Appeal dismissed for one defendant due to improper summons; appeal allowed against another for procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal inadmissible regarding the first defendant because the court failed to verify his legal summons. However, the appeal was allowed against the insurance company due to the lower court's refusal to clarify vague damages claims. The court remanded the case for further proceedings while ordering the insurance company to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 and 580 of the Code of Civil Procedure; The court must verify legal summons before proceeding with an appeal hearing, and lower court decisions refusing to clarify vague damages claims are subject to appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 752 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 752/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Μ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ρισβά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πετρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 7-8-2012 κύρια παρέμβαση - αγωγή του "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 906/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3786/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-12-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Κακκαβά, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚπολΔ, προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για την συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε, αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, ο πρώτος αναιρεσίβλητος Κ.
Κ. δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου και τη συζήτησή της και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Ο επισπεύδων τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείων δεν προσκομίζει αποδεικτικό επιδόσεως προς αυτόν της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως με κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο.
Επομένως, ως προς αυτόν και δεδομένου ότι δεν συντρέχει περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα ταυ ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 551 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια:
το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932).
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.
Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ’ αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).
Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.
Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ.
το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, σκοπό που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ’ εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ’ αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Τούτο διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όμως αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ύψος της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποιήσεως, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως η εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚπολΔ, αναλόγως από τους 1 ή 19) η αρχή της αναλογικότητας (άρθρ. 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 9/2015).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 ΑΚ, προκύπτει, ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται στον παθόντα, ανεξάρτητα από το φύλο, εκτός από την επίδραση που μπορεί να ασκήσει στις παροχές που προβλέπονται από τις ΑΚ 929 και 932, είναι δυνατό να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, αν επιδρά στο μέλλον του, δηλαδή στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου.
Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής στο μέλλον του προσώπου, αλλά αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, επιδικάζεται στον παθόντα την αναπηρία ή την παραμόρφωση ένα εύλογο χρηματικό ποσό χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, το ύψος δε του επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού καθορίζεται με βάση ορισμένους προσδιοριστικούς παράγοντες, δηλαδή το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, την ηλικία, το φύλο και τις κλίσεις του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της αξιώσεως εκ του άρθρου 932 ΑΚ, για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΑΠ 150/2014, ΑΠ 416/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση το δικάσαν Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 3786/2015 απόφασή του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 23-4-2010 και περί ώρα 15.25 μ.μ., ο ενάγων της ένδικης αγωγής Π. Μ., οδηγώντας το υπ’ αριθμ.
κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της εταιρείας "..." στην οποία εργαζόταν, έβαινε επί της Αττικής οδού, με κατεύθυνση προς Αεροδρόμιο. Στο σημείο εκείνο η Αττική οδός έχει ένα ρεύμα κυκλοφορίας, με τρεις λωρίδες, συνολικού πλάτους 10,50 μέτρων και μια λωρίδα έκτακτης ανάγκης (Λ.Ε.Α.) πλάτους 2,30 μ., στη συνέχεια δε των λωρίδων βρίσκεται έρεισμα πλάτους 2,80 μ.
με σιδερένια κιγκλιδώματα (κάγκελα), ενώ πλησίον αυτού υπάρχει αυλάκι ομβρίων υδάτων πλάτους 4,10 μέτρων σε βάθος 4 μέτρων χαμηλότερα του οδοστρώματος. Κατά το χρόνο εκείνο η ορατότητα για τους οδηγούς ήταν κανονική, η κυκλοφορία των οχημάτων κανονική, η κατάσταση της οδού ξηρά και επικρατούσαν συνθήκες φωτισμού ημέρας (βλ.
την από 23-4-2010 έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας Αττικής οδού). Όταν ο ανωτέρω οδηγός έφθασε στο ύψος της Χ/Θ 44,3, αντιλήφθηκε ότι οι μηχανολογικές και ηλεκτρολογικές ενδείξεις του "ταμπλώ" έσβησαν και ο κινητήρας του αυτοκινήτου του τέθηκε ξαφνικά εκτός λειτουργίας, οπότε το οδήγησε μειώνοντας στο ελάχιστο 10-20 την αρχική ταχύτητά του των 90 χλμ/ώρα (εντός των επιτρεπόμενων ορίων) στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος και ειδικότερα στη Λωρίδα Έκτακτης Ανάγκης.
