Legislator Case Law & Legislation
753/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appeal grounds regarding misinterpretation of police report evidence.

Case Number 753/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's final judgment of 607/2010. The appellants argued that the appellate court misinterpreted a police vehicle log regarding an alleged poisoning incident involving a dog. The court held that the appellate court's reading of the document constituted a valid assessment of facts rather than a prohibited distortion, as it fell within the scope of factual evaluation not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; The appellate court's interpretation of documentary evidence regarding factual circumstances constitutes a permissible assessment of facts and does not amount to a distortion subject to appeal review.

Keywords

AI generated
appeal grounds misinterpretation of evidence factual assessment police report appellate review scope

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 194/2005 of the Supreme Court
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 753 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 753/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 2) Σ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευστάθιο Κουκούτση και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Μ. του Γ., 2) Α. Κ. του Α., συζύγου Ι. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σπύρου και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/7/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1271/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 607/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/6/2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 7/11/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αναίρεση.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 607/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 20-5-2008 έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 1271/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στη συνέχεια εξαφάνισε την εκκαλουμένη, συνεκδίκασε τις από 4-7-2002 και 29-7-2003 αγωγές, απέρριψε την πρώτη και δέχθηκε εν μέρει την δεύτερη και καταδίκασε τους αναιρεσείοντες, να καταβάλλουν στον πρώτο αναιρεσίβλητο 5.000 ευρώ ο πρώτος αναιρεσείων και 4.000 ευρώ ο δεύτερος αναιρεσείων, νομιμοτόκως. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ).

Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1351/2011).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "... Από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι πράγματι ο Σ.

Κ. έριξε υπολείμματα φαγητών στην αυλή του Ι. Μ., καθώς και στο περιφραγμένο οικόπεδο της οδού ... αρ. 16, όπου είχε εγκλεισμένα δύο σκυλιά ιδιοκτησίας του ο Ι. Μ.. Είναι, επίσης, αληθές ότι ο τελευταίος είχε λάβει άδεια από τον ιδιοκτήτη του οικοπέδου της οδού ... αρ. 16 να εγκαταστήσει σ' αυτό τα ως άνω ζώα και, επομένως, ο ισχυρισμός του Σ.

Κ. ενώπιον των αστυνομικών οργάνων ότι αυθαίρετα ο Ι. Μ. διατηρεί δύο αδέσποτα σκυλιά στο οικόπεδο της οδού ... αρ. 16, είναι ψευδής. Όμως, αναφορικά με τα περιστατικά αυτά, δεν αποδείχθηκε ότι, κατά τον ως άνω χρόνο, που διέδωσε ο Σ. Κ. τελούσε σε γνώση της αναλήθειάς τους, ώστε να λάβει η πράξη του το χαρακτήρα της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Από τη διάδοση των ανωτέρω αναληθών περιστατικών μπορούσε να θιγεί η τιμή και η υπόληψη του Ι. Μ. και τούτο το γνώριζε ο Σ. Κ. όταν ισχυριζόταν αυτά, διότι αμφισβητούσε ευθέως με τη διάδοση αυτών σε τρίτα πρόσωπα την ηθική αξία του Ι. Μ. ως ατόμου και επιστήμονα, αφού τον εμφάνιζε ως άτομο που αυθαίρετα καταλαμβάνει ξένη ιδιοκτησία.

Επομένως, τα ανωτέρω περιστατικά, που ισχυρίστηκε και διέδωσε ο Σ. Κ., φέρουν το χαρακτήρα της απλής δυσφήμησης και με την πράξη του αυτή προσέβαλε την προσωπικότητα του Ι. Μ. στον κοινωνικό του χώρο, δηλαδή στη γειτονιά όπου ζει. Περαιτέρω, από τη συκοφαντική κατά τα άνω συμπεριφορά του Σ. Κ., προκύπτει πρόθεση αυτού να πλήξει την προσωπικότητα του Ι.

Μ., υπό την έκφανση της τιμής και υπόληψής του. ..." και περαιτέρω, "...Αναφορικά με το θάνατο, κατά το έτος 2001, ενός λυκόσκυλου του Ι. Μ., από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία και ιδιαίτερα από την από 22-7-2003 γνωμάτευση του κτηνίατρου Ν. Π., προκύπτει ότι το σκυλί αυτό είχε υποστεί συστολή στομάχου, πάθηση η οποία είναι απρόβλεπτη και δυσχερής στην πρόγνωση.

Όμως, ο Ι. Μ. αντελήφθη έγκαιρα το πρόβλημα υγείας του παραπάνω λυκόσκυλου, κάλεσε τον παραπάνω κτηνίατρο, ο οποίος το εξέτασε και προέβη στην ενδεδειγμένη θεραπευτική αγωγή, η οποία δεν απέδωσε και το σκυλί απεβίωσε. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός του Π. Μ. ότι ο Ι. Μ. σκότωσε το λυκόσκυλο, όπως και τον ελληνικό γκέκα, είναι ψευδής.

Ψευδής, επίσης, είναι και ο ισχυρισμός του Σ. Κ. ότι ο Ι. Μ. "φόλιασε τον σκύλο του για να τον ενοχοποιήσει ...", ακόμη, "... Αποδείχθηκε, ακόμη, ότι με τους συκοφαντικούς, κατά τα άνω, ισχυρισμούς των Π. Μ. και Σ. Κ. στις 14-4-2002 και περί ώρα 23.30, με τους δυσφημιστικούς ισχυρισμούς του Σ. Κ. περί ώρα 20.20 της ίδιας πιο πάνω ημερομηνίας, καθώς και με τους περιεχόμενους στην από 25-6-2002 ψευδή μήνυση συκοφαντικούς ισχυρισμούς και των δύο, προκύπτει πρόθεση αυτών να πλήξουν την προσωπικότητα του Ι.

Μ., υπό την έκφανση της τιμής και υπολήψεώς του, διότι αυτά που ισχυρίστηκαν και διέδωσαν, κατά κρίση αντικειμενική, μειώνουν την ηθική αξία, που έχει πηγή την ατομικότητα και αντικατοπτρίζουν στην εκτίμηση των άλλων μονάδων του κοινωνικού συνόλου προς αυτόν. Ήταν δε γνωστό στους ανωτέρω, ότι του περιεχομένου της από 25-6-2002 μήνυσής τους θα λάβουν γνώση και τρίτα πρόσωπα (εισαγγελείς, δικαστές, δικαστικοί υπάλληλοι), καθώς και όσων ανέφεραν δημόσια στη γειτονιά των διαδίκων, και ότι η βλάβη που θα προκαλείτο από το λόγο αυτό στο πρόσωπο του Ι.

