Supreme Court dismisses appeal on wage calculation grounds but allows insurer's appeal regarding compensation amount.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insured's appeal arguing that the lower court's wage calculation was flawed and lacked sufficient evidence. The court rejected these claims as the appellate court had properly weighed the evidence and the insured's arguments were legally unfounded. Conversely, the insurer's appeal was allowed, leading to the annulment of the lower court's decision on the compensation amount and remittal for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 189 para. 1, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it challenges the factual assessment of the lower court without new evidence, but admissible if it successfully demonstrates a legal error in the determination of the compensation amount.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 752 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 752/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «ΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΓΑ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κοτζαμανίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Β. Κ. του Α., κατοίκου …, που τέθηκε με την υπ’ αριθμ. 90/ΕΜ/2013 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Α. Κ. του Ε., κάτοικο Βέροιας, που διορίστηκε δικαστικός συμπαραστάτης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μαρκούλη και συμπαραστάθηκε ο ασκούμενος δικηγόρος Παντελεήμων Μαρκούλης.
Β. Της αναιρεσείουσας: Β. Κ. του Α., κατοίκου Βέροιας, που τέθηκε με την υπ’ αριθμ. 90/ΕΜ/2013 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Α. Κ. του Ε., κάτοικο Βέροιας, που διορίστηκε δικαστικός συμπαραστάτης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μαρκούλη και συμπαραστάθηκε ο ασκούμενος δικηγόρος Παντελεήμων Μαρκούλης.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Γ. του Σ., 2) Σ. Γ. του Δ., κατοίκων …, που δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «ΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΓΑ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κοτζαμανίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31.07.2013 αγωγή της ήδη υπό στοιχ. Α’ αναιρεσίβλητης – υπό στοιχ. Β’ αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας και συνεκδικάστηκε με την από 17.01.2014 παρεμπίπτουσα αγωγή και την από 11.09.2013 ανακοίνωση δίκης της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «ΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΓΑ». Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36/ΑΥ/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1508/2015 μη οριστική και 2284/2017 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχ. Α’ αναιρεσείουσα με την από 02.09.2019 αίτησή της και η υπό στοιχ. Β’ αναιρεσείουσα με την από 23.09.2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της υπό στοιχ. Β’ αναιρεσείουσας – υπό στοιχ. Α’ αναιρεσίβλητης ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσής του, την απόρριψη της αντίθετης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Από τις ... και .../1-12-2020 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Χαράλαμπου Ανανιάδη, που επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η αναιρεσείουσα Β. Κ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 23.09.2019 (δεύτερης από τις κρινόμενες) αίτησης αναίρεσης της ίδιας, με την κάτω από αυτή πράξη κατάθεσης ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, Α. Γ. και Σ. Γ.. Οι τελευταίοι όμως δεν εμφανίστηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της κατά την παρούσα δικάσιμο από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρ. 576 παρ.2 του ΚΠολΔ).
[II] Ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου εισάγονται προς συζήτηση οι από (α) 02.09.2019 και με αριθμό κατάθεσης 2477/281/6-9-2019 και (β) 23.09.2019 και με αριθμό κατάθεσης 2668/299/23-9-2019 αιτήσεις για αναίρεση της 2284/21-9-2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 6 του ΚΠολΔ). Οι αιτήσεις αυτές είναι παραδεκτές, αφού ασκήθηκαν εμπρόθεσμα η πρώτη στις 06.09.2019 και η δεύτερη στις 23.09.2019, ημέρα Δευτέρα, με κατάθεσή τους ενώπιον του αρμόδιου Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, δηλαδή εντός δύο ετών από τότε που δημοσιεύθηκε η προσβαλλομένη (21.09.2017), η οποία δεν έχει επιδοθεί (άρθρα 495 παρ. 1-2 και 564 παρ.3 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, συνεκδικαζόμενες λόγω της μεταξύ τους φανερής συνάφειας (άρθρ. 246 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 του ίδιου Κώδικα).
