Supreme Court dismisses appeal against bank transfer decision, ruling it is an uncontrollable appellate judgment on facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by Agrotiki Trapeza tis Ellados against a lower court decision regarding an employee transfer. The appellant argued that the transfer caused material and moral harm, citing documents proving the position existed before the move. The court held that the appellate court properly evaluated all evidence and its assessment of facts falls under its exclusive jurisdiction. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because it challenged the appellate court's uncontrollable judgment on the substance of the case.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561 §1 of the Code of Civil Procedure; An appeal challenging the appellate court's evaluation of evidence and its conclusion on the existence of a vacant position constitutes an attack on an uncontrollable judgment on facts and must be dismissed as inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 753 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 753/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγάθη Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάμπρο Μακρυγιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-3-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις προφορικώς ασκηθείσες ενώπιον του ακροατηρίου πρόσθετες παρεμβάσεις της Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΤΡΑΠΕΖΟΫΠΑΛΛΗΛΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΟΤΟΕ)" και του Επαγγελματικού Σωματείου με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 139/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 6995/2006 και 5305/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-2-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης διάβασε την από 25-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το υπηρεσιακό καθεστώς του προσωπικού της αναιρεσείουσας (ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΑΤΕ ΒΑΝΚ") διέπεται από τον Οργανισμό της, ο οποίος εγκρίθηκε με την 226698/1980 της 6-3-1973 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, που δημοσιεύθηκε στο 389/2-4-1973 Φ.Ε.Κ.
τ.Β' και κυρώθηκε τόσο η ίδια όσο και ο ως άνω Οργανισμός της με το ν.δ. 213 της 4/5-10-1973 (Φ.Ε.Κ. τ Α' 270), όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου. Κατά τα άρθρα 93 παρ. 1 και 2 και 94 παρ.2 εδ. β του Οργανισμού αυτού, η Τράπεζα έχει πάντοτε το δικαίωμα να μεταθέτει τους υπαλλήλους της από την κεντρική στην περιφερειακή υπηρεσία και αντιθέτως, καθώς και από μία περιφερειακή υπηρεσία σε άλλη τέτοια, υπό τον όρο της ύπαρξης κενής ομοιόβαθμης οργανικής θέσης του κλάδου στον οποίο ανήκει ο υπάλληλος επιφυλασσόμενης της διάταξης του άρθρου 94 παρ .2 εδ.
β' (άρθρο 93 παρ.1). Οι μεταθέσεις ενεργούνται, των μεν διευθυντών και υποδιευθυντών με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, μετά από πρόταση του διοικητή, των δε λοιπών υπαλλήλων με απόφαση του διοικητή μετά από γνώμη του πρωτοβάθμιου υπηρεσιακού συμβουλίου (άρθρο 93 παρ. 2). Ο διοικητής, μετά γνώμη του πρωτοβάθμιου υπηρεσιακού συμβουλίου, μπορεί να αναθέτει στον υπάλληλο και καθήκοντα κατώτερης θέσης της από αυτόν κατεχόμενης ή θέσης την οποία μπορούσε να καταλάβει υπάλληλος του βαθμού του, προς πλήρωση υπηρεσιακών αναγκών (άρθρο 94 παρ. 2β').
Προκειμένου για τους μετακινούμενους υπαλλήλους-Ελεγκτές της Τράπεζας από την Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου, ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1-3 και 12 παρ. 4 του Κανονισμού Λειτουργίας της πιο πάνω Διευθύνσεως, που είχε εγκριθεί με την 16/30.9.2004 απόφαση του Δ. Σ. της Τράπεζας και κατά τις οποίες η έξοδος των Ελεγκτών από τη Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου για υπηρεσιακούς λόγους, γίνεται οποτεδήποτε, κατά τα ισχύοντα στον Οργανισμό της Τράπεζας.