Αφού κατάφερε να το ακινητοποιήσει, εντός της ως άνω Λ.Ε.Α., ο Π. Μ. κατέβηκε από το αυτοκίνητό του, από την αριστερή πόρτα, κατήλθε στο οδόστρωμα και κατευθύνθηκε προς το μπροστινό μέρος του οχήματός του, μόλις δε άνοιξε το καπό, παρατηρώντας την κατάσταση της μηχανής, ο πρώτος εναγόμενος Κ. Κ., ο οποίος κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες στη δεύτερη εναγόμενη της ένδικης αγωγής ασφαλιστική εταιρία, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, κινούμενος στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της Αττικής οδού, με κατεύθυνση προς Αεροδρόμιο, και με τους δύο δεξιούς τροχούς του εν λόγω αυτοκίνητου να βρίσκονται εντός της διαχωριστικής γραμμής ΛΕΑ περίπου 30-40 cm (βλ και σχετικά βίντεο) τουλάχιστον 250 μέτρα πριν το ατύχημα (ήτοι δηλαδή εκινείτο αδικαιολόγητα εν μέρει και στην Λωρίδα Έκτακτης Ανάγκης) χωρίς να αντιληφθεί, το ως άνω ακινητοποιημένο εντός της Λ.Ε.Α αυτοκίνητο του ενάγοντος, αν και υπήρχε επαρκής φωτισμός, ούτε μετρίασε την ταχύτητά του εκ 100 χλμ/ώρα (επιτρεπόμενο όριο 120 χλμ/ώρα) στο επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο ήτοι περί τα 30 χλμ/ώρα, επέπεσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο τμήμα του ΙΧΕ αυτοκινήτου του, στο οπίσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του ενάγοντος, από τη βιαιότητα δε της σύγκρουσης εκτινάχθηκε ο ενάγων ψηλά και τελικώς κατέληξε εντός του ερείσματος, πλάτους 2,80 μέτρων.
Με τα δεδομένα αυτά, αποκλειστικά υπαίτιος του εν λόγω ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος Κ. Κ., η δε αμέλεια αυτού, συνίσταται στο ότι οδηγώντας το όχημά του, δεν κατέβαλε την προσοχή που όφειλε, ως μέσος συνετός και ευσυνείδητος οδηγός αυτοκινήτου και μπορούσε υπό τις εκτιθέμενες περιστάσεις και συνθήκες του ατυχήματος να καταβάλει, κατ’ άρθρο 330 ΑΚ, ειδικότερα, ο προαναφερόμενος οδηγός δεν οδηγούσε με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, αλλά κινούμενος με μεγαλύτερη από την επιβαλλόμενη για τις συγκεκριμένες περιστάσεις ταχύτητα, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του και εισήλθε αδικαιολόγητα στη Λ.Ε.Α, όπου και προσέκρουσε στο όχημα του ενάγοντος, (άρθρα 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3 και 20 παρ. 1 του ν. 2696/ 1999), η προμνησθείσα δε αμελής οδηγική συμπεριφορά του συνδέεται αιτιωδώς με την ως άνω σύγκρουση.
Αντιθέτως, από τη διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε αμέλεια του ενάγοντος Π. Μ., οι ισχυρισμοί δε των εναγόμενων ότι τυγχάνει ο τελευταίος αποκλειστικά υπαίτιος, άλλως συνυπαίτιος στη επέλευση του ατυχήματος, επειδή αφενός μεν δεν ακινητοποίησε το όχημά του στο άκρο δεξιό της Λ.Ε.Α, αλλά σε τέτοια θέση ώστε οι δύο αριστεροί τροχοί του βρισκόταν επί της διαχωριστικής γραμμής της ΛΕΑ και της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, αφετέρου δε διότι παρέλειψε να τοποθετήσει επί του οδοστρώματος της οδού, το προειδοποιητικό τρίγωνο, παρότι είχε τη σχετική υποχρέωση να το πράξει, ώστε τα διερχόμενα οχήματα να τον αντιληφθούν εγκαίρως, ώστε είτε να μειώσουν ταχύτητα είτε να κινηθούν προς το μέσον της οδού, χωρίς να επιπέσουν σε αυτόν, πρέπει να απορριφθούν, ο μεν πρώτος ισχυρισμός διότι, αποδείχθηκε ότι η θέση του οχήματος του ενάγοντος, ήταν εντός της Λ.Ε.Α, ο δε δεύτερος διότι το ατύχημα έλαβε χώρα λίγα (περί τα 8 δευτερόλεπτα) μετά την ακινητοποίηση του οχήματος του ενάγοντα και την κάθοδό του στο οδόστρωμα, χωρίς να προλάβει ο τελευταίος να προβεί σε ουδεμία προειδοποιητική ενέργεια, εάν δε κατευθυνόταν προς το πορτμπαγκάζ του αυτοκίνητου με σκοπό να ανεύρει και εν συνεχεία τοποθετήσει το προειδοποιητικό τρίγωνο δεν θα άλλαζε τίποτε από τις συνθήκες του ατυχήματος ενόψει του ελάχιστου χρόνου (περί τα 8 δευτερόλεπτα) που είχε στην διάθεσή του να προβεί στις ανωτέρω ενέργειες ο ενάγων παρά μόνο θα είχε ως συνέπεια ακόμα και τον θανάσιμο τραυματισμό του εφόσον τότε θα ήταν μετωπική με τον ίδιο η σύγκρουση με το ζημιογόνο αυτοκίνητο.