Μ. θα ήταν σημαντική, αφού εμφανίζεται αυτός ως άτομο αδίστακτο που δολοφονεί τα οικόσιτα ζώα του παρότι δηλώνει φιλόζωος και συμμετέχει σε φιλοζωικές οργανώσεις, και στη συνέχεια ενοχοποιεί τρίτους για το θάνατο των ζώων του. ...", επίσης δέχθηκε, "... Η παραπάνω υπόθεση ζωοκτονίας δικάστηκε τελικά, μετά από αναβολές, ενώπιον του Αυτόφωρου Μονομελούς Πλημ/κειου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 27ης Σεπτεμβρίου 2002 και το Δικαστήριο αυτό, με τη με αριθμό 106.089/2002 απόφασή του, κήρυξε αθώο το Σ.

Κ., με το αιτιολογικό ότι δεν αποδείχθηκε η πράξη της ζωοκτονίας, δεδομένου ότι αυτός κατά τον επίμαχο χρόνο τέλεσης αυτής απουσίαζε από την οικία του και, επομένως, ήταν πρακτικά αδύνατο να δηλητηριάσει ο ίδιος το σκυλί του Ι. Μ.. Η απόφαση αυτή είναι ήδη αμετάκλητη, όπως προκύπτει από το με αριθμό 4787/14-12-2006 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Αρείου Πάγου.

Ενώπιον του παραπάνω Δικαστηρίου εξετάστηκε χωρίς όρκο, ως πολιτικώς ενάγων, ο Ι. Μ. και ενόρκως ως μάρτυρες κατηγορίας η Α. Κ. και Ε. Κ. και ως μάρτυρες υπεράσπισης η Β. Κ., Π. Μ. και Ε. Κ.. Ο μηνυτής Ι. Μ. κατέθεσε τα ίδια περιστατικά που ανέφερε και στην προαναφερόμενη μήνυσή του και επιπλέον ότι το σκυλί που θανατώθηκε ήταν πράγματι ενοχλητικό, γιατί γάβγιζε, και ότι είδε αυτός το Σ.

Κ. να πετάει από το μπαλκόνι του σπιτιού του ένα αντικείμενο. Η Α. Κ. κατέθεσε ότι στις 11-4- 2002 και ώρα 23.00 περίπου άκουσαν τα σκυλιά τους να γρυλίζουν και αμέσως ο σύζυγός της βγήκε έξω και στη συνέχεια τη ρώτησε αν είχε δει τον ενοικιαστή του πρώτου ορόφου της οικοδομής της οδού ... αρ. 10 να πετάει τροφή στα σκυλιά τους και αυτή του απάντησε αρνητικά.

Κατέθεσε, επίσης, αυτή ότι όταν βγήκε έξω από το σπίτι της είδε ότι κάποιος κατέβασε τις γρίλιες της κουζίνας της οικίας Κ., ότι όταν έφευγαν με το σύζυγό της για τον κτηνίατρο είδε ότι το αυτοκίνητο του Σ. Κ. ήταν σταθμευμένο μπροστά από την οικοδομή της οδού ... αρ. 10 και ότι το προηγούμενο διάστημα είχε διαπιστώσει ότι κάποιος πετούσε μικρές πέτρες στην αυλή του σπιτιού της.

Εξάλλου, ο γείτονας των διαδίκων Ε. Κ. κατέθεσε ενώπιον του ίδιου πιο πάνω Δικαστηρίου αλλά και στις 11-7-2002 ενώπιον του Πταισματοδίκη Καπανδριτίου, ότι πριν τις 11-4-2002 ήταν κάποια ημέρα έξω από το σπίτι τους και πέρασε ο Σ. Κ., ο οποίος σταμάτησε και του παραπονέθηκε ότι τον ενοχλούν τα σκυλιά που έχει στην κατοικία του (οδός ...

αρ. 15), καθώς επίσης και τα σκυλιά του Ι. Μ., ειδικά το βράδυ. Περαιτέρω, η μάρτυρας υπεράσπισης Β. Κ. κατέθεσε ότι ο Ι. Μ. τηλεφώνησε στην οικία της στις 11-4-2002 αρχικά περί ώρα 23.00 και αργότερα περί ώρα 23.30 και ανέφερε στο σύζυγό της ότι το σκυλί του δηλητηριάστηκε και ότι αυτό το έκανε κάποιος από τη δική τους οικοδομή.

Ότι ο σύζυγός της του είπε ότι αποκλείεται να το έκανε αυτό ένοικος της οδού ... αρ. 10, γιατί έλειπαν όλοι, και αυτό το επιβεβαίωσε και η ίδια, διότι βγήκε έξω και δεν υπήρχε φως στα διαμερίσματα του ισογείου και πρώτου ορόφου της οδού ... αρ. 10. Ανέφερε ακόμη η Β. Κ. ότι δεν είχαν διαφορές στο παρελθόν ο Ι. Μ. και ο Σ.

Κ. και ότι αν είχε επιστρέφει ο τελευταίος πριν την 23.00' ώρα στις 11.4.2002 θα το αντιλαμβάνονταν από το θόρυβο που κάνει η γκαραζόπορτα. Ο Π. Μ. κατέθεσε ενώπιον του ίδιου πιο πάνω Δικαστηρίου ότι του τηλεφώνησε περί ώρα 23.00 στις 11-4-2002 ο Ι. Μ. και του ανέφερε ότι "φολιάσανε το σκύλο μου" και αυτός τον ρώτησε μήπως έφαγε από το ποντικοφάρμακο που είχε ρίξει ο ίδιος (Π.

Μ.) για να εξολοθρεύσει τα ποντίκια. Ότι αργότερα του τηλεφώνησε και πάλι ο Ι. Μ. και του είπε ότι το σκυλί του το δηλητηρίασε ο Σ. Κ., ο οποίος όμως έλειπε τον κρίσιμο πιο πάνω χρόνο και επέστρεψε στην οικία του ακριβώς τα μεσάνυχτα (24.00' ώρα), που άκουσε θόρυβο από τη γκαραζόπορτα. Και ότι στο σπίτι του Ι. Μ. έχουν αποβιώσει ακόμη δύο σκυλιά.