Οι νεοεισερχόμενοι στη Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου, σε οποιαδήποτε ελεγκτική βαθμίδα, εξέρχονται από τη Διεύθυνση, μέσα στην πρώτη τριετία, με τους παρακάτω τρόπους: Οικειοθελώς και εφόσον κριθεί σκόπιμο μετά από αξιολόγηση τους και σχετική εισήγηση του Διευθυντή. Και στις δύο παραπάνω περιπτώσεις τοποθετούνται στο επίπεδο ευθύνης, που κατείχαν πριν από την είσοδό τους στη Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 7 του ν.2112/1920, 361, 643 επ. του ΑΚ, σαφώς προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται η μονομερής εκ μέρους του εργοδότη μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως, που συνήφθη μεταξύ αυτού και του εργαζομένου. Τέτοια μεταβολή, βλαπτική υλικά ή ηθικά, θεμελιώνει τα προβλεπόμενα για την περίπτωση αυτή δικαιώματα του μισθωτού, όπως, μεταξύ άλλων, να αξιώσει την τήρηση των όρων της συμβάσεως αυτής και την εξακολούθηση της παροχής της εργασίας του με τους ίδιους όρους, όπως πριν από τη μεταβολή.
Εξάλλου, ο εργοδότης, ασκώντας το από το άρθρο 652 του ΑΚ συναγόμενο διευθυντικό δικαίωμα αυτού, στο οποίο υπόκειται ο εργαζόμενος με σχέση εξαρτημένης εργασίας, έχει την εξουσία να εξειδικεύει εκάστοτε την υποχρέωση του μισθωτού για εργασία, καθορίζοντας τους όρους της παροχής της και δη τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο αυτής, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιοριστεί από κανόνες δικαίου η από την εργασιακή σύμβαση, επομένως και να μεταθέτει και μετακινεί τον εργαζόμενο.
Έχει, δηλονότι, ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρηση του με βάση τα κρινόμενα από αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά δι' αυτήν κριτήρια Βασικός περιορισμός του διευθυντικού δικαιώματος τίθεται από την απαγορευτική διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, υπό την έννοια ότι ο εργοδότης δεν μπορεί να ασκεί το δικαίωμα αυτό καταχρηστικώς (Ολ ΑΠ 25/2003).
Έτσι υπάρχει καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη όταν αυτό ασκείται μεν σύμφωνα με τους όρους της εργασιακής συμβάσεως, του νόμου ή του εσωτερικού κανονισμού εργασίας, πλην όμως κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, οπότε η απόφαση του είναι αντίθετη προς το νόμο (το άρθρο 281 ΑΚ) και θεωρείται άκυρη (άρθρα 3, 174, 180 ΑΚ), είναι δε ενδεχόμενο να προκαλείται εκ τούτου και παράνομη προσβολή στην προσωπικότητα του μισθωτού, στον οποίο στην περίπτωση αυτήν παρέχεται το δικαίωμα να ζητήσει την επιδίκαση σ' αυτόν χρηματικής ικανοποιήσεως για την ηθική βλάβη την οποία από το λόγο αυτόν υπέστη (άρθρα 57, 59, 299, 914, 932 ΑΚ).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Με το λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτό διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "...Δυνάμει συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, καταρτισθείσης μεταξύ των διαδίκων στις 17.8.1988 η ενάγουσα προσελήφθη υπό της εναγομένης ως υπάλληλος και μετά την πάροδο του χρόνου δοκιμασίας ενετάγη στο προσωπικό της και στον Κλάδο τον Οικονομικών και εξελίχτηκε υπηρεσιακώς μέχρι του βαθμού του Τμηματάρχη Β1, τον οποίο ήδη κατέχει.
Αρχικώς υπηρέτησε υπό την άνω ιδιότητα της στο Κατάστημα της εναγομένης στη ... και στη θυρίδα .... Το έτος 1994 μετετέθη στην ... και υπηρέτησε στην Διεύθυνση του Κεντρικού Καταστήματος ενώ στη συνέχεια το έτος 1996 μετετέθη στην θυρίδα ... και το έτος 2000 στην θυρίδα της ... του Νομού .... Ακολούθως, επέστρεψε στο Κατάστημα των ..., στο οποίο ειργάσθη αρχικώς ως ταμειολογίστρια (teller) και εν συνεχεία ως υπεύθυνη υποδοχής.
Το έτος 2002, κατόπιν σχετικής προκηρύξεως της εναγομένης τοποθετήθηκε ως εκπαιδεύτρια των νεοπροσλαμβανομένων υπαλλήλων της, ενώ το έτος 2003 μετά από προκήρυξη της εναγομένης δια την πλήρωση μιας θέσεως στην Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου, για την οποία αυτή εξεδήλωσε σχετικό ενδιαφέρον, με την υπ' αριθμ. 170/23.5.2003 απόφαση της Διοικήσεως της εναγομένης επελέγη να υπηρετήσει στην Διεύθυνση αυτή και στις 23.5.2003 τοποθετήθηκε σ' αυτήν ως ελεγκτής Γ.
