι 11-5-2009, οπότε και συνδέθηκε ο συναγερμός με το κέντρο λήψης σημάτων και παρείχετο έκτοτε η ειδική υπηρεσία παρακολούθησης σημάτων συναγερμού διάρρηξης... Κατόπιν η εργοδότρια, πρώτη εναγομένη, πραγματοποίησε αναβάθμιση των περιφερειακών συσκευών του συστήματος συναγερμού, εργασίες οι οποίες ολοκληρώθηκαν μέχρι την 24-7- 2009.
Σημειωτέον, ότι με πρόσθετη προφορική συμφωνία, που συνήψε η εργοδότρια με τον υπεύθυνο της ασφαλισμένης εταιρίας, Μ., αυτή από 11-5-2009 έθεσε σε λειτουργία το σύστημα αποστολής σήματος ελέγχου-test της σύνδεσης ανά μια ώρα, για την καλύτερη παρακολούθηση της εύρυθμης λειτουργίας και σύνδεσης του συστήματος συναγερμού με το κέντρο λήψης σημάτων, έτσι ώστε μεταξύ του 35ου και 42ου λεπτού κάθε ώρας να διενεργείται έλεγχος με αποστολή σήματος καλής λειτουργίας προς την πρώτη εναγομένη.
Η τελευταία αρνείται την σύναψη της σχετικής συμφωνίας για την ωριαία λήψη σήματος, για το διάστημα από 11.5.2009 και μετέπειτα και ισχυρίζεται ότι η υπηρεσία αυτή, της οποίας το κόστος ανέρχεται σε 15€ μηνιαίως, συμφωνήθηκε για πρώτη φορά, με έγγραφη σύμβαση που καταρτίσθηκε μετά την κλοπή σε βάρος της αντισυμβαλλομένης της την 27.11.2009.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείχθηκε ότι πράγματι ο υπεύθυνος της εταιρίας "... Α.Β.Ε.Ε ...", Μ., συμφώνησε προφορικά να παρασχεθεί σύστημα αποστολής σήματος ελέγχου-test της σύνδεσης ανά μια ώρα, από την 11.5.2009, οπότε και διενεργήθηκαν στο σύστημα συναγερμού οι προαναφερθείσες εργασίες από την πρώτη εναγομένη.
Για το λόγο αυτό λαμβάνονταν τα σχετικά σήματα στις εγκαταστάσεις της πρώτης εναγομένης και τηρούντο σε αρχείο. Ο ισχυρισμός ότι κατ’ απαίτηση του υπευθύνου της "... Α.Β.Ε.Ε ...", Μ., το συνεργείο εγκατάστασης του συστήματος συναγερμού, συμφώνησε να λαμβάνονται ωριαία σήματα ελέγχου, χωρίς προηγούμενη έγκριση από την εργοδότρια εταιρία και συνεπώς δεν υπήρξε τελικώς συμφωνία, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή η εργοδότρια αφ’ ενός δεν είχε λόγο να λαμβάνει και να τηρεί τα ωριαία σήματα και αφετέρου όφειλε να γνωστοποιήσει στην αντισυμβαλλομένη της την αντίρρησή της για την παροχή της άνω υπηρεσίας, πράγμα που ποτέ δεν έπραξε.
Εξάλλου, επειδή λόγω του αντικειμένου της ασφαλισμένης, στο κτίριο όπου πραγματοποιήθηκαν οι άνω εργασίες, φυλάσσονταν εμπορεύματα και πρώτες ύλες ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, γεγονός που το καθιστούσε πιθανό στόχο διάρρηξης, και επειδή, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, σημαντικός αριθμός διαρρήξεων, σε τέτοιου είδους επιχειρήσεις, διενεργείται μετά την καταστροφή από μέρους των διαρρηκτών των συστημάτων συναγερμού, με την αποκοπή των εξωτερικών καλωδίων σύνδεσης αυτών με τις τηλεφωνικές γραμμές, όπως και εν προκειμένω συνέβη, ήταν αδύνατο για την ασφαλισμένη να μη λάβει όλα τα προσήκοντα μέτρα ασφαλείας, και για το λόγο αυτό ζητήθηκε η λειτουργία του συστήματος αποστολής σήματος ελέγχου-test της σύνδεσης συναγερμού ανά μια ώρα, όπως καταθέτει με σαφήνεια ο μάρτυρας των εναγουσών.
