Legislator Case Law & Legislation
753/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague claim of failure to consider a supplementary claim under Article 559(1).

Case Number 753/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding a property dispute. The appellant argued the lower court erred by rejecting a supplementary claim about pre-marital expenses based on a moral duty, but failed to specify how this claim was legally presented. The court ruled the appeal inadmissible because the appellant did not define the specific legal provision violated or the precise manner in which the claim was submitted to the trial court.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(8) of the Code of Civil Procedure; An appeal under Article 559(1) must specify the violated substantive law and the exact legal error, while an appeal under Article 559(8) must clearly state the specific claim ignored and its legal presentation to establish a ground for reversal.

Keywords

AI generated
Article 559 Civil Procedure vague appeal grounds supplementary claim moral duty expenses failure to consider claim

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 231/2004
Supreme Court Case 1678/2005
Supreme Court Case 20/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 753 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 753/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:......., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρίκλεια Τζέλη .

Του αναιρεσιβλήτου: ........., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παπαδημητρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-1-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 380/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1471/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 5-5-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το άρθρο 559 του ΚΠολΑ, καθορίζει περιοριστικά τους λόγους αναίρεσης και δεν περιλαμβάνει σ' αυτούς και την εσφαλμένη από το δικαστήριο εκτίμηση δικογράφων, μεταξύ των οποίων και η αγωγή, το δε άρθρο 561 παρ. 2 του Κώδικα, δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης, αλλά επιτρέπει την εξέταση, αν από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικού εγγράφου, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τους αναφερόμενους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ..

Έτσι αν από την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής προκύψει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του, πραγματικούς ισχυρισμούς που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αν και δεν περιλαμβάνονταν στο δικόγραφο αυτής ή αντίθετα, δεν έλαβε υπόψη του τέτοιους ισχυρισμούς, αν και περιλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 (και όχι 8) του Κ.Πολ.Δ., υπό την έννοια ότι το δικαστήριο ή αξίωσε για την εφαρμογή της διατάξεως που εφάρμοσε, περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά τη διάταξη αυτή ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΑΠ 231/04).

Αντίθετα το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποιοτική αοριστία της αγωγής), εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφαση του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σ' αυτή και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην κρίση περί του νόμου βάσιμου της ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, καίτοι διαλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.

λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 314/04). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 904 παρ. 1 εδ.α' ΑΚ όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία άλλου ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής βασική προϋπόθεση της απαίτησης από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι η ύπαρξη άμεσης περιουσιακής μετακίνησης μεταξύ του πλουτισμού του λήπτη και της ζημίας άλλου, δηλαδή, για να στηριχθεί αγωγή από αδικαιολόγητο πλουτισμό, πρέπει να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής ή της ζημίας του ενάγοντος και του πλουτισμού του εναγομένου, η οποία δεν υφίσταται στην περίπτωση που παρεμβάλλεται και άλλη τρίτη περιουσία, υπό την έννοια ότι η περιουσιακή μετακίνηση πρέπει να πραγματοποιείται από την περιουσία του ζημιωθέντος στην περιουσία του πλουτίσαντος, χωρίς την παρεμβολή τρίτου προσώπου, που να ενεργεί για δικό του λογαριασμό.

Έτσι δεν υφίσταται τέτοια αιτιώδης συνάφεια και επομένως αδικαιολόγητος πλουτισμός του εναγομένου, επί παροχής γενομένης από τον ενάγοντα σε εκτέλεση σύμβασης αυτού με τρίτο, που ενήργησε για λογαριασμό του. Από αυτά παρέπεται, ότι, αν χρηματική παροχή του ενάγοντος, που έγινε σε εκτέλεση σύμβασης εντολής μεταξύ αυτού και τρίτου, ενεργήσαντος για δικό του λογαριασμό, προκάλεσε απόσβεση οφειλής του εντολέα τρίτου προς τον λήπτη της παροχής, δικαιούχος να αναζητήσει τον πλουτισμό είναι μεν ο ενάγων που κατέβαλε ξένο χρέος (του εντολέα) χωρίς ο ίδιος να οφείλει στον εναγόμενο λήπτη, πλην όμως αδικαιολόγητα πλουτίσας και υπόχρεος σε απόδοση του πλουτισμού είναι ο πραγματικός οφειλέτης τρίτος, που απαλλάχθηκε από το χρέος του και όχι ο εναγόμενος που εισέπραξε την απαίτηση, την οποία είχε και αποσβέστηκε με την είσπραξη (ΑΠ. 898/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της αγωγής του ήδη αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας προκύπτει ότι ο ενάγων, κατ' επίκληση κυρίως της διατάξεως του άρθρου 1400 ΑΚ επικουρικώς δε των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων (άρθρα 904 επ. ΑΚ) ζήτησε, μετά περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη πρώην σύζυγός του, μετά της οποίας ο γάμος τους λύθηκε αμετακλήτως, οφείλει να του καταβάλει νομιμοτόκως το αιτούμενο με την αγωγή του ποσό, για τη συμμετοχή του στην περιουσία (αποκτήματα) που απόκτησε η εναγομένη κατά τη διάρκεια του γάμου τους, ισχυριζόμενος ότι τόσο κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης όσο και πριν το γάμο και με την προοπτική τέλεσης αυτού, κατέβαλε εξ ιδίων τα αναφερόμενα στην αγωγή του χρηματικά ποσά.

Ειδικότερα στην αγωγή του, εκτός των άλλων, εκθέτει, ότι πριν την τέλεση του γάμου του με την εναγομένη και με την προοπτική τέλεσης αυτού, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις μετά το γάμο στεγαστικές τους ανάγκες, συμφώνησαν και αγοράστηκε στο όνομα της εναγομένης το περιγραφόμενο στην αγωγή διαμέρισμα αντί συμφωνηθέντος τιμήματος 17.500.000 δραχμών, έναντι του οποίου καταβλήθηκε στην πωλήτρια ως προκαταβολή ποσό 5.000.000 δραχμών.

