Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to late introduction of new defense argument violating procedural rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision, ruling the new argument inadmissible. The appellant introduced a defense regarding the insured's property status for the first time during the second-instance trial, which was then repeated as an appeal ground without prior notice. The court held that such arguments must be raised in the original complaint or within the appeal itself to be considered valid, and since they were not properly introduced earlier, they were rejected under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 562 of the Code of Civil Procedure; A new defense argument introduced for the first time during the second instance and repeated as an appeal ground without prior notice is inadmissible and must be raised in the original complaint or the appeal itself.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 753 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 753/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26ης Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Ανώνυμος Εταιρία Γενικών Ασφαλίσεων", που εδρεύει στο ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία συγχώνευσε δι' απορροφήσεως την ασφαλιστική εταιρία "EUROGROUP Ασφαλιστική και Αντασφαλιστική Α.Ε" η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Πετσάλα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Γεωργία Βασιλείου - Μιχαήλ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Ιουλίου 1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1388/1998, 6045/2003 προδικαστικές, 4667/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5255/2006 μη οριστική,5995/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή της, με τους με ιδιαίτερο, από 5-3-2008 δικόγραφο, πρόσθετους επ' αυτής λόγους αναίρεσης.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 2 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του , με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του λόγου αναιρέσεως του 60/15.3.2008 προσθέτου δικογράφου της 1462/20.12.2007 αιτήσεως για αναίρεση της 5995/27.1.2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και την απόρριψη των λοιπών.
Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 1462/20-12-2007 αίτηση και τους με ιδιαίτερο, 60/5-3-2008, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, προσβάλλεται η 5995/27-1-2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με το 6824/18-7-1997 δικόγραφο αγωγών, με ενάγοντα τον Ψ και εναγομένους (α) τον Α και (β) την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "EUROGROUP, Ασφαλιστική και Αντασφαλιστική Α.Ε.", στην δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε στη συνέχεια, μετά τη συγχώνευσήτης δι' απορροφήσεως, η ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις (α) του δι' αυτής ενάγοντος, αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης κατά του πρώτου των εναγομένων, απορρέουσες από την αποδιδόμενη εις αυτόν άδικη και υπαίτια πράξη της προκλήσεως πυρκαγιάς από αμέλεια και (β) ισόποσες αξιώσεις του πρώτου των εναγομένων κατά της συνεναγομένης του ανώνυμης εταιρείας, θεμελιούμενες στη συνδέουσα αυτούς σύμβαση ασφαλίσεως, δικαίωμα επί του ασφαλίσματος το οποίο, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, αδρανεί ο τελευταίος να ασκήσει.
Επί των σωρευμένων και με στοιχ. (α) και (β) χαρακτηριζομένων αντίστοιχα κύριας και πλαγιαστικής αγωγών εκδόθηκε αρχικά η 1388/1998 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία τάχθηκε το οικείο σε βάρος των διαδίκων θέμα αποδείξεως και παράλληλα διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, στη συνέχεια η 6045/2003 απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως λόγω μη διενεργείας της διαταχθείσης πραγματογνωμοσύνης και ακολούθως η 4667/2005 οριστική αυτού απόφαση, με την οποία, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία κεφάλαιο αυτής, απορρίφθηκε η με στοιχ. (β) πλαγιαστική αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κατά παραδοχή της ενστάσεως της δι' αυτής εναγομένης ότι ο θεμελιωτικός της αγωγής ασφαλιστικός κίνδυνος εξαιρείται της ασφαλιστικής καλύψεως, λόγω αποσιωπήσεως από τον ασφαλισμένο πρώτο των εναγομένων περιστατικών, τα οποία είχαν σχέση με τα αποθηκευμένα στο ασφαλιζόμενο κτίριο υλικά, πραγματική κατάσταση την οποία αν εγνώριζε η εναγομένη δεν θα προέβαινε στη κατάρτιση της εν λόγω ασφαλιστικής συμβάσεως.