Περαιτέρω, η σύζυγος του Σ. Κ., Ε. Κ., κατέθεσε ότι έφυγαν από την οικία τους, τον πιο πάνω χρόνο, περί ώρα 22.00, πήγαν για φαγητό σε ταβέρνα στο …, από την οποία έφυγαν στις 23.30 και επέστρεψαν στην οικία τους στις 24.00'. Ότι με τον Ι. Μ. είχαν μια καλημέρα μόνο, αλλά "λόγω της ιδιομορφίας του", δεν ήθελαν κάτι περισσότερο και ότι αυτή και ο σύζυγός της λατρεύουν τα ζώα και έχουν ζώα στο εξοχικό τους.

Εν τω μεταξύ, τον Ιούλιο του έτους 2002, όταν ο Ι. Μ. και η Α. Κ. πληροφορήθηκαν ότι όλες οι ταβέρνες στο ... λόγω πένθους ήταν κλειστές το βράδυ της 11-4-2002, ζήτησαν από το Γ. Μ., ασφαλιστή, ο οποίος τους ανέφερε το περιστατικό αυτό, μια βεβαίωση στην οποία να αναφέρεται το γεγονός αυτό. ... αν αναγκαστώ να καταθέσω την αλήθεια, αυτό που είδα, ότι δηλαδή την 11-4- 2002 νύκτα Πέμπτης μετά την 9η βραδυνή πήγα να φάω στην ταβέρνα ...

στο ... και τη βρήκα κλειστή". Κάτω από το κείμενο αυτό υπάρχει η υπογραφή του βεβαιούντος Γ. Μ.. Σεβόμενοι την επιθυμία του τελευταίου να μην εμπλακεί σε δικαστήρια που είχαν οι διάδικοι, ο Ι. Μ. και η Α. Κ. δεν έκαναν χρήση του ανωτέρω εγγράφου στο Αυτόφωρο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών κατά τη δικάσιμο που προεκτέθηκε, όπως αποδεικνύεται από την απόφαση με αριθμό 106.089/2002, στην οποία δεν αναφέρεται στα αναγνωστέα έγγραφα η ως άνω επιστολή - βεβαίωση.

Το έγγραφο αυτό παρέδωσε ο Ι. Μ. το έτος 2004 στον ειδικό δικαστικό γραφολόγο Π. Κ., με την εντολή να ερευνήσει αν αυτό αποτελεί γνήσια γραφή του Γ. Μ. τόσο κατά τον υπογραφικό, όσο και κατά τον περιγραφικό τύπο. Παράλληλα με το ως άνω έγγραφο ο Ι. Μ. παρέδωσε στον Π. Κ. και τρία (3) ακόμη έγγραφα, γραμμένα και υπογεγραμμένα από το Γ.

Μ.. Όπως δε αναφέρει ο δικαστικός γραφολόγος Π. Κ. στην από 20-12-2004 γραφολογική γνωμοδότησή του, την οποία προσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι Ι. Μ. και Α. Κ., το ως άνω χωρίς ημερομηνία σημείωμα, που φέρει την υπογραφή Μ. Γ., αποτελεί γνήσια γραφή αυτού τόσο κατά τον υπογραφικό, όσο και κατά τον περιγραφικό τύπο. Η γνησιότητα του περιεχομένου της επιστολής αυτής, καθώς και της υπογραφής του Γ.

Μ., συνομολογείται άλλωστε και από τον ίδιο στην από 8-12-2005 ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του Πταισματοδίκη Καλλιθέας, ο οποίος διενεργούσε προανάκριση. Ειδικότερα, στην ένορκη κατάθεση που έδωσε αυτός ενώπιον του παραπάνω Πταισματοδίκη αναφέρει ότι την επίμαχη επιστολή έστειλε με τηλεομοιοτυπία σε έναν αριθμό που του είχε δώσει η Α.

Κ., ενώ το πρωτότυπο της επιστολής το έδωσε στον Ι. Μ. τον Ιούλιο του έτους 2002. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι στις 10-6-2002 υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών μήνυση σε βάρος των Β. Κ., Α. Μ., Ε. Μ., Ε. Κ. και Σ. Κ., βάσει της οποίας ασκήθηκε ποινική δίωξη για ψευδορκία μάρτυρα (σε βάρος των τριών πρώτων), για ηθική αυτουργία στην πιο πάνω πράξη κατά συναυτουργία (σε βάρος της τέταρτης και του πέμπτου) και για εξύβριση σε βάρος του πέμπτου.

Σύμφωνα με τη μήνυση αυτή, όσα ανέφεραν η Β. Κ. και ο Α. Μ. στις 12-4-2002 ενώπιον των αστυνομικών οργάνων του Αστυνομικού Τμήματος Εκάλης, στο πλαίσιο της αστυνομικής προανάκρισης που προαναφέρθηκε, είναι ψευδή. Ότι οι μάρτυρες αυτοί και η σύζυγος του δεύτερου, Ε. Μ., που χαρακτηρίζεται εντελώς αόριστα στη μήνυση ως συνεργός, ωθήθηκαν στην πράξη τους από τους Ε.

Κ. και Σ. Κ., οι οποίοι, ενεργώντας από κοινού, κατόπιν συναπόφασης, με πειθώ και φορτικότητα, τους έπεισαν να διαπράξουν την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα. Και, τέλος, ότι ο Σ. Κ. εξύβρισε αυτόν (Ι. Μ.) με τη φράση ότι από κακότητα τον καταμήνυσε ως φυσικό αυτουργό της θανάτωσης του σκύλου του. Επί της μηνύσεως αυτής εκδόθηκε το με αριθμό 1.086/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο είναι ήδη αμετάκλητο, όπως προκύπτει από το με αριθμό 4719/8-12-2006 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Αρείου Πάγου, και αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των παραπάνω προσώπων για τις προαναφερόμενες πράξεις, που φέρονται ότι τέλεσαν αυτοί στην ...

στις 12-4-2002 σε βάρος του Ι. Μ.. Βάσει των παραπάνω αποδείξεων και κυρίως της βεβαίωσης του κτηνίατρου Δ. Σ., του εγγράφου του ΟΤΕ, που δείχνει τις προσπάθειες του Ι. Μ. να βρει τα στοιχεία του Σ. Κ., .τα οποία δεν γνώριζε έως τότε, της κατάθεσης και της βεβαίωσης του Γ. Μ., ο οποίος είναι τρίτος σε σχέση με τους διαδίκους και καταρρίπτει το "άλλοθι" του Σ.