Κατά την διάρκεια της υπηρεσίας της στην ως άνω Διεύθυνση τα καθήκοντά της ως ελεγκτού συνίσταντο στην διενέργεια τακτικών ελέγχων σε καταστήματα της εναγομένης στον τομέα των γενικών Τραπεζικών Εργασιών, στην διενέργεια ειδικών ελέγχων (roll out) για την υποστήριξη του έργου του μετασχηματισμού των Καταστημάτων της, σύμφωνα με το εκπονηθέν σχέδιο αναδιοργάνωσης των υπηρεσιών της καθώς και στην διερεύνηση ανατεθειμένων σ" αυτήν ειδικών θεμάτων.
Εις την ως άνω Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου υπηρέτησε η ενάγουσα υπό την προεκτεθείσα ιδιότητα της μέχρι τις αρχές Ιουνίου 2004, οπότε, ενώ αυτή επραγματοποίει διαταχθέντα έλεγχο του εις ... υποκαταστήματος της εναγομένης, με το υπ' αριθμ. ... έγγραφο του νέου Προϊσταμένου της άνω Δ.Ε.Ε. ... προς την Διεύθυνση Ανθρωπίνου Δυναμικού, προτάθηκε η μετάθεση της και άλλων τεσσάρων γυναικών, που υπηρετούσαν στην ως άνω Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου σε άλλες, εκτός αυτής, Υπηρεσίες, στις οποίες ήθελε κρίνει αυτή, ότι μπορούν αυτές να αποδώσουν καλύτερα, υπαινισσόμενος, δια του ως άνω εγγράφου του, εμμέσως πλην σαφώς, ότι η υπηρεσιακή απόδοση και επίδοση των προς μετάθεση προτεινομένων υπαλλήλων της ως άνω Διευθύνσεως δεν είναι ικανοποιητική και ότι τυγχάνουν αυτές υπηρεσιακώς ανεπαρκείς.
Περαιτέρω απεδείχθη ότι κατόπιν του ως άνω εγγράφου του Διευθυντή της άνω Υπηρεσίας, η ενάγουσα, απεσπάσθη αρχικώς στο Κατάστημα του ... της εναγομένης με την αιτιολογία της ανάγκης ενισχύσεως τούτου λόγω της επικείμενης διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων, καίτοι, το ως άνω Κατάστημα της εναγομένης δεν περιελαμβάνετο μεταξύ εκείνων που είχαν ενταχθεί στο Ολυμπιακό πρόγραμμα.
Στο τελευταίο αυτό κατάστημα, κατόπιν μεταγενέστερης παρατάσεως της αποσπάσεως της, η ενάγουσα υπηρέτησε μέχρι την 15.10.2004, απασχοληθείσα κυρίως σε εργασίες ρευστοποιήσεως καθυστερουμένων οφειλών. Ακολούθως, στις 22.10.2004 κατόπιν της ταυτοχρόνου υπ' αριθμ. 349/22.10.2004 αποφάσεως της Διοικήσεως της εναγομένης Τραπέζης, η οποία εκδόθηκε μετά την από 19.10.2004 σύμφωνη γνώμη του αρμοδίου Υπηρεσιακού της Συμβουλίου της, η ενάγουσα μετετέθη στο Κατάστημα ... (Γ Κατηγορίας) ως Προϊσταμένη Λογιστηρίου, ήτοι σε θέση η οποία φέρεται ως ισότιμη με εκείνη του Ελεγκτή Γ, την οποία κατείχε αυτή μέχρι τότε στην Δ.Ε.Ε.
Περαιτέρω όμως, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία απεδείχθη ότι από της πρώτης ημέρας της μεταθέσεώς της στο Κατάστημα ... και καθ' όλη την διάρκεια της υπηρεσίας της σ' αυτό, η ενάγουσα ουδέποτε ήσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Λογιστηρίου, αλλά αντιθέτως τοιαύτα υπεύθυνης πελατείας, τα οποία όμως ήσαν κατώτερα εκείνων τα οποία εδικαιούτο ν' ασκήσει.