Την πρωτοβάθμια αυτή απόφαση προσέβαλε ο ενάγων και ο πρώτος των εναγομένων με τις (ι) 7958/19-9-2005 και (ιι) 490/17-1-2006, αντίστοιχα, εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε αρχικά η 5255/2006 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία τάχθηκε σε βάρος του ενάγοντος θέμα αποδείξεως για τα θεμελιωτικά της αντενστάσεώς του πραγματικά περιστατικά ότι η εναγομένη είχε πληροφορηθεί από το νόμιμο εκπρόσωπό της ασφαλιστικό πράκτορα Β και γνώριζε εντεύθεν την πραγματική κατάσταση του ασφαλισμένου ακινήτου αναφορικά με τα αποθηκευμένα εις αυτό υλικά, και στη συνέχεια η 5995/2007 οριστική αυτού απόφαση.
Με την εν λόγω απόφαση απορρίφθηκε η με στοιχ. (ιι) έφεση ερήμην του δι' αυτής εκκαλούντος. Αντίθετα κατά παραδοχή της με στοιχ. (ι) εφέσεως, εξαφάνιση της προσβαλλομένης δι' αυτής 4665/2005 οριστικής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, αξιολόγησε θετικά και από ουσιαστική άποψη, κατά παραδοχή της εν λόγω αντενστάσεως του ενάγοντος, τη με στοιχ. (β) πλαγιαστική αγωγή, περί πραγμάτων κρίση της την οποία στήριξε στις ακόλουθες, ενδιαφέρουσες την ερευνώμενη αίτηση αναιρέσεως, ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της. "Ο ενάγων, Ψ, είναι κύριος μιας οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος), που βρίσκεται στον πρώτο όροφο της πολυκατοικίας επί της οδού ......
στη ......, με στοιχ. Α1, αποτελείται από χώλ υποδοχής, τρεις κοιτώνες, αποθήκη, WC, λουτρό και κουζίνα με βεράντα προς την οδό ...... και τον ακάλυπτο χώρο και την πρασιά προς τα ανατολικά, έχει επιφάνεια 126 τ.μ. όγκο ιδιόκτητο 384 κ.μ. ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 91/000 ες αδιαιρέτου, αναλογία στις δαπάνες συντήρησης πεζοδρομίου, πρόσοψης και αποχετευτικού αγωγού 76/1000, αναλογία στις δαπάνες καθαριότητας, κοινοχρήστων, φωτισμού και λοιπών 124/1000, περιήλθε δε σ' αυτόν με το ......
αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβ/φου Αθήνας Μαρίας Κατσούλα - Γρηγοράκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, με αγορά από τον αληθινό κύριο Γ. Στην παραπάνω πολυκατοικία ο πρώτος εναγόμενος, Α, μίσθωσε με το από 29.3.1995 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης από τους Δ, Ε και Γ την υπό στοιχεία 1-1 οριζόντια ιδιοκτησία του ισογείου επιφάνειας 240 τ.μ.
με πατάρι επιφάνειας 110 τ.μ. και την υπό στοιχεία Υ-1 οριζόντια ιδιοκτησία του υπογείου επιφάνειας 258 τ.μ., προκειμένου να τις χρησιμοποιήσει για την άσκηση της εμπορικής του επιχείρησης γενικού εμπορίου ως κατάστημα χονδρικής και λιανικής πωλήσεως, γραφείο και αποθήκες. Ειδικότερα σύμφωνα με όρο 4 του παραπάνω μισθωτηρίου ορίστηκε ότι "οι μίσθιοι χώροι θέλουν χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά και μόνο ως κατάστημα πωλήσεως χονδρικής και λιανικής, γραφεία και αποθήκες για τις ανάγκες της επιχείρησης του μισθωτή και δη προς ενάσκηση των εμπορικών του δραστηριοτήτων επιχειρήσεις γενικού - εμπορίου-γενικά ήδη Super Market, απαγορευμένης απολύτως οποιασδήποτε μετατροπής της χρήσεως" ενώ με τον όρο 6 ορίστηκε, εκτός άλλων ότι απαγορευόταν στον πρώτο εναγόμενο η αποθήκευση στο μίσθιο εύφλεκτων και εκρηκτικών ειδών.