[III] Από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν, ως προς τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, τα ακόλουθα:
Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη – αναιρεσείουσα, υπό δικαστική συμπαράσταση τελούσα Β. Κ., με την από 31.07.2013 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, ισχυρίστηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος Α. Γ., οδηγώντας στις 07.02.2011 το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ανήκε στην κυριότητα του δεύτερου εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Σ.
Γ. και ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα – αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία «ΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ Α.Ε.Γ.Α.», προκάλεσε από υπαιτιότητά του τον τραυματισμό αυτής, επιβάτιδας του ως άνω αυτοκινήτου, κατά το ατύχημα που έγινε κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται σ’ αυτή και ότι η ίδια εξαιτίας του προαναφερόμενου τραυματισμού της παρουσιάζει τετραπληγία, είναι μονίμως ανάπηρη και αδυνατεί να αυτοεξυπηρετηθεί.
Με αυτό το ιστορικό ζήτησε αποζημίωση για τις σ’ αυτή αναφερόμενες ζημίες της, μεταξύ των οποίων και για πλασματική δαπάνη αποκλειστικής νοσοκόμας – οικιακής βοηθού για το διάστημα από 07.02.2011 έως 31.07.2015 που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, πρόσθετη χρηματική παροχή λόγω αναπηρίας και χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Η αγωγή έγινε δεκτή εν μέρει με την 36/ΑΥ/2014 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία, αφού κρίθηκε ως αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος ο αναιρεσίβλητος οδηγός του αυτοκινήτου στο οποίο επέβαινε η ενάγουσα, επιδικάστηκαν στην τελευταία για τις ως άνω αιτίες τα σ’ αυτή αναφερόμενα χρηματικά ποσά.
Οι διάδικοι άσκησαν εφέσεις και εκδόθηκε αρχικά η 1508/2015 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που διέταξε ιατρική πραγματογνωμοσύνη ως προς την κατάσταση της υγείας της παθούσας και στη συνέχεια η προσβαλλομένη, 2284/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού απορρίφθηκε η έφεση της ενάγουσας και έγιναν δεκτές οι εφέσεις των εναγομένων, εξαφανίστηκε η εκκληθείσα απόφαση και αφού ερευνήθηκε εκ νέου η αγωγή, έγινε αυτή δεκτή εν μέρει και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρον στην ενάγουσα, για τις ίδιες αιτίες το συνολικό ποσό των 183.935,92 ευρώ, ενώ αναγνωρίστηκε η υποχρέωσή τους να της καταβάλουν ακόμη 166.500,00 ευρώ.
Το Εφετείο, ως προς το πληττόμενο με τις ένδικες αιτήσεις αναίρεσης κεφάλαιο της αποζημίωσης για πλασματική δαπάνη αποκλειστικής νοσοκόμας – οικιακής βοηθού της ενάγουσας δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:
«[…] Κατά το ατύχημα τραυματίστηκε η ενάγουσα Β. Κ., η οποία επέβαινε στο όχημα ... . Η ενάγουσα, ηλικίας 16,5 ετών τότε τραυματίστηκε σοβαρά, υπέστη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, παρουσιάζει σπαστική τετραπληγία λόγω της προαναφερθείσας βαριάς κατάστασης, είναι αδύνατον να εξυπηρετηθεί από μόνη της και είναι απόλυτη η ανάγκη βοήθειας επί εικοσιτετραώρου βάσεως από τρίτο άτομο που να την φροντίζει εφ’ όρου ζωής.
Εξάλλου, έχει ήδη τεθεί υπό δικαστική συμπαράσταση […]. Με την …/24-4-2013 απόφαση του τμήματος συντάξεων του Β’ Τομέα Θεσσαλονίκης του Ο.Α.Ε.Ε. είχε χαρακτηριστεί ανάπηρη σε ποσοστό 85% για το χρονικό διάστημα από 14.11.2011 έως 30.11.2014 και ελάμβανε εξωιδρυματικό επίδομα ποσού 671,40 ευρώ μηνιαίως, ενώ κρίθηκε ότι χρήζει συμπαράστασης ετέρου προσώπου για το αυτό χρονικό διάστημα.