Ο αντίθετος ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης ότι για πρώτη φορά αναλήφθηκε η υποχρέωση αυτή με το από 27.11.2009 συμφωνητικό, είναι αβάσιμος αφού από το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού δεν συνάγεται ότι η υπηρεσία αυτή είχε αποκλειστεί και δεν χορηγείτο το αμέσως προηγούμενο χρονικό διάστημα. Τέλος ισχυρίζεται δεν επιτρέπεται η εμμάρτυρος απόδειξη κατά του περιεχομένου του από 27.11.2009 εγγράφου, το οποίο διαλαμβάνει , την μεταξύ της πρώτης εναγομένης και της ασφαλισμένης εταιρίας σύμβαση.
Ο ισχυρισμός αυτός αν και νόμιμος (393 παρ 2 ΚΠολΔ), είναι αβάσιμος κατ’ ουσίαν, δεδομένου ότι το περιεχόμενο του από 27.11.2009 εγγράφου δεν διαλαμβάνει όλη την προγενέστερη προφορική συμφωνία τους και συνεπώς δεν είναι δυνατόν να αποκλειστούν οι εμμάρτυρες αποδείξεις ως το περιεχόμενο της προφορικής συμβάσεως.
Όφειλε, συνεπώς η πρώτη εναγόμενη, σε περίπτωση λήψης σήματος διάρρηξης να ειδοποιήσει άμεσα την αντισυμβαλλόμενη εταιρία και την αστυνομία ενώ επιπλέον σε περίπτωση διακοπής λήψης των ωριαίων test ελέγχου, να ειδοποιήσει άμεσα την ασφαλισμένη εταιρία "... Α.Β.Ε.Ε ...", την αστυνομία και, εάν αυτό συνέβαινε σε ώρα εκτός ωραρίου εργασίας, να αποστείλει φύλακα, ο οποίος, εάν διαπίστωνε ότι πραγματικά υπήρχε κίνδυνος, είχε την υποχρέωση να ενεργήσει με τέτοιο τρόπο ώστε να περισταλούν οι συνέπειες του διαπιστωθέντος κινδύνου ή να κατασταλεί ο κίνδυνος και να αποφευχθούν έτσι οι οποιεσδήποτε συνέπειες.
Προσέτι, την 31-10-/1-11-2009, οπότε έλαβε χώρα η κλοπή, αποδείχθηκε ότι οι δράστες, άγνωστοι ακόμη, έκοψαν το καλώδιο της τηλεφωνικής παροχής του κτιρίου της ασφαλισμένης, αναρριχήθηκαν από τα κιγκλιδώματα της περίφραξης, πέρασαν στο προαύλιο χώρο και κατευθύνθηκαν στην πίσω πλευρά της οικοδομής, άνοιξαν μια οπή στην τοιχοποιία του υπερυψωμένου ισογείου, εισήλθαν δι’ αυτής στο εσωτερικό του κτιρίου, κατέστρεψαν αρχικά το σύστημα πυρανίχνευσης και το UPS καθώς και το εφεδρικό σύστημα επικοινωνίας μέσω GSM και κατόπιν έδρασαν ανενόχλητοι αφαιρώντας, μεθοδικά τα κλοπιμαία.