Ο πρώτος εναγόμενος όμως, παρά την απαγόρευση αυτή αποθήκευε και διέθετε προς πώληση στο παραπάνω κατάστημα, εκτός από απορρυπαντικά, χαρτικά και είδη υγιεινής και μεγάλες ποσότητες από φιαλίδια υγραερίου [γκαζάκια], καθώς και άλλα εύφλεκτα υλικά όπως πλαστικές φιάλες οινοπνεύματος. Στις 10.2.1996 και περί ώρα 04.00 π.μ.
εκδηλώθηκε μεγάλη πυρκαϊά στους ως άνω μίσθιους χώρους, όπου στεγαζόταν η επιχείρηση του πρώτου εναγομένου, η αιτία της οποίας δεν εξακριβώθηκε, είναι όμως γεγονός ότι η ένταση της ήταν ιδιαίτερα μεγάλη εξαιτίας των ως άνω εύφλεκτων υλικών, όπως υγραερίου και οινοπνεύματος που ήταν αποθηκευμένα μεταξύ άλλων εμπορευμάτων στο κατάστημα του, με αποτέλεσμα η πυρκαϊά λόγω των συνεχών εκρήξεων των φιαλιδίων υγραερίου που εκσφενδονίζονταν προς κάθε κατεύθυνση μεταφέροντας τη φωτιά, να επεκταθεί μεταξύ άλλων και στο υπό στοιχείο Α-1 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της παραπάνω πολυκατοικίας, ιδιοκτησίας του ενάγοντος.
Η πυρκαϊά και η συνεπεία αυτής προκληθείσα ζημία οφείλεται σε υπαιτιότητα και μάλιστα σε αμέλεια του πρώτου εναγομένου, ο οποίος από έλλειψη της προσοχής την οποία κάθε συνετός άνθρωπος οφείλει να καταβάλει με βάση τη συνήθεια που επικρατεί στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τις δυνατότητες που είχε, δεν μερίμνησε, λόγω και του είδους των αποθηκευμένων υλικών, για τη λήψη μέτρων πυροπροστασίας, την τοποθέτηση στο μίσθιο φορητών μέσων πυρόσβεσης και την εγκατάσταση αυτόματου συστήματος κατάσβεσης, με αποτέλεσμα η πυρκαϊά να καταστρέψει ολοσχερώς το κατάστημα του πρώτου εναγομένου και να επεκταθεί και στα υπερκείμενα διαμερίσματα της πολυκατοικίας προξενώντας σ' αυτά υλικές ζημίες.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι στο διαμέρισμα ιδιοκτησίας του ενάγοντος, η πλάκα του δαπέδου του διαμερίσματος από οπλισμένο σκυρόδεμα παρουσίασε σοβαρές ζημίες στις νευρώσεις της, με αποτέλεσμα να έχουν ρηγματωθεί πολλές οπτοπλινθοδομές του διαμερίσματος του, ενώ εξάλλου υπέστησαν σοβαρή παραμόρφωση τα αλουμινένια κουφώματα με αποτέλεσμα τη θραύση των υαλοπινάκων.