Σύμφωνα δε με την από 18.05.2015 πιο πρόσφατη γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Αναπηρίας και Ιατρικής της Εργασίας ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, η ενάγουσα Β. Κ. κρίθηκε ανάπηρη σε ποσοστό 85% από 30.11.2014 εφ’ όρου ζωής και χρήζει βοήθειας και συμπαραστάσεως ετέρου προσώπου από την ως άνω ημερομηνία και εφ’ όρου ζωής.
Περαιτέρω, η ενάγουσα προσκόμισε το …/25-11-2013 έγγραφο του Ο.Α.Ε.Ε, στον οποίο ήταν αυτή εμμέσως ασφαλισμένη (λόγω ασφάλισης του πατέρα της που διατηρούσε φωτογραφείο), το …/…/22-1-2014 πιστοποιητικό του Β’ Τομέα Θεσσαλονίκης του ΟΑΕΕ, σύμφωνα με το οποίο η ενάγουσα ελάμβανε σύνταξη (εξωιδρυματικό επίδομα) ποσού 783,30 ευρώ μηνιαίως (παρακρατούμενου ποσοστού 4% υπέρ ΕΟΠΥΥ) από 01.12.2011 έως 30.11.2014, ενώ, σύμφωνα και με την προαναφερόμενη γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας κατά ιατρική κρίση δικαιούται τέτοιας συντάξεως (στο εκάστοτε ύψος που αυτό θα διαμορφώνεται) εφ’ όρου ζωής.
Η ενάγουσα δεν έχει υποβάλει άλλες αιτήσεις κάλυψης δαπανών ή επιδοτήσεων. Επομένως, το αίτημα αναστολής της δίκης για να προσκομιστεί βεβαίωση του ΟΑΕΕ ως προς τα ποσά που έλαβε από αυτόν τον Οργανισμό και ως προς αυτά που πρόκειται να λάβει (γεγονός μέλλον και αβέβαιο) είναι αβάσιμο και παρελκυστικό, όπως αβάσιμη είναι και η δικονομική ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας να αξιώσει με την αγωγή της τα αιτούμενα κονδύλια αποζημιώσεως για τις περιουσιακές της ζημίες, οι οποίες δεν συμπίπτουν με τα ληφθέντα και λαμβανόμενα εκ μέρους της από τον ως άνω ασφαλιστικό οργανισμό ποσά.
Από τις 12.04.2011, οπότε η ενάγουσα μεταφέρθηκε από τις μονάδες εντατικής θεραπείας (ΜΕΘ), όπου νοσηλευόταν στη νευροχειρουργική κλινική του ΑΧΕΠΑ, μέχρι και 29.05.2011, είχε ανάγκη επί εικοσιτετραώρου βάσεως τη συμπαράσταση αποκλειστικής νοσοκόμας. Κατά το διάστημα νοσηλείας της σε ιδιωτικό κέντρο αποκατάστασης από 30.05.2011 έως 14.11.2011 τέτοιες υπηρεσίες δεν ήταν αναγκαίες διότι προσφέρονταν από το εξειδικευμένο προσωπικό αυτού.
Στη συνέχεια για το διάστημα από 15.10.2011 έως 31.07.2013, όπως και για το διάστημα από 01.08.2013 έως 31.07.2015, κατά τα οποία η ενάγουσα διαμένει στην πατρική της κατοικία, αυτή έχει ανάγκη διαρκώς συμπαράστασης τρίτου προσώπου, που της προσέφερε και θα της προσφέρει μελλοντικώς (σε σχέση με τον χρόνο άσκησης της αγωγής) υπηρεσίες νοσοκόμου – οικιακής βοηθού, καθόσον η τετραπληγία της και το πλέγμα των δυσμενέστατων συνεπειών του τραυματισμού της, την έχει καταστήσει ανίκανη να επιτελέσει ακόμη και τις πιο στοιχειώδεις και βασικές ανθρώπινες λειτουργίες.
