Supreme Court dismisses appeal as lower court judgment was fully replaced by appellate decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the first-instance judgment. The appellant argued that the appellate court failed to consider specific evidence regarding her alibi and lack of malicious intent. However, the court ruled that the first-instance judgment had been entirely superseded by the final appellate decision, rendering the appeal inadmissible under Article 577 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArt. 577 para. 1 & 2 KPolD; Art. 559 para. 1 KPolD; When a first-instance judgment is fully replaced by an appellate decision, a cassation appeal against the original judgment is inadmissible, and appeals based on substantive law violations or failure to consider evidence are rejected if the appellate court explicitly states it considered all evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 753 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 753/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Α. Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξουσία δικηγόρο της Σοφία Βλάχου - Ζουνέλη.
Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ανδριόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Ιανουαρίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 641/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2336/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12 Οκτωβρίου 2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 29 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 12-10-2009 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2336/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της συμπροσβαλλομένης υπ' αριθ. 641/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η πληρεξουσία της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος της που απευθύνεται κατά της πρωτόδικης υπ'αριθ.641/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κρίνεται απαράδεκτη κατ'αρθ.577 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ γιατί η προσβαλλόμενη απόφαση μετά την παραδοχή ενός λόγου της έφεσης της αναιρεσείουσας που αφορούσε το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, εξαφανίστηκε στο σύνολό της, ώστε δε νομιμοποιείται η απεύθυνση εναντίον της αίτησης αναίρεσης, πέρα από το γεγονός ότι οι λοιπές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης κατά την απόρριψη των αντίστοιχων λόγων της έφεσης της αναιρεσείουσας ενσωματώθηκαν στην προβαλλόμενη εφετειακή απόφαση.
II. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.
ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, από το άρθρο 57 παρ. 1 του ΑΚ, το οποίο ορίζει, ότι όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μη επαναληφθεί στο μέλλον, συνάγεται ότι για τη θεμελίωση αξίωσης για άρση προσβολής της προσωπικότητας απαιτείται πράξη επαγόμενη μειωτική διαταραχή αυτής σε κάποια από τις εκφάνσεις της, που πρέπει, όμως, να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται ορισμένη έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.
Έτσι η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως η ψευδής καταμήνυση, η ψευδορκία μάρτυρα και η ψευδής ανωμοτί κατάθεση. Για δε τη θεμελίωση αξίωσης προς αποζημίωση από μία πράξη που προσβάλλει την προσωπικότητα απαιτείται, κατά την παράγραφο 2 του αυτού παραπάνω άρθρου 57 ΑΚ, η συνδρομή των όρων της αδικοπραξίας (αρθρ. 914 επ.
ΑΚ). Εξάλλου, το άρθρο 914 ΑΚ ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Στην έννοια δε της υπαιτιότητας (πταίσματος) περιλαμβάνονται τόσο ο δόλος που στο πεδίο εφαρμογής του Αστικού Δικαίου κρίνεται με ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του αρθ.27 του ΠΚ όσο και η αμέλεια.
Περαιτέρω, από το άρθρο 59 ΑΚ, το οποίο ορίζει, ότι το Δικαστήριο μπορεί να καταδικάσει τον "υπαίτιο" σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης "κατά τις περιπτώσεις των δύο προηγουμένων άρθρων", συνάγεται ότι μία τέτοια αξίωση προϋποθέτει, επίσης, όπως απαιτούν τα άρθρα 57 και 58 ΑΚ, πράξη επαγόμενη προσβολή της προσωπικότητας υπαίτια και παράνομη.
Αποκλείεται, συνεπώς, η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εάν είτε η πράξη δεν επάγεται προσβολή της προσωπικότητας, καίτοι τυχόν παράνομη, είτε είναι ανυπαίτια, είτε έλαβε χώρα κατ' ενάσκηση νομίμου δικαιώματος προστατευμένου κατά προτίμηση έναντι εκείνου της προσωπικότητας και ως εκ τούτου δεν είναι παράνομη, εκτός εάν υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες η εν λόγω ενάσκηση δικαιώματος είναι καταχρηστική, ως αντικείμενη στα αντικειμενικά κριτήρια της ΑΚ 281, υφίσταται δε και το στοιχείο της υπαιτιότητας (ΑΠ 391/06).
Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 229 & 1 του Π.Κ προκύπτει ότι η ψευδής καταμήνυση θεμελιώνεται αντικειμενικά μεν με την υποβολή ψευδούς μηνύσεως ή με την ψευδή ανακοίνωση στην αρχή ότι άλλος τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, υποκειμενικά δε με πρόθεση που ενέχει την θέληση της πραγματώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως της αξιόποινης αυτής πράξεως και τη γνώση του υπαιτίου ότι η καταμήνυση ή ανακοίνωση είναι ψευδής και ακόμη με σκοπό αυτού να προκαλέσει την καταδίωξη του μηνυομένου για την εκτιθέμενη στη μήνυση ή την ανακοίνωση αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 224 § 2 Π.Κ συνάγεται ότι η ψευδορκία μάρτυρα θεμελιώνεται αντικειμενικά με την ενώπιον της αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση αρχής ψευδή κατάθεση του ορκισθέντος μάρτυρα ή με την άρνηση ή την απόκρυψη της αλήθειας από αυτόν, υποκειμενικά δε με πρόθεση, που ενέχει την θέληση πραγματώσεως των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού και τη γνώση του υπαιτίου ότι η εξέταση του γίνεται ενώπιον αρμόδιας προς ένορκη εξέταση αρχής και ότι η ένορκη κατάθεση είναι ψευδής ή ότι αρνήθηκε ή απέκρυψε την αλήθεια.
Τέλος και σύμφωνα με το άρθρο 225 §1 εδ. α Π.Κ5 τελεί κάποιος την αξιόποινη πράξη της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης όταν εξετάζεται χωρίς όρκο ως διάδικος ή μάρτυρας από αρχή αρμόδια να ενεργεί τέτοια εξέταση και εν γνώσει του καταθέτει ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Προϋποτίθεται η κατάθεση ή άρνηση ή απόκρυψη περιστατικών και όχι κρίσεων, πεποιθήσεων ή γνωμών, εκτός αν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με περιστατικά.
Η αρμοδιότητα της αρχής, ενώπιον της οποίας γίνεται η εξέταση τίθεται υπό την έννοια ότι με διάταξη νόμου είναι δυνατή ενώπιον αυτής κατάθεση και στη συνέχεια η χρησιμοποίηση της κατάθεσης αυτής, ως εγκύρου αποδεικτικού μέσου, ενώπιον αρμόδιας προς διάγνωση της διαφοράς ίδιας ή ετέρας αρχής.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.2336/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: " Ο ενάγων Μ. Σ. και η εναγομένη Ε. Λ. τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στα Τρίκαλα στις .... Από το γάμο αυτό απέκτησαν δύο τέκνα, την Π., γεννηθείσα το έτος 1983, και τον Α., ηλικίας σήμερα 17 ετών περίπου. Οι διάδικοι συμβίωσαν μέχρι τις 19-1-1999, οπότε η έγγαμη συμβίωση διασπάστηκε, καθόσον ο ενάγων εγκατέλειψε την οικογενειακή στέγη. Ο γάμος των διαδίκων λύθηκε με την με αριθμό 2909/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για το λόγο ότι αυτοί βρίσκονται σε συνεχή διάσταση για τέσσερα και πλέον χρόνια. Η θυγατέρα των διαδίκων Π. Σ. κατέθεσε στις 12-1-2000 και στις 22-2-2000 στη Διεύθυνση Ασφαλείας Ανηλίκων ότι ο ενάγων πατέρας της την είχε επανειλημμένα βιάσει και ζήτησε την εναντίον του ποινική δίωξη. Επίσης, κατά τις ίδιες ως άνω ημερομηνίες η εναγομένη κατέθεσε ενόρκως στη Διεύθυνση Ασφαλείας Ανηλίκων για τις ίδιες πράξεις του ενάγοντος και ζήτησε την ποινική του δίωξη.