Επίσης, λόγω της ισχυρής πίεσης του νερού που εκτοξεύονταν από το πυροσβεστικό σώμα για την κατάσβεση της φωτιάς, προκλήθηκαν ζημιές στο εσωτερικό του διαμερίσματος και μάλιστα σε ξύλινα πατώματα, επιχρίσματα, πόρτες και την ντουλάπα ενός υπνοδωματίου ... . Από τα ίδια όπως παραπάνω αποδεικτικά μέσα, και σε σχέση με την πλαγιαστική αγωγή αποδείχθηκαν, στη συνέχεια τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Η ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "EUROGROUΡ Ασφαλιστική και Αντασφαλιστική ΑΕ"- δεύτερη εναγομένη, που συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από την δεύτερη εφεσίβλητη, (εφεξής όπως προαναφέρεται εναγομένης), δυνάμει του ...... ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που συνήψε με τον εναγόμενο Α, ανέλαβε για το χρονικό διάστημα από 4-8-1996 έως 4-8-1997, την υποχρέωση καλύψεως από το νόμο προβλεπόμενης αστικής ευθύνης του εναγομένου - ασφαλισμένου για τις άμεσες υλικές ζημίες στην περιουσία τρίτων από προκληθείσα πυρκαγιά στη πιο πάνω επιχείρηση-κατάστημα του εναγομένου και μέχρι του ποσού των 25.000.000 δρχ. (ήδη 73.368 ευρώ).
Ειδικότερα κατά μεν τον όρο 1 του ασφαλιστηρίου η ασφάλιση καλύπτει το περιεχόμενο εν γένει της αποθήκης χαρτικών- ειδών υγιεινής- απορρυπαντικών κ.λ.π που βρίσκονται ή θα βρεθούν στο πιο πάνω μίσθιο κατάστημα. Κατά δε τον ειδικό όρο αστικής ευθύνης, η ασφάλιση επεκτείνεται και καλύπτει τις άμεσες υλικές ζημιές (εξαιρουμένων των αποθετικών ζημιών) που θα προκληθούν από την πυρκαγιά στην περιουσία τρίτων σύμφωνα με τους γενικούς όρους του ασφαλιστηρίου και μέχρι του παραπάνω ποσού.
Σύμφωνα, περαιτέρω και μεν τον όρο 2 περ. α και ζ των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου, όπου αναφέρονται οι αποκλειόμενοι κίνδυνοι, δεν καλύπτονται ζημίες που προκλήθηκαν άμεσα ή έμμεσα από οποιαδήποτε έκρηξη καθώς και στην περίπτωση που στο κτίριο, που ασφαλίζεται με αιτία το συμβόλαιο είναι αποθηκευμένο βενζινέλαιο, ανθρακοσβάστιο, βενζίνη, γκαζολίνη, νάφθα και άλλες ομοειδείς ύλες, σπίρτα κάθε είδους, πυρίτιδα, δυναμίτιδα, εκρηκτικές ή εμπρηστικές ύλες, εκτός και αν ρητά έχει αναγραφεί αυτό στο ασφαλιστήριο και που σ' αυτή την περίπτωση ο ασφαλιζόμενος έχει την υποχρέωση, με την ποινή απώλειας των δικαιωμάτων του για αποζημίωση, να συμμορφώνεται με τις διατάξεις που εκδίδονται από τις αρμόδιες αρχές που προσδιορίζουν τον τρόπο εναποθήκευσης των πιο πάνω ειδών.
Κατά δε τον όρο 3 των ίδιων (γενικών όρων), ο ασφαλισμένος, εκτός άλλων, είναι υποχρεωμένος να υποδείξει κάθε λεπτομέρεια, που επηρεάζει τις πιθανότητες πυρκαγιάς ώστε η ασφαλίστρια εταιρεία να είναι σε θέση να εκτιμήσει την έκταση της ευθύνης που αναλαμβάνει. Οι πιο πάνω δηλώσεις του ασφαλισμένου θεωρείται ότι έχουν γίνει, μόνο όταν έχουν καταχωρηθεί στο κείμενο του ασφαλιστηρίου και η παράλειψη μιας απ' αυτές από τις δηλώσεις ή η ανακριβής δήλωση έχει ως συνέπεια να χάσει οασφαλισμένος κάθε δικαίωμα για αποζημίωση σεπερίπτωση επέλευσης ενός από τους καλυπτόμενουςκινδύνους.
