Supreme Court dismisses appeal against conviction for usury, upholding trial court's evidence evaluation and reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's conviction for usury. The appellant argued the judgment lacked sufficient reasoning regarding specific evidence and omitted details about loan terms and interest payments. The court rejected these claims, affirming that the trial court properly evaluated evidence by type without needing to specify individual sources and that the omitted details were not essential for the conviction's justification.
Legislator headnote
AI generatedArticles 93(3) of the Constitution and 139 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a conviction judgment satisfies constitutional and statutory requirements for specific and detailed reasoning when it clearly and comprehensively sets out the proven facts, the evidence relied upon, and the legal logic connecting them to the substantive provisions, without requiring a detailed breakdown of every evidentiary item or inclusion of non-essential details.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 753 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 753/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη – Εισηγητή και Μιχαήλ Δέτση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας – κατηγορουμένης .... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φραγκίσκο Βαρθαλίτη, περί αναιρέσεως της 8149/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον .... , που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Τσουρδίνη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και η αναιρεσείουσα – κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21.10.2005 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1858/2005.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του πολιτικώς ενάγοντα, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική κατά το είδος τους αναφορά, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται σ' αυτή κατά το είδος τους, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα εξής:
Ο πολιτικώς ενάγων ... διατηρεί επιχείρηση πρατηρίου πωλήσεως υγρών καυσίμων στον ... . Κατά το έτος 1996 αντιμετώπιζε έλλειψη ρευστού χρήματος, λόγω οικονομικών προβλημάτων, εξαιτίας των πολλαπλών υποχρεώσεών του έναντι των προμηθευτριών του εταιρειών πετρελαιοειδών, αλλά και των δαπανών για μισθώματα του πρατηρίου, αμοιβές προσωπικού, ασφαλιστικές εισφορές, φορολογία κλπ.
Έτσι, αναγκάστηκε να προσφύγει σε δανεισμό και προς τούτο απευθύνθηκε στην κατηγορουμένη, που είναι ανιψιά του από την αδελφή του, με την οποία συνήψε 33 δανειοληπτικές συμβάσεις κατά το χρονικό διάστημα από 12.11.1996 έως 15.12.1998, τις οποίες με την από 10.2.2000 μήνυσή του κατήγγειλε, ως τοκογλυφικές. Ενόψει, όμως, το ότι η ποινική δίωξη κατά της κατηγορουμένης ασκήθηκε και εκείνη πρωτοδίκως καταδικάστηκε για την πράξη της τοκογλυφίας κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση σε βαθμό πλημμελήματος (άρθρο 404 παρ. 3 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με άρθρο 14 παρ. 8β ν. 2721/99), οι μερικότερες τοκογλυφικές πράξεις, που της αποδίδονται και αφορούν το χρονικό διάστημα από 12/11/96 έως 24/6/97 και συνάπτονται με τις από 12/11/96, 3/1/97, 17/4/97, 30/5/97 και 26/6/97 δανειοληπτικές συμβάσεις, έχουν υποκύψει σε παραγραφή, λόγω παρελεύσεως οκταετίας από τη σύναψη των εν λόγω συμβάσεων (άρθρα 111 παρ. 2, 3 του ΠΚ).
Συνεπώς, για τις ως άνω μερικότερες πράξεις, που αποδίδονται στην κατηγορουμένη, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, σύμφωνα με άρθρο 370 εδ. β' ΚΠΔ. Περαιτέρω, από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι η κατηγορουμένη, κατά τη σύναψη των υπόλοιπων 27 δανείων, που χορήγησε στον πολιτικώς ενάγοντα, συνομολόγησε και έλαβε από αυτόν τόκους σε ποσοστό από 10% έως 21% μηνιαίως, ενώ κατά την ίδια περίοδο το ποσοστό του νόμιμου δικαιοπρακτικού τόκου κυμαινόταν από 21% έως 25% ετησίως.
