Supreme Court dismisses appeal on appeal inadmissibility and lack of causal link between omissions and loss.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's judgment regarding a maritime debt dispute. The appellant argued that the respondent company's failure to disclose specific facts constituted fraud and caused his financial loss, but the court found no causal link between these omissions and the damage suffered. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible for failing to specify violated legal principles and dismissed the substantive arguments as baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576, 576, 576 of the Code of Civil Procedure; Articles 226 §4 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appellant fails to specify which specific legal principles or rules of common sense were violated, and the court dismisses the appeal as baseless if the alleged omissions lack a causal connection to the claimed damage.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 752 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 752/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: H. M. M. S., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μπουρμά και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "...." που εδρεύει στoν … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/9/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 102/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9/2014 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4/5/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 8/4/2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Μαχαίρα, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αυτής.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρ.108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1,2,4 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύτηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 407/2004).
Εξ άλλου κατά τις γενικές διατάξεις του άρθρ. 226 §4 εδ.γ’ και δ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, για την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο ή είχε νόμιμα παραστεί κατά την ίδια δικάσιμο, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του, χωρίς εναντίωσή του, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου (ΑΠ 136/1999, ΑΠ 610/2008, ΑΠ 1902/2008). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις υπ’ αριθμ. .../11-5-2015 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Δ.
Μ., η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 9/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας, επισπεύθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, ο οποίος, προς το σκοπό αυτό, επέδωσε νομότυπα στην αναιρεσίβλητη ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου, με αριθμό πινακίου …, τη δικάσιμο της 20-4-2015, οπότε η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 7-12-2015, για την οποία κλήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα να παραστεί η αναιρεσίβλητη εταιρεία, με την επίδοση σε αυτή της από 28-4-2015 βεβαίωσης του αρμόδιου γραμματέα περί αναβολής εκδίκασης της υπόθεσης, με αριθμό πινακίου …, στην ανωτέρω δικάσιμο της 7-12-2015.
Κατά την τελευταία όμως αυτή δικάσιμο, η αναιρεσίβλητη δεν παρέστη στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νομίμως στη σειρά της από το πινάκιο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι’ αυτό πρέπει να δικαστεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Αντίθετα η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ’ αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.
Περαιτέρω, διδάγματα της κοινής πείρας, είναι γενικές αρχές που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, της συμμετοχής στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει πλέον κοινό κτήμα. Κατά την έννοια αυτή, χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο της ουσίας για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή για την εκτίμηση της αξίας και των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νόμιμα προσκομίστηκαν.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μόνον, όμως, αν αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτούς των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης, ενώ αντίθετα ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός, περί παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν, ενώ έπρεπε ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 1463/2006, ΑΠ 1232/2009, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 1662/2010, ΑΠ 1552/2013).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 985 παρ. 3 ΚΠολΔ, σε περίπτωση παραλείψεως εκ μέρους του τρίτου, στα χέρια του οποίου έγινε κατάσχεση, να δηλώσει, αν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε, αν έχει στα χέρια του το κατασχεμένο πράγμα και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση ή σε περίπτωση υποβολής ανακριβούς δηλώσεως, ο τρίτος ευθύνεται να αποζημιώσει αυτόν που επέβαλε την κατάσχεση.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, οι προϋποθέσεις της αποζημιώσεως συμπίπτουν επί παραλείψεως και επί υποβολής ανακριβούς δηλώσεως, ευθύνεται δε και νομιμοποιείται παθητικώς στη σχετική αγωγή του κατασχόντος δανειστή για την καταβολή της ως άνω αποζημίωσης, μόνο ο υπόχρεος υποβολής της αντίστοιχης δήλωσης τρίτος, στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση και όχι ο τυχόν αντιπρόσωπος του τελευταίου, σύμφωνα με το άρθρο 211 ΑΚ, ενώ προϋποθέσεις της ανωτέρω ευθύνης του τρίτου είναι το ζημιογόνο γεγονός της παραλείψεως της δηλώσεως ή της ανακριβείας της δηλώσεως, που υποβλήθηκε, η ζημία του κατασχόντος και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου αυτού γεγονότος και της ζημίας (ΑΠ 1456/1999, ΑΠ 15/1993, ΑΠ 454/1990).