Η σύμβαση αυτή, για λογαριασμό τηςασφαλιστικής εταιρείας - εναγομένης, καταρτίστηκεμέσω του ασφαλιστικού της πράκτορα Β, ο οποίος πριν την κατάρτισή της είχε επισκεφθεί και προβεί σε επιθεώρηση του περιεχομένου του καταστήματος του εναγομένου, είχε λάβει γνώση του μισθωτηρίου συμβολαίου και ακόμη επισκεπτόταν, από τη σύναψη της ασφαλιστικής συμβάσεως, κατά τακτά χρονικά διαστήματα το κατάστημα αυτό προς είσπραξη των ασφαλίστρων.
Ενόψει αυτών και τους αντικειμένου της εμπορίας του εναγομένου (επιχείρηση γενικούεμπορίου- γενικά είδη Super Market) ο ασφαλιστικός πράκτορας γνώριζε, μάλιστα εξ αρχής, ότι στο ασφαλισμένο κατάστημα ο εναγόμενος - μισθωτής -ασφαλισμένος, είχε αποθηκεύσει για τις ανάγκες της εμπορίας του μεγάλες (όπως αυτό δεν αμφισβητείται, εκατέρωθεν), μεταξύ άλλων ποσότητες εύφλεκτων υλών όπως φιαλιδίων υγραερίου και οινοπνεύματος.
Για την κατάσταση αυτή δεν απαιτείται γνώση της ασφαλιστικής εταιρείας καθόσον η γνώση του ασφαλιστικού πράκτορα εξομοιούται με γνώση του ασφαλιστή. Για τα παραπάνω αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά που αφορούν κυρίως την αντένσταση του ενάγοντος κατά της ενστάσεως, του άρθρου 202 της εναγομένης (ασφαλιστικής εταιρείας) και αναφέρεται η ένσταση στην αποσιώπηση ότι εντός του καταστήματος υπήρχαν φιαλίδια υγραερίου, οινοπνεύματος και άλλων εύφλεκτων υλών, πειστική για το Δικαστήριο είναι η κατάθεση της μάρτυρος του ενάγοντος, που εξετάστηκε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου σ' εκτέλεση της 5255/2005 απόφασής του, η οποία εξ ιδίας αντιλήψεως περί των επισκέψεων του ασφαλιστικού πράκτορα στην αποθήκη του εναγομένου - ασφαλισμένου προς είσπραξη των ασφαλίστρων και ότι στο κατάστημα, είχε χαρτιά, φιαλίδια κ.λ.π.
Η κατάθεση αυτή ενισχύεται από τα λοιπά, όπως παραπάνω αποδεικτικά μέσα και δεν αναιρείται από την κατάθεση, επίσης ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, της μάρτυρος της εναγομένης η οποία αναφέρεται σε επισκέψεις στο κατάστημα του εναγομένου του ποιο πάνω ασφαλιστικού πράκτορα, και συνεχίζει, καταθέτοντας, εκτός άλλων ότι "...
δεν γνωρίζω τι γνώριζε ο πράκτορας για τα ασφαλισμένα υλικά αν και ήταν υπάλληλος και γνώριζε για τα γκαζάκια δεν θα έκανε ασφαλιστήριο ...". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως και ειδικότερα κατά του με στοιχ. (β) κεφαλαίου αυτής εναντιώνεται η ηττηθείσα εφεσίβλητη - εναγομένη στη με στοιχ. (β) πλαγιαστική αγωγή με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατά αξιολογική σειρά οι διατυπωούμενοι δι' αυτής και του προσθέτου δικογράφου λόγοι αναιρέσεως.
Ειδικότερα :
Α. Κύριο δικόγραφο
Ι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την εν λόγω διάταξη, νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, ως και όταν ο ισχυρισμός ήταν νομικά αβάσιμος, αφού στην περίπτωση αυτή δεν ασκεί οποιαδήποτε επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, με τον οποίο υποστήριξε επικουρικά, ως εφεσίβλητη, προς απόκρουση της αντενστάσεως του αναιρεσίβλητου, ως εκκαλούντος, ότι είχε πληροφορηθεί από το νόμιμο εκπρόσωπό της ασφαλιστικό πράκτορα Β και γνώριζε εντεύθεν την πραγματική κατάσταση του ασφαλιζομένου ακινήτου αναφορικά με τα αποθηκευμένα εις αυτό υλικά, ότι κατά τους σχετικούς γενικούς όρους της συμβάσεως ασφαλίσεως : 1.