Ειδικότερα, τα επίμαχα χορηγηθέντα δάνεια, οι συμφωνηθέντες και καταβληθέντες τόκοι τους, καθώς και ο συμφωνημένος χρόνος αποδόσεώς τους έχουν ως ακολούθως, όπως άλλωστε και στο διατακτικό της παρούσας εκτίθενται: Ο πολιτικώς ενάγων προσκόμισε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου φωτοτυπικά αντίγραφα του ημερολογίου του με σημειώσεις, που φέρονται σχετικές με τα επίμαχα δάνεια και τους συμφωνηθέντες τόκους.
Όμως, λόγω του ότι αμφισβητήθηκε από την κατηγορουμένη η γνησιότητά τους, αναφορικά με το χρόνο συντάξεώς τους, τα εν λόγω έγγραφα δεν λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, ως αναγνωστέα (άρθρο 364 παρ. 1 ΚΠΔ) και παρέλκει ως εκ τούτου η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, ώστε το σχετικό αίτημα της κατηγορουμένης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμο, ενόψει του ότι τα κρίσιμα πιο πάνω περιστατικά αποδεικνύονται από την προσήκουσα εκτίμηση όλων των υπολοίπων ως άνω αποδεικτικών στοιχείων.
Μάλιστα, τα όσα πειστικά κατέθεσε στις ανώμοτες εξετάσεις του ο πολιτικώς ενάγων, τόσο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, όσο και ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (βλ. ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά), με τα οποία επιβεβαίωσε κατά τα ουσιώδη σημεία το περιεχόμενο της πιο πάνω μήνυσής του ενισχύονται και από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας ... , υιού του, ο οποίος ενημερωνόταν από τον πατέρα του για τις επίμαχες συναλλαγές του με την κατηγορουμένη.
Επίσης, ενισχύονται ιδίως και από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας 1) Ζ1, την οποία σύστησε ο πολιτικώς ενάγων στην κατηγορουμένη για να δανειστεί χρήματα και η οποία, μεταξύ άλλων, εξέθεσε ότι η κατηγορουμένη της είπε, ότι δανείζει με 10% το μήνα, ενώ με βάση τη δική της άμεση αντίληψη εξέθεσε ότι όταν υπήρχε ανάγκη η κατηγορουμένη έπαιρνε τόκο μεγαλύτερο από 10%, 2) .... , ο οποίος, μεταξύ άλλων, εξέθεσε ότι η ίδια η κατηγορουμένη, με την οποία είχε συναλλαγές, του είχε πει ότι είχε δανείσει τον πολιτικώς ενάγοντα με τόκο 10% το μήνα, 3) Ζ2, η οποία δανείστηκε και εκείνη χρήματα από την κατηγορουμένη και, μεταξύ άλλων, εξέθεσε ότι η κατηγορουμένη ήταν γνωστή στην περιοχή του ...
ως «η καπετάνισσα η τοκογλύφος». Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρα ... , εξαδέλφου της κατηγορουμένης, ο οποίος ανέφερε προσωπικό δανεισμό του από την κατηγορουμένη για ποσό 1.000.000 δρχ., χωρίς τόκο και .... , η οποία δεν είχε προσωπικές συναλλαγές με την κατηγορουμένη αλλά εξέθεσε ότι της είχε πει πριν πέντε χρόνια η κατηγορουμένη ότι θα πάρει ένα πρατήριο, χωρίς να γνωρίζει λεπτομέρειες.
Εξάλλου, όσα εξέθεσε η κατηγορουμένη στην απολογία της περί του ότι τα πιο πάνω χρηματικά ποσά που έδωσε στον πολιτικώς ενάγοντα δεν αποτελούσαν δάνειο, αλλά του τα κατέβαλε στα πλαίσια συμφωνίας τους, προκειμένου εκείνος να της μεταβιβάσει την επιχείρηση του πρατηρίου του, δεν κρίνονται πειστικά. Τούτο, διότι έρχονται σε άμεση αντίθεση, τόσο με τις πιο πάνω καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και πολιτικής αγωγής, όσο και με το περιεχόμενο της από 5.7.2000 αιτήσεώς της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για τη συντηρητική κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων του πολιτικώς ενάγοντος, όπου ρητά αναφέρεται σε χορήγηση σ' αυτόν χρηματικών δανείων και μόνον, αλλά και την από 1.2.1999 έγγραφη δήλωση του πολιτικώς ενάγοντος περί οφειλόμενου σ' αυτήν δανείου 100.000.000 δρχ., την οποία δήλωση εκείνη επικαλέστηκε στην παραπάνω αίτησή της.
