Supreme Court allows appeal against debt collection judgment due to creditor's failure to appear and court's duty to verify service of summons.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a debt collection judgment because the creditor failed to appear at the hearing. The court found that the creditor was not properly summoned and ordered a new summons. Consequently, the lower court's decision was annulled and the case remitted for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must verify the legal and timely summons of absent parties; if the summons was defective, the hearing is inadmissible and the case is remitted for a new summons.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 752 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 752/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ'Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Σ. του Β., κατοίκου ... 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα ... Ανώνυμη Εταιρεία" (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ ... AE") και δ.τ. "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ", οι οποίες δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2013 αίτηση της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λευκάδας.
Εκδόθηκε η 86/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου ... την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-9-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σπυριδούλα Λιάτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 550/2023, ΑΠ 1683/2022, ΑΠ 904/2022, ΑΠ 1544/2021, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 199/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 418/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ` αριθμ. 4403Γ'/6-5-2022, έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, με έδρα το Πρωτοδικείο ... Ν. Π. και από τις υπ'αριθμ. 1574/4-5-2022 και 1580/4-5-2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου ……., με έδρα το Πρωτοδικείο …… Δ. Α., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 28-9-2020 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1/30-9-2020) αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (20-10-2023) και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, αντίστοιχα στην αιτούσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ..." και στην τρίτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ...
ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΑΣ". Κατά την ανωτέρω όμως ορισθείσα δικάσιμο (20-10-2023), κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητες αυτές ήταν απούσες και ειδικότερα δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.
Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν κατά την προκείμενη δικάσιμο , αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους. (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ). Με την κρινόμενη από 28-9-2020 (αριθμ.
εκθ. κατ. 1/30-9-2020) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 86/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου ... η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην της δεύτερης των καθ'ων η αίτηση ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ", καθολικός διάδοχος του οποίου τυγχάνει η ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ...
ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ". Για την παραδεκτή άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ανωτέρω δεύτερης των καθ'ων η αίτηση, που δικάστηκε ερήμην στο Δικαστήριο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή.
Έτσι, η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 46/2022,ΑΠ 792/2022), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 του ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ.
β' περ. β' του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.
ΑΠ 11/1998, ΑΠ 2/2022, ΑΠ 1508/2022), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ενδίκων μέσων (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 58/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 805/2019). Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1, σε συνδ.
με 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην της ανωτέρω δεύτερης των καθ'ων η αίτηση, η οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με επιμέλεια της αιτούσας είχε κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 8-12- 2014 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λευκάδας και ότι η συζήτηση της υπόθεσης, κατόπιν αναβολών, κατά τη δικάσιμο της 1809-2017 χώρησε σαν να ήταν και αυτή (η απολιπόμενη) παρούσα (άρθρο 764 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Επομένως, ως προς την ανωτέρω απολιπόμενη διάδικο (εφόσον είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα), η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων.
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του ΚΠολΔ, εφόσον δε, περαιτέρω, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ.1, 552, 553, 556 παρ.1, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τα άρθρα 741 και 769 ΚΠολΔ και 14 του Ν. 3869/2010), δοθέντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στο ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.
στις 5-8-2020 (μετά την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας της έφεσης, λαμβανομένου υπόψη ότι η ως άνω απόφαση δημοσιεύθηκε στις 24-10-2017 και η προθεσμία άσκησης έφεσης κατ' αυτής έληξε στις 25-10-2019) και η ένδικη αίτηση ασκήθηκε στις 30-9-2010, εμπροθέσμως, δεδομένου ότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., απολαμβάνει των προνομίων του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις προθεσμίες (ΑΠ 1164/2022, ΑΠ 415/2016) και ουδεμία απολύτως προθεσμία τρέχει σε βάρος αυτού κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, οι οποίες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 2 του ΚΟΔΚΔΛ (ν.1756/1988),αρχίζουν την 1η Ιουλίου και διαρκούν μέχρι την 15η Σεπτεμβρίου εκάστου έτους.
Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αριθμ.2 του Κ.ΠολΔ.) αναφορικά με την διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, προκύπτει ότι η αιτούσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λευκάδας την από 15-9-2013 (με αριθμό κατάθεσης 80/21-11-2013) αίτηση της, με την οποία, επικαλούμενη ότι είναι φυσικό πρόσωπο, χωρίς πτωχευτική ικανότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς τους καθών η αίτησή, ήτοι το ήδη αναιρεσείον Ταμείο Παρακαταθηκών Δανείων, την δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ..." και την τρίτη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία, "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ" οιονεί καθολική διάδοχος της οποίας τυγχάνει η ήδη Τρίτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ...
ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ζήτησε τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών της προς τους άνω πιστωτές της, κατά το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της, κατά το άρθρο 9 του ιδίου νόμου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την υπ'αριθμ. 86/2017 , ήδη τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αίτηση ως βάσιμη κατ'ουσίαν, ρύθμισε τα χρέη της αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης προσδιορίζοντας μηνιαίες καταβολές, για δεκαοκτώ μήνες, ποσού 100 ευρώ, συμμέτρως διανεμόμενες προς τους άνω πιστωτές, εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία της και επέβαλε στην τελευταία για την διάσωση αυτής, την καταβολή ποσού 378,43 ευρώ μηνιαίως, προς το αναιρεσείον και την πρώτη αναιρεσίβλητη πιστώτρια ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ...", συμμέτρως διανεμόμενο, σε 180 ισόποσες μηνιαίες καταβολές.
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ιδίου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, [ και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση , εφόσον η ένδικη από 15-9-2013 αίτηση της αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, υποβλήθηκε στο ειρηνοδικείο Λευκάδας στις 21-11-2013,ήτοι πριν από την αντικατάσταση του με τον ως άνω Ν.4336/2015], ορίζεται ότι "Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 2 του εν λόγω νόμου (όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με τον Ν. 4336/2015), "Αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές ... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή του οφειλέτη.
Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου, και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών (άρθρ. 16 παρ. 2 ν.4161/2013), ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο".
Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, ασχέτως αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενεστέρως, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπ' όψιν το εισόδημα του οφειλέτη. Η εξόφληση των χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτών πραγματοποιείται, κατά βάση, με τις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2 για το αναφερόμενο εκεί χρονικό διάστημα που ορίζονται από το δικαστήριο. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται, από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και, ιδίως, από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) εγγάμου συμβιώσεως και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό, που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπ' όψιν όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.
Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπ' όψιν τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.
Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (Α.Π. 552/2020, Α.Π. 1379/2019, Α.Π. 882/2019, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018). Επισημαίνεται ότι τα εισοδήματα από εργασία πρέπει να αναγράφονται στη σχετική δικαστική απόφαση καθαρά, καθώς μόνο το καθαρό εισόδημα διατίθεται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη (και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του) (Α.Π. 144/2023, Α.Π. 1678/2022, AΠ 786/2022, Α.Π. 552/2020).
Με τις διατάξεις του οικογενειακού δικαίου του Αστικού Κώδικα ορίζονται τα προστατευόμενα μέλη, δηλαδή ποια πρόσωπα έχουν εκ του νόμου δικαίωμα διατροφής έναντι του οφειλέτη. Στην έννοια του προστατευόμενου οικογενειακού μέλους κατ' ουσίαν εντάσσεται κάθε πρόσωπο που έχει αξίωση διατροφής από τον οφειλέτη και εξ αυτού του γεγονότος ο οφειλέτης επιβαρύνεται.
Κατά δε το άρθρο 1486 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα δικαίωμα διατροφής έχει, μεταξύ άλλων, και το ενήλικο τέκνο, που δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες ενόψει και των τυχόν αναγκών της εκπαίδευσής του.
Ως εκ τούτου το ενήλικο τέκνο, που δεν δύναται να αυτοσυντηρηθεί, εμπίπτει στην έννοια του προστατευόμενου μέλους. Αντίθετα, δεν εμπίπτει στην έννοια αυτή το ενήλικο τέκνο, που είναι υγιές, δεν σπουδάζει και δεν βρίσκεται σε κατάσταση δικαιολογημένης ή χρόνιας ανεργίας. (ΑΠ 550/2023, ΑΠ 786/2022). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρον 1, άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών και: α) έστω και συνοπτικά (Ολομ. Α.Π. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ), οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια, επιπλέον, περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.
Α.Π. 20/2005). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπ' όψιν διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Ολ.