Ειδικότερα, η έκταση και το περιεχόμενο της αποζημίωσης, καθώς και η αιτιώδης συνάφεια θα κριθούν κατά το ουσιαστικό δίκαιο, περιλαμβάνει δε η αποζημίωση αυτή, κάθε ζημία, που είναι απότοκος της συμπεριφοράς του τρίτου και συνεπώς μπορεί ο κατασχών να αναζητήσει ολόκληρη την απαίτησή του, προς ικανοποίηση της οποίας επιβλήθηκε η κατάσχεση, όταν επικαλείται και αποδεικνύει, ότι η μη είσπραξη της οφειλής αυτής οφείλεται στη συμπεριφορά του τρίτου και να υποχρεωθεί ο τρίτος σε αποζημίωση, εάν απέκρυψε ή παρέλειψε ορισμένα περιστατικά και από την απόκρυψη αυτή ή παράλειψη αυτή ως αιτίου ζημιώθηκε ο κατασχών.
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 71 ΑΚ που ορίζει, ότι το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημιώσεως, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της, κατά τη διάταξη αυτή, αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου είναι οι ακόλουθες:
α) Πράξη ή παράλειψη που να μην είναι δικαιοπραξία και να παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως με βάση άλλες διατάξεις του ΑΚ, όπως είναι και εκείνες των άρθρων 914 και 919 ΑΚ, β) πρέπει να πρόκειται για πράξη ή παράλειψη των οργάνων που αντιπροσωπεύουν το νομικό πρόσωπο. Ως όργανα του νομικού προσώπου, κατά το νομοθετικό λόγο της διατάξεως αυτής, νοούνται, όχι μόνο τα πρόσωπα που διοικούν το νομικό πρόσωπο κατά τους ορισμούς των άρθρων 65 έως 70 του ΑΚ (καταστατικά όργανα), αλλά και εκείνα των οποίων οι εξουσίες συναλλαγής με τρίτους προσδιορίζονται στο καταστατικό, τη συστατική πράξη ή τον κανονισμό λειτουργίας του νομικού προσώπου, ακόμη και αν τα πρόσωπα αυτά δεν μετέχουν στη διοίκηση του τελευταίου και γ) Πρέπει η πράξη ή η παράλειψη να έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων, που είχαν ανατεθεί στο όργανο, πρέπει δηλαδή να βρίσκεται σε εσωτερική συνάφεια με την εκτέλεση των καθηκόντων του οργάνου, είναι δε αδιάφορο για την ευθύνη του νομικού προσώπου αν το όργανο ενήργησε καθ’ υπέρβαση των καθηκόντων του ή κατά κατάχρηση της εξουσίας του (ΑΠ 1615/1999).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθική βλάβης, που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία, είναι:
α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, δ) επέλευση ζημίας και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας. Παράνομη, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ενώ ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς, προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε.
Παράλληλα, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας.
Προϋποθέσεις δε εφαρμογής της εν λόγω διάταξης (Α.Κ. 919) είναι: α) συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη αναγόμενη σε άσκηση δικαιώματος), που αντίκειται στα χρηστά ήθη, β) πρόθεση του δράστη για την επαγωγή ζημίας, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, γ) πρόκληση της ζημίας αυτής σε άλλον και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αντίθετης στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας του άλλου, υπάρχει δε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης του δράστη και της ζημίας η οποία επήλθε στον άλλο, όταν η πράξη ή η παράλειψη, από μόνη της, ήταν ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά λαμβανόμενη, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Συνεπώς, κύριο χαρακτηριστικό της ιδιαίτερης αδικοπραξίας του 919 Α.Κ. είναι η αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, η έννοια των οποίων είναι νομική και εξετάζεται αντικειμενικά, σύμφωνα με την αντίληψη του υγιώς, κατά το δίκαιο και κατά τη γενική αντίληψη του χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου ανθρώπου (Ολ.Α.Π. 10/1991), σε συνδυασμό με το επιτρεπτό του επιδιωχθέντος σκοπού, έστω και θεμιτού και των χρησιμοποιηθέντων μέσων.
Ειδικότερα, αντίθεση στα χρηστά ήθη υπάρχει, όταν, κατ’ αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του "χρηστώς και εμφρόνως" σκεπτόμενου ατόμου, η συγκεκριμένη συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις δικανικές αρχές, στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο. Προκειμένου να κριθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς, υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, με την πιο πάνω έννοια, προς τα χρηστά ήθη, (την οποία δεν αποκλείει η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή ευχέρειας), συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγματώσεως της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής.
Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται ο ζημιώσας να ενήργησε με τον αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον άλλον (άμεσος δόλος), αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέλησή του, ότι δηλαδή προέβλεψε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρόλα αυτά δεν απέσχε από την πράξη ή την παράλειψη, από την οποία επήλθε η ζημία.
Η γένεση, εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, υποχρεώσεως για αποζημίωση, προϋποθέτει, σύμφωνα με αυτήν τη διάταξη, συνδυαζομένη με εκείνες του άρθρου 298 του ΑΚ, την ύπαρξη μεταξύ της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και της ζημίας που τυχόν επήλθε, αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου, υπό την έννοια, ότι η ως άνω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επελεύσεως της ζημίας, ήταν, καθεαυτή, και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, ούτως ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και, αντιστοίχως, η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη, επαρκή αιτία της ζημίας.
Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, ότι συγκεκριμένη συμπεριφορά αντίκειται στα χρηστά ήθη, καθώς και η κρίση του για την ύπαρξη μεταξύ ορισμένης συμπεριφοράς, αφενός, και ζημίας, αφετέρου, αιτιώδους, υπό την έννοια πρόσφορης αιτιότητας, συνδέσμου, που αποτελεί συμπέρασμα υπαγωγής περιστατικών στις νομικές έννοιες των χρηστών ηθών και του ως άνω αιτιώδους συνδέσμου, αντιστοίχως, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για παραβίαση, ευθεία ή εκ πλαγίου, των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που περιέχονται στα προαναφερόμενα άρθρα του ΑΚ. (Ολ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1354/2015, ΑΠ 864/2014, ΑΠ 900/2011, ΑΠ 1652/2006, ΑΠ 1298/2006, ΑΠ 137/2005). Στην προκείμενη υπόθεση, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων, με την ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, από 16-9-2005 αγωγή του κατά της εδρεύουσας στον Πειραιά αναιρεσίβλητης εταιρείας, ανέφερε για τη θεμελίωση των ασκούμενων με αυτή δικαιωμάτων του, όπως και το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, τα εξής:
‘ Ότι κατά του A. E. R. Z. είχε απαιτήσεις από δύο συναλλαγματικές και ένα γραμμάτιο εις διαταγήν, συνολικού ποσού 26.500 ευρώ. ‘ Ότι για τις εν λόγω απαιτήσεις του είχαν εκδοθεί αντίστοιχα οι ...2004 διαταγές πληρωμής του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, που επιδόθηκαν νομίμως στον οφειλέτη του, κατά τους αναφερόμενους στο δικόγραφο της αγωγής χρόνους, χωρίς, έκτοτε, να έχει ασκηθεί ανακοπή κατ’ αυτών.
‘ Ότι ο A. E. R. Z. είχε κατά της εδρεύουσας στον ... ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρείας την επωνυμία "...", η οποία αντιπροσωπευόταν στην Ελλάδα από την εναγομένη εταιρεία, απαίτηση αφορώσα δεδουλευμένους μισθούς, για την παροχή ναυτικής εργασίας, έξοδα διατροφής, διαμονής και μετακινήσεως, λόγω εκτός έδρας παροχής εργασίας, συνολικού ποσού 74.879,22 ευρώ, υποχρεώθηκε δε να του καταβάλλει τούτο η ως άνω εταιρεία "...", δυνάμει των υπ’ αριθμ. 511/2000 και 512/2000 τελεσίδικων αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας.
‘ Ότι στις 3-1-2005 κατέσχεσε αναγκαστικά στα χέρια της εδρεύουσας στον ... και αντιπροσωπευόμενης στην Ελλάδα από την εναγομένη ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία "...", ως τρίτης, την ανωτέρω κατ’ αυτής απαίτηση του A. E. R. Z. μέχρι του ποσού των 29.754,87 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στο σύνολο της απαιτήσεώς του κατά του A.