Και τούτο διότι, λόγω μεταβολής του τρόπου οργανώσεως των Καταστημάτων της εναγομένης και της εντάξεως των στο αποκαλούμενο roll out νέο οργανωτικό σχήμα, με την υπ' αριθμ. 103/20.6.2003 εγκύκλιο της διοικήσεως της εναγομένης είχε ακυρωθεί η προκήρυξη της δημιουργίας θέσεων Προϊσταμένου Λογιστηρίου στα καταστήματα της του ...
και 3ης Σεπτεμβρίου, για τον λόγο ότι σύμφωνα με το ως άνω εκπονηθέν νέο σύστημα οργανώσεως των υπηρεσιών της δεν προεβλέποντο θέσεις υπευθύνων τομέων, οι οποίες να είναι αντίστοιχοι των παλαιών θέσεων Προϊσταμένου Λογιστηρίου, με συνέπεια κατά τον χρόνο μεταθέσεώς της εναγούσης στο προαναφερθέν κατάστημα του ...
να μη υπάρχει σ' αυτό προς πλήρωση θέση Προϊσταμένου Λογιστηρίου, τα καθήκοντα του οποίου ησκούντο από τον Διευθυντή του άνω Καταστήματος και να τοποθετηθεί έτσι αυτή (ενάγουσα) σε θέση υπεύθυνης εξυπηρετήσεως πελατείας, η οποία παρότι δεν προεβλέπετο από το διέπον την λειτουργία του ως άνω Καταστήματος οργανόγραμμα δημιουργήθηκε για την τοποθέτηση ταύτης.
Εξ άλλου, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία απεδείχθη ότι η μετακίνηση της εναγούσης από την Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου, στην οποία υπηρετούσε και η μετάθεση της στο Κατάστημα ... έλαβε χώρα χωρίς την τήρηση της προβλεπομένης, από τον Κανονισμό λειτουργίας της άνω Διευθύνσεως, δια την μετάθεση των υπηρετούντων σ' αυτήν υπαλλήλων, διαδικασίας και χωρίς την συνδρομή των διαγραφομένων υπ' αυτού προϋποθέσεων, επί πλέον δε και χωρίς να υφίστανται προς τούτο υπηρεσιακοί λόγοι.
Ειδικότερα, απεδείχθη ότι, ενώ κατά τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1-3 και 12 παρ. 4 του Κανονισμού Λειτουργίας της ως άνω Διευθύνσεως Εσωτερικού Ελέγχου, που είχε εγκριθεί με την 16/30.9.2004 απόφαση του Δ. Σ. της εναγομένης και ίσχυε κατά τον χρόνο της μεταθέσεως της εναγούσης στο Κατάστημα ..., η έξοδος από την Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου των Ελεγκτών είναι δυνατή για υπηρεσιακούς λόγους οποτεδήποτε, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Οργανισμό της εναγομένης, των δε νεοεισερχομένων σ' αυτήν, οιανδήποτε ελεγκτική βαθμίδα και αν κατέχουν, εντός της πρώτης τριετίας, είτε οικειοθελώς είτε εφ' όσον κριθεί τούτο σκόπιμο, μετά από αξιολόγηση τους και σχετική εισήγηση του Διευθυντή, υπό την προϋπόθεση όμως της τοποθετήσεως των, στην τελευταία αυτή περίπτωση, σε επίπεδο ευθύνης, που κατείχαν προ της εισόδου των στη άνω Διεύθυνση, η μετάθεση της ενάγουσας στο κατάστημα του ...
πραγματοποιήθηκε χωρίς προηγουμένη αξιολόγησή της, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν είναι ή μη ικανή και υπηρεσιακά επαρκής, καίτοι δεν είχε παρέλθει τριετία από της τοποθετήσεως της στην ως άνω Διεύθυνση και κυρίως χωρίς να τοποθετηθεί αυτή σε θέση ισότιμη με εκείνη την οποία κατείχε πριν την είσοδο της στην Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου, κατά την οποία, κατείχε θέση υπευθύνου υποδοχής, δεδομένου ότι λόγω της εντάξεως του Καταστήματος ...