Μετά από την προανάκριση, που διενεργήθηκε για τη διακρίβωση των ως άνω καταγγελθεισών πράξεων, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Ηρακλείου Κρήτης εξέδωσε την υπ' αριθμ. ΔΔ 2000/61/28-2-2001 Διάταξη του, με την οποία έκρινε ότι "δεν τελέστηκε η αξιόποινη πράξη του βιασμού κατ' εξακολούθηση και ούτε κάποια πράξη κατά της γενετήσιας ελευθερίας της Π.ς Σ.
από τον πατέρα της Μ. Σ." και για το λόγο αυτό πρέπει, κατά το αρθρ. 47 παρ. 2 ΚΠΔ, "να απορριφθούν οι από 12-1-2000 και 22-2-2000 εγκλήσεις των Γ. Ε. του Α., εν διαστάσει συζύγου Μ. Σ., και Π.ς Σ. του Μ. και της Ε. κατά του Μ. Σ. του Δ.". Η εναγομένη και η Π. Σ. άσκησαν κατά της ανωτέρω διάταξης τις με αριθμό 7 από 18-4-2001 προσφυγές τους, τις οποίες απέρριψε ο Εισαγγελέας Εφετών Κρήτης με την υπ' αριθμ. 18/2-5-2001 Διάταξη του, με την αιτιολογία ότι "ο Μ.
Σ. του Δ. δεν ασέλγησε ποτέ στη θυγατέρα του Π. και συνεπώς δεν διέπραξε βιασμό ή άλλο έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και τα περί εξακολουθητικού βιασμού της Π.ς καταγγελλόμενα αποτελούν για μεν την Π. ηθελημένα ψεύδη, για δε τη μητέρα της αγωνιώδη και επίμονη προσπάθεια μετουσιώσεως ενός ονείρου, τεχθέντος εκ λανθάνοντος στο υποσυνείδητο οιδιπόδειου συμπλέγματος της θυγατέρας της, σε δήθεν πραγματικότητα χάριν εκδικήσεως του συζύγου της".
Ακολούθως, ο ενάγων άσκησε την από 2-11-2001 μήνυση του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, με τη οποία ζήτησε την ποινική δίωξη της εναγομένης για τις αξιόποινες πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή ανώμοτη κατάθεση, ισχυριζόμενος ότι μετά από αφόρητες πιέσεις έπεισε τη θυγατέρα τους Π. Σ. να καταθέσει στις 12-1-2000 και στις 22-2-2000 στη Διεύθυνση Ασφαλείας Ανηλίκων, ότι ο ενάγων την έχει βιάσει τρεις φορές, της ψευδορκίας μάρτυρα και της ψευδούς καταμηνύσεως, τα οποία διέπραξε κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες με τις προαναφερθείσες καταθέσεις της στη Διεύθυνση Ασφαλείας Ανηλίκων.
Μετά τη μήνυση αυτή, διενεργήθηκε προανάκριση και ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον της εναγομένης, η οποία παραπέμφθηκε να δικαστεί στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών για την τέλεση των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων. Επίσης, η δικογραφία διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα Ανηλίκων Αθηνών, ο οποίος άσκησε ποινική δίωξη εναντίον της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων Π.ς Σ.
για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και της ψευδούς καταμηνύσεως που φέρεται, ότι διέπραξε εις βάρος του ενάγοντος κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες με τις καταθέσεις της στη Διεύθυνση Ασφαλείας Ανηλίκων. Η εναγομένη καταδικάστηκε για τις παραπάνω πράξεις (ψευδής καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και ηθική αυτουργία σε ψευδή ανώμοτη κατάθεση) με την υπ' αριθμ. 60818/2-11-2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε ποινή φυλάκισης 10 μηνών για κάθε πράξη, ήτοι σε συνολική ποινή φυλάκισης 18 μηνών, και σε στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων της για 2 έτη.