Κ., της κατάθεσης του γείτονα Ε. Κ., ... αποδεικνύεται ότι δράστης της ανωτέρω ζωοκτονίας είναι ο Σ. Κ.. Επομένως, η από 12-4-2002 μήνυση, που υπέβαλε ο Ι. Μ. εναντίον του για την πράξη αυτή, καθώς και η ένορκη κατάθεση με την οποία ο ίδιος βεβαίωσε το περιεχόμενό της δεν είναι ψευδείς και γι' αυτό δεν τέλεσε τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης, ψευδομαρτυρίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης, τα οποία του αποδίδει ο Σ.

Κ.. Τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αντικρούονται από τις καταθέσεις της Β. Κ., Ε. Κ., Α. Μ. και Π. Μ. ενώπιον των παραπάνω προανακριτικών και δικαστικών αρχών, οι οποίοι, στην προσπάθειά τους να βοηθήσουν τον Σ. Κ., ώστε να απαλλαγεί από το έγκλημα της ζωοκτονίας, δημιουργούν ψεύτικο "άλλοθι" και γενικά καταθέτουν αναληθή περιστατικά. ...

Από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε περαιτέρω ότι στις 14-4-2002 και ώρα 18.00 οι Ι. Μ. και Α. Κ. είδαν τον Σ. Κ. να ρίχνει από το δρόμο υπολείμματα φαγητών αρχικά στην αυλή του σπιτιού τους και στη συνέχεια σε περιφραγμένο οικόπεδο της οδού ... αρ. 16, ιδιοκτησίας .... Στο οικόπεδο αυτό, μετά από άδειά του ιδιοκτήτη του, ο Ι.

Μ. είχε εγκαταστήσει τουλάχιστον από τριετίας δύο σκυλιά, τα οποία περιποιούνταν ανελλιπώς. Όταν ο τελευταίος αντελήφθη την κίνηση αυτή του Σ. Κ., απευθυνόμενος προς αυτόν του είπε σε έντονο ύφος ότι τα σκυλιά στο ως άνω περιφραγμένο οικόπεδο είναι δικά του και να μην τους ρίχνει φαγητό. Αμέσως μετά ο Ι.

Μ. κάλεσε την Άμεσο Δράση, ... Την επόμενη ημέρα (15-4-2002) ο Ι. Μ. υπέβαλε εναντίον του Σ. Κ. μήνυση για συκοφαντική δυσφήμηση, ισχυριζόμενος σε αυτή ότι ο τελευταίος στις 14-4-2002 ενώπιον των αστυνομικών οργάνων του Αστυνομικού Τμήματος Εκάλης ισχυρίστηκε ότι αυτός (Ι. Μ.) εισήλθε χωρίς δικαίωμα σε συνεχόμενο οικόπεδο της οικίας του και άφησε εκεί δύο σκυλιά αδέσποτα, ενώ γνώριζε ότι τα ανωτέρω είναι ψευδή και πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ως άνω μηνυτή.

Το περιεχόμενο της ανωτέρω μήνυσης που κατέθεσε ο Ι. Μ. ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, βεβαίωσε ενόρκως αυτός στις 15-4-2002 και ακολούθως, με βάση τη μήνυσή του αυτή, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του Σ. Κ. για συκοφαντική δυσφήμηση και παραγγέλθηκε η διενέργεια προανάκρισης. ... μάρτυρας η Α.

Κ. για το περιστατικό αυτό τα εξής: "Την Κυριακή 14-4-2002 περίπου 18.00 το απόγευμα, είδαμε τον Κ. να πετάει μέσα στην αυλή μας κόκαλα και αποφάγια. Βάλαμε τις φωνές για να τον αποτρέψουμε, γιατί τρεις μέρες πριν είχε οδηγηθεί στο αυτόφωρο, γιατί φόνευσε το σκυλί μας με δηλητηριασμένο μπιφτέκι. Ο Κ. προχώρησε μέχρι το διπλανό μας οικόπεδο, είναι συνεχόμενο με την κατοικία μας και περιφραγμένο, ο ιδιοκτήτης είναι γνωστός μας και μας έχει επιτρέψει να κυκλοφορούνε μέσα στο οικόπεδό του τα σκυλιά μας και ο Κ.

έριξε και εκεί κόκκαλα - αποφάγια, παρά τις έντονες διαμαρτυρίες μας. Ο Κ. το έκανε για να δείξει στους γείτονες ότι είναι ζωόφιλος, Στις 6.45 μ.μ. αργότερα ήρθε το 100 και ζητήσαμε να του γίνουν συστάσεις για να μην πετάει αποφάγια στα σκυλιά μας. Το ίδιο βράδυ αργότερα ήρθε ξανά το περιπολικό και ο Κ. με τους άνδρες του περιπολικού βρισκόντουσαν στο δρόμο έξω από το διπλανό μας οικόπεδο.

Τότε ακούσαμε τον Κ. να κατασυκοφαντεί το σύζυγό μου και να λέει ότι παρανόμως έχει εγκαταστήσει αδέσποτα σκυλιά στο διπλανό οικόπεδο και χωρίς την έγκριση του ιδιοκτήτη. Είπε, επίσης, ότι ο ίδιος είναι ζωόφιλος και τα ταΐζει οικειοθελώς και ότι ο σύζυγός μου τον εμποδίζει να τα ταΐζει. Πίεσε τους άνδρες του περιπολικού να καταγράψουν το συμβάν και αυτοί του δήλωσαν ότι είναι αστικής φύσεως διαφορά, δεν τους αφορά και φύγανε".

Για τα ίδια πιο πάνω περιστατικά κλήθηκαν να καταθέσουν ενώπιον του Πταισματοδίκη Καπανδριτίου ως μάρτυρες και οι Ε. Κ., Β. Κ. και Ε. Ε.. Η πρώτη από τους μάρτυρες αυτούς κατέθεσε ότι "στις 14-4-2002 ταΐζαμε αδέσποτα σκυλάκια σε παρακείμενο οικόπεδο, οπότε εμφανίστηκε έξαλλος ο κ. Μ. και μας είπε ότι τα σκυλιά είναι δικά του και να φύγουμε γιατί θα μας κάνει μήνυση ...".