Επίσης ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου είχε απεριόριστη ορατότητα, συνθήκες φωτισμού ημέρας και μπορούσε να αντιληφθεί την ακινητοποίηση του αυτοκίνητου του ενάγοντα τουλάχιστον 150 μέτρα πριν και με ένα απλό εφικτό ελιγμό προς τα αριστερά θα είχε επαναφέρει το αμάξι του εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας και θα είχε αποσοβηθεί το ατύχημα.
Κατά συνέπεια τα ισχυριζόμενα από τους εναγομένους ότι ο ενάγων δεν είχε σε λειτουργία τα φώτα έκτακτης ανάγκης (σύστημα φωτεινού συναγερμού - αλάρμ), αλυσιτελώς προβάλλονται εφόσον η εν λόγω παραβίαση δεν θα αποσοβούσε το εν λόγω ατύχημα αφού η αφηρημάδα και η αμελής οδήγηση του εναγόμενου Κ. Κ. ήταν σε τέτοιο μεγάλο βαθμό ώστε και αν ο ενάγων είχε θέσει σε λειτουργία τα φώτα έκτακτης ανάγκης πάλι θα συνέβαινε το ατύχημα με τον ίδιο τρόπο που ως άνω περιγράφεται.
Σημειωτέον ότι τα φώτα έκτακτης ανάγκης (σύστημα φωτεινού συναγερμού - αλάρμ) είναι απαραίτητα για να προειδοποιηθούν τα λοιπά οχήματα που χρησιμοποιούσαν το ίδιο με τον ενάγοντα οδόστρωμα και ρεύμα κυκλοφορίας γεγονός που δεν συνέβη στην προκειμένη υπόθεση αφού εκίνειτο κατά βάση στην δεξιά λωρίδα και εντελώς αναίτια περί τα 250 μέτρα πριν το ατύχημα ως προαναφέρθηκε ο εναγόμενος εισήλθε αδικαιολόγητα στη Λ.Ε.Α κατά 30 - 40 cm.
Μάλιστα στην προκειμένη υπόθεση δεν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της προβατικής συμπεριφοράς του ενάγοντα και του επελθόντος τραυματισμού του, αφού ούτε αιφνίδια ήταν η κίνησή του ούτε ήταν δυνατό κατ’ αντικειμενική κρίση να κρίνει κανείς ότι αιφνιδιάσθηκε ο εναγόμενος κινούμενος όπισθεν του ενάγοντα και σε αρκετή απόσταση και ότι πρόεκυψε εντεύθεν αδυναμία του να πραγματοποιήσει κατάλληλο αποφευκτικό ελιγμό.
Επίσης ο ισχυρισμός του οδηγού Κ. Κ. ότι δηλαδή δεν μπόρεσε να αντιληφθεί το όχημα του ενάγοντα, διότι στο σημείο εκείνο της οδού έκαναν αντανάκλαση οι ακτίνες του ήλιου, γεγονός το οποίο σε συνδυασμό με το χρώμα του οχήματος του ενάγοντος (ασημί), δημιουργούσε συνθήκες που καθιστούσαν το τελευταίο, μη ορατό από τους χρήστες της οδού και αληθές υποτιθέμενο, δεν αναιρεί την ευθύνη του, καθόσον όφειλε να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, σύμφωνα με τις επικρατούσες οδικές συνθήκες, ως μέσος συνετός οδηγός, ρυθμίζοντας ανάλογα την ταχύτητά του.
Η κρίση του Δικαστηρίου περί των παραπάνω συνθηκών, ενισχύεται, μεταξύ άλλων και από την από 23-4-2010 ένορκη κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Δ. Φ., ενώπιον των αρμόδιων προανακριτικών υπαλλήλων, ο οποίος τοποθετεί τη θέση των δύο συγκρουσθέντων οχημάτων, όπως παραπάνω προσδιορίσθηκε, από το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας Αττικής Οδού καθώς και από τις φωτογραφίες και το βιντεοσκοπημένο υλικό που λήφθηκε από τη βιντεοκάμερα ασφαλείας της Αττικής οδού που βρισκόταν στο σημείο του ατυχήματος και απεικονίζουν το όχημα του πρώτου εναγόμενου, κινούμενο λοξά να εξέρχεται από τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και να εισέρχεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του και δη να πατάει με το δεξιό τροχό του τη διαχωριστική γραμμή της Λ.Ε.Α, παρασύροντας τον ενάγοντα, χωρίς σημειωτέον να τον αντιληφθεί, ούτε μέχρι την τελευταία στιγμή, ώστε να επαναφέρει το όχημα στη λωρίδα κυκλοφορίας του.