Η εναγομένη άσκησε έφεση κατά της υπ' αριθμ. 60818/2-11-2004 απόφασης και το Εφετείο Αθηνών (Α' Τριμελές Πλημμελημάτων) την κήρυξε αθώα για την τέλεση των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων με την υπ' αριθμ. 8105/18-7-2005 απόφασή του, η οποία κατέστη αμετάκλητη (βλ το υπ' αριθμ. 1949/12-5-2007 Πιστοποιητικό του Γραμματέα του Αρείου Πάγου περί μη ασκήσεως αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής).
Όσον αφορά στη θυγατέρα των διαδίκων Π. Σ., παραπέμφθηκε να δικαστεί στο Μονομελές Δικαστήριο Ανηλίκων Αθηνών, το οποίο την κήρυξε αθώα για την τέλεση των αξιόποινων πράξεων της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης κατ' εξακολούθηση και της ψευδούς καταμήνυσης με την υπ' αριθμ. 2483/28-9-2004 απόφαση του.
Από το ίδιο αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι η εναγομένη τέλεσε εις βάρος του ενάγοντος αδικοπραξίες, οι οποίες συνιστούν τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως (αρθρ. 229 παρ. 1 ΠΚ), της ψευδορκίας μάρτυρα (αρθρ. 229 παρ. 2 ΠΚ) και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή ανώμοτη κατάθεση (αρθρ. 46 παρ. 1α, 225 παρ.1 εδ. α ΠΚ). Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη στις 12-1-2000 και στις 22-2-2000 ζήτησε ενώπιον της Διεύθυνσης Ασφαλείας Ανηλίκων την ποινική δίωξη του ενάγοντος για την εκ μέρους του τέλεση της αξιόποινης πράξης του βιασμού εις βάρος της θυγατέρας του γνωρίζοντας την αναλήθεια του εν λόγω πραγματικού περιστατικού και με μοναδικό σκοπό να ασκηθεί ποινική δίωξη εις βάρος του ενάγοντος. Επίσης, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, κατά τις ίδιες ως άνω ημερομηνίες και ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας ενώπιον της ίδιας ως άνω Αρχής, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα σχετικά με την τέλεση της προαναφερθείσας αξιόποινης πράξης εκ μέρους του ενάγοντος. Τέλος, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη με πρόθεση προκάλεσε στην ανήλικη θυγατέρα της Π. την απόφαση να καταθέσει ψέματα, κατά την εξέταση της χωρίς όρκο ενώπιον της ίδιας ως άνω Αρχής κατά τις ίδιες ως άνω ημερομηνίες, ότι ο ενάγων τέλεσε εις βάρος της την προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη.
Τα παραπάνω εναρμονίζονται καταρχήν από την υπ' αριθμ. ΔΔ 2000/61/28-2-2001 Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ηρακλείου, με την οποία, όπως προεκτέθηκε, κρίθηκε, ότι ο ενάγων δεν τέλεσε εις βάρος της θυγατέρας του την αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται και γι' αυτό πρέπει να απορριφθούν οι εναντίον του εγκλήσεις, καθώς και από την υπ' αριθμ. 18/2-5-2001 Διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Κρήτης, με την οποία, όπως προεκτέθηκε, κρίθηκε ότι όσα καταγγέλθηκαν από την εναγομένη αποτελούσαν "ηθελημένα ψεύδη", καθόσον αυτή (εναγομένη) αποσκοπούσε στην εκδίκηση του ενάγοντος πρώην συζύγου της. Εξάλλου, η εναγομένη, με την υπ' αριθμ. 60818/2-11-2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κρίθηκε ένοχη για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 18 μηνών και στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων της. Το γεγονός ότι η εναγομένη, με την υπ' αριθμ. 8105/18-7-2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Α' Τριμελές Πλημμελημάτων), κηρύχθηκε αθώα για την τέλεση των ίδιων ως άνω αξιόποινων πράξεων δεν επηρεάζει τη δικανική πεποίθηση του παρόντος Δικαστηρίου, δεδομένου ότι οι τελεσίδικες αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων λαμβάνονται μεν υπόψη από τα πολιτικά δικαστήρια, αλλά δεν παράγουν δεδικασμένο έναντι αυτών.