Α.Π. 9/2016, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 1683/2022,Α.Π.1162/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, το αναιρεσίον Ν.Π.Δ.Δ., προσάπτει στην απόφαση την αιτίαση ότι, εντελώς αναιτιολόγητα, άλλως με ανεπαρκείς αιτιολογίες, δέχθηκε ότι η αιτούσα ( ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών της.
Ότι συγκεκριμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση ουδόλως εκτίθεται, άλλως δεν προσδιορίζονται με πληρότητα και σαφήνεια : 1) Το χρονικό σημείο συνομολόγησης των δανείων της αιτούσας, 2) τα εισοδήματα της αιτούσας κατ' έτος, από την ανάληψη των δανειακών της υποχρεώσεων 3) Το ακριβές ύψος των καθαρών ατομικών της εισοδημάτων κατά το χρόνο συζήτησης της ένδικης αίτησης (18-9-2017), καθόσον αναφέρεται ότι το ποσό των 950 ευρώ αντιστοιχεί στη μηνιαία σύνταξη που ελάμβανε κατά το έτος 2016. 4) Η μηνιαία δόση που οφείλει να καταβάλει αυτή στο αναιρεσείον NΠΔΔ, αλλά και στις λοιπές πιστώτριες τράπεζες, τόσο κατά το χρόνο συνομολόγησης των δανείων όσο και κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης, 5) η εξέλιξη των εισοδημάτων της από το χρόνο δανεισμού έως τη συζήτηση της αιτήσεως στο ακροατήριο, 6) Το μηνιαίο κόστος διαβίωσης της και της ενήλικης θυγατέρας της, 7) αν ο πατέρας της θυγατέρας της αιτούσας καταβάλλει διατροφή ή συνεισφέρει κάποιο ποσό για την διατροφή της ενήλικης θυγατέρας του, 8) το ακριβές ποσό της οικονομικής συνδρομής που δέχεται η αιτούσα από συγγενικά της πρόσωπα, 9) ο χρόνος κατά τον οποίο απεβίωσε ο πατέρας της, ώστε να κριθεί αν από υπαιτιότητά της δεν προέβη εγκαίρως σε συμβολαιογραφική αποδοχή της κληρονομίας του (πατέρα της) και 10) Ποια είναι η προβλεπόμενη στο εγγύς μέλλον εξέλιξη της ρευστότητας αυτής, σε σχέση με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της.
Ότι συνεπεία των προαναφερόμενων ελλείψεων στην αιτιολογία, παραβιάστηκε η διάταξη, ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, αφού δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με πλήρη αιτιολογία, εάν τα εισοδήματα της αιτούσας, ήταν επαρκή ή όχι για την εξυπηρέτηση των δανειακών της υποχρεώσεων.
Το Ειρηνοδικείο ... με την πληττόμενη υπ' αριθμ. 86/2017 απόφαση του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά περιστατικά, κρίση του (αρθ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), όσον αφορά το ζήτημα αυτό, τα εξής, όπως κατά λέξη αναγράφεται: "Η αιτούσα (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) είναι ηλικίας 55 ετών σήμερα, και άγαμη μητέρα μιας κόρης 20 ετών φοιτήτριας στα ΤΕΙ Λευκάδας.
Η αιτούσα εργαζόταν μέχρι τον Σεπτέμβριο του έτους 2012 στην Κτηματική Υπηρεσία Λευκάδας και έκτοτε συνταξιοδοτήθηκε λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε. Η σύνταξη που λαμβάνει ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 950 ευρώ σύμφωνα με το εκκαθαριστικό σημείωμα του φορολογικού έτους 2016 και την δήλωση φορολογίας εισοδήματος του ιδίου έτους.
Διαμένει σε ιδιόκτητο διαμέρισμα της, εμβαδού 76,70 τ.μ., κτισμένου επί οικοδομής που βρίσκεται στην περιοχή ... Λευκάδας.....οι οικογενειακές δαπάνες της αιτούσας περιορίζονται σ'αυτές που απαιτούνται για την ικανοποίηση των βιοτικών αναγκών της ίδιας και της κόρης της η οποία εξαρτάται οικονομικά απ'αυτήν.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, η αιτούσα είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη...1) από την πρώτη των μετεχόντων πιστωτών, ήτοι την Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ..." (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) είχε λάβει : α) ένα στεγαστικό δάνειο, δυνάμει της υπ'αριθμ. 00010245400002088601/9-8-2004 συμβάσεως από το οποίο όφειλε μέχρι τις 8-2-2016 το συνολικό ποσό των 33.409,20 ευρώ .