Κατά συνέπεια ως προαναφέρθηκε το ατύχημα σε κάθε περίπτωση θα λάμβανε χώρα και θα είχε για τον ενάγοντα τις ίδιες συνέπειες ή και επιβλαβέστερες λόγω των προεκτεθεισών συνθηκών ακόμα και με οποιαδήποτε οδηγητική συμπεριφορά ακολουθούσε από την έξοδο από το αυτοκίνητό του. Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντα κατά ποσοστό 70% στην επέλευση του ατυχήματος που πρότειναν οι εναγόμενοι και οι σχετικοί λόγοι έφεσης και αντέφεσης.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε την ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντα κατά ποσοστό 70% αν και με διαφορετικές εν μέρει αιτιολογίες, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Μετά το ατύχημα ο ενάγων διακομίσθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "Γ.
ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ", όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, συνοδευόμενη με περιτραυματική αμνησία, υποκεφαλικό κάταγμα αριστερού ώμου, το οποίο αντιμετωπίσθηκε χειρουργικά με εσωτερική οστεοσύνθεση κάταγμα δεξιάς κλείδας, πάρεση του βραχιόνιου πλέγματος που αντιμετωπίσθηκε συντηρητικά και πολλαπλά κατάγματα πλευρών δεξιά με συνοδό θλάση του δεξιού πνεύμονα και υπεζοκωτική συλλογή.
Εξήλθε στις 6-5-2010 με οδηγίες για φαρμακευτική αγωγή και αναρρωτική άδεια ενός μηνός με σύσταση για τακτική ιατρική παρακολούθηση. Ακολούθως, παρέμεινε νοσηλευόμενος κατ’ οίκον έως τις 9-7-2010, οπότε εισήχθη στο Γ.Ν. Αττικής "ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΒΟΥΛΑΣ" όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση οστεοτομίας και αλλαγής της εσωτερικής οστεοσύνθεσης του κατάγματος του αριστερού ώμου.
Εξήλθε στις 15-7-2010 με ειδικές οδηγίες, φαρμακευτική αγωγή, τοποθέτηση νάρθηκα ακινητοποίησης του αριστερού άνω άκρου και αναρρωτική άδεια δύο (2) μηνών. Στις 22-7-2010 επανεισήχθηκε στο ως άνω Γ.Ν. Αττικής "ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΒΟΥΛΑΣ" λόγω έντονου άλγους στον αριστερό ώμο, όπου διαγνώσθηκε μετεγχειρητικό αιμάτωμα και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση χειρουργικού καθαρισμού και παροχέτευσης του αιματώματος, εξήλθε δε στις 25-7-2010 με ειδικές οδηγίες.
Στις 21-12-2010 υποβλήθηκε στο ίδιο ως άνω Νοσοκομείο, λόγω υπολειμματικής λειτουργικότητας του αριστερού άνω άκρου, σε Ηλεκτρομυογράφημα αριστερού άνω άκρου, όπου διαπιστώθηκε: α) βλάβη μασχαλιαίου νεύρου αριστερά στο στάδιο της επανανεύρωσης και β) επιστράτευση κινητικών μονάδων από τον αριστερό δελτοειδή μυ, μειωμένη κατά 30% του φυσιολογικού.
Στις 1-4-2011, λόγω προβλημάτων μειωμένης ικανότητας επικοινωνίας, υποβλήθηκε σε μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου, όπου στην υποφλοιώδη λευκή ουσία της δεξιάς βρεγματοϊνιακής χώρας διαπιστώθηκε περιοχή αυξημένης έντασης παθολογικού μαγνητικού σήματος διαμέτρου 8 χιλ. περίπου, εύρημα συμβατό με χαρακτήρες γλοίωσης.
Στις 5-4-2011 επανεισήχθη στην Ορθοπεδική Κλινική του Γ.Ν. Αττικής "ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΒΟΥΛΑΣ" όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση ανάστροφης ολικής αρθροπλαστικής ώμου, εξήλθε δε στις 12-4-2011 με ειδικές οδηγίες και αναρρωτική άδεια δύο (2) μηνών... Περαιτέρω, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι, λόγω των καταγμάτων του ο ενάγων, κατά το χρονικό διάστημα αρχικά της παραμονής του στο Νοσοκομείο "Γ.
ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ", από 23-4-2010 έως τις 6-5-2010 και κατόπιν κατά τις τρεις εισόδους του στο Γ.Ν. Αττικής "ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΒΟΥΛΑΣ" από 9-7-2010 έως 15-7-2010, 22-7-2010 έως 25-7-2010 και από 5-4-2011 έως 12-4-2011, λόγω της πλήρους αδυναμίας του να αυτοεξυπηρετηθεί είχε ανάγκη των υπηρεσιών αποκλειστικής νοσοκόμας σε εικοσιτετράωρη βάση. Λόγω οικονομικής αδυναμίας του, κατέφυγε στη βοήθεια της συζύγου του και μητέρας του εναλλάξ, οι οποίες παρείχαν τις υπηρεσίες τους κατά τις ώρες που δεν εργάζονταν ή όταν βρίσκονταν σε άδεια και σε 24ωρη βάση.