Ειδικότερα μετέφεραν ένα χρηματοκιβώτιο από το δεύτερο όροφο στον πρώτο, προέβησαν σε κοπή πέντε συνολικά χρηματοκιβωτίων που βρισκόταν δύο στο ισόγειο και τρία (μετά τη μεταφορά από το δεύτερο όροφο στο πρώτου του ενός) στον πρώτο όροφο. Η επιχείρηση αυτή, είχε διάρκεια τουλάχιστον τρεις ώρες, εάν υπολογιστεί ο απαιτούμενος χρόνος, για όλες τις ενέργειες των διαρρηκτών, κοπή εξωτερικών καλωδίων, αναρρίχηση σε κιγκλιδώματα, οπή σε τοιχοποιία, είσοδο στο χώρο του κτιρίου, καταστροφή συστημάτων συναγερμού και πυρασφάλειας εντός του κτιρίου, μεταφορά και κοπή χρηματοκιβωτίων, αφαίρεση των κοσμημάτων και των πρώτων υλών και τέλος αποχώρηση.
Σημειωτέον ότι , δεν στάλθηκε κανένα σήμα διάρρηξης στο κέντρο λήψης σημάτων της εναγομένης, λόγω της κοπής των καλωδίων της τηλεφωνικής παροχής και του εφεδρικού συστήματος επικοινωνίας μέσω GSM, προτού αυτό ολοκληρώσει τη διαδικασία κλήσης προς το κέντρο λήψης σημάτων, αν και το σύστημα συναγερμού είχε οπλιστεί κατά το κλείσιμο της επιχείρησης στις 30-10-2011, ημέρα Παρασκευή και ώρα 16.10.
Συνεπώς έκτοτε άρχισε να λειτουργεί το σύστημα αποστολής σήματος ελέγχου-test της σύνδεσης ανά μια ώρα και το κέντρο λήψης σημάτων της εναγόμενης έλαβε τα σήματα του συστήματος στις 16.40, 17.42, 18.40, 19.40, 20.40, 21.40, 22.39 και 23.40 της 30-10- 2011 και ακολούθως την 00.39. 01.39, 02.39, 03.39, 4.30, 05.39, 06.39, 07.40, 08.39. 09.39, 10.40, 11.39, 12.39, 13.39, 14.39, 15.39,16.39,17.39, 18.39, 19.40, 20,39, 21.39 και την 22.40 της 31-10-2009, οπότε και σταμάτησε η αποστολή σήματος ωριαίου ελέγχου έως την 14.38 της 3-11-2009 (ημέρα Τρίτη) οπότε και μετά τη διαπίστωση της κλοπής, αποκαταστάθηκε μερικώς η βλάβη του συστήματος συναγερμού και διαβιβάσθηκαν τα πρώτα δείγματα δοκιμών.
Συνεπώς, από 22.40 της 31-10-2009 (ημέρα Σάββατο) που λήφθηκε το τελευταίο σήμα μέχρι 23.40 έως 23.45 που έπρεπε να ληφθεί το επόμενο σήμα, οπότε σταμάτησε η λήψη σήματος ωριαίου ελέγχου από το κέντρο λήψης σημάτων της εναγόμενης και μετέπειτα για διάστημα μεγαλύτερο των τριών ωρών, είναι το χρονικό διάστημα κατά το οποίο με βάσει την κοινή πείρα διενεργήθηκε η κλοπή.
Όμως οι υπάλληλοι της πρώτης εναγόμενης, προστηθέντες από αυτήν αν και διαπίστωσαν ή έστω ευχερώς ηδύναντο να διαπιστώσουν τη μη εύρυθμη λειτουργία του συστήματος συναγερμού στο κτίριο της ασφαλισμένης των εναγουσών, εταιρίας, και λόγω της φύσεως της εργασίας τους και της εκπαιδεύσεώς τους να αξιοποιήσουν κατάλληλα και ειδοποιήσουν έστω, ως ανωτέρω προεκτέθηκε, την αστυνομία, αυτοί ενεργούντες υπαίτια και παράνομα, αν και όφειλαν και ηδύναντο, δεν έπραξαν τίποτε ως είχαν στοιχειώδη υποχρέωση, για την προστασία της αντισυμβαλλομένης τους, αλλά αδράνησαν, με συνέπεια να εξελιχθεί ακωλύτως η διάρρηξη και να υποστεί η "...