Τα παραπάνω αποδεικνύονται και από την προσκομιζόμενη με αριθμό ... ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Ν. Κ., η οποία αναφέρει ότι για τη σύνταξη της στάθηκε αδύνατη η λήψη ιστορικού "λόγω των συνεχών αντιφατικών αφηγήσεων της Σ. Π.ς αναφορικά με περιστατικά και χρόνους" και ότι κατά τη γυναικολογική εξέταση δεν παρατηρούνται "κακώσεις και ίχνη βίας στην ηβική χώρα και στα μεγάλα - μικρά χείλη του αιδοίου".
Εξάλλου, η ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων, εξεταζόμενη χωρίς όρκο κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες στη Διεύθυνση Ασφαλείας Ανηλίκων, προέβη σε αντιφατικές καταθέσεις. Συγκεκριμένα, κατέθεσε π.χ. στις 22-2-2000 ότι "για το ότι με βίασε, ο πατέρας μου είναι αλήθεια. Αυτό το βεβαιώνω κατηγορηματικά εκτός από την περίπτωση που αναφέρω στην πρώτη κατάθεση μου ο πατέρας μου με βίασε άλλες τέσσερις φορές, δηλαδή σύνολο πέντε φορές", ενώ στις 12-1-2000 κατέθεσε ότι συζητούσε με την εναγομένη μητέρα της γι' αυτό το περιστατικό και "στην αρχή της συζήτησης χθες είπα στη μητέρα μου ότι έγινε μια φορά.
Μετά μου κάνει αποκλείεται δεν λες την αλήθεια. Της είπα ότι είναι αργά και θέλω να κοιμηθώ αλλά επέμενε να μιλήσουμε γιατί πίστευε ότι της έλεγα ψέματα, δεν της έλεγα όλη την αλήθεια. Με πίεσε να μείνω ξύπνια μέχρι τις μιάμιση το βράδυ. Η συζήτηση άρχισε δωδεκάμισι τη νύχτα. Αναγκάστηκα να φτιάξω μια ψεύτικη ιστορία, αλλιώς η μητέρα μου δεν θα με άφηνε να πάω για ύπνο".
Ακολούθως, κατά την εξέταση της ανήλικης θυγατέρας χωρίς όρκο κατά την ίδια ημερομηνία (12-1-2000) της υποβλήθηκε η ερώτηση "είπες στη μητέρα σου λεπτομέρειες;" και αυτή απάντησε: "ναι, ψέματα ήταν βέβαια". Επίσης, σε ερωτήσεις που υποβλήθηκαν στην ανήλικη "Σε εμάς είπες την αλήθεια; Σε βίασε ο μπαμπάς σου μια φορά;
Υπάρχει περίπτωση δηλαδή και να μην έγινε;", αυτή απάντησε "Δεν ξέρω αν έγινε στην πραγματικότητα. Ναι, μπορεί και να μην με βίασε ο πατέρας μου. Θα σας πω την αλήθεια αλλά δεν θέλω να την πείτε στη μαμά". Σε ερώτηση "ποια ήταν η αλήθεια;", η ανήλικη απάντησε: "Το ότι ήταν όνειρο, το είπα στη μητέρα μου (στο σημείο αυτό η ανήλικη ξέσπασε σε κλάματα), αλλά με πίεσε να μάθω αν ήταν όνειρο ή πραγματικότητα και μάλιστα ήταν πεπεισμένη ότι ήταν πραγματικότητα.