Τις σχετικές υπηρεσίες τις παρείχαν και θα τις παρέχουν στην ενάγουσα εναλλάξ κυρίως οι γονείς της αλλά και η μάμμη της από τη μητρική γραμμή Ε. Κ. και οι θείες της Ε. Τ. και Π. Κ. με εντατικοποίηση των δυνάμεών τους. Έτσι, η ενάγουσα δικαιούται για το χρονικό διάστημα των 49 ημερών που παρέμεινε στη νευροχειρουργική κλινική του ΑΧΕΠΑ το ποσό των 100 ευρώ ημερησίως, στο οποίο ανέρχεται η αμοιβή τέτοιας νοσοκόμας.
Περαιτέρω, οι συνήθεις υπηρεσίες που της παρέχονται καθημερινώς στην οικία της, θα αμείβονταν με μισθό 800 ευρώ μηνιαίως εάν παρέχονταν από τρίτο πρόσωπο, που θα διέμενε με αυτήν, μη εξειδικευμένο, δυνάμενο όμως να τις προσφέρει, όπως άλλωστε είναι και όλοι οι προαναφερόμενοι συγγενείς της ενάγουσας (ουδείς από τους οποίους έχει επαγγελματική ιδιότητα νοσηλευτή) […]|».
[IV] Επί της πρώτης, από 02.09.2019 (αριθμ. εκθ. καταθ. 2477/281/6-9-2019), αίτησης αναίρεσης της ασφαλιστικής εταιρείας «ΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ Α.Ε.Γ.Α.».
Κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 5 του ν.δ. 4104/1960 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της νομοθεσίας περί κοινωνικών ασφαλίσεων και άλλων τινών οργανωτικών και διοικητικών διατάξεων», όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 4476/1965, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του β.δ. 226/23-2/21-3-1973 και το άρθρο 18 του ν. 1654/1986, προκύπτει ότι σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή τις υγείας προσώπου ασφαλισμένου στο ΙΚΑ, η αξίωση αποζημίωσης του ασφαλισμένου που απορρέει από το άρθρο 929 του ΑΚ κατά του υποχρέου μεταβιβάζεται στο ΙΚΑ από την ημέρα που γεννήθηκε η σχετική αξίωση.
Με το άρθρο 47 παρ. 6 του ν. 3518/2006, που ισχύει από 21.12.2006, οι διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του ν.δ. 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκαν με την παράγραφο 1 του άρθρου 18 του ν. 4476/1965 και συμπληρώθηκαν με το άρθρο 18 του ν.1654/1986, καθώς και οι διατάξεις του β.δ. 226/23-2/21-3-1973, έχουν ανάλογη εφαρμογή και στους ασφαλιστικούς οργανισμούς ελευθέρων επαγγελματιών, ανεξάρτητα απασχολουμένων, καθώς και στον ΟΓΑ.
Για να λειτουργήσει το σύστημα της αυτοδίκαιης μεταβίβασης στους ως άνω ασφαλιστικούς οργανισμούς της αξίωσης αποζημίωσης του παθόντος κατά του ζημιώσαντος τρίτου, πρέπει να συντρέχει ποιοτική και ποσοτική αντιστοιχία μεταξύ των παροχών αυτού προς τον ασφαλισμένο και των αξιώσεων αποζημίωσης του παθόντος κατά του υπόχρεου τρίτου.
Τέτοια αντιστοιχία υπάρχει όταν και οι δύο παροχές είναι ομοειδείς και υπηρετούν τον ίδιο σκοπό, δηλαδή τελούν, υπό χρονική και ποιοτική άποψη, σε μία εσωτερική συνάφεια. Έτσι, εφόσον συντρέχουν οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις, η σχετική αξίωση του παθόντος μεταβιβάζεται στον ασφαλιστικό του φορέα και δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 του ΑΚ, στην οποία στηρίζεται η σωρευτική απόληψη και των δύο παροχών από τον παθόντα και ισχύει (η σωρευτική απόληψη) για ασφαλιστικούς φορείς ως προς τους οποίους δεν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη.