στο νέο σύστημα Οργανώσεως των Καταστημάτων της εναγομένης (roll out) κατά τον χρόνο μεταθέσεως σ' αυτό της εναγούσης δεν υπήρχε θέση Προϊσταμένου Λογιστηρίου στο οποίο, κατά το έγγραφο της μεταθέσεως της, φέρεται να τοποθετείται αυτή. Και τούτο διότι σύμφωνα με το νέο Οργανόγραμμα τούτου είχε αυτή καταργηθεί, γεγονός που προκύπτει και από το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. ...εγγράφου του Διευθυντού του άνω Καταστήματος προς την ενάγουσα στο οποίο αναφέρεται ότι έχει καταργηθεί η θέση του Προϊσταμένου Λογιστηρίου, με συνέπεια, κατόπιν τούτου, να τοποθετηθεί αυτή στη θέση της υπεύθυνης πελατείας και να ασκεί καθήκοντα κατώτερα εκείνων, τα οποία ήσκει όχι μόνον ως ελεγκτής της άνω Διευθύνσεως Εσωτερικού Ελέγχου, αλλά και ως υπεύθυνη υποδοχής, τα οποία ήσκει αυτή πριν την τοποθέτηση της στην ως άνω Διεύθυνση.
Και ναι μεν υποστηρίζει η εναγομένη ότι η θέση του Προϊσταμένου Λογιστηρίου του Υποκαταστήματος ... εξακολουθεί υφισταμένη, μηδέποτε καταργηθείσα, επικαλούμενη μάλιστα προς επίρρωση του ισχυρισμού της αυτού τα υπ' αριθμ ...έγγραφα του Διευθυντού του άνω καταστήματος, όμως ο ισχυρισμός της αυτός όχι μόνον δεν επιβεβαιώνεται από οιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο, αλλ' αντιθέτως αναιρείται από τις περιεχόμενες στις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις καταθέσεις των μαρτύρων ..., Διευθυντών της εναγομένης Τραπέζης, οι οποίοι κατέθεσαν εξ ιδίας αντιλήψεως ότι δεν υπάρχει θέση Προϊσταμένου Λογιστηρίου στο Κατάστημα ..., λόγω της εντάξεως τούτου στο εφαρμοσθέν σύστημα αναδιοργανώσεως των Υπηρεσιών της εναγομένης, ενώ επί πλέον ουδόλως απεδείχθη ότι το επιβεβαίωνον την ανυπαρξία τοιαύτης θέσεως Προϊσταμένου Λογιστηρίου ως άνω υπ' αριθμ. ...
έγγραφο του Διευθυντού του άνω Καταστήματος οφείλετο σε πλημμελή ενημέρωση του, όπως αβασίμως υποστηρίζει η εναγομένη. Παρεκτός όμως της ελλείψεως οιασδήποτε αξιολογήσεως της εναγούσης προ της ως άνω μεταθέσεώς της, προς διαπίστωση της υπηρεσιακής της επάρκειας ή ανεπαρκείας, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν απεδείχθη επίσης ότι συνέτρεξαν πράγματι υπηρεσιακοί λόγοι, οι οποίοι κατέστησαν αναγκαία και επιβεβλημένη την μετάθεση της προς ικανοποίηση υπηρεσιακών αναγκών της εναγομένης.
Και τούτο διότι απεδείχθη, ότι από το διέπον την λειτουργία του άνω Καταστήματος οργανόγραμμα προεβλέποντο δύο μόνον θέσεις υπευθύνου εξυπηρετήσεως πελατών, οι οποίες ήσαν ήδη κατειλημμένες κατά τον χρόνο μεταθέσεώς της εναγούσης και ότι, παρότι δεν υφίστατο υπηρεσιακή ανάγκη, δημιουργήθηκε τρίτη θέση, προκειμένου να δικαιολογηθεί η μετακίνηση της εναγούσης στο ως άνω κατάστημα.
Είναι όμως προφανές ότι, εάν συνέτρεχαν πράγματι υπηρεσιακοί λόγοι, που να επέβαλαν την μετάθεση της εναγούσης από την ως άνω Διεύθυνση στο ανωτέρω κατάστημα της εναγομένης, τότε θα έπρεπε αυτή να μετατεθεί σε θέση τουλάχιστον ισότιμη εκείνης την οποία κατείχε προ της τοποθετήσεως της στην προαναφερθείσα Διεύθυνση, πράγμα το οποίο όμως δεν συνέβη, και όχι να μετατεθεί σε μη υφισταμένη στο άνω Κατάστημα θέση Προϊσταμένου Λογιστηρίου και να της ανατεθούν καθήκοντα υποδεέστερα εκείνων τα οποία μέχρι τότε ασκούσε και μάλιστα ως υπεράριθμη.