Αν προσλάμβανε τρίτο πρόσωπο, θα κατέβαλε για την αιτία αυτή το ποσό των 100 ευρώ, ανά 24ωρο και συνολικά για τις ως άνω 29 ημέρες το ποσό των 2.900 (100 ευρώ χ 29 ήμερες) ευρώ, το οποίο πρέπει να του επιδικασθεί. Εξάλλου για το χρονικό διάστημα δύο μηνών μετά την έξοδό του από το Νοσοκομείο "Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ", ο ενάγων, βρισκόταν κλινήρης στην οικία του, μη δυνάμενος να αυτοεξυπηρετηθεί, οπότε απασχόλησε για την ίδια αιτία τα παραπάνω πρόσωπα επί 24ώρου βάσεως καθημερινώς.
Εν συνεχεία, από τις 15-7-2010 οπότε εξήλθε από το Γ.Ν. Αττικής "ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΒΟΥΛΑΣ" έως τις 31-10-2010 είχε ανάγκη των υπηρεσιών φροντίδας των παραπάνω προσώπων, οι οποίες φρόντιζαν για την περιποίηση των τραυμάτων του και την εν γένει περιποίησή του, αν δε προσλάμβανε τρίτο πρόσωπο θα κατέβαλε το ποσό των 700 ευρώ, μηνιαίως και για το παραπάνω διάστημα συνολικά το ποσό των 3.850 (700 ευρώ χ 5,5 μήνες), ευρώ, το οποίο πρέπει, κατ’ άρθρ. 930 παρ. 3 ΑΚ να του επιδικασθεί.
Τέλος, λόγω του σοβαρού επηρεασμού της λειτουργικότητας της αριστερής ωμικής άρθρωσης με δυσχρηστία που εμφανίζει ο ενάγων, αδυνατούσε κατά το χρονικό διάστημα από τις 31-10-2010 έως τις 15-3-2012 να εκτελέσει βαριές οικιακές εργασίες και ψώνια, καθόσον του απαγορεύθηκε ιατρικώς η άρση βαρών, οπότε συνέχισε να απασχολεί τη μητέρα και τη σύζυγό του εναλλάξ καθημερινά επί τρεις ώρες για τις παραπάνω εργασίες, για την αντιμετώπιση των οικογενειακών του αναγκών, αν δε προσλάμβανε τρίτο πρόσωπο θα κατέβαλε το ποσό των 8 ευρώ για κάθε τρεις ώρες απασχόλησης, και για το παραπάνω διάστημα συνολικά το ποσό των 3.960 (8 ευρώ χ 495 μήνες), ευρώ, το οποίο πρέπει, κατ’ άρθρ. 930 παρ. 3 ΑΚ να του επιδικασθεί.
Εξάλλου, ο ενάγων, λόγω της βαρύτητας του τραυματισμού του και κατόπιν ιατρικής υπόδειξης, για την πόρωση των καταγμάτων του, μετά την έξοδό του από το Νοσοκομείο "Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ" και για χρονικό διάστημα ενός έτους, ελάμβανε, βελτιωμένη και ιατρικά ενδεδειγμένη διατροφή, πλούσια σε γαλακτοκομικά και πρωτεΐνες, δαπανώντας επί πλέον της κανονικής διατροφής του το ποσό των πέντε (5) ευρώ ημερησίως και συνολικά για το παραπάνω διάστημα το ποσό των 1.800 (12 μήνες χ 30 ημέρες χ 5 ευρώ) ευρώ, το οποίο πρέπει να του επιδικασθεί...
Κατά την εξέταση του ενάγοντος στις 5-3-2012 στα εξωτερικά ιατρεία του Νοσοκομείου "Ευαγγελισμός", διαγνώστηκε δυσαρθρία, διαταραχή πρόσφατης λειτουργικής μνήμης, οπτικοχωρική αμέλεια αριστερά με διαταραχή της αντίληψης του βάθους, διαταραχή συμπεριφοράς με ευφορικό συναίσθημα, απότοκα της κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης με συνοδό εγκεφαλική θλάση.
Οι ως άνω νευρολογικές διαταραχές καθιστούν τον ασθενή ανίκανο να εργασθεί, θεωρούνται υπολειμματική μόνιμη βλάβη, μη αναστρέψιμη, χωρίς ουσιώδη βελτίωση (βλ. την με αριθμ. πρωτ. ...3-2012 ιατρική γνωμάτευση του Δ/ντή του Νευρολογικού Τμήματος του ως άνω Νοσοκομείου Δ. Κ.), ενώ κατά την κλινική εξέταση του ενάγοντος στις 13-6-2013 από τον ιατρό - ειδικό ιατροδικαστή Ε.
