Supreme Court allows appeal against lower court's failure to apply statute of limitations to a debt claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal regarding the second ground, finding the appellate court erred in applying tort law instead of the specific statute of limitations. The lower court had accepted a debt claim filed after the six-month limitation period expired, incorrectly ruling it admissible under tort principles. The court held that the specific statute of limitations must be applied, rendering the first and additional grounds admissible and necessitating a remand for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 8, 6 of Law 3198/1955; The court must apply the specific statute of limitations for debt claims rather than general tort provisions when the facts do not support the latter, and failure to do so constitutes a ground for cassation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 753 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 753/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 10η Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Οικονόμου.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Βασιλική Κουτσούκου και Ιωάννη Κάπο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-4-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 228/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3064/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-9-2009 αίτησή της και τους από 20-7-2011 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 2-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ μέρος τους, καθώς και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, και να απορριφθούν οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ μέρος τους, καθώς και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση, ολική ή μερική, από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, άρα και από το δικόγραφο της αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ), μπορεί να γίνει ή με προφορική δήλωση, πριν από την έναρξη της προφορικής συζητήσεως της υποθέσεως, ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτούμενου. Στην προκείμενη περίπτωση, με το από 20-7-2011 δικόγραφο των προσθέτων λόγων η αναιρεσείουσα παραιτήθηκε από τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3064/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Όπως προκύπτει δε από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 374/14-9-2011 έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βόλου ..., ακριβές αντίγραφο του ως άνω δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, με πράξη καταθέσεως αυτού, στις 2-9-2011, του αρμόδιου Γραμματέα του Αρείου Πάγου, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο. Επομένως, η παραίτηση της αναιρεσείουσας από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, είναι σύννομη και συνεπάγεται κατάργηση της δίκης μόνο ως προς τον λόγο αυτό αναιρέσεως, που θεωρείται, κατά τα άρθρα 295 παρ. 1 και 299 ΚΠολΔ, ότι δεν ασκήθηκε.
Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο που προβλέπεται από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συντελείται όταν το δικαστήριο εφαρμόζει τέτοιον κανόνα, μολονότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του δεν συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν δεν εφαρμόζει τέτοιον κανόνα, μολονότι σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασής του συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή‚ δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Κατά το άρθρο 6 παρ. 2 του Ν. 3198/1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων" κάθε αξίωση μισθωτού για καταβολή ή συμπλήρωση της κατά το Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, ή το Β.Δ.
της 16/18-7-1920 αποζημιώσεως, είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε εντός εξαμήνου από τότε που η αξίωση έγινε απαιτητή. Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 8 εδάφ. α' του ίδιου Ν. 3198/1955, μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 ή του Β.Δ.
της 16/18-7-1920, ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και, αν δεν προβλέπεται αυτό, το 65ο έτος της ηλικίας τους, αποχωρώντας από την εργασία τους με την συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το Ν. 2112/1920 ή το ανωτέρω Β.Δ. αποζημιώσεως για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας.
Η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του Ν. 3198/1955. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 8 εδάφ. β' και γ' του ως άνω νόμου 3198/1955, που προστέθηκαν με το άρθρο 8 παρ. 4 του Ν.Δ. 3789/1957 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976, ορίζονται τα εξής: Μισθωτοί γενικά που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για την χορήγηση συντάξεως, εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για την λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, μπορούν, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία από μέρους του εργοδότη τους.
Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι λαμβάνουν το 40%, οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι το 50% της αποζημιώσεως, την οποία δικαιούνται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από μέρους του εργοδότη. Για την χορηγούμενη ως άνω μειωμένη αποζημίωση προς τους αποχωρούντες ή τους απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του Ν. 3198/1955, καθώς και εκείνες του Ν. 2112/1920 ή του Β.Δ.