Υπό τα δεδομένα όμως αυτά πραγματικά περιστατικά, πρόδηλον καθίσταται περαιτέρω ότι η κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της ως άνω γενομένη υπό της εναγομένης μετακίνηση της εναγούσης στο προαναφερθέν κατάστημα της, μη υπαγορευθείσα από πραγματικά υφιστάμενες υπηρεσιακές ανάγκες, υπερβαίνει προφανώς τα υπό της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος επιβαλλόμενα όρια, ούσα καταχρηστική και εντεύθεν άκυρη.
Τέλος, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία απεδείχθη επίσης ότι, συνεπεία της ως άνω μονομερούς και άνευ της συγκαταθέσεως της γενομένης υπό της εναγομένης ως άνω μεταθέσεώς της εναγούσης, υπέστη η τελευταία όχι μόνον ηθική βλάβη και μείωση της προσωπικότητας της, αλλά και υπηρεσιακή τοιαύτη, συνισταμένη σε αδυναμία της να προαχθεί στον βαθμό του Τμηματάρχη Α', δεδομένου ότι ενώ ως Προϊσταμένη Λογιστηρίου θα μοριοδοτείτο με 40 μόρια και ως Ελεγκτής Γ με 64 μόρια, τα οποία θα συνυπολογίζοντο μετά των λοιπών προσόντων της για την προαγωγή της στον άνω βαθμό, ήδη λόγω της μη αναθέσεως σ' αυτήν καθηκόντων Προϊσταμένου Λογιστηρίου, αλλά τοιούτων υπευθύνου εξυπηρετήσεως πελατών, μοριοδοτείται μόνον με 16 μόρια, τα οποία όμως δεν επαρκούν για την άνω προαγωγή της.
Πέραν όμως της ως άνω ηθικής της βλάβης, εκ της ως άνω μεταθέσεώς της υφίσταται αυτή και περιουσιακή ζημία, δεδομένου ότι δεν καταβάλλεται πλέον εις αυτήν το ποσό των 227 ευρώ μηνιαίως, το οποίο μέχρι του χρόνου της μεταθέσεώς της ελάμβανε αυτή ως ελεγκτικό επίδομα, ενώ προσέτι στερείται αυτή και του επιδόματος εξυπηρετήσεως πελατών και της αμοιβής, την οποία ελάμβανε δια την εκτός έδρας παρεχομένην υπηρεσία της.
Κατά συνέπεια, η περί μεταθέσεως της εναγούσης στο άνω κατάστημα της εναγομένης ως άνω υπ' αριθμ. 349/22.10.2004 απόφαση της Διοικήσεως της αλλά και η προηγηθείσα από 19.10.2004 σύμφωνη γνώμη του αρμοδίου Υπηρεσιακού της Συμβουλίου, επαγόμενες μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως της εναγούσης, ως επιφέρουσες ηθική και περιουσιακή βλάβη αυτής και ιδία προσβολή της προσωπικότητας της, γενόμενες δε άνευ πραγματικής συνδρομής σπουδαίου λόγου, αλλά κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος αυτής, τυγχάνουν άκυρες και λογίζονται ως μη γενόμενες...." .
Ακολούθως το Εφετείο, έκρινε ότι έπρεπε να γίνει δεκτή η αγωγή της ενάγουσας αναιρεσιβλήτου και οι υπέρ αυτής ασκηθείσες πρόσθετες παρεμβάσεις και ανεγνώρισε ότι ήταν άκυρη, ως καταχρηστική, η προαναφερθείσα περί μεταθέσεως απόφαση της ενάγουσας αναιρεσείουσας και απέρριψε την έφεση αυτής κατά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου , που έκρινε ομοίως.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 281, Α. Κ. και 7 ν. 2112/1920. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία των ως άνω διατάξεων του Κανονισμού της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου της Τράπεζας, εξέλαβε ως προϋπόθεση της συνδρομής των αναφερομένων σε αυτές δύο περιπτώσεων εξόδου των Ελεγκτών από τη Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου την συμπλήρωση τριετίας από την είσοδο στην Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου, ενώ από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ακριβώς το αντίθετο, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφενός μεν, διότι το Εφετείο σε ουδεμία ερμηνεία προέβη των σαφών πιο πάνω διατάξεων, το περιεχόμενο των οποίων παραθέτει, αφετέρου διότι ουδόλως, εξέλαβε ως προϋπόθεση της συνδρομής των αναφερομένων σε αυτές δύο περιπτώσεων που είναι επιτρεπτή η έξοδος των νεοεισερχομένων στη Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου την συμπλήρωση τριετίας από την είσοδο τους σε αυτή.