E. R. Z., επιτάσσοντας την τελευταία εταιρεία ως τρίτη, να μην καταβάλλει το ποσό αυτό στον καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη του, αλλά να το κρατήσει στα χέρια της για τα παραπέρα νόμιμα (άρθρα 988 επ. ΚΠολΔ). ‘ Ότι η εναγομένη δεν δήλωσε νομοτύπως και εμπροθέσμως κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 985 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν υπάρχει η κατασχεθείσα απαίτηση ή αν έχει επιβληθεί στα χέρια της άλλη κατάσχεση, με αποτέλεσμα η παράλειψη αυτής της δηλώσεως να εξομοιώνεται εκ του νόμου με αρνητική δήλωση (άρθρο 985 παρ. 3 ΚΠολΔ).
‘ Ότι άσκησε κατά της ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρείας "...", ως τρίτης, και του A. E. R. Z., ως οφειλέτη του, την κατ’ άρθρο 986 του ΚΠολΔ από 2-2-2005 ανακοπή του και επί αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 188/2005 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι η εργοδότρια του οφειλέτη του ως άνω ανώνυμη ναυτιλιακή εταιρεία "..." οφείλει στον τελευταίο (A.
E. R. Z.) το ποσό των 29.754,87 ευρώ, το οποίο κατασχέθηκε στα χέρια της ως τρίτης. ‘ Ότι από την παράλειψη υποβολής της ανωτέρω δηλώσεως, η οποία εξομοιούται με αρνητική δήλωση, ο ίδιος (ενάγων) υπέστη ζημία, ισόποση με την προαναφερόμενη απαίτησή του, δεδομένου ότι η καθ’ ης η εκτέλεση οφειλέτης έχει γίνει αναξιόχρεη και δεν είναι πλέον δυνατή η ικανοποίησή του, ως κατασχόντος δανειστή, από την περιουσία της, καθώς εκπλειστηριάστηκε το μοναδικό της περιουσιακό στοιχείο, ήτοι το υπό Παναμαϊκή σημαία ...
πλοίο με την επωνυμία "...". ‘ Ότι ο A. E. R. Z., το Μάϊο του έτους 2004, τον πίεζε ασφυκτικά να του δανείσει το ποσό των 115.000 €, που χρειαζόταν για κάποιες εμπορικές δοσοληψίες της εταιρείας, την οποία είχε συστήσει-κατά τους ισχυρισμούς του- με το συγγενή, εκπρόσωπο και συνεταίρο του K. F., κάτοικο ... και ουσιαστικό πλοιοκτήτη του υπό Παναμαϊκή σημαία Ε/Γ - Ο/Γ πλοίου "...", διαβεβαιώνοντας αυτόν (ενάγοντα) ταυτόχρονα, ότι θα λάβει οπωσδήποτε το πιο πάνω ποσό, καθώς, σε ένα έτος το πολύ από τότε, θα ελάμβανε το οφειλόμενο για δεδουλευμένους μισθούς κ.ο.κ., από την ως άνω εργοδότριά του εταιρεία "...", ποσό των 141.182,52€, μέσω του πλειστηριασμού του πλοίου της τελευταίας "...", που ήταν επί έτη παροπλισμένο στη θαλάσσια περιοχή των ναυπηγείων Χαλκίδας.
‘ Ότι στην ερώτησή του, αν οφείλει και σε τρίτους άλλα χρηματικά ποσά, με συνέπεια να μην μπορέσει να εξοφληθεί κατά τον πιο πάνω τρόπο, ο οφειλέτης του τον διαβεβαίωνε σε όλους τους τόνους, πως δεν οφείλει σε κανέναν άλλον τίποτε και δεν υπήρχε κανένας απολύτως κίνδυνος για τον ίδιο (ενάγοντα), ενώ, προκειμένου να καθησυχάσει τις ανησυχίες του, συνέστησε σε αυτόν να επικοινωνήσει με τα γραφεία της εναγομένης και συγκεκριμένα με την εκπρόσωπό της Π.
Σ., η οποία γνώριζε για τον πλειστηριασμό του πλοίου, ώστε αυτή να τον ενημερώσει και διαβεβαιώσει για όλα τα παραπάνω και κατ’ αυτόν τον τρόπο να τον καθησυχάσει. ‘ Ότι ο πληρ. δικηγόρος του Γ. Μ. επικοινώνησε κατά τα τέλη Μαΐου 2004 με την ανωτέρω εκπρόσωπο της εναγομένης, η οποία τον διαβεβαίωσε, πως μέχρι τότε δεν είχε μεν αρχίσει η εκτελεστική διαδικασία για τον πλειστηριασμό του ανωτέρω πλοίου, προφανώς διότι κανείς από τους ενδιαφερομένους δανειστές της καθ’ ης η εκτέλεση ("..."), δεν είχε ακόμη την οικονομική δυνατότητα για την καταβολή των εξόδων εκτελέσεως (πλειστηριασμός πλοίου), αλλά κατά πάσα πιθανότητα κάτι τέτοιο θα γινόταν στο άμεσο μέλλον.