της 16/18-7-1920, πλην των διατάξεων που αφορούν την προειδοποίηση. Από την γραμματική ερμηνεία των προαναφερομένων διατάξεων του άρθρου 8 του ίδιου ως άνω νόμου 3198/1955 προκύπτει, ότι το πρώτο εδάφιο προβλέπει την καταβολή μειωμένης κατά το ήμισυ αποζημιώσεως στην περίπτωση αποχωρήσεως του μισθωτού με την συναίνεση του εργοδότη, με την συνδρομή των οριζομένων σ' αυτό προϋποθέσεων, μεταξύ των οποίων και η συμπλήρωση του ορίου συνταξιοδοτήσεως.
Με το δεύτερο εδάφιο προβλέπεται και η με ελεύθερη επιλογή μονομερής λύση της εργασιακής σχέσεως, είτε από τον μισθωτό, είτε από τον εργοδότη, εφόσον συντρέχει η προϋπόθεση λήψης πλήρους συντάξεως γήρατος. Μεταξύ της κατά το πρώτο εδάφιο συναινετικής λύσης της εργασιακής σχέσεως και της μονομερούς λύσης αυτής κατά το δεύτερο εδάφιο δεν υπάρχει ουσιώδης εννοιολογική διαφορά, ούτε ανακύπτει σπουδαίος κοινωνικός λόγος, που να επιβάλλει τον περιορισμό της ασκήσεως της αγωγής καταβολής της προβλεπόμενης από τις διατάξεις αυτές αποζημιώσεως εντός της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας μόνο στην περίπτωση του δεύτερου εδαφίου.
Δεν είναι δε ουσιώδες διαφοροποιό στοιχείο μόνο το γεγονός ότι στην πρώτη περίπτωση η λύση της εργασιακής σχέσεως επέρχεται συναινετικώς και στην δεύτερη με την μονομερή ενάσκηση νομίμου δικαιώματος ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη. Επομένως, είναι σαφής ο σκοπός του νόμου (άρθρο 5 παρ. 1 Ν. 435/1976), με την προσθήκη του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 8 και την ρητή παραπομπή στο άρθρο 6 του Ν. 3198/1955, να ισχύει η προβλεπόμενη από το τελευταίο αυτό άρθρο εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία ασκήσεως της αγωγής και στην περίπτωση αποχωρήσεως του μισθωτού με την συγκατάθεση του εργοδότη.
Εξάλλου τα δύο αυτά εδάφια του άρθρου 8 αποτελούν ενιαίο κείμενο και όχι δύο διαφορετικές διατάξεις για κάθε εδάφιο, η ρύθμιση δε του άρθρου 5 του Ν. 435/1976 δεν έγινε αυτοτελώς, αλλά με την προσθήκη κειμένου στο ήδη υπάρχον κείμενο του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, ως εάν τα κείμενα των δύο αυτών εδαφίων νομοθετήθηκαν συγχρόνως.
Εφόσον δε η περιλαμβανόμενη στο τελευταίο εδάφιο του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976 φράση "διά την κατά τα ανωτέρω χορηγούμενην εις τους αποχωρούντας ή απομακρυνομένους μισθωτούς αποζημίωσιν" καλύπτει εννοιολογικά και την αρχικά προβλεπόμενη από το άρθρο 8 εδάφ. α' του Ν. 3198/1955 περίπτωση αποχωρήσεως με την συγκατάθεση του εργοδότη (Ολ.ΑΠ 118/1972), η προβλεπόμενη από την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3198/1955 αποσβεστική προθεσμία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή του πρώτου εδαφίου του άρθρου 8, αφού δεν περιορίζεται ρητά με παραπομπή του προστεθέντος κειμένου σε μόνη την γενόμενη νέα ρύθμιση (Ολ.ΑΠ 31/2003).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα στις 15-5-1973 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και εργάσθηκε ως υπάλληλος αυτής, εξελιχθείς βαθμολογικά μέχρι τον βαθμό του Τμηματάρχη.