Αλλά, αντιθέτως, έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης-που, κατά τις παραδοχές της απόφασης, δεν είχε συμπληρώσει την εν λόγω τριετία-οι προϋποθέσεις αυτές για την έξοδο της από την Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου. Τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι το Εφετείο δεν στήριξε την ακυρότητα της πιο πάνω υπηρεσιακής μεταβολής της αναιρεσίβλητης στην ανυπαρξία συμβατικού ή εκ του νόμου δικαιώματος της αναιρεσείουσας να προβεί στην ένδικη μεταβολή (μετάθεση, αλλαγή καθηκόντων), αλλά στην καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος αυτού, τα δε πιο πάνω περιστατικά συνεκτιμήθηκαν, με τα λοιπά που αναφέρονται στην απόφαση, ως περιστατικά καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος αυτού.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, ως προς τις περαιτέρω αιτιάσεις, που προβάλλονται με αυτόν, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί οι αιτιάσεις αυτές αναφέρονται στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων, και ως εκ τούτου ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Ειδικότερα, κατά τις αιτιάσεις αυτές της αναιρεσείουσας, "καμμία καταχρηστικότητα δεν υφίσταται στην απόφαση της Τράπεζας, αφού δεν επήλθε, καμία άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική βλάβη στην αναιρεσίβλητη", αφού, όπως αναφέρει, "μετά την μετάθεσή της από την ανωτέρω Δ/νση δεν επέστεψε στην υπηρεσιακή κατάσταση που βρισκόταν πριν την είσοδό της στην Δ/νση Εσωτερικού Ελέγχου, (κανένα επίπεδο Ευθύνης) όπως προβλέπεται από τον Κανονισμό της Δ/νσης ως ελάχιστη υποχρέωση της Τράπεζας αλλά τοποθετήθηκε σε θέση ανώτερη, τόσο από άποψη θέσης ευθύνης όσο και από άποψη επιδόματος ευθύνης κλπ.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά αυτά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου, δεν στοιχειοθετεί τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι έχει ληφθεί αυτό υπόψη από το δικαστήριο.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.11γ ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι η αναιρεσείουσα, προς απόδειξη των ισχυρισμών της και προς απόκρουση των ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης, ότι η μετάθεση της επιφέρει σ' αυτήν υλική και ηθική ζημία και ότι η θέση του Προϊσταμένου Λογιστηρίου έχει καταργηθεί με την ένταξη του Καταστήματος ...
στο σύστημα roll out, με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της επικαλέστηκε και προσκόμισε και τα εξής έγγραφα, που αποδεικνύουν, κατ' αυτήν, τα αντιστοίχως αναφερόμενα: 1) Την 119/12.07.2004 εγκύκλιο της Τράπεζας καθώς και την 52/17.03.2004 με τις οποίες καθορίζονται τα επιδόματα των υπαλλήλων σύμφωνα με την υπογραφείσα Κ.Σ.Σ.Ε.