Κ., παρατηρήθηκε η παραπάνω συμπτωματολογία, που χαρακτηρίζει πλέον την κατάσταση υγείας του ενάγοντος, ως μόνιμη βλάβη χωρίς περιθώρια βελτίωσης. Επιπρόσθετα επισκοπικώς, εμφανίζει ανισομορφία μεταξύ των κατά ώμο αρθρώσεών του και χειρουργική ουλή, μήκους 7 εκ. περίπου, στην αριστερή ωμική χώρα συμβατή με τα προαναφερόμενα χειρουργεία στην εν λόγω περιοχή, κατά την εξέταση δε του αριστερού άνω άκρου, διαπιστώνεται επώδυνος περιορισμός των κινήσεων, με μυϊκή ατροφή κατά 3/5 σε σχέση με το δεξιό άνω άκρο και δυνατότητα απαγωγής μέχρι 90 μοίρες.
Συμπερασματικά ο ενάγων σήμερα πάσχει από μόνιμη υπολειμματική νευρολογική συνδρομή, συνεπεία παρεγχυματικής εγκεφαλικής θλάσης σε φάση γλοίωσης, χωρίς περιθώρια βελτίωσης και από σοβαρού βαθμού επηρεασμό της λειτουργικότητας της αριστερής ωμικής του άρθρωσης με δυσχρηστία και σοβαρού βαθμού εν εξελίξει αρθρίτιδα, σύμφωνα δε με τον ενιαίο πίνακα προσδιορισμού ποσοστού αναπηρίας, το ποσοστό αναπηρίας του αναφορικά με την λειτουργικότητα του αριστερού ώμου ανέρχεται σε 20% και αναφορικά με την εγκεφαλική θλάση ανέρχεται σε 50%.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, η προπεριγραφείσα κατάσταση της υγείας του ενάγοντος, επιδρά σημαντικά στο μέλλον της προσωπικής του ζωής, καθόσον επηρεάζει δυσμενώς την εξέλιξη των προσωπικών του σχέσεων που θα είχε ως μέσος υγιής άνθρωπος και αναδύει δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική και επαγγελματική πλευρά της ζωής του, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν είναι πλέον σε θέση να ασκήσει το επάγγελμα του μηχανολόγου μηχανικού (ως ελεύθερος επαγγελματίας) και χρήζει εποπτείας από το οικογενειακό του περιβάλλον.
Επομένως, αφού αποδείχθηκε ότι η αναπηρία του ενάγοντος επιδρά στο επαγγελματικό, οικονομικό, οικογενειακό και κοινωνικό μέλλον του, μείωση δημόσιων σχέσεων και συναναστροφών ενόψει και της ηλικίας (41 ετών) που διένυε κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, δημόσιες σχέσεις που μπορεί σταδιακά να αναπτυχθούν και να αρχίζουν να του αποδίδουν ικανοποιητικά, όχι μόνο από άποψη εσόδων αλλά και ανάδειξη ευκαιριών, χρήσιμων κοινωνικών γνωριμιών και συναναστροφών, χωρίς να χρειάζεται να προκύπτει η πρόκληση συγκεκριμένης μελλοντικής περιουσιακής ζημίας, σύμφωνα και με όσα αναπτύσσονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ο παραπάνω δικαιούται ιδιαίτερης και αυτοτελούς αποζημίωσης, πέραν των προβλεπομένων από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 ΑΚ, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 10.000 ευρώ, ως αποζημίωση, κατ’ άρθρο 931 ΑΚ, απορριπτομένου του αιτήματος διενέργειας πραγματογνωμοσύνης εφόσον από τα υπάρχοντα στη δικογραφία ιατρικά πιστοποιητικά προκύπτει με σαφήνεια η ιατρική εκτίμηση περί της εν γένει κατάστασης της υγείας του ενάγοντος κατά τα προαναφερόμενα.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που επιδίκασε στον ενάγοντα για την ως άνω αιτία μεγαλύτερο ποσό (των 60.000 ευρώ) εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και κυρίως ότι ο ενάγων ως μισθωτός συνέχισε μετά την ανάρρωσή του να εργάζεται στην ίδια εταιρία που εργαζόταν και πριν το επίδικο συμβάν, στο τέλος του έτους 2011 με συνέπεια να κρίνεται ως υπερβολικό το εν λόγω ποσό (των 60.000 ευρώ) και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της έφεσης των εναγόμενων και ο συναφής πρόσθετος λόγος.