Α.Β.Ε.Ε ..." την προαναφερόμενη ζημία. Αν αυτοί ενεργούσαν, όπως είχαν υποχρέωση από τη σύμβαση και ειδοποιούσαν έστω τις αρμόδιες αστυνομικές αρχές, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, υπήρχε ικανός χρόνος, ώστε να αποτραπεί η ολοκλήρωση της σε βάρος της ασφαλισμένης παράνομης πράξης ή έστω να περισταλούν οι συνέπειες της.
Κατόπιν αυτών και λόγω της υποκαταστάσεως των εναγουσών στην περιουσία και στα δικαιώματα της παθούσας, ανάλογα με τα ποσοστά κατά τα οποία κάλυψαν την ζημία, όπως προεκτέθηκε, οι τελευταίες έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν αποζημίωση συνεπεία της αδικοπραξίας της εναγομένης. Τέλος η πρώτη εναγομένη ισχυρίζεται ότι δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στην αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων της και την διάπραξη της κλοπής, ισχυριζόμενη ότι αυτή θα πραγματοποιείτο είτε ειδοποιούσαν οι υπάλληλοι της είτε όχι.
Ο ισχυρισμός αυτός σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν είναι αβάσιμος, αφού, λόγω της διάρκειας (τουλάχιστον 3 ώρες), της επιχειρήσεως των διαρρηκτών, θα ήταν ευχερής η επ’ αυτοφώρω σύλληψή των, και συνεπώς αποτροπής των αποτελεσμάτων της διάρρηξης, σε περίπτωση έγκαιρης ειδοποίησης, (δηλαδή περί ώρα 11.40- 11.45, οπότε διαπιστώθηκε ότι δεν αποστέλλοντο ωριαία σήματα...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοδικείου, που είχε δεχθεί τις συνεκδικαζόμενες αγωγές των αναιρεσίβλητων κατ’ αυτής και την είχε υποχρεώσει να καταβάλλει σε καθεμία νομιμοτόκως τα αφερόμενα σ’ αυτή ποσά. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 330, 334, 361, 382 και 681 ΑΚ και 14 του Ν. 2496/1997, που εφάρμοσε, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Συγκεκριμένα, ως προς την υποχρέωση της αναιρεσείουσας για αποζημίωση της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ", στα δικαιώματα της οποίας υποκαταστάθηκαν οι αναιρεσίβλητες, λόγω παραβίασης εκ μέρους της της προφορικά συναφθείσας μεταξύ τους συμφωνίας για παροχή από 11-5-2009 υπηρεσίας παρακολούθησης των ωριαίων σημάτων ελέγχου του συναγερμού του κτιριακού χώρου της άνω εταιρείας.
Και τούτο διότι, παρόλον που το σύστημα συναγερμού σταμάτησε την ωριαία αποστολή σήματος- test ελέγχου στις 22:40 της 31-10-2009, οι προστηθέντες από αυτοί υπάλληλοι, ενεργούντες υπαιτίως δεν ενημέρωσαν, όπως υποχρεούντο, βάσει της σύμβασης, την ασφαλισμένη τους εταιρεία ή την αστυνομία, αμέσως μετά την 23.40, που ήταν το έσχατο χρονικό όριο που έπρεπε να λάβουν το επόμενο σήμα και δεν το έλαβαν, ώστε να αποτραπεί η ολοκλήρωση της σε βάρος της εταιρείας κλοπής ή έστω να περισταλούν οι συνέπειές της, ενόψει της διάρκειας της επί τρίωρο, με βάση τις αναφερόμενες αναλυτικά ενέργειες, ακόμη και εάν άρχισαν όχι μετά την 22:40, αλλά λίγο πριν την 23:40, με αποτέλεσμα εξαιτίας της συμπεριφοράς τους αυτής η ασφαλισμένη τους να υποστεί την τελούσα σε αιτιώδη συνάφεια με την παραπάνω συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας ζημία.