και από την οποία προκύπτει ότι η ενάγουσα στην νέα της θέση λαμβάνει επίδομα 485,61 €, έναντι μηδενός της παλαιάς της θέσης ως ταμειολογίστριας και ίδιο με αυτό της θέσης του Ελεγκτή Γ.' Επίσης, από τις παραπάνω εγκυκλίους προκύπτει ότι το επίπεδο ευθύνης της νέας της θέσης ως Προϊσταμένης Λογιστηρίου (βαθμίδα 5) είναι ανώτερο από το επίπεδο ευθύνης
της προηγούμενη θέσης της ως ταμειολογίστριας και ίδιο με αυτό της θέσης του Ελεγκτή Γ. 2) Το 1465/2.09.2004 Φ.Ε.Κ. στο οποίο δημοσιεύθηκε η απόφαση για την τροποποίηση διατάξεων του Οργανισμού της Α.Τ.Ε. και στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρεται ρητά ότι "μέχρι την ένταξη τους στο κανονισμό λειτουργίας που γίνεται με απόφαση της Διοίκησης οι Περιφερειακές Υπηρεσίες εξακολουθούν να διαρθρώνονται και να λειτουργούν σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα ισχύοντα". 3) Το 1136/29.11.2004 έγγραφο της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού προς το Κατάστημα ..., με το οποίο βεβαιώνεται ότι για την αναιρεσίβλητη προβλέπεται η θέση του Προϊσταμένου Λογιστηρίου. 4) Το 1416/06.12.2004 έγγραφο του Καταστήματος ...
προς την αναιρεσίβλητη με το οποίο της διαβιβάζεται το παραπάνω έγγραφο της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού και επαναβεβαιώνεται το περιεχόμενο του. 5) Το 69/17.01.200Κ έγγραφο του Καταστήματος ... προς το προσωπικό του Καταστήματος, με το οποίο τροποποιείται η υπ' αριθ. 1321/16.11.2004 ημερήσια διαταγή στο ορθό: Η θέση του Προϊσταμένου Λογιστηρίου εξακολουθεί να υφίσταται σύμφωνα με τον ισχύοντα Οργανισμό της Τράπεζας 6) Το 151Α/17.01.2005 έγγραφο της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού, με το οποίο βεβαιώνεται από την απολύτως αρμόδια Διεύθυνση της Τράπεζας ότι η θέση του Προϊσταμένου Λογιστηρίου εξακολουθεί να υφίσταται σύμφωνα με τις διατάξεις του Οργανισμού της Τράπεζας (άρθρο 20 παρ.
Β1). 7) Το 25/09.02.2005 έγγραφο του Τμήματος Οικονομικών θεμάτων της Δ/νσης Ανθρώπινου Δυναμικού σχετικά με τα επιδόματα που λάμβανε η ενάγουσα πριν την μετακίνηση της και που λαμβάνει μετά την μετακίνηση της. Τα πιο πάνω έγγραφα, κατά τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας "δημιουργούνται τουλάχιστον αμφιβολίες για το αν πραγματικά λήφθηκαν υπόψη".
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Διότι από την περιεχόμενη στην προσβαλλομένη( απόφαση διαβεβαίωση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, σε συνδυασμό με το σύνολο των πραγματικών παραδοχών του Εφετείου προκύπτει αδιστάκτως ότι ελήφθησαν υπόψη και όλα τα προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα έγγραφα μεταξύ των οποίων και τα πιο πάνω αναφερόμενα έγγραφα.
Τούτο προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες της, με τις οποίες αντιμετωπίζονται διεξοδικά τα ζητήματα, τα οποία προκύπτουν, κατά την αναιρεσείουσα, από τα έγγραφα αυτά και ειδικότερα αποκρούονται οι αποδεικνυόμενοι, κατά την αναιρεσείουσα, με τα έγγραφα αυτά ισχυρισμοί της ότι η μετάθεσή της δεν επέφερε σ' αυτήν υλική και ηθική ζημία.
Συνεπώς, το Εφετείο πράγματι έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά αυτά μέσα, - πολλά των οποίων ειδικώς μνημονεύει - πλην όμως έκρινε ότι, από τα έγγραφα αυτά, συνεκτιμούμενα με τις λοιπές αποδείξεις, προκύπτουν όσα δέχθηκε με την απόφασή του. Ο ίδιος αυτός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται κατά τα λοιπά αιτιάσεις με τις οποίες αντικρούονται οι παραδοχές της απόφασης που προκύπτουν από τα ειδικώς μνημονευόμενα σε αυτή έγγραφα, τα οποία, κατά την αναιρεσείουσα, δεν λήφθηκαν υπόψη, λόγω του αντίθετου αποδεικτικού πορίσματος της απόφασης, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, γιατί αναφέρονται στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων, και ως εκ τούτου ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 §1 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-2-2008 αίτηση (αρ. καταθ. 247/25-2-2008) για αναίρεση της 5305/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