Σκοπός της παραπάνω ρύθμισης είναι, κυρίως, η παρεμπόδιση μιας διπλής ουσιαστικά αποζημίωσης του θύματος της αδικοπραξίας.
Συνεπώς, εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων, περιορίζεται αντίστοιχα η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 930 παρ. 3 του ΑΚ αναφορικά με το δικαίωμα του ζημιωθέντος να απαιτήσει, αθροιστικά, την αποζημίωση από τον υπόχρεο και την ασφαλιστική παροχή από το φορέα ασφάλισής του.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 42 παρ. 1 και 3 εδ. α' του ν. 1140/1981 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Ν. 4169/1961 "περί Γεωργικών Κοινωνικών Ασφαλίσεων" και άλλων τινών διατάξεων», όπως το πρώτο εδάφιο της παρ.1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 παρ.1 του το ν. 4042/1992 «Ασφαλισμένοι φορέων κοινωνικής ασφάλισης, αρμοδιότητας Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, κρινόμενοι από Ειδική Επιτροπή, ως πάσχοντες εκ τετραπληγίας – παραπληγίας με ποσοστό ιατρικής αναπηρίας 67% και άνω δικαιούνται μηνιαίου εξωιδρυματικού επιδόματος. Του αυτού επιδόματος δικαιούνται και τα μέλη οικογενείας των ησφαλισμένων τα πάσχοντα εκ της αυτής νόσου. Το επίδομα τούτο καταβάλλεται εκ μιας μόνον πηγής. Το ύψος του ως άνω επιδόματος, αι κατηγορίαι δικαιούχων, αι προϋποθέσεις και η διαδικασία χορηγήσεως και αναστολής καταβολής τούτου, ως και πάσα άλλη αναγκαία λεπτομέρεια, ρυθμίζονται δι' αποφάσεων του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, μετά γνώμην του Δ.Σ. εκάστου φορέως κυρίας ασφαλίσεως. Το ποσόν της καταβαλλομένης συντάξεως λόγω αναπηρίας εις συνταξιούχους Ασφαλιστικών φορέων αρμοδιότητος Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, προσαυξάνεται κατά ποσοστόν 50% εφ’ όσον ο ανάπηρος ευρίσκεται διαρκώς εις κατάστασιν απαιτούσαν συνεχή επίβλεψιν, περιποίησιν και συμπαράστασιν ετέρου προσώπου (απόλυτος αναπηρία)».
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι μεταξύ των χρηματικών παροχών που καταβάλουν οι πιο πάνω ασφαλιστικοί φορείς, μεταξύ των οποίων και ο Ο.Α.Ε.Ε. από 21.12.2006, στον παθόντα ασφαλισμένο τους περιλαμβάνεται και το εξωιδρυματικό (παραπληγικό) επίδομα που προβλέπεται από το άρθρο 42 παρ. 1 του ν.1140/1981. Ο Ο.Α.Ε.Ε όμως από μόνο το λόγο ότι καταβάλει το ως άνω επίδομα δεν σημαίνει αναγκαίως ότι υποκαθίσταται αυτοδικαίως σε κάθε σχετική ισόποση αξίωση του παθόντος κατά του υποχρέου. Για την υποκατάσταση αυτή προϋποτίθεται ότι ο παθών ασφαλισμένος έχει στη συγκεκριμένη περίπτωση σχετική αξίωση αποζημίωσης κατά του υποχρέου. Τέτοια δε αξίωση έχει ο παθών, όταν, λόγω της ειδικής κατάστασης στην οποία περιέρχεται, έχει ανάγκη πρόσθετης υποστήριξης από άλλο πρόσωπο και κατά συνέπεια υποβάλλεται σε επί πλέον έξοδα, εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του, κατ’ άρθρο 929 του ΑΚ. Για την κάλυψη αυτής της ανάγκης παρέχεται από τον Ο.Α.Ε.Ε, το ως άνω παραπληγικό επίδομα, το οποίο τελεί σε σχέση αντιστοιχίας, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, με τη δαπάνη για την αμοιβή προσώπου, απασχολούμενου με την επίβλεψη, περιποίηση και συμπαράσταση του παθόντος (ΑΠ 1573/2017, 676/2017, ΑΠ 1018/2013, ΑΠ 560/2013).