Η ως άνω απαίτηση της εν λόγω πιστώτριας τράπεζας, είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένη με β'προσημείωση υποθήκης ,στην κύρια κατοικία της αιτούσας, β) ένα καταναλωτικό δάνειο δυνάμει της 0010/2454/000000217 συμβάσεως ,από το οποίο όφειλε μέχρι τις 8-2-2016, το συνολικό ποσό των 9.874,32 ευρώ. 2) από την δεύτερη των μετεχόντων πιστωτών, ήτοι την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ", (καθολική διάδοχος του οποίου είναι η ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) είχε λάβει δυνάμει της υπ'αριθμ. 91109611532985 συμβάσεως ένα καταναλωτικό δάνειο, από το οποίο όφειλε μέχρι τις 30-3-2016,το συνολικό ποσό των 6.945,59 ευρώ. 3) από το τρίτο των μετεχόντων πιστωτών , ήτοι το " ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (ήδη αναιρεσείον) είχε λάβει:
α) δυνάμει του αρ.λογαριασμού 1/98533 ένα στεγαστικό δάνειο από το οποίο όφειλε μέχρι 31-12-2015, 66.323,47 ευρώ. Η ως άνω απαίτηση της εν λόγω πιστώτριας τράπεζας, είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένη με υποθήκη στην κύρια κατοικία της αιτούσας και β) δυνάμει του υπ'αριθμ. 21/53347 λογαριασμού ένα δάνειο , με υπόλοιπο οφειλής στις 31-12-2015 ποσού 2.352,09 ευρώ.
Συνεπώς οι οφειλές της αιτούσας ανέρχονταν συνολικά στο ποσό των (33.409,20 + 9.874,32 + 6.945,59 + 66.323,47 + 2.352,09=) 118.904,67 ευρώ. Όμως, με ατομικό της από το έτος 2012 και εντεύθεν συνεχώς μειούμενο -εισόδημα και με την οικονομική βοήθεια που δέχεται από τα συγγενικά της πρόσωπα η αιτούσα δεν κατόρθωσε να ανταπεξέλθει στις εν λόγω δανειακές της υποχρεώσεις.
Όλα τούτα σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση, την εξ αυτής μείωση των οικογενειακών εισοδημάτων της, την αύξηση της άμεσης και έμμεσης φορολογίας οδήγησε την αιτούσα, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των παραπάνω οφειλών της.....Στα περιουσιακά στοιχεία της αιτούσας περιλαμβάνεται ένα (1) διαμέρισμα εμβαδού 76,70 τ.μ.με την ανήκουσα σε αυτό μικρή αποθήκη του υπογείου εμβαδού 13,50 τ.μ.
και ενός χώρου στάθμευσης εμβαδού 21 τ.μ., που βρίσκονται στην πόλη της Λευκάδας στη θέση "...", η οποία αποτελεί την κύρια κατοικία της αιτούσας. Επιπλέον, η αιτούσα διαθέτει επίσης: 1) το 50% εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας επί τεσσάρων (4) αγροτεμαχίων στην αγροτική περιφέρεια της ... ... με εμβαδό: 1) 283 τ.μ., (γεωτεμάχιο στη θέση "...", 2) εμβαδού 486τ.μ. (γεωτεμάχιο στη θέση "...") γ) 1003 τ.μ. (γεωτεμάχιο στη θέση "..." και δ) 500 τ.μ. (γεωτεμάχιο στη θέση "..."), εκτιμώμενης εμπορικής αξίας (του μεριδίου της) 1000 ευρώ, β) το 25% εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας επι δυο (2) αγροτεμαχίων στην αγροτική περιφέρεια ...
Λευκάδας με εμβαδόν : α) 2000 τ.μ. (γεωτεμάχιο στη θέση "...") και β) 1496 τ.μ. (γεωτεμάχιο στη θέση "..."), 3) το 37,5% εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας επί ενός γεωτεμαχίου εμβαδού 73 τ.μ. εντός του οικισμού ... ... 4) το 37,5 % εξ αδιαιρέτου επί ενός γεωτεμαχίου 79 τμ εντός του οικισμού ... Λευκάδας με την υπάρχουσα εντός αυτού ερειπωμένη οικία εμβαδού 30 τ.μ.