δεν καλύπτονται ζημιές που προκλήθηκαν άμεσα ή έμμεσα από οποιαδήποτε έκρηξη καθώς και στην περίπτωση που στο κτίριο, που ασφαλίζεται με αιτία το συμβόλαιο είναι αποθηκευμένο βενζινέλαιο, ανθρακοσβάστιο, βενζίνη, γκαζολίνη, νάφθα και άλλες ομοειδείς ύλες, σπίρτα κάθε είδους, πυρίτιδα, δυναμίτιδα, εκρηκτικές ή εμπρηστικές ύλες, εκτός και αν ρητά έχει αναγραφεί αυτό στο ασφαλιστήριο και που σ' αυτή την περίπτωση ο ασφαλιζόμενος έχει την υποχρέωση, με την ποινή απώλειας των δικαιωμάτων του για αποζημίωση, να συμμορφώνεται με τις διατάξεις που εκδίδονται από τις αρμόδιες αρχές που προσδιορίζουν τον τρόπο εναποθήκευσης των πιο πάνω ειδών (2ος όρος περ.
α' και ζ') και 2. ο ασφαλισμένος, εκτός άλλων, είναι υποχρεωμένος να υποδείξει κάθε λεπτομέρεια, που επηρεάζει τις πιθανότητες πυρκαγιάς ώστε η ασφαλίστρια εταιρεία να είναι σε θέση να εκτιμήσει την έκταση της ευθύνης που αναλαμβάνει. Οι πιο πάνω δηλώσεις του ασφαλισμένου θεωρείται ότι έχουν γίνει, μόνο όταν έχουν καταχωρηθεί στο κείμενο του ασφαλιστηρίου και η παράλειψη μιας απ' αυτές από τις δηλώσεις ή η ανακριβής δήλωση έχει ως συνέπεια να χάσει ο ασφαλισμένος κάθε δικαίωμα για αποζημίωση σε περίπτωση επέλευσης ενός από τους καλυπτομένους κινδύνους (3ος όρος).
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ελέγχεται ως αβάσιμος με βάση τις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, από τις οποίες προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη ο εν λόγω ισχυρισμός με την παράθεση στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή αντιγραφή τους, των όρων αυτών της συμβάσεως ασφαλίσεως και αρνητικά αξιολογήθηκε ως αβάσιμος και απορρίφθηκε, σε συνέπεια με την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση της ότι ο ασφαλιστικός της πράκτορας, με τον οποίο καταρτίσθηκε η σύμβαση ασφαλίσεως, γνώριζε την πραγματική κατάσταση του ασφαλιζόμενου ακινήτου ως προς τα αποθηκευμένα εις αυτό υλικά, εξομοιούμενη νομικά στην περίπτωση αυτή με την ιδία αυτής γνώση.
ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος από την εν λόγω διάταξη λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού διαλαμβάνονται αιτιολογίες που δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Οι σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνουν πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες περί της γνώσεως της αρχικώς εναγομένης ασφαλιστικής καταστάσεως για την πραγματική κατάσταση του ασφαλιζόμενου ακινήτου σε σχέση με τα αποθηκευμένα εις αυτό υλικά, αναφορικά με όλες τις διατυπούμενες στη σύμβαση ασφαλίσεως περιπτώσεις αποκλεισμού της ασφαλιστικής καλύψεως, εκτίμηση η οποία επιβεβαιώνεται από την διατύπωση της παραδοχής περί γνώσεως της εναγομένης ευθύς μετά την παράθεση, κατ' ακριβή αντιγραφή τους, των σχετικών όρων της συμβάσεως ασφαλίσεως.