Η δεύτερη μάρτυρας (Β. Κ.) κατέθεσε ότι "Στις 14-4-2002, ημέρα Κυριακή, στις 6 η ώρα το απόγευμα, άκουσα φωνές στο δρόμο ... και είδα τον κ. Γ. Μ. να απευθύνεται στον κ. Κ., τον οποίο συνόδευε η σύζυγός του, και να του λέει "αν ξαναταΐσεις αυτά τα σκυλιά θα σου κάνω κι' άλλη μήνυση". Αναφερόταν σε δύο σκυλιά αδέσποτα, τα οποία ήταν έξω από την οικία του σε διπλανό οικόπεδο, σε απόσταση 40 μέτρων περίπου από την οικία του ...

Τα σκυλιά αυτά τα αδέσποτα τα ταΐζει χρόνια ο κ. Κ. και δεν είναι του κ. Μ.. Η γυναίκα του κ. Μ. δεν ήταν παρούσα στο επεισόδιο αυτό. Μέσα στην αυλή του κ. Μ., όπου διατηρεί 6 σκυλιά, την ημέρα αυτή δεν έριξε τροφή στους σκύλους ο κ. Κ.. Και η τρίτη μάρτυρας, η Ε. Ε., δεν έκανε καμία αναφορά στην κατάθεσή της για το συμβάν στις 14-4-2002 και ώρα 20.20.

Εξ άλλου, η Β. Κ., που εξετάστηκε ενόρκως ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ουδέν κατέθεσε για τα παραπάνω γεγονότα, ενώ η Α. Κ., που εξετάστηκε χωρίς όρκο ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, ανέφερε ότι ο Σ. Κ. έριξε υπολείμματα φαγητών στα σκυλιά τους την πιο πάνω ημέρα και ώρα. Η προαναφερόμενη, από 15-4- 2002, μήνυση του Ι.

Μ. κατά του Σ. Κ. συζητήθηκε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 19-1- 2007. ... Το παραπάνω Δικαστήριο, με την με αριθμό 3701/2007 απόφασή του, απάλλαξε το Σ. Κ. από την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης και έκρινε περαιτέρω ότι δεν στοιχειοθετείται κατ' αυτού ούτε η πράξη της απλής δυσφήμησης ούτε η αξιόποινη πράξη της εξύβρισης.

Από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι πράγματι ο Σ. Κ. έριξε υπολείμματα φαγητών στην αυλή του Ι. Μ., καθώς και στο περιφραγμένο οικόπεδο της οδού ... αρ. 16, όπου είχε εγκλεισμένα δύο σκυλιά ιδιοκτησίας του ο Ι. Μ.. Είναι, επίσης, αληθές ότι ο τελευταίος είχε λάβει άδεια από τον ιδιοκτήτη του οικοπέδου της οδού ...

αρ. 16 να εγκαταστήσει σ' αυτό τα ως άνω ζώα και, επομένως, ο ισχυρισμός του Σ. Κ. ενώπιον των αστυνομικών οργάνων ότι αυθαίρετα ο Ι. Μ. διατηρεί δύο αδέσποτα σκυλιά στο οικόπεδο της οδού ... αρ. 16, είναι ψευδής. Όμως, αναφορικά με τα περιστατικά αυτά, δεν αποδείχθηκε ότι, κατά τον ως άνω χρόνο, που διέδωσε αι Σ.

Κ. τελούσε σε γνώση της αναλήθειάς τους, ώστε να λάβει η πράξη του το χαρακτήρα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Από τη διάδοση των ανωτέρω αναληθών περιστατικών μπορούσε να θιγεί η τιμή και η υπόληψη του Ι. Μ. και τούτο το γνώριζε ο Σ. Κ. όταν ισχυριζόταν αυτά, διότι αμφισβητούσε ευθέως με τη διάδοση αυτών σε τρίτα πρόσωπα την ηθική αξία του Ι.

Μ. ως ατόμου και επιστήμονα, αφού τον εμφάνιζε ως άτομο που αυθαίρετα καταλαμβάνει ξένη ιδιοκτησία. Επομένως, τα ανωτέρω περιστατικά, που ισχυρίστηκε και διέδωσε ο Σ. Κ., φέρουν το χαρακτήρα της απλής δυσφήμησης και με την πράξη του αυτή προσέβαλε την προσωπικότητα του Ι. Μ. στον κοινωνικό του χώρο, δηλαδή στη γειτονιά όπου ζει.

Περαιτέρω, από τη συκοφαντική κατά τα άνω συμπεριφορά του Σ. Κ., προκύπτει πρόθεση αυτού να πλήξει την προσωπικότητα του Ι. Μ., υπό την έκφανση της τιμής και υπόληψής του. Εξ άλλου, τα περιστατικά που αναφέρει η Α. Κ. στην ως άνω περικοπή της από 6-6-2002 ένορκης προανακριτικής της κατάθεσης, είναι αληθή και, επομένως, δεν τέλεσε αυτή τις αποδιδόμενες από τους Π.

Μ. και Σ. Κ. πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης, ούτε ο Ι. Μ. την πράξη της ηθικής αυτουργίας στις πράξεις της συζύγου του. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε με την εκκαλούμενη απόφασή του ότι οι Ι. Μ. και Α. Κ. τέλεσαν στις 6-6-2002 τα αδικήματα της ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης (η δεύτερη) και της ηθικής αυτουργίας στις πράξεις αυτές (ο πρώτος) και ότι ο Σ.

Κ. δεν τέλεσε στις 14-4-2002 το αδίκημα της απλής δυσφήμησης, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα υποστηρίζουν αυτοί με τους όγδοο, ένατο και δέκατο λόγους της έφεσής τους. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι την Κυριακή 14-4-2002, περί ώρα 23.30, έγινε και νέο επεισόδιο μεταξύ του Ι. Μ. αφενός και των Π. Μ. και Σ.

Κ. αφετέρου. Ο Ι. Μ. περιγράφει ως εξής το επεισόδιο αυτό: Ότι ο Π. Μ., από την ταράτσα της οικίας του απευθύνθηκε προς αυτόν και με δυνατή φωνή, ώστε να ακουστεί σε όλη τη γειτονιά, του είπε: "Εσύ δηλητηρίασες το σκυλί σου και τώρα ψάχνεις να βρεις ενόχους. Άμα δε μου φέρεις αποδείξεις μέχρι τον Ιούλιο ότι φταίει ο Κ., θα είμαι σίγουρος ότι εσύ σκότωσες το σκύλο σου, όπως πέρυσι το λύκο σου".