Επέμενε να της πω ότι ήταν πραγματικότητα. Γι αυτό έπλασα αυτήν την ιστορία. Φταίμε και οι δύο και η μητέρα μου με πίεσε και εγώ είπα ψέματα". Παρακάτω, σε ερώτηση "μήπως η μητέρα σου σού είπε να μας πεις όλα αυτά ότι δηλαδή σε βίασε ο πατέρας σου;" η ανήλικη απάντησε: "όχι, ήταν δικά μου, επειδή η μητέρα μου πίστεψε ότι το όνειρο ήταν πραγματικότητα, τής είχε γίνει έμμονη ιδέα".
Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος του ενάγοντος στο ακροατήριο αδελφής του Ε. Σ., η οποία ανέφερε ότι η αξιόποινη πράξη του βιασμού, που φέρεται να τέλεσε εις βάρος της Π.ς Σ. ο ενάγων πατέρας της, "ήταν στις φαντασιώσεις της μικρής, ήτανε ένα ψέμα της μαμάς, τέλος πάντων, που αναιρέθηκε".
Όσον αφορά στη μάρτυρα της εναγομένης Φ. Γ., που είναι μητέρα αυτής (εναγομένης), η οποία εξετάσθηκε ενόρκως στο ακροατήριο, δεν κατέθεσε κάτι σχετικό με την εκ μέρους του ενάγοντος τέλεση της ως άνω αξιόποινης πράξης εις βάρος της ανήλικης θυγατέρας του, αλλά ανέφερε απλώς ότι έβλεπε την ανήλικη "να έχει κάποια ψυχολογικά προβλήματα, μην μπορεί να συγκεντρωθεί να διαβάσει, να κλειδώνεται στο δωμάτιο της, να απομονώνεται" κλπ.
Επίσης, όσα κατέθεσε η μάρτυρας της εναγομένης ότι η θυγατέρα των διαδίκων αναίρεσε την κατάθεση της ενώπιον της Διεύθυνσης Ασφαλείας Ανηλίκων κατόπιν προτροπής της εναγομένης, η οποία της είπε "δεν είναι ανάγκη να πας να πεις αυτά που έγιναν, είναι κρίμα να στιγματιστείς σε αυτήν την ηλικία, πες ότι είδες ένα άσχημο όνειρο", δεν αποδείχθηκαν.
Να σημειωθεί, επίσης, ότι με την υπ' αριθμ. 62/2004 απόφαση του, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Διατροφών) απορρίφθηκε η από 15-2-2002 (υπ' αριθμ. κατάθ. 424/2002) αγωγή της Π.ς Σ., με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί ο ενάγων πατέρας της να της καταβάλλει μηνιαίως το ποσό των 1.174 Ευρώ ως διατροφή, με την αιτιολογία ότι, επειδή οι ανωτέρω καταθέσεις αυτής (Π.ς Σ.) περί επανειλημμένων βιασμών της από τον πατέρα της κρίνονται ψευδείς, "έχει υποπέσει έναντι του υπόχρεου σε διατροφή πατρός της σε παράπτωμα που δικαιολογεί την αποκλήρωσή της, καθόσον έγινε ένοχη με πρόθεση του πλημμελήματος της ψευδούς καταμηνύσεως του πατρός της για το αδίκημα του βιασμού κατ' εξακολούθηση".
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι προαναφερθείσες αδικοπραξίες της εναγομένης εις βάρος του ενάγοντος προκάλεσαν προσβολή της προσωπικότητας του τελευταίου, καθόσον μείωσαν την τιμή και την υπόληψη του, όπως αυτές αντικατοπτρίζονται στην αντίληψη που έχει γι αυτόν ο επαγγελματικός και κοινωνικός του περίγυρος, δεδομένου ότι ο ίδιος είναι καθηγητής στο Τ.Ε.Ι.