Στις 30-4-2001 υπέβαλε στην εναγομένη αίτηση, με την οποία γνωστοποιούσε σ' αυτή την πρόθεσή του να παραιτηθεί, πριν από την συμπλήρωση του ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, που για τους Τμηματάρχες της εναγομένης, όπως ο ενάγων, είναι το 60ο έτος της ηλικίας τους, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 19 του συμβατικής ισχύος Γενικού Κανονισμού Καταστάσεως Υπαλλήλων αυτής.
Την ως άνω δήλωση παραιτήσεως του ενάγοντος αποδέχθηκε η εναγομένη, με την υπ' αριθμ. 261/9-5-2001 πράξη - απόφαση του Διοικητή της, η οποία κοινοποιήθηκε νομότυπα σ' αυτόν και έτσι ο ενάγων διαγράφηκε από το προσωπικό της εναγομένης στις 14-5-2001, οπότε και αποχώρησε από την υπηρεσία της, λαμβάνοντας μειωμένη αποζημίωση ποσού 1.500.000 δραχμών (4.402,05 ευρώ).
Κατά την αποχώρησή του ο ενάγων είχε συμπληρώσει συνολικό χρόνο πραγματικής υπηρεσίας στην εναγομένη 28 ετών και συντάξιμα χρόνια, μετά από αναγνώριση προσθέτου χρόνου προϋπηρεσίας‚ 36 ετών‚ 6 μηνών και 4 ημερών, είχε δηλαδή κατοχυρώσει δικαίωμα λήψεως πλήρους συντάξεως γήρατος, πριν αυτός συμπληρώσει το ως άνω όριο του 60ου έτους της ηλικίας του, η δε παραίτησή του και η αποδοχή της έγιναν σύμφωνα με τα άρθρα 16 και 18 του Γενικού Κανονισμού Καταστάσεως των Υπαλλήλων της εναγομένης.
Η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος - δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο - ρυθμιζόταν από τον παραπάνω συμβατικής ισχύος Κανονισμό, που προέβλεπε την λύση της συμβάσεώς του με την συμπλήρωση ορισμένου ορίου ηλικίας και επομένως ήταν ορισμένου χρόνου. Με τον ίδιο, όμως, Κανονισμό, στον οποίο είχε προσχωρήσει ο ενάγων κατά την πρόσληψή του από την εναγομένη, προβλεπόταν και περίπτωση πρόωρης λύσης της συμβάσεως, με μονομερή δήλωση παραιτήσεως του μισθωτού.
Επομένως, υπήρχε διαλυτική αίρεση στη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, η οποία πληρώθηκε με την δήλωση παραιτήσεως που υποβλήθηκε από αυτόν και η σύμβαση εργασίας του κατέστη εξ υπαρχής αορίστου χρόνου και λύθηκε με την συγκατάθεση της εργοδότριάς του εναγομένης, η οποία αποδέχθηκε την δήλωση παραιτήσεως αυτού.
Ακολούθως το Εφετείο αποφάνθηκε, ότι μετά από τα παραπάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και εφόσον η εναγόμενη Τράπεζα δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα‚ ο ενάγων εδικαιούτο να λάβει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 8 εδάφ. α' του Ν. 3198/1955 και 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976 αποζημίωση, χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 και 3 του Α.Ν. 173/1967 και 1 παρ. 1 και 2 του Ν.Δ. 618/1970.
Ενόψει δε του ότι ήταν επικουρικά ασφαλισμένος και οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές του, κατά τον τελευταίο πριν από την παραίτησή του μήνα, ανέρχονταν στο ποσό των 750.759 δραχμών, η οφειλόμενη σ' αυτόν νόμιμη αποζημίωση ανέρχεται στο ποσό των 25.557,75 ευρώ. Έτσι η εναγομένη που του κατέβαλε αποζημίωση περιορισμένη, δηλαδή το ποσό του 1.500.000 δραχμών ή 4.402,05 ευρώ, υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα την εντεύθεν προκύπτουσα διαφορά, ανερχομένη στο ποσό των 21.155,40 ευρώ (25.557,75 - 4.402,05).