Ακολούθως, κατά τον Ι. Μ., ο Π. Μ. του είπε και τα ακόλουθα: "φταίει αυτός ο μαλάκας ο Κ., που κλειδαμπαρώθηκε εκείνο το βράδυ, ενώ έπρεπε να βγει έξω από το σπίτι του και να σου πει τα ίδια", ενώ στη συνέχεια του είπε και ο Σ. Κ.: "Ναι, εσύ φόλιασες το σκυλί σου για να με ενοχοποιήσεις". Οι Π. Μ. και Σ. Κ. αναφορικά με το επεισόδιο αυτό, ισχυρίζονται ότι έγινε ως εξής:

Ότι, την ανωτέρω ημερομηνία και ώρα, ο Π. Μ. βρισκόταν με τη σύζυγό του στη βεράντα της οικίας του και ο Σ. Κ. ήταν στην κουζίνα της οικίας του μαζί με τη σύζυγό του. Ότι ο Ι. Μ. κάλεσε κατ' επανάληψη το Σ. Κ. με τη φράση "κύριε Κ., κύριε Κ.", αλλά ο τελευταίος δεν του απαντούσε. Ότι, μετά ταύτα, απευθύνθηκε προς τον Ι.

Μ. ο Π. Μ., λέγοντάς του τα εξής: "Άστον ήσυχο τον άνθρωπο νυχτιάτικα, τον έμπλεξες με μηνύσεις και δικαστήρια, έψαχνες για ενόχους και την πλήρωσε ο άνθρωπος, που έλειπε μάλιστα από το σπίτι του, θα περιμένω να δω τι στοιχεία θα φέρεις και τι θα πεις στο δικαστήριο". Ότι ακολούθως ο Ι. Μ. απευθυνόμενος προς τον Π.

Μ. είπε: "Θα δεις Π., εσένα και τον Κ. θα σας έχω στα δικαστήρια για 15 χρόνια, είσαι και συ συμμέτοχος στο φόνο, θα τραβιόμαστε στα δικαστήρια για 15 χρόνια". Αναφέρουν ακόμη οι Π. Μ. και Σ. Κ. ότι ο δεύτερος απ' αυτούς δεν είχε καμία εμπλοκή στο παραπάνω φραστικό επεισόδιο και ούτε καν εξήλθε της οικίας του. Την επόμενη ημέρα (15-4-2002) ο Ι.

Μ. κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών μήνυση σε βάρος των Π. Μ. και Σ. Κ. για τα παραπάνω γεγονότα που επικαλείται και βάσει αυτής ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος των μηνυομένων για συκοφαντική δυσφήμηση, ενώ παράλληλα διατάχθηκε η διενέργεια προανάκρισης από τον Πταισματοδίκη Καπανδριτίου.

Στις 6-6-2002 εξετάστηκε ενόρκως ενώπιον αυτού, όπως προεκτέθηκε, η Α. Κ., η οποία, όσον αφορά το βραδινό επεισόδιο στις 14-4-2002, κατέθεσε τα εξής: "βγήκε ο Π. Μ. από την ταράτσα του σπιτιού του και φώναξε στο σύζυγό μου "θέλεις να σου πω εγώ τι έγινε; εσύ δηλητηρίασες το σκυλί σου και ψάχνεις να βρεις ενόχους, αλλά φταίει αυτός ο μαλάκας ο Κ.

που κλειδαμπαρώθηκε στο σπίτι του, αντί να βγει να πει ο ίδιος "και τότε ο Κ. βγήκε από την πόρτα του σπιτιού του και φώναξε: "ναι έτσι έγινε, εσύ φόνευσες το σκυλί σου και τώρα μ' ενοχοποιείς", ο δε Μ. είπε: "άμα ξαναδώ δηλητηριασμένο σκυλί στην αυλή σου θα σε πάω εγώ ο ίδιος στην αστυνομία"... Στις 29-7-2002 εξετάστηκαν ενόρκως ενώπιον του παραπάνω Πταισματοδίκη και οι Β.

Κ., Ε. Κ. και Ε. Ε., οι οποίες, όσον αφορά το επίμαχο βραδυνό επεισόδιο στις 14-4-2002 κατέθεσαν τα εξής: α) Η πρώτη ότι "το βράδυ της ίδιας ημέρας, στις 23.00 - 23.30, ακούσαμε τον κ. Μ. να φωνάζει: "Κύριε Κ., κύριε Κ.". Ο κύριος Κ. δεν βγήκε, ούτε απάντησε, εκείνος επέμεινε, τότε του φώναξε ο σύζυγός μου από τη βεράντα "τι τον θες τον άνθρωπο και τον ενοχλείς νυχτιάτικα, τι πράγματα είναι αυτά που κάνεις".

Επίσης του είπε ότι θα έλθω στο δικαστήριο μάρτυρας στη μήνυση που έκανες στον Κ. και απάντησε ο κ. Μ. ότι "θα σας έχω στα δικαστήρια 15 χρόνια, είσαι συνένοχος στο φόνο", εννοούσε του σκύλου ... Ο κύριος Κ. δεν βγήκε καθόλου, δεν έχει συκοφαντήσει τον κ. Μ., ούτε ο σύζυγός μου τον συκοφάντησε ούτε τον εξύβρισε, ούτε τον απείλησε ...

Η δεύτερη μάρτυρας (Ε. Κ.) κατέθεσε ότι "... Το βράδυ, κατά τις 23.00 - 23.30, ακούσαμε τον κ. Μ. να φωνάζει το σύζυγό μου, ο σύζυγός μου δεν βγήκε έξω. Άκουσε τις φωνές ο κύριος Μ., ο οποίος βγήκε και είπε στον κύριο Μ. να μην ενοχλεί τον κύριο Κ. και δεν φτάνει που του έκανε ψευδή μήνυση, ότι του δηλητηρίασε το σκύλο, επίσης του είπε ότι στο δικαστήριο θα πει την αλήθεια, ο κύριος Μ.

είπε ότι εσένα και τον κύριο Κ. θα σας σέρνω 15 χρόνια στα δικαστήρια ως συνενόχους ...". Και η τρίτη από τις παραπάνω μάρτυρες, η Ε. Ε., κατέθεσε ότι "... Την Κυριακή το απόγευμα άκουσα τον κύριο Μ. να φωνάζει στον κύριο Κ. ότι του δηλητηρίασε τον σκύλο, ο κύριος Κ. δεν βγήκε καθόλου, παρενέβη ο κύριος Μ., ο οποίος ...