Έτσι, η απόφαση δεν περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της συμφωνίας ή μη παροχής της υπηρεσίας παρακολούθησης των ωριαίων σημάτων ελέγχου, του χρόνου έναρξης της παροχής αυτής, του περιεχομένου της, των εξ αυτής υποχρεώσεων της αναιρεσείουσας, καθώς και ως προς το νόμιμο λόγο ευθύνης της, καθόσον από το σύνολο των παραπάνω παραδοχών της σαφώς προκύπτει, ότι αυτός ερείδεται σε παραβίαση της άνω σύμβασης και όχι σε αδικοπραξία, στην οποία, πλεοναστικώς, και χωρίς σύνδεσμο με έννομες συνέπειες αναφέρεται.
Περαιτέρω δε, οι επικαλούμενες ασαφείς αιτιολογίες, ως προς τον προσδιορισμό του τρίωρου χρονικού διαστήματος εντός του οποίου, κατά τις παραδοχές της απόφασης, έλαβε χώρα η κλοπή και, συγκεκριμένα, εάν έλαβε χώρα αμέσως μετά την 22:40, οπότε ελήφθη το τελευταίο σήμα ή πριν την 23:40, οπότε έπρεπε να ληφθεί το επόμενο ωριαίο σήμα και δεν ελήφθη, δεν είναι ουσιώδεις και δεν ασκούν έννομη επιρροή, καθόσον και αν ακόμη η αφετηρία του τρίωρου χρονικού διαστήματος ήταν η 22:40, από τις 23:40 που έπρεπε να ληφθεί το επόμενο σήμα και δεν ελήφθη, μέχρι την ολοκλήρωση υπολειπόταν ικανός χρόνος για την ειδοποίηση εκ μέρους της αναιρεσείουσας, προκειμένου να αποτραπούν ή περιορισθούν οι συνέπειες της κλοπής.
Ομοίως, δεν είναι ουσιώδεις και οι επικαλούμενες ασαφείς αιτιολογίες, ως προς το εάν τα χρηματοκιβώτια, που διαρρήχθηκαν βρίσκονταν όλα στο υπόγειο του κτιρίου ή εάν ένα μεταφέρθηκε από το δεύτερο όροφο στον πρώτο, καθόσον η μη μεταφορά δεν διαφοροποιούσε τα πράγματα ως προς τον απαιτούμενο χρόνο για την ολοκλήρωση της κλοπής, έτσι ώστε να μην είναι αποτελεσματική η ειδοποίηση της αναιρεσείουσας για την αποτροπή ή τον περιορισμό των συνεπειών της κλοπής.
Επιπλέον και η αναφερόμενη αντίφαση σε σχέση με το χρονικό διάστημα εντός του οποίου έλαβε χώρα η κλοπή, ως εκ του ότι αρχικά στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται, ότι η κλοπή έλαβε χώρα από ώρα 22:00 ως 6:00, στη συνέχεια γίνεται δεκτό ότι το τελευταίο σήμα ελέγχου εστάλη την 22:40, έτσι ώστε να προκύπτει, ότι η κλοπή έλαβε χώρα μετά την 22:40 και όχι νωρίτερα από την 22:00, αναφέρεται σε εκτίμηση πραγμάτων και δεν ασκεί έννομη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Τέλος, και οι λοιπές αιτιάσεις που αναφέρονται στη διάρκεια του χρόνου που απαιτήθηκε για την ολοκλήρωση της διάρρηξης και, συγκεκριμένα, εάν απαιτείτο ένα τρίωρο, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ή εάν ήταν αρκετή μισή ή το πολύ μία ώρα, όπως προβάλλει η αναιρεσείουσα, με αποτέλεσμα και αν ακόμη προέβαινε σε ειδοποίηση, να μην ήταν δυνατόν να αποτραπεί η κλοπή, αφορούν εκτίμηση περί των πραγμάτων και είναι αναιρετικά ανέλεγκτες.