Κρήτης. Συγκεκριμένα, η παράνομη και προσβλητική συμπεριφορά της εναγομένης του προκάλεσε έντονη ψυχική στεναχώρια, καθόσον, μέχρι να εκδοθούν οι ανωτέρω εισαγγελικές διατάξεις, αυτός περιήλθε σε πλήρη αδυναμία να ζήσει με σχετική ικανοποίηση οποιανδήποτε καθημερινή βιοτική δραστηριότητα ζει ένας μέσος συνετός άνθρωπος.
Αυτά επιβεβαιώνονται και από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος του ενάγοντος στο ακροατήριο, η οποία ανέφερε γι αυτόν ότι "ηθικά και σωματικά είναι πολύ άσχημα και στην υπηρεσία του και στην οικογένεια του, καθόσον η Κρήτη είναι μια μικρή κοινωνία". Με τις παραδοχές δε αυτές της προβαλλόμενης κατέληξε το Εφετείο ότι: "πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 20.000,00 ΕΥΡΩ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τις εις βάρος του αδικοπραξίες.
Το ποσό δε αυτό είναι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, εύλογο, ενόψει του είδους και της βαρύτητας των αδικοπραξιών, των συνθηκών τελέσεως τους, του έντονου ψυχικού άλγους που προκλήθηκε στον ενάγοντα εξαιτίας της τελέσεως τους, της κοινωνικής θέσης των μερών και της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών και ιδιαίτερα της εναγομένης με την οποία διαμένουν τα τέκνα τους και έχει αναλάβει κατά κύριο λόγο την κάλυψη των οικονομικών αναγκών τους".
Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, που περιορίσθηκε σε μικρότερο ποσό από το πρωτόδικα επιδικασθέν ποσό, κατά παραδοχή αντίστοιχου λόγου της έφεσης της αναιρεσείουσας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, της εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 932, 57, 59 του ΑΚ 27, 229 παρ.1 , 224 παρ.2 και 225 παρ.1 εδ.α' του ΠΚ καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για την υπαίτια αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας με την οποία προσβλήθηκε η προσωπικότητα του αναιρεσίβλητου, που καταμηνύθηκε εκ μέρους της αναιρεσείουσας εν γνώσει του ψεύδους δικαιολογούν την απόρριψη των αντίστοιχων λόγων της έφεσης της αναιρεσείουσας και την παραδοχή της αγωγής του αναιρεσίβλητου.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους τρίτο και τέταρτο κατά το ένα μέρος τους λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του αρθρ.559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 914, 932, 57, 59 του ΑΚ, 27, 229 παρ.1, 224 παρ.2, 225 παρ.1 του ΠΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους τρίτο και τέταρτο κατά το άλλο μέρος τους λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.19 του αρθ.559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Εξ 'άλλου οι ίδιοι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης κατά την σ'αυτούς κατά το τρίτο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ.19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης δόλιας προαίρεσης της αναιρεσείουσας να καταμηνύσει ψευδώς τον αναιρεσείοντα σύζυγό της με σκοπό την καταδίωξή του για το αδίκημα του βιασμού και αποπλάνησης της ανήλικης κόρης τους και τα αντίστοιχα επιχειρήματα του αναιρεσίβλητου, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση:
α) με το ότι δεν γνώριζε την αναλήθεια των ισχυρισμών της κόρης της που οφείλονται σε ένα όνειρό της, και ενήργησε από επιβεβλημένο ενδιαφέρον, όπως συνάγεται από τη δέουσα συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων και β) ότι η προβαλλόμενη έχει αντιφατική αιτιολογία σε σχέση με τη δεσμευτικότητα των αποφάσεων, των ποινικών δικαστηρίων και των εισαγγελικών αρχών είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές της με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθ.561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, που αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό από εκείνα που προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 εκ του ΚΠολΔ, είτε συνεκτιμώνται αυτοτελώς ως δικαστικά τεκμήρια.
Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ' έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό. (Ολ.ΑΠ 1/1999) και όχι όταν υποπτίτει σε εκτιμητικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου (ΑΠ 344/2009).
Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 442/1993).
Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου, κατέληξε το δικαστήριο με την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σει έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 413/1993).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, για να καταλήξει στην κρίση ότι η αναιρεσείουσα δολίως καταμήνυσε ψευδώς τον αναιρεσίβλητο για να προκαλέσει τη δίωξή του και να απορρίψει τον σχετικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και την έφεσή της κατά τον αντίστοιχο λόγο της στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των εκατέρωθεν εξετασθέντων μαρτύρων, και σε όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, μεταξύ των οποίων και :
α)την υπ'αριθ.18/2-5-2001 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Κρήτης με την οποία κρίθηκε ότι όσα καταγγέλθηκαν από την αναιρεσείουσα ήταν αβάσιμα και επικυρώθηκε η προηγηθείσα διάταξη του Εισαγγελέα Πλημ/κών Ηρακλείου και β)η υπ'αριθ.... ιατροδικαστική έκθεση.
Προβάλλει ειδικά δε ως προς τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο τους γιατί δέχθηκε ως προς μεν το πρώτο ότι προέκυπτε από αυτό ότι όσα καταγγέλθηκαν από την αναιρεσείουσα αποτελούσαν "ηθελημένα ψεύδη" ως προς δε το δεύτερο ότι η έλλειψη διάρρηξης και παρθενίας της ανήλικης κόρης των διαδίκων θεμελιώνει το ψευδές της μήνυσής της.
Υπ'αυτά, όμως τα δεδομένα, και καθ'οσον αφορά τα πιο πάνω φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα δεν προκύπτει από τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα παραπάνω έγγραφα για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά της, αλλά ύστερα από τη συνεκτίμηση και όλων των άλλων στοιχείων, ότι η αναιρεσείουσα με την ψευδή καταμήνυση του αναιρεσίβλητου πρώην συζύγου της αποσκοπούσε στην εκδίκησή του.
Επομένως οι εκ του άρθρου 559 αριθ.20 του ΚΠολΔ πρώτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, είναι, από την αιτία αυτή απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά δε, οι ίδιοι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης από τον αριθμ.20 του αρθρ.559 του ΚΠολΔ είναι επίσης απορριπτέοι ως απαράδεκτοι γιατί όπως από το περιεχόμενό του προκύπτει, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε το ψευδές εκείνων που αποδόθηκαν στον αναιρεσίβλητο πρώην σύζυγό της πλήττοντας πλέον την αντίθετη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, που ανάγεται σε πράγματα, και σαν τέτοια, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (αρθρ.561 παρ.1 του ΚΠολΔ).
IV.Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν και όλο το περιεχόμενο τους, όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.
ΑΠ 14/2005 και 2/2008). Με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε για την απόδειξη του βασικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας για την άγνοιά της ως προς το ψευδές εκείνων για τα οποία καταμήνυσε τον πρώην σύζυγό της:
α) τις από 12-2-2000 και 20-2-2000 καταθέσεις της αναιρεσείουσας στη Δ/νση Ασφάλειας Ανηλίκων και β) την υπ'αριθ.2483/2004 απαλλακτική για την κόρη των αντιδίκων απόφαση του Μονομελούς Ανηλίκων Αθηνών, τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις της στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ρητά ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας για την έλλειψη δόλιας πρόθεσής της στο να καταμηνύσει ψευδώς τον αναιρεσίβλητο, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία (των οποίων το περιεχόμενο, όπως καθορίζεται στο αναιρετήριο, ρητά αποκρούεται από το Εφετείο, με τη συνεκτίμηση των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων) για να καταλήξει στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ήταν μεν στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-10-2009 αίτηση της Ε. Γ. για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2336/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της υπ'αριθμ. 641/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