Είπε στον κύριο Μ. να μην ενοχλεί το νοικάρη του... Δεν άκουσα ποτέ οι κατηγορούμενοι να συκοφαντούν το μηνυτή...". Η παραπάνω μήνυση του Ι. Μ. κατά των Π. Μ. και Σ. Κ. εκδικάστηκε τελικά στις 19-1-2007 ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, χωρίς και πάλι την παρουσία του μηνυτή Ι. Μ., ο οποίος υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης λόγω ασθένειάς του και το αίτημά του αυτό απορρίφθηκε.

Ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού κατέθεσαν ως μάρτυρας κατηγορίας η Α. Κ. και ως μάρτυρες υπεράσπισης οι Ε. Κ. και Ε. Ε.. Η Α. Κ. κατέθεσε ενόρκως στο Δικαστήριο αυτό, μεταξύ άλλων, όσον αφορά το βραδυνό επεισόδιο στις 14-4-2002 ότι ο Π. Μ. είπε στο σύζυγό της "Μ. εσύ φόλιασες το σκυλί σου και να το αποδείξεις, όπως φόλιασες και πέρυσι τον λύκο.

Μετά είπε για τον κύριο Κ. ότι δε βγήκε από το σπίτι του να του πει τα ίδια (εννοεί το βράδυ στις 11-4-2002) και ότι ο Κ. είπε "εσύ φόλιασες το σκυλί σου και το έκανες για να με μεμφθείς". Η Ε. Κ. ενόρκως κατέθεσε ενώπιον του παραπάνω Δικαστηρίου ότι ο Π. Μ. απευθύνθηκε στον Ι. Μ. με τη φράση "Τι κάνεις εδώ, δεν τον αφήνεις ήσυχο" (εννοεί το σύζυγό της) και ότι ο Ι.

Μ. απάντησε στον Π. Μ. "είσαι και συ συνένοχος και για 15 χρόνια θα σας σέρνω στα δικαστήρια" και ο τελευταίος του είπε στη συνέχεια "μην τον ενοχλείς τον Κ. στις 11 η ώρα τη νύχτα". Τέλος, η Ε. Ε. κατέθεσε ενόρκως στο ίδιο Δικαστήριο ότι άκουσε μόνο τον Π. Μ. να λέει στον Ι. Μ. "άφησε ήσυχο το νοικάρη μου". Το προαναφερόμενο ποινικό Δικαστήριο, με την με αριθμό 3.700/2007 απόφασή του, κήρυξε αθώους τους κατηγορούμενους, με το αιτιολογικό ότι δεν αποδείχθηκε ότι ειπώθηκαν από αυτούς οι φράσεις που επικαλείται ο μηνυτής παρά μόνο η φράση "άφησε ήσυχο το νοικάρη μου", που είπε ο Π.

Μ., η οποία δεν στοιχειοθετεί απλή δυσφήμηση ή εξύβριση του Ι. Μ.. Η απόφαση αυτή είναι πλέον αμετάκλητη, όπως αποδεικνύεται από το με αριθμό 2369/29-5-2007 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Αρείου Πάγου. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι στις 28-6-2002 οι Π. Μ. και Σ. Κ. κατέθεσαν ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 25-6-2002 μήνυση κατά του Ι.

Μ. και της Α. Κ. και με βάση αυτή ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος της τελευταίας, αναφορικά με όσα κατέθεσε ενόρκως στις 6-6-2002 ενώπιον του Πταισματοδίκη Καπανδριτίου, της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή και της ψευδομαρτυρίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Ιωάννη όσον αφορά το περιεχόμενο των ανωτέρω από 12-4-2002 και 15-4-2002 μηνύσεων αυτού σε βάρος των Π.

Μ. και Σ. Κ., το αληθές των οποίων (μηνύσεων) βεβαίωσε αυτός ενόρκως στις 12-4-2002 ενώπιον του Διοικητή του Αστυνομικού Σταθμού Εκάλης και στις 15-4-2002 ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών αντίστοιχα, της συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συρροή σε βάρος του Ι. Μ., σχετικά με όσα ενόρκως βεβαίωσε ενώπιον των παραπάνω αρχών, και της ηθικής αυτουργίας σε βάρος αυτού στις πράξεις, που φέρεται ότι τέλεσε στις 6-6-2002 η σύζυγός του Α.

Κ.. Επί της μηνύσεως αυτής, μετά τη διενεργηθείσα προανάκριση, εκδόθηκε το με αριθμό 851/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος του Ι. Μ. για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης, που φέρεται ότι τέλεσε αυτός στις 12-4-2002, και ότι πρέπει να παραπεμφθεί αυτός και η Α.

Κ. ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για τις υπόλοιπες, ως άνω, αξιόποινες πράξεις, που φέρονται αυτοί ότι τέλεσαν στις 15-4-2002 και 6-6-2002. ... Από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με τα γεγονότα που συνέβησαν την 23.30 στις 14-4-2002, αποδεικνύεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι αυτά συνέβησαν ως εξής:

Ο Ι. Μ. ζητούσε επίμονα με τις φράσεις "Κύριε Κ., κύριε Κ." να βγει από την οικία του ο Σ. Κ., ο οποίος δεν ανταποκρινόταν στο κάλεσμά του. Τότε επενέβη ο Π. Μ., ο οποίος είπε στον Ι. Μ. "εσύ δηλητηρίασες το σκυλί σου και τώρα ψάχνεις να βρεις ενόχους. Άμα δε μου φέρεις αποδείξεις ότι φταίει ο Κ., θα είμαι σίγουρος ότι εσύ σκότωσες το σκύλο σου, όπως πέρυσι το λύκο σου" και ακολούθως είπε ότι "φταίει αυτός ο μαλάκας ο Κ., που κλειδαμπαρώθηκε εκείνο το βράδυ, ενώ έπρεπε να βγει έξω από το σπίτι του και να σου πει τα ίδια.

Μετά το άκουσμα της τελευταίας φράσης του Π. Μ., εξήλθε από την οικία του και ο Σ. Κ., ο οποίος είπε στον Ι. Μ. ότι "εσύ φόλιασες το σκυλί σου για να με ενοχοποιήσεις". Τα ανωτέρω προκύπτουν από τη σαφή και κατηγορηματική κατάθεση της Α. Κ. ενώπιον του Πταισματοδίκη Καπανδριτίου στις 6-6-2002 και ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών στις 19-1-2007, καθώς και ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου.