Επομένως ο υποστηρίζων τα αντίθετα δεύτερος κατά σειρά του κυρίου δικογράφου και απομένων προς έρευνα λόγος αυτού αναιρέσεως, με τον οποίο, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 202 ΕμπΝ, αρνητικά αιτιολογείται ως αβάσιμος.
Β. Πρόσθετο δικόγραφο
Κατά το 569 § 2του Κ.Πολ.Δ. "οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλομένης απόφασης και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτή ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη Γραμματεία ίου Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρας προ της συζητήσεως της αναιρέσεως, κάτω από το οποίο συντάσσει έκθεση.
Αντίγραφο ταυ δικογράφου των προσθέτων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση". Από τη διάταξη αυτή συνδυαζόμενη και με τη διάταξη του άρθ. 111 § 2 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι για το παραδεκτό των προσθετών λόγων απαιτείται κατά νόμο η εις την προδικασία, ελλείψει της οποίας πάσα εισαχθείσα αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως, αναγόμενη επίδοση του δικογράφου αυτών προ της αυτής προθεσμίας, ήτοι των τριάντα ημερών προ της συζητήσεως της αναιρέσεως, που έχει αρχικώς ορισθεί σε κάθε περίπτωση (ΑΠ 131/2005).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από τα αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 115/2007).
Με το μοναδικό λόγο αναιρέσεως του προσθέτου δικογράφου υποστηρίζεται ότι στην αντένσταση του αναιρεσίβλητου περί γνώσεως της αρχικώς εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας για την πραγματική κατάσταση του ασφαλισμένου ακινήτου αναφορικά με τα αποθηκευμένα εις αυτό υλικά διετύπωσε ο τελευταίος το πρώτον κατά τη μετ' απόδειξη συζήτηση της υποθέσεως, της οποίας επακολούθησε η έκδοση της 4667/2005 οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και μάλιστα με την προσθήκη στις προτάσεις, και εντεύθεν απαραδέκτως και επιπρόσθετα κατά τρόπο αόριστο, την οποία αντένσταση ομοίως απαραδέκτως επαναδιατύπωσε ως λόγο εφέσεως, χωρίς να δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 527 ΚΠολΔ, την οποία κατά συνέπεια παρά το νόμο έλαβε υπόψη με την κατ' ουσίαν παραδοχή της.
Δεν επικαλείται όμως η αναιρεσείουσα, ούτε σε κάθε περίπτωση βεβαιώνεται από τα υπάρχοντα στην διάθεση του Δικαστηρίου έγγραφα, επίδοση του εν λόγω δικογράφου από την αναιρεσείουσα στον αναιρεσίβλητο, με άμεση δικονομική συνέπεια ο διατυπούμενος δι' αυτού λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ να αξιολογείται ως απαράδεκτος προεχόντως από την αιτία αυτή.
Σημειώνεται ότι δεν εφαρμόζεται κατά την παρούσα αναιρετική διαδικασία το άρθρο 227 ΚΠολΔ (ΚΠολΔ 573 παρ. 1). Επιπρόσθετα δεν διατείνεται η αναιρεσείουσα, ούτε σε κάθε περίπτωση βεβαιώνεται από την επιτρεπτή επισκόπηση κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ των από 18-1-2007 προτάσεών της, που εκείνη κατέθεσε ως εφεσίβλητη κατά την δικάσιμο της 18-1-2007, της οποίας επακολούθησε η έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατ' αποδοχή της εν λόγω αντενστάσεως του αναιρεσίβλητου, για την οποία προηγουμένως είχε ταχθεί το οικείο σε βάρος του τελευταίου θέμα αποδείξεως με την 5255/2006 μη οριστική απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ότι προέβαλε τον θεμελιωτικό της αναιρετικής αυτής αιτιάσεώς της ισχυρισμό, προϋπόθεση για το παραδεκτό αυτής, χωρίς παράλληλα να συντρέχουν οι εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως με τους πρόσθετους αυτής λόγους, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 1462/20-12-2007 αίτηση, με τους με ιδιαίτερο, 60/5-3-2008, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 5995/27-1-2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαρτίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