Περαιτέρω, με το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που παραδεκτά επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), η αναιρεσείουσα είχε προτείνει ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου τον ισχυρισμό περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας προς αποζημίωση κατά το μέρος που έλαβε παροχές από τον ασφαλιστικό της φορέα (Ο.Α.Ε.Ε.), ζητώντας και την αναβολή της δίκης προκειμένου να προσκομιστεί σχετική βεβαίωση του φορέα αυτού. Τον ίδιο ισχυρισμό επανέφερε νομίμως στο Εφετείο με τον τρίτο λόγο της από 23.09.2014 έφεσή της. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από το πιο πάνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του, δέχτηκε ανελέγκτως ότι η αναιρεσίβλητη είναι εμμέσως ασφαλισμένη στον Ο.Α.Ε.Ε., ότι συνεπεία του ένδικου τραυματισμού της αδυνατεί να αυτοεξυπηρετηθεί και έχει μονίμως ανάγκη των υπηρεσιών τρίτου προσώπου καθ’ όλο το εικοσιτετράωρο, ότι κατά το επίδικο διάστημα από 15.10.2011 έως 31.07.2015 τις σχετικές υπηρεσίες, για τις οποίες, αν προσλάμβανε τρίτο πρόσωπο, θα κατέβαλε 800 ευρώ κατά μήνα, προσέφεραν οι οικείοι της, ότι για το διάστημα από 01.12.2011 έως 30.11.2014 έλαβε από τον ως άνω ασφαλιστικό οργανισμό εξωιδρυματικό επίδομα μηνιαίου ποσού 783,30 ευρώ και ότι τέτοιο επίδομα δικαιούται εφ’ όρου ζωής.
Με βάση αυτές τις παραδοχές κατέληξε στο πόρισμα ότι οι παροχές που έλαβε η αναιρεσίβλητη από τον ως άνω ασφαλιστικό της φορέα ως εξωιδρυματικό επίδομα δεν συμπίπτουν με τις ένδικες αξιώσεις της για πλασματική δαπάνη υπηρεσιών τρίτου προσώπου για τη φροντίδα και την εξυπηρέτησή της, την οποία (χωρίς να συνυπολογίσει το εξωιδρυματικό επίδομα) προσδιόρισε σε 800 ευρώ κατά μήνα. Κρίνοντας όμως το Εφετείο, όσον αφορά στο κονδύλιο περί αποζημίωσης της αναιρεσίβλητης για πλασματική δαπάνη υπηρεσιών τρίτου προσώπου, ότι η τελευταία δικαιούται για το ίδιο επίδικο διάστημα τόσο αποζημίωση από την υπόχρεη αναιρεσείουσα, ως καλύπτουσα ασφαλιστικά έναντι τρίτων την αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του ζημιογόνου οχήματος, όσο και εξωιδρυματικό επίδομα από τον Ο.Α.Ε.Ε., παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, τις πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, υποπίπτοντας στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559, καθόσον, σύμφωνα και με τα προεκτιθέμενα, μεταξύ των δύο παροχών υπάρχει αντιστοιχία και η σχετική αξίωση της αναιρεσίβλητης προς αποζημίωση μεταβιβάστηκε αυτοδικαίως, από τη γένεσή της, στον Ο.Α.Ε.Ε., ο οποίος και μόνον νομιμοποιείται ενεργητικά να στραφεί κατά της αναιρεσείουσας προς αποζημίωση για την αιτία αυτή.