Η μαρτυρία αυτής, που είναι πανομοιότυπη και στα τρία ως άνω χρονικά σημεία, αποδίδει με σαφήνεια τα όσα διαδραματίστηκαν το βράδυ στις 14-4-2002 και τα οποία, άλλωστε, συνδέονται λογικά με όσα προηγήθηκαν τις προηγούμενες ημέρες. Αντίθετα, οι τρεις μάρτυρες των εφεσιβλήτωγ (Β. Κ., Ε. Κ. και Ε. Ε.) ενώ ισχυρίζονται και ήταν παρούσες στο φραστικό επεισόδιο αυτό, στην προσπάθειά τους να βοηθήσουν τους Π.

Μ. και Σ. Κ. περιγράφουν εντελώς διαφορετικά κάθε φορά τα όσα κατ' αυτές διημείφθησαν μεταξύ Ι. Μ. και Π. Μ. ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει διαφορετικά, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 4-7-2002 αγωγή των αναιρεσειόντων και δέχθηκε εν μέρει την από 29-7-2003 αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού με σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν τον αναιρετικό έλεγχο, κάλυψε όλα τα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζητήματα για να καταλήξει στο ανωτέρω διατακτικό.

Ωστόσο, με τους πρώτο, τρίτο και τέταρτο λόγους, της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αποδίδονται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση οι πλημμέλειες ότι δεν αιτιολόγησε επαρκώς, περιείχε αντιφατικές αιτιολογίες και υπήρχε έλλειψη αιτιολογίας και ειδικότερα αναφορικά με τα εξής:

α) "... μπορούσε να θιγεί η τιμή και η υπόληψη του Ι. Μ. ...", ... β) "... η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ειδικότερα έχει αντιφατικές αιτιολογίες ... στη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της απλής δυσφήμησης και στην περαιτέρω θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης του 2ου εξ ημών...", ...

γ) "... διότι δεν παρατίθενται πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η γνώση του δευτέρου εξ ημών ότι τα γεγονότα που ισχυρίστηκε ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του αντιδίκου...", ... δ) "... σε σχέση με το αν η προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου προήλθε είτε από απλή είτε από συκοφαντική δυσφήμηση ...", ...

ε) "... δεν παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ο χαρακτήρας ως ψευδούς του δήθεν ισχυρισμού του 2ου εξ ημών ότι ο αναιρεσίβλητος φόλιασε τον σκύλο του για να τον ενοχοποιήσει και η γνώση του 2ου εξ ημών περί του ψεύδους του άνω ισχυρισμού ...", ... στ) "...επομένως σε σχέση με τη δήθεν γνώση μας ότι τα ανωτέρω γεγονότα που ισχυριστήκαμε ήταν ψευδή η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ειδικότερα νόμιμες αιτιολογίες ...", ...

ζ) "... διότι προσδίδεται χωρίς ειδικότερη αιτιολογία, ιδιαίτερη βαρύτητα στη μαρτυρική κατάθεση της συζύγου του αναιρεσιβλήτου έναντι των ποινικών αποφάσεων των ποινικών δικαστηρίων οι οποίες στο σύνολό τους ήταν απαλλακτικές για αμφοτέρους τους αναιρεσείοντες ...", ... η) "... με την αναφορά του αν η συγκεκριμένη ανιχνευθείσα βάσει της τοξικολογικής εξέτασης δόση του ανωτέρω γεωργικού φαρμάκου είναι ικανή in concreto να προκαλέσει το θάνατο του συγκεκριμένου ζώου ...".

Όμως αντίθετα με όσα οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές αποδεικτικό της πόρισμα, χωρίς κατά τα λοιπά να απαιτείται ειδικότερη ανάλυση ως προς τη στάθμιση και εκτίμηση των επιμέρους αποδείξεων ή ως προς την αξιολόγηση των απλών επιχειρημάτων των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς.

Συνεπώς είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι πρώτος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους με πρόσχημα πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πλήττεται στην πραγματικότητα η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ). Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432επ.

ΚΠολΔ εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Παραμόρφωση εγγράφου κατά την έννοια του παραπάνω αναιρετικού λόγου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1440/2002), δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του.

Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 832/2009, 1627/2010).

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζονται: α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 194/2005).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το εφετείο δέχθηκε ότι: "... Μετά και από δεύτερη τηλεφωνική κλήση του Ι. Μ. προς την Άμεση Δράση που έλαβε χώρα στις 12-4-2002 και περί ώρα 00.58, κατέφθασε στις 01.10 περίπου της ίδιας ημέρας περιπολικό αυτοκίνητο με αριθμό ..., στο πλήρωμα του οποίου ο Ι. Μ. ανέφερε ότι από την όμορη οικοδομή της οδού ...

αρ. 10 κάποιος έριξε στην αυλή του ένα αντικείμενο το οποίο έφαγε αμέσως ένα σκυλί του και μετά από λίγο πέθανε και ότι, κατόπιν κτηνιατρικής έρευνας, διαπιστώθηκε ότι το σκυλί είχε δηλητηριασθεί με ισχυρό δηλητήριο, το οποίο ήταν μέσα σε ψημένο μπιφτέκι (βλ. το με αριθμό πρωτοκόλλου 1020/2/24306α/22-4-2002 απόσπασμα από το ημερήσιο δελτίο οχήματος του άνω περιπολικού) ...".

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε εσφαλμένα ότι ο 1ος αναιρεσίβλητος δήλωσε στους προσελθόντες αστυνομικούς ότι κάποιος έριξε στην αυλή του ένα αντικείμενο το οποίο έφαγε αμέσως ένα σκυλί του, ενώ αν το Εφετείο είχε αναγνώσει ορθά το παραπάνω κρίσιμο έγγραφο, θα είχε καταλήξει όχι στο επιζήμιο για τους αναιρεσείοντες πόρισμα.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ορθά ανέγνωσε το άνω έγγραφο και η αντίθετη με το επιχείρημα του λόγου αυτού θέση της εφετειακής απόφασης δεν συνιστά παραμόρφωση του με αρ.

πρωτ. 1020/2/24306α/22-4-2002 αποσπάσματος από το ημερήσιο δελτίο οχήματος του αστυνομικού αυτοκινήτου, αλλά διαφορετική εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, που εκφεύγει, κατά τα προεκτεθέντα, από τον αναιρετικό έλεγχο, αφού εμμέσως με την παραπάνω επιχειρηματολογία των αναιρεσειόντων αποδίδεται τελικά στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα ως προς την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση απ' αυτή των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης.

Συνεπώς είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα η από 10-6-2011 αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-6-2011 αίτηση των Π. Μ. και Σ. Κ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 607/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