Όλα τα ανωτέρω ακίνητα προέρχονται από κληρονομία του αποβιώσαντος πατέρα της για την οποία δεν έχει συνταχθεί ακόμη πράξη αποδοχής κληρονομίας". Τα ανωτέρω περιουσιακά στοιχεία της αιτούσας έχουν μικρή εμπορική αξία λόγω του εξ αδιαιρέτου μεριδίου της αιτούσας και δεν κρίνονται" πρόσφορα προς εκποίηση, γιατί δεν πρόκειται να προκαλέσουν αγοραστικό ενδιαφέρον, αλλά ούτε και να αποφέρουν κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτών της, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κλπ), γι' αυτό και κρίνεται ότι δεν πρέπει να διαταχθεί η εκποίησή τους.
Η αιτούσα διαθέτει ακόμη ένα αυτοκίνητο μάρκας ..... έτους πρώτης κυκλοφορίας το 1983, το οποίο πέραν του ότι χρησιμεύει για τις μετακινήσεις της έχει πολύ μικρή εμπορική αξία, λόγω της παλαιότητας του και δεν κρίνεται επίσης πρόσφορο προς εκποίηση, γιατί δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον, αλλά ούτε και να αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτών της, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κλπ), γι' αυτό και κρίνεται ότι δεν πρέπει να διαταχθεί η εκποίησή του.
Με βάση τα παραπάνω αναφερόμενα, συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτούσας οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 και ειδικότερα αυτή των άρθρ. 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2. Θα πρέπει δηλ. να γίνει συνδυασμός των δύο ρυθμίσεων του νόμου και συγκεκριμένα αυτής του άρθρου 8 παρ. 2 για μηνιαίες καταβολές επί 5ετία και αυτής του άρθρου 9 παρ. 2 για σταδιακές καταβολές προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία της... ".'Ετσι, η ρύθμιση των χρεών της θα γίνει ...
με μηνιαίες καταβολές απευθείας στις ανωτέρω πιστώτριες από τα εισοδήματά της επί πενταετία (5), που θα αρχίζουν αμέσως από την κοινοποίηση προς αυτές της απόφασης...Όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης αυτής, το προς διάθεση στους πιστωτές της αιτούσας ποσό, λαμβανομένων υπόψη των βασικών προσωπικών και οικογενειακών της αναγκών (...), λόγω και της μη διαφαινόμενης βελτίωσης στο μέλλον της οικονομικής της κατάστασης, ανέρχεται στο ποσό των 100 ευρώ το μήνα και επομένως το Δικαστήριο εκτιμά ότι η αιτούσα έχει την δυνατότητα για καταβολή του ανωτέρω ποσού στους πιστωτές της.
Όπως προέκυψε από τα ανωτέρω, το συνολικό ποσό των οφειλών της προς τις μετέχουσες πιστώτριες τράπεζες, ανέρχεται στο ποσό των (33.409,20 + 9.874,32 + 6.945,59 + 66.323,47 + 2.352,09=) 118. 904,67 ευρώ, το οποίο αναλύεται σε: 43:283,52 ευρώ (33.409,20 + 9.874,32=) προς την α' πιστώτρια τράπεζα και σε 6.945, 59 ευρώ προς την β' πιστώτρια. Όπως όμως προκύπτει από...
έγγραφο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, μετά την έκδοση και επίδοση της ... προσωρινής διαταγής ..., δυνάμει της οποίας ορίσθηκαν μηδενικές καταβολές από την κατάθεση της αίτησης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης, παρακρατήθηκε από το τρίτο των καθ'ων το συνολικό ποσό των 7.045,57 ευρώ από το εφάπαξ βοήθημα το οποίο έλαβε η αιτούσα μετά την υποβολή της υπό κρίση αίτησης (συνολικού ύψους 10.963,85 ευρώ) προς εξόφληση ληξιπρόθεσμων οφειλών της μέχρι 31-12-2013 από το στεγαστικό δάνειο που είχε λάβει, οι οποίες πρέπει να αφαιρεθούν από το ανωτέρω ποσό των 66.323, 47 ευρώ, οπότε η οφειλή της πλέον στο γ' πιστωτή ανέρχεται συνολικά σε 59.277, 90 ευρώ.