Κατ’ ακολουθίαν, οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό από τον αριθ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, λόγο υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432επ.
ΚΠολΔ, εγγράφου δέχθηκε, ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που, πράγματι, περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού, στην περίπτωση αυτή, δεν πρόκειται για διαγνωστικό λάθος, αλλά για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει όμως από τον αναιρετικό έλεγχο.
Για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα, αποκλειστικά, ή κατά κύριο λόγο, στο έγγραφο που φέρεται, ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του. Δεν αρκεί, έτσι, ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008, 1/1999, ΑΠ 1627/2010).
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ’ αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου.
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάται η αναιρεσείουσα την εφετειακή απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα προβάλλει, ότι το Εφετείο υπέπεσε σε λάθος ως προς την ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου της από 27-11-2009 σύμβασης, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και της εταιρείας με την επωνυμία "...
ΑΒΕΕ" και, συγκεκριμένα, του άρθρου 3 αυτής, στο οποίο αναφέρεται ότι "Ο εργολάβος προέβη από την 11-5-2009 σε αντικατάσταση του παλαιού κεντρικού πίνακα συναγερμού του εσωτερικού του εργοστασίου του εργοδότη και ακολούθως εκκίνησε τις εργασίες αναβάθμισης-βελτίωσης των περιφερειακών συσκευών του ανωτέρω συστήματος, οι οποίες ολοκληρώθηκαν στις 24-7-2009.
Εξάλλου, ο εργολάβος συνέδεσε τα ανωτέρω με το Κέντρο Λήψεως Σημάτων και παρέχει την ειδική υπηρεσία παρακολούθησης σημάτων συναγερμού διάρρηξης από την 11-5-2009. Δεδομένου ότι από 6-11-2009 ολοκληρώθηκε και το σύστημα περιμετρικού συναγερμού του εργοστασίου και ήδη δια της παρούσας καθορίζεται αμοιβαίως το σύνολο των υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο αυτής, καθώς και οι ειδικοί όροι του εργοδότη, η ισχύς της παρούσας Σύμβασης, με την επιφύλαξη όσων ανωτέρω αναφέρονται για την έναρξη παροχής της ειδικής υπηρεσίας παρακολούθησης σημάτων συναγερμού διάρρηξης από την 11-5-2009, αρχίζει από την υπογραφή της και λήγει στις 26-11-2010...", καθόσον, από το περιεχόμενο του άρθρου αυτού της σύμβασης, προέκυπτε, ότι οι παρεχόμενες από αυτή υπηρεσίες προς την εταιρεία με την επωνυμία "...
A.B.E.E." διακρίνονταν σε αυτές που παρέχονταν από 11-5-2009 μέχρι την υπογραφή της στις 27-11-2009 και σε αυτές που παρέχονταν από 27-11-2009 μέχρι τη λήξη της στις 26-11-2010 και ότι κατά το χρόνο της κλοπής αυτή παρείχε αποκλειστικά και μόνο την υπηρεσία της "παρακολούθησης των σημάτων συναγερμού διάρρηξης", αφού με τη σύμβαση συμφωνήθηκε, ότι αυτή θα παρέχει στην παραπάνω εταιρεία όλες τις αναφερόμενες υπηρεσίες από την υπογραφή της στις 27-111-2009, εκτός από την "παρακολούθηση των σημάτων συναγερμού διάρρηξης", που την παρείχε από 11-5-2009.