Τέλος από όλα τα περιστατικά που ανωτέρω αποδείχθηκαν και τα διδάγματα της ανθρώπινης εμπειρίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων, από τον τραυματισμό που του προκλήθηκε και τις δυσμενείς επιπτώσεις που είχε αυτός στην υγεία του (σωματική αλλά και ψυχική), της ταλαιπωρίας στην οποία υποβλήθηκε, λαμβανομένου υπόψη ότι υποβλήθηκε σε τέσσερις χειρουργικές επεμβάσεις, υπέστη ηθική βλάβη και ότι προς αποκατάσταση αυτής πρέπει να επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση, το ποσό της οποίας πρέπει να καθορισθεί ενόψει των συνθηκών του ατυχήματος, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, του είδους των τραυμάτων και της λύπης εξαιτίας αυτών, της ηλικίας του ενάγοντος (41 ετών), καθώς και των κανόνων της κοινής πείρας και λογικής στο ποσό των 20.043 ευρώ, το οποίο, μετά την στάθμιση των κατά νόμω στοιχείων, κρίνεται εύλογο (άρθρ. 932 ΑΚ), από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί ποσό 43 ευρώ προκειμένου να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων στην ποινική δίκη".
Με αυτά που έκρινε το Εφετείο και καθόρισε τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αναιρεσείοντος και τη χρηματική παροχή του κατά το άρθρο 931 ΑΚ, στα προαναφερθέντα ποσά, παραβίασε με το να μην εφαρμόσει την αρχή της αναλογικότητος του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον τα επιδικασθέντα ως άνω ποσά δεν τελούν σε σχέση ανεκτής αναλογίας με τη σοβαρή σωματική και ηθική βλάβη που δέχθηκε ότι υπέστη ο ενάγων - αναιρεσείων εξ αιτίας του τραυματισμού του, υπό τις περιστάσεις που προαναφέρθηκαν και κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπολείπονται δε καταφανώς των συνήθως επιδικαζομένων, σε παρόμοιες περιπτώσεις ποσών.
Επομένως, οι σχετικοί εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως εκτιμώνται από το Δικαστήριο, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι. Το ίδιο δικαστήριο εξ άλλου, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες ως προς τα επιδικασθέντα στον ενάγοντα - αναιρεσείοντα ποσά: 1) για την αποζημίωσή του εξ αιτίας της ανάγκης προσλήψεως αποκλειστικών νοσοκόμων λόγω του τραυματισμού του και 2) για βελτιωμένη διατροφή του, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων, στην προκείμενη περίπτωση, των προαναφερθέντων κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί, χωρίς αμφιβολία, το αποδεικτικό της πόρισμα.
Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεώς του, από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚπολΔ, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Κατά το άρθρο 298 ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγών κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία ζητείται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, πρέπει να εκτίθενται σαφώς σ’ αυτή τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία του αντίστοιχου κέρδους. Δεν αρκεί δηλαδή να αναφέρονται αφηρημένα στο δικόγραφο της αγωγής οι σχετικές με τον προσδιορισμό του διαφυγόντος κέρδους εκφράσεις του νόμου, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των περιστατικών που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επιμέρους κονδύλια, καθώς και η ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών (Ολ.ΑΠ 20/1992, ΑΠ 730/2015, ΑΠ 104/2014).
Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να θεραπευθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 ΚΠολΔ, των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 1138/2014).
Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), αν το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος.
Αντίθετα, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής), εκτιμά κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκεινται, κατά τούτο, η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν διαλαμβάνονται σε αυτή και που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του για τη νομική βασιμότητά της ή, αντίθετα, έκρινε αόριστη την αγωγή, επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, αν και περιλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 496/2016, ΑΠ 853/2014).
Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 236 του ΚΠολΔ, ο δικαστής που διευθύνει τη συζήτηση πρέπει να φροντίζει, με την υποβολή ερωτήσεων ή με άλλο τρόπο, να εκφράζονται σαφώς για όλα τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα τα πρόσωπα που μετέχουν στη συζήτηση, να υποβάλλουν τις αναγκαίες προτάσεις και αιτήσεις, να συμπληρώνουν τους ισχυρισμούς που υποβλήθηκαν ελλιπώς και αορίστως με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά και γενικά να παρέχουν τις αναγκαίες διασαφήσεις για την εξακρίβωση της αλήθειας των προβαλλόμενων ισχυρισμών. Η παράλειψη του δικάζοντος δικαστή να υλοποιήσει την, κατά των ανωτέρω διάταξη, επιταγή, ήτοι να ασκήσει το καθοδηγητικό του καθήκον ως προς την παραδεκτή προβολή σχετικών ισχυρισμών (ΑΠ 127/2016), είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 636/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγων - αναιρεσείων, με την από 15-1-2012 με αυξ. αρ. κατ. 2492/2012 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίσθηκε, ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος εργαζόταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως μηχανολόγος -μηχανικός, πτυχιούχος Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου και τεχνικός ασφαλείας, στην εταιρεία με την επωνυμία "...", αλλά ότι πέραν της ως άνω εργασίας του, εργαζόταν και ως ελεύθερος επαγγελματίας αναλαμβάνοντας έργα οργάνωσης, συντονισμού των συνεργείων και επίβλεψης κατασκευών και ότι από τη δραστηριότητά του αυτή αποκόμισε έσοδα, το έτος 2008, 25.000 ευρώ, το έτος 2004, 16.800 ευρώ, το έτος 2005, 46.900 ευρώ και το έτος 2006, 23.700 ευρώ.