Συνεπώς, με βάση όλα όσα ήδη αναφέρθηκαν, στοιχειοθετείται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τόσο κατά τα υποκειμενικά όσο και κατά τα αντικειμενικά της στοιχεία, η αξιόποινη πράξη, που αποδίδεται στην κατηγορουμένη, της τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση για τις μερικότερες πράξεις που αναφέρονται στο σκεπτικό και το διατακτικό της παρούσας. Επίσης, από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι η κατηγορουμένη, εκτός από τον πολιτικώς ενάγοντα, επανειλημμένα είχε δανείσει με τοκογλυφικούς τόκους και άλλα πρόσωπα, όπως τους Ζ1, Ζ2, .... (βλ. τις ένορκες καταθέσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, όπου με βάση την προσωπική τους αντίληψη εκθέτουν ότι δανείστηκαν από την κατηγορουμένη με τόκους 8% έως 10% μηνιαίως), ώστε από την επανειλημμένη τέλεση της ως άνω πράξης προκύπτει σκοπός της κατηγορουμένης για πορισμό εισοδήματος. Κατόπιν τούτων, η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της τοκογλυφίας κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν πράγματι την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή της αναιρεσείουσας, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα από αυτό προμνημονευθέντα περιστατικά στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 404 παρ. 2α-3, 98 ΠΚ που εφάρμοσε.
Ειδικότερα, αναφορικά με τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι δεν αναφέρονται σ' αυτή τα αποδεικτικά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι συνεφώνησε και παρέδωσε τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά και ειδικότερα με ποιο αποδεικτικό μέσο κρίθηκε από το Εφετείο η καταβολή των χρημάτων, η συμφωνία για το ποσοστό του τόκου και η λήψη του συγκεκριμένου ποσού, ως και σε ποιά εξ αυτών θεμελιώθηκαν τα κρίσιμα περιστατικά, που περιέχονται στους πρώτο και τρίτο λόγους αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμες, διότι εκτίθενται στην προσβαλλομένη απόφαση, οι αποδείξεις από τις οποίες ήχθη στην κρίση περί της ενοχής της αναιρεσείουσας, που αναφέρει κατ' είδος χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή.
Συνεπώς, οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επίσης, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας με τον δεύτερο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως διότι δεν αναφέρει με ποιον τρόπο κατεβλήθηκαν «οι τοκογλυφικοί τόκοι» που είχε συμφωνήσει με τον μηνυτή και ποιο ήταν το χρονικό σημείο που ενημερώνονταν και αν είχε αυτή τη δυνατότητα ο υιός του μηνυτή, είναι αβάσιμες, ενόψει του ότι αυτές, ούτε στοιχεία του ενδίκου αδικήματος αποτελούν, ούτε είναι αναγκαίες να αναφέρονται για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης. Ακόμη η αιτίαση ότι λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο το έγγραφο της μήνυσης που δεν αναγνώσθηκε είναι αβάσιμη, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλομένης προκύπτει ότι η από 10.2.2000 μήνυση, που αναφέρεται στο σκεπτικό αυτής έχει αναγνωσθεί και φέρει την αρίθμηση 26 των αναγνωσθέντων εγγράφων.
Συνεπώς, και οι αμέσως ανωτέρω λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, πρέπει ν' απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (583 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Οκτωβρίου 2005 αίτηση της .... , για αναίρεση της 8149/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, που ανέρχεται σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