Έτσι οι οφειλές της αιτούσας προς τις πιστώτριές της, μετά την ανωτέρω παρακράτηση, διαμορφώνονται συνολικά στο ποσό των (33.409,20 +9.874,32 + 6.945,59 + 59.277,90 + 2.352,09=) 111.859, 10 ευρώ σε κάθε μία από τις οποίες αναλογεί από το ποσό των 100,00 ευρώ και ειδικότερα ...". (Ακολουθεί παράθεση των μηνιαίων καταβολών για τη ρύθμιση των οφειλών της προς τους πιστωτές και των μηνιαίων καταβολών προς διάσωση της κύριας κατοικίας της).
Με τις ως άνω παραδοχές το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτή την αίτηση ως βάσιμη και στην ουσία της και προέβη στη ρύθμιση των χρεών της αιτούσας με σκοπό την απαλλαγή της με την τήρηση των όρων της ρύθμισης και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία της.
Κρίνοντας, όμως, έτσι, το εν λόγω Δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικώς με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών των χρεών της πρώτης αναιρεσίβλητης , που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανεπαρκείς αιτιολογίες, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 που προπαρατέθηκε, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτό, την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν προσδιορίζεται το ύψος των καθαρών μηνιαίων αποδοχών της αιτούσας, κατά το έτος 2017, που έλαβε χώρα η συζήτηση της επίδικης αίτησης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, (αναφέρεται μόνο ότι το ύψος των μηνιαίων αποδοχών της αιτούσας το έτος 2016 ανερχόταν στο ποσό των 950 ευρώ).
Επίσης δεν προσδιορίζεται το ύψος των βιοτικών αναγκών της αιτούσας, συμπεριλαμβάνοντας στο ύψος αυτό και τις δαπάνες για την κάλυψη των αναγκών της ενήλικης θυγατέρας της ηλικίας 20 ετών, (προστατευόμενο μέλος), για την οποία επιπρόσθετα δεν αναφέρεται εάν ο πατέρας της συνεισφέρει κάποιο ποσό μηνιαίως για την διατροφή της ενήλικης θυγατέρας του .
Εξαιτίας των ανωτέρω ελλείψεων στην αιτιολογία δεν είναι δυνατός ο έλεγχος, προκειμένου να διακριβωθεί, από την αντιπαραβολή των καθαρών εισοδημάτων της αιτούσας (ρευστότητα) που διατίθενται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών αυτής και του προστατευόμενου μέλους της οικογένειάς της, ήτοι για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως έχει προεκτεθεί να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών (βλ.
και ΑΠ 144/2023, ΑΠ 1325/2023, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 507/2020, Α.Π. 1379/2019, Α.Π. 1208/2017), με τα χρηματικά ποσά που απαιτούνται, παραλλήλως, για τη μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, αν η πρώτη αναιρεσίβλητη - οφειλέτης μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά, οπότε δεν υφίσταται αδυναμία πληρωμών και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 ή αν, αντιθέτως, τα εισοδήματά της δεν επαρκούν, οπότε και υπάρχει μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης.
Κατά συνέπεια ο σχετικός, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., πρώτος λόγος της αναιρέσεως είναι βάσιμος, και πρέπει να γίνει δεκτός με την περαιτέρω επισήμανση ότι στις υποθέσεις (είτε γνήσιες είτε μη γνήσιες) εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως είναι και η παρούσα (μη γνήσια, κατ' άρθρον 3, εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), καθιερώνεται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακριβώσεως πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1325/2023, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 438/2019, Α.Π. 636/2017).
Κατόπιν τούτου, παρέλκει η έρευνα του δεύτερου από τον αριθμό 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, λόγου της αναίρεσης, λόγω της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας του προαναφερόμενου λόγου. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή κατά παραδοχή ως βάσιμου του προαναφερομένου πρώτου λόγου της και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση.
Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 (Α.Π. 1047/2021, Α.Π. 930/2021, Α.Π. 1150/2019).
Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3, εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8, παρ. 6, εδάφ.
β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. Α.Π. 4/2023, Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 658/2022).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ. 86/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λευκάδας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