Ότι εξ αιτίας του τραυματισμού του και των, από αυτόν, σοβαρών, μόνιμων και μη αναστρέψιμων βλαβών της υγείας του, αναγκάστηκε να τερματίσει την δραστηριότητά του ως ελεύθερου επαγγελματία και να απωλέσει, για το λόγο αυτό, το ποσό των 25.000 ευρώ, κατά μέσο όρο, για ένα έτος τουλάχιστον, που, μετά πιθανότητος και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα απεκέρδαινε.
Ισχυρίσθηκε επίσης, ότι με την προαναφερόμενη εργοδότριά του εταιρεία είχαν συμφωνήσει, ότι πέραν των εισφορών του στο ΙΚΑ, θα του κατέβαλε αυτή και τις εισφορές του στο ΤΣΜΕΔΕ ως ελεύθερου επαγγελματία. Ότι του κατέβαλε μόνο τις αναλογούσες σε κάθε μήνα αναρρωτικής του άδειας εισφορές, ως υπόχρεη από το νόμο, ενώ δεν του κατέβαλε τις αντίστοιχες εισφορές του προς το ΤΣΜΕΔΕ, τις οποίες αναγκάσθηκε να καταβάλει ο ίδιος και ανέρχονται, για το χρονικό διάστημα (της αναρρωτικής του άδειας) από 23-4-2010 έως 31-10-2010, στο ποσό των 1.743,46 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 5-4-2011 μέχρι 11-6-2011, στο ποσό των 386,94 ευρώ, ήτοι ζημιώθηκε κατά το συνολικό ποσό των 2.130,40 ευρώ.
Με το ιστορικό αυτό ζήτησε να του επιδικασθούν, ως διαφυγόν κέρδος και θετική ζημία του, τα ως άνω ποσά (25.000 + 2.130,40 ευρώ). Το δικάσαν Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το πρώτο κονδύλιο ως αόριστο με την αιτιολογία, ότι δεν αρκούσε η αναφορά, για το αναμενόμενο, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, καθαρό ποσό που θα αποκόμιζε ο ενάγων, αλλά απαιτείτο να αναφέρονται κατά μέσο όρο οι συμβάσεις που θα αναλάμβανε, το είδος της συμβάσεως και η αμοιβή του για καθεμία, ώστε να εξευρίσκετο το πραγματικό του εισόδημα από τις εργασίες αυτές και το δεύτερο κονδύλιο επίσης ως αόριστο, εφόσον δεν εξέθετε αναλυτικά τα ποσά κατά μήνα των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών.
Η αοριστία αυτή της αγωγής, που δεν συμπληρώθηκε, ούτε διευκρινίσθηκε από τον ενάγοντα έως την πρώτη συζήτησή της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, εμποδίζει τους εναγόμενους να αμυνθούν κατά της αγωγής και το Δικαστήριο να υπολογίσει την τυχόν οφειλομένη στον ενάγοντα αποζημίωση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά απέρριψε τα ως άνω κονδύλια ως αόριστα, η δε παράλειψη του Δικαστηρίου να υλοποιήσει την κατ’ άρθρο 236 επιταγή (σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 224 εδ.
β’ ΚπολΔ), είναι κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 636/ 2017), παρεκτός του ότι ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται με το δικόγραφο της αναιρέσεώς του ότι επεχείρησε ο ίδιος να θεραπεύσει την αοριστία της αγωγής του με δήλωσή του στα πρακτικά, ώστε να ανακύψει το κατά τα άνω καθοδηγητικό καθήκον του δικάσαντος δικαστή.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση καθόσον αφορά τον αναιρεσείοντα και τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, ασφαλιστική εταιρεία, κατά τα προαναφερόμενα κεφάλαιά της (της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης του αναιρεσείοντος και της χρηματικής παροχής του κατ’ άρθρο 931 ΑΚ), να απορριφθεί η αναίρεση κατά τα λοιπά, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η απόδοση, των κατατεθέντων για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλων, στον καταθέσαντα και να καταδικασθεί η δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρεία στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της ένδικης από 21-12-2016 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3786/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Κ. Κ..
Αναιρεί κατά τα λοιπά την ως άνω απόφαση κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαιά της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Διατάσει την απόδοση των παραβόλων στον καταθέσαντα. Και
Καταδικάζει τη δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρεία στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Απριλίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