Ότι για την πληρωμή του ποσού της προκαταβολής στην πωλήτρια ο πατέρας του ........, ενεργώντας κατ' εντολή και για λογαριασμό του εξέδωσε στο όνομα του πατέρα της εναγομένης συζύγου του ισόποση επιταγή πληρωτέα εις διαταγή του με τη συμφωνία να την εισπράξει ο τελευταίος αυτός (μέλλον πεθερός του) και να καταβάλει το ποσό των 5.000.000 δραχμών στην πωλήτρια για λογαριασμό της εναγομένης αγοράστριας.

Ότι πράγματι ο πεθερός του εισέπραξε το ποσό της επιταγής το οποίο, κατά τα συμφωνηθέντα, κατέβαλε στην πωλήτρια για λογαριασμό της αγοράστριας θυγατέρας του, όπως είχε συμφωνηθεί. Επίσης ο ενάγων εκθέτει στην αγωγή του ότι μετά την αγορά του διαμερίσματος και πριν την τέλεση του γάμου κατέβαλε εξ ιδίων για εργασίες ανακαίνισης και επίπλωσης του διαμερίσματος το αναφερόμενο στην αγωγή του ποσό, όπως αναλύεται στην αγωγή κατά αιτία και κονδύλια.

Το εφετείο αφού έκρινε την αγωγή νόμιμη ως προς την επικουρική της βάση, τη στηριζόμενη στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, όσον αφορά το ποσό της προκαταβολής καθώς και των δαπανών που υποβλήθηκε ο ενάγων πριν την τέλεση του γάμου για την ανακαίνιση και επίπλωση του διαμερίσματος, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έκρινε ότι κατά τα ποσά που κατέβαλε ο ενάγων για τις αιτίες αυτές η εναγομένη έγινε αδικαιολογήτως πλουσιότερη από την περιουσία του ενάγοντος χωρίς νόμιμη αιτία, αφού η αιτία που καταβλήθηκαν τα ποσά αυτά από τον ενάγοντα, ήτοι η αγορά και η ανακαίνιση και επίπλωση του διαμερίσματος προκειμένου αυτό να αποτελέσει τη συζυγική τους σχέση μετά την τέλεση του γάμου, έληξε με την αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων Έτσι κρίνοντας το εφετείο με το να δεχθεί ως ορισμένη την επικουρική βάση της αγωγής ως στηριζόμενη εν μέρει στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, όσον αφορά, κατά την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του, τις γενόμενες από τον ενάγοντα καταβολές για προκαταβολή του τιμήματος αγοραπωλησίας και τις δαπάνες ανακαίνισης και επίπλωσης του διαμερίσματος, που έγιναν πριν την τέλεση του γάμου, και απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της εναγομένης περί αοριστίας της αγωγής ως προς την επικουρική της αυτή βάση, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται για την εφαρμογή της προαναφερομένης διάταξης, μη περιεχόμενα στο δικόγραφο τα αγωγής και δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής, όπως αιτιάται η αναιρεσείουσα με τους 1°, 2° και 3° λόγο αναίρεσης, κατ' επίκληση του άρθρου 559 αρ.1 και 8 ΚΠολΔ, γι' αυτό και πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι αυτοί αναίρεσης ως αβάσιμοι.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού νόμου που κατά τον αναιρεσείοντα παραβιάστηκε και το νομικό σφάλμα που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης αυτής στην υπόθεση που δίκασε.

Αν δε το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε υπό τα οποία και συντελέστηκε η παραβίαση του συγκεκριμένου κανόνα, αφού με βάση αυτά θα κριθεί αν πράγματι θεμελιώνεται η αποδιδομένη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ.ΑΠ 20/05).

Περαιτέρω λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ ιδρύεται και αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπό του πράγματα που προτάθηκαν. Πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Για να είναι ορισμένος από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο, όπως αυτός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας καθώς και ο τρόπος που αυτός προβλήθηκε, ώστε από το αναιρετήριο να κριθεί αν αυτός είχε προταθεί παραδεκτώς και ήταν νόμιμος, επομένως δε ασκούσε επιρροή στην έκβαση της δίκης και τον οποίο μη λαμβάνοντας υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ (ΑΠ 1678/05), Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση της διάταξης του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ ζητεί την αναίρεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης του εφετείου αποδίδοντας σ' αυτό την πλημμέλεια ότι ερμηνεύοντας εσφαλμένα την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 906 ΑΚ απέρριψε νομίμως προταθέντα ενώπιον αυτού επικουρικώς, με λόγο έφεσης ισχυρισμό της, (ένσταση) ότι οι φερόμενες στην αγωγή του αντιδίκου της δαπάνες για ανακαίνιση και επίπλωση του διαμερίσματος καθώς και η προκαταβολή μέρους του τιμήματος για την αγορά του διαμερίσματος, πριν την τέλεση του γάμου τους, έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον συνισταμένου στο ότι επρόκειτο να συγκατοικήσουν στο διαμέρισμα ατό ως σύζυγοι μετά την τέλεση του γάμου τους.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι τον ισχυρισμό αυτό που επανέφερε στο εφετείο με λόγο έφεσης προέβαλε νομίμως και ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ούτε καθορίζει τον νόμιμο τρόπο προβολής του εν λόγω ισχυρισμού στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 05.05.2006 αίτηση της χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1.471/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από ευρώ χίλια οκτακόσια (1.800).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Απριλίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