Κατά συνέπεια, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η πρώτη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο που προαναφέρθηκε και ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Πρέπει επίσης να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στην ίδια (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
[V] Επί της δεύτερης από 23.09.2019 και με αριθμό κατάθεσης 2668/299/23-9-2019 αίτησης αναίρεσης της Β. Κ. .
Κατά τη διάταξη του άρθρου 929 εδαφ. α’ του ΑΚ, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που ήδη έχει επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του. Ως νοσήλια νοούνται οι δαπάνες που είναι αναγκαίες για την αποκατάσταση της υγείας του παθόντος, στις οποίες περιλαμβάνεται και εκείνη για την πρόσληψη αποκλειστικής νοσοκόμας είτε στην οικία του είτε στο νοσοκομείο, καθώς και οικιακής βοηθού, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. Έτσι, στην περίπτωση που, εξαιτίας του είδους και της σοβαρότητας του τραυματισμού του παθόντος, αυτός αδυνατεί να αυτοεξυπηρετηθεί και έχει ανάγκη πρόσληψης αποκλειστικής νοσοκόμας-οικιακής βοηθού, για τη φροντίδα και την εξυπηρέτησή του, τις οποίες αναλαμβάνουν, με εντατικοποίηση των δυνάμεών τους, συγγενικά του πρόσωπα, που με τις προς τον παθόντα υπηρεσίες τους καλύπτουν την ως άνω ανάγκη, θεμελιώνεται αξίωση του παθόντος προς αποζημίωση, καθόσον, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 του ΑΚ, η μη καταβολή ανταλλάγματος δεν μπορεί να αποβεί προς όφελος του ζημιώσαντος. Τέτοια συγγενικά πρόσωπα, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, μπορεί να είναι και οι γονείς ή άλλοι στενοί συγγενείς του παθόντος.
Συνεπώς, ο τραυματισθείς από αδικοπραξία τρίτου, ο οποίος δέχεται τις αυξημένες περιποιήσεις και φροντίδες συγγενικών του προσώπων προς αποκατάσταση της υγείας του, δικαιούται να απαιτήσει από τον υπόχρεο προς αποζημίωση τουλάχιστον το ποσό που θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει σε τρίτο πρόσωπο, το οποίο θα το προσλάμβανε για το σκοπό αυτό, έστω και αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν καταβάλει τέτοιο ποσό στα ίδια συγγενικά πρόσωπα, τα οποία, με υπερένταση ενίοτε των δυνάμεών τους και εις βάρος λοιπών υποχρεώσεών τους, αναλαμβάνουν τη φροντίδα του παθόντος προς αποκατάσταση της υγείας του.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει όμως εφαρμογή η παραπάνω διάταξη όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς, δεν αποτελούν «αιτιολογία» της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο της δεύτερης αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να προσδιορίσει την αποζημίωσής της για τις υπηρεσίες που της προσέφεραν οι οικείοι της (γονείς, γιαγιά, θείοι) κατά το επίδικο διάστημα στο μηνιαίο ποσό των 800 ευρώ, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 298 και 929 σε συνδ.
με 930 παρ. 3 του ΑΚ, οι οποίες, αν και δεν αναφέρονται αριθμητικά, το πραγματικό τους προκύπτει από το όλο περιεχόμενο του αναιρετηρίου, γιατί διέλαβε, ως προς το ζήτημα αυτό, που ήταν ουσιώδες για την έκβαση της δίκης, ελλιπείς, αντιφατικές και ασαφείς αιτιολογίες. Ως προς το ως άνω κονδύλιο το Εφετείο, όπως εκτίθεται και πιο πάνω, δέχτηκε, ανελέγκτως, ότι η αναιρεσείουσα εξαιτίας του τραυματισμού της κατά το ένδικο ατύχημα παρουσιάζει σπαστική τετραπληγία, ότι καθ’ όλο το επίδικο διάστημα, είχε διαρκώς την ανάγκη των υπηρεσιών τρίτου προσώπου λόγω της πλήρους αδυναμίας της να φροντίσει μόνη τον εαυτό της και να αυτοεξυπηρετηθεί, ότι τις υπηρεσίες αυτές της πρόσφεραν οι οικείοι της, με υπερένταση των δυνάμεών τους, ότι τα ίδια πρόσωπα δεν είχαν εξειδικευμένες γνώσεις νοσηλευτή και ότι, αν είχε προσλάβει εσωτερικό στην οικία της άλλο πρόσωπο για τις αυτές υπηρεσίες, θα κατέβαλε μηνιαίως το ποσό των 800 ευρώ.
Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, στο πραγματικό των πιο πάνω εφαρμοσθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου και δικαιολογούν το διατακτικό της απόφασής του και συνεπώς δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Οι περαιτέρω αιτιάσεις περί ελλιπούς, αντιφατικής και ασαφούς αιτιολογίας για τους λόγους ότι (α) δεν αναφέρονται στην προσβαλλομένη οι κατώτατες αποδοχές του ανειδίκευτου εργάτη για την απασχόλησή του ολόκληρο το εικοσιτετράωρο σε ανάλογη εργασία, (β) το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι οι υπηρεσίες που προσέφεραν οι οικείοι της αναιρεσείουσας στο νοσοκομείο αποτιμώνται προς 100 ευρώ ημερησίως, ήτοι σε 3.000 ευρώ κατά μήνα για ολόκληρο το εικοσιτετράωρο, εντούτοις οι ίδιες υπηρεσίες, παρεχόμενες στην οικία της, αποτιμήθηκαν σε 800 ευρώ μηνιαίως και (γ) δεν εξηγείται για ποιο λόγο υπολογίζεται μικρότερη αμοιβή ισόχρονων υπηρεσιών σε χειρότερες συνθήκες, με δεδομένο ότι στο νοσοκομείο υπάρχει και το υπηρετούν νοσηλευτικό προσωπικό που συνδράμει στην παροχή παρεμφερών υπηρεσιών, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον ο μεν μισθός του ανειδίκευτου εργάτη δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για τη θεμελίωση των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν στην ερευνώμενη περίπτωση από το Εφετείο, οι δε φερόμενες ως αντιφάσεις και ελλείψεις στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ανάγονται στην πληρέστερη, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, ανάλυση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού και γενικά την εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο σε σχέση με τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης που επιδικάστηκε για την πιο πάνω αιτία, ως προς τις οποίες εκείνη έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφώς εκτιθέμενο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα.
Συνεπώς, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και απαράδεκτος κατά τις διακρίσεις που προαναφέρονται.
Τέλος, οι προβαλλόμενες με τις κατατεθείσες στο ακροατήριο προτάσεις της αναιρεσείουσας νέες και μη διαλαμβανόμενες στο αναιρετήριο αιτιάσεις, σε σχέση με την αυτή ζημία, που αφορούν στο διάστημα από 30.05.2011 έως 14.05.2011, για το οποίο η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν, είναι απαράδεκτες.
Μετά από αυτά πρέπει ν’ απορριφθεί η δεύτερη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί αυτή στα δικαστικά έξοδα της τρίτης αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε (οι δύο πρώτοι δεν παραστάθηκαν) και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από α) 02.09.2019 (αριθμ. εκθ. καταθ. 2477/281/6-9-2019 και β) 23.09.2019 (αριθμ. εκθ. καταθ. 2668/299/23-9-2019 αιτήσεις για αναίρεση της 2284/21-9-2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Απορρίπτει τη δεύτερη, από 23.09.2019, αίτηση αναίρεσης της Β. Κ..
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της τρίτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Δέχεται την πρώτη, από 02.09.2019, αίτηση αναίρεσης της ασφαλιστικής εταιρείας «ΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ Α.Ε.Γ.Α.».
Αναιρεί τη 2284/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιο, στο Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