Αντίθετα το Εφετείο απέδωσε στο παραπάνω άρθρο της σύμβασης περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, αφού δέχτηκε, ότι "από το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού δεν συνάγεται ότι η υπηρεσία αυτή (σημ. της παρακολούθησης των ωριαίων σημάτων ελέγχου) είχε αποκλειστεί και δεν χορηγείτο το αμέσως προηγούμενο χρονικό διάστημα" και στη συνέχεια, στηριζόμενη σ’ αυτό, κατέληξε στο πόρισμα, ότι η εκ μέρους της υπηρεσία παρακολούθησης των σημάτων ωριαίου ελέγχου στις κτιριακές εγκαταστάσεις της αντισυμβαλλομένης της παρείχετο με βάση προφορική συμφωνία από 11-5-2009, δεχόμενο, έτσι, τους σχετικούς αγωγικούς ισχυρισμούς των αναιρεσίβλητων.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, καταλήγοντας στο παραπάνω πόρισμα, δεν υπέπεσε σε λάθος ως προς την ανάγνωση του εγγράφου της σύμβασης, αλλά εκτίμησε αυτό σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις και κατέληξε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.
Η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σ’ αυτή τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία, για να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8 α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να προταθεί στο πρωτοβάθμιο και να επαναφερθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο νομίμως, και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, καθοριζομένου συγχρόνως του νομίμου τρόπου προβολής του σχετικού ισχυρισμού στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με αναφορά και των πραγματικών περιστατικών που ελλείπουν, συνεπεία των οποίων η αγωγή είναι αόριστη (ΑΠ 1552/2008).
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. δίδεται, όταν ο δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΑΠ 1363/2008).
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο ορθώς έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό, διότι ήταν ορισμένος και νόμιμος. (ΑΠ 1877/1983). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλει, ότι, παρόλον η πρώτη αναιρεσίβλητη στην από 20-7-2010 αγωγή της κατ’ αυτής ουδόλως ανέφερε ότι είχε συμβατική υποχρέωση παρακολούθησης των σημάτων ελέγχου, ειδοποίησης της αστυνομίας ή αποστολής φύλακα σε περίπτωση διακοπής τους, το Εφετείο, δέχτηκε, ότι η αγωγή περιείχε τα στοιχεία αυτά και την υποχρέωσε σε αποζημίωσή της, λόγω της παραβίασής της και έτσι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στη δίκη.
Ο λόγος αυτός, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ. 8 α του ΚΠολΔ, υπό την έννοια της ποσοτικής αοριστίας της αγωγής, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στο αναιρετήριο, ότι τον περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμό της προέβαλε στο πρωτοβάθμιο και επανέφερε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καθορίζοντας και το νόμιμο τρόπο τόσο της προβολής αυτού στο πρωτοβάθμιο, όσο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο.
Σε κάθε περίπτωση δε, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της άνω αγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης και, κατά τη δέουσα εκτίμηση του όλου περιεχομένου της, προκύπτει, ότι αυτή ιστορούσε, ότι η αναιρεσείουσα είχε αναλάβει τέτοια υποχρέωση, δεδομένου, ότι ανέφερε "για την καλύτερη παρακολούθηση της εύρυθμης λειτουργίας της σύνδεσης του συστήματος συναγερμού με το κέντρο λήψης σημάτων είχε προγραμματισθεί η αποστολή σήματος ελέγχου - τέστ της σύνδεσης ανά μία ώρα" και περαιτέρω "ότι η πρώτη εναγομένη εταιρεία δια των οργάνων της από έλλειψη της προσοχής και βαρύτατη αμέλεια, παρά το γεγονός ότι το σύστημα συναγερμού σταμάτησε την ωριαία αποστολή σήματος-test ελέγχου την 22:40 31.10.09, δεν ενημέρωσε την ασφαλισμένη και την αστυνομία για τη διακοπή επικοινωνίας, ως όφειλε, αντίθετα με όσα είχαν συμφωνήσει".
Επομένως, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη του "πράγματα", που δεν προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ο αντίθετος πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και, μετά ταύτα, και το με το αναιρετήριο υποβαλλόμενο αίτημα της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. 12/2015 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις και έχουν διαφορετική εκπροσώπηση, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθ. 176, 183, 189 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-1-2015 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "... ... ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ Α.Ε." για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1686/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθώς και το αίτημα της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ για την καθεμία.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