Η αξίωση αυτή του ενάγοντος - συνεχίζει το Εφετείο - θεμελιώνεται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις του ΑΚ, δεδομένου ότι από τον χρόνο ισχύος του άρθρου 51 του Ν. 1892/1990 η εναγομένη Τράπεζα, αν και γνώριζε ότι είχε εξαιρεθεί από τον δημόσιο τομέα και συνεπώς ότι επί των αποζημιώσεων των αποχωρούντων λόγω συνταξιοδότησης, με τις παραπάνω προϋποθέσεις, υπαλλήλων της δεν ίσχυαν οι περιορισμοί των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 και 3 του Α.Ν. 173/1967 και 1 παρ. 1 και 2 του Ν.Δ. 618/1970, παρέλειψε να καταβάλει στον ενάγοντα, που αποχώρησε από την υπηρεσία της με τις ίδιες ως άνω προϋποθέσεις, την οφειλόμενη νόμιμη αποζημίωση.
Ειδικότερα δε - όπως γίνεται επίσης δεκτό από το Εφετείο - η υπαίτια και παράνομη παράλειψη της εναγομένης να χορηγήσει στον ενάγοντα το σύνολο της οφειλόμενης σ' αυτόν αποζημιώσεως και η γνώση της υποχρεώσεώς της για την χορήγηση της αποζημιώσεως αυτής προκύπτουν και από το γεγονός ότι η εναγομένη είχε δεσμευτεί ενώπιον της Βουλής των Ελλήνων, το έτος 1997, ότι θα αποδεχθεί αμέσως την τελική δικαστική απόφαση, ως προς το θέμα της αποζημιώσεως του άρθρου 8 εδάφ.
α' του Ν. 3198/1955, όπως τούτο αποδεικνύεται από το υπ' αριθμ. 7286/Β292/20-3-1997 έγγραφο του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας προς την Βουλή των Ελλήνων, το οποίο επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων. Ενόψει αυτών, το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή, η οποία δεν θεμελιώνεται στην διάταξη του άρθρου 8 εδάφ. α' του Ν. 3198/1955, δεν υπόκειται στην εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3198/1955 και ότι ως εκ τούτου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την ένδικη αγωγή, κατά την κύρια βάση της, ως απαράδεκτη, λόγω ασκήσεως αυτής μετά την πάροδο της ως άνω εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, έσφαλε κατά τον βάσιμο σχετικό λόγο της εφέσεως του ενάγοντος (εκκαλούντος - αναιρεσίβλητου).
Έτσι το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση (228/2007 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) και δέχθηκε την ένδικη από 5-4-2006 αγωγή, αναγνωρίζοντας ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στον ενάγοντα το παραπάνω ποσό των 21.155,40 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την ημέρα της καταβολής σ' αυτόν της περιορισμένης αποζημιώσεως, δηλαδή από 8-6-2001, οπότε και κατέστη αυτή υπερήμερη.
Με την κρίση του, όμως, αυτή το Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και τούτο γιατί, ενώ με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν έπρεπε να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 8 εδάφ. α' και 6 παρ. 2 του Ν. 3198/1955 (ενόψει και του ότι ο ενάγων αποχώρησε από την υπηρεσία της εναγομένης στις 14-5-2001 και η ένδικη αγωγή επιδόθηκε σ' αυτήν στις 12-4-2006), εντούτοις δεν τις εφάρμοσε, αλλά εφάρμοσε τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρ. 914 επ.
ΑΚ), παρόλο που δεν υπήρχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ μέρος του, καθώς και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι, γι' αυτό και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης, μετά ταύτα, της έρευνας του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ μέρος του, και του τρίτου λόγου αναιρέσεως, καθώς και του δεύτερου πρόσθετου λόγου αναιρέσεως.
Ακολούθως‚ πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο (Αθηνών), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ο ηττώμενος αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικασθεί στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Καταργεί την δίκη ως προς τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3064/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