‘ Ότι η ίδια πιο πάνω εκπρόσωπος της εναγομένης, στο ερώτημα του πληρ. δικηγόρου του, για το αν γνωρίζει την ύπαρξη άλλων δανειστών του οφειλέτη του, οι οποίοι θα απέκλειαν ή θα περιόριζαν, ενδεχομένως, την ικανοποίηση των ήδη υφισταμένων, αλλά και της μελλοντικής πιο πάνω αξίωσής του σε βάρος του τελευταίου από το αιτηθέν δάνειο των 115.000 €, απάντησε ότι από όσα η ίδια γνώριζε μέχρι τότε - δεν "θα έπρεπε να χρωστούσε και σε άλλους" ο οφειλέτης του, χωρίς όμως να είναι σίγουρη για κάτι τέτοιο, δηλ.
διατηρώντας τις σχετικές επιφυλάξεις. ‘ Ότι και πριν από το πιο πάνω περιστατικό και συγκεκριμένα στις αρχές Απριλίου 2004, ο ίδιος (ενάγων) μαζί με τον οφειλέτη του και τρίτο άτομο -φίλο του τελευταίου - μετέβησαν στην έδρα της εναγομένης στον Πειραιά, όπου συνάντησαν, κατόπιν πρωτοβουλίας του οφειλέτη του, την προαναφερόμενη εκπρόσωπό της Π.
Σ., η οποία τότε για πρώτη φορά ανέφερε τα παραπάνω και επιπλέον ισχυρίσθηκε, πως απαιτείται η παρέλευση πέντε ετών από την κατάσχεση μέχρι τον πλειστηριασμό του πλοίου ..., καθώς και πως ο πλειστηριασμός αυτός θα γίνει - μεταξύ των άλλων και - για να εξοφληθούν τα χρέη του καραβιού, του οποίου η τιμή ανέμενε ότι θα υπερέβαινε το ποσό του 1.000.000 ευρώ, ο δε οφειλέτης του επρόκειτο να λάβει από τον εν λόγω πλειστηριασμό το συνολικό ποσόν των 155.000 € περίπου.
‘ Ότι με δεδομένα όλα τα παραπάνω, προέβη στις 10-6-2004 στην αιτηθείσα δανειοδότηση του A. E. R. Z. με το αιτηθέν ποσόν των 115.000 €, και τη συμφωνία ο τελευταίος να του αποδώσει αυτό ατόκως στις 1-3-2005, ενέργεια στην οποία ουδέποτε θα προέβαινε, (υψηλόποσο δανεισμό του οφειλέτη του), αν γνώριζε, ότι αυτός οφείλει οποιοδήποτε ποσό σε τρίτους ή ότι δεν επέκειτο στο άμεσο μέλλον ο πλειστηριασμός του πιο πάνω πλοίου και η συνακόλουθη εξόφληση του οφειλέτη του κατά τα προαναφερόμενα.
‘ Ότι, για την εξασφάλιση της πιο πάνω δανειακής απαίτησής του, εξέδωσε και ο οφειλέτης του αποδέχθηκε αυθημερόν, (δηλ. στις 10-6-2004), μία συναλλαγματική ποσού 115.000 €, λήξεως την 1-3-2005, η οποία είναι πληρωτέα εις διαταγήν του. ‘ Ότι κατά την ανωτέρω τηλεφωνική επικοινωνία του πληρ. δικηγόρου του με την εκπρόσωπο της εναγομένης Π.
Σ., η τελευταία απέκρυψε σκοπίμως, παρανόμως, αλλά και πέραν πάσης εννοίας ηθικής και καλόπιστης συμπεριφοράς, το γεγονός ότι η εναγομένη είχε ήδη μέχρι τότε δανείσει προσωπικά, εντόκως τον πιο πάνω οφειλέτη του κατά το χρονικό διάστημα από 3-2-1997 έως 5-1-1998, ποσό ισάξιο των 42.609,80 ευρώ, το οποίο, με τους συμβατικούς τόκους (από την ημερομηνία κάθε καταβολής μέχρι την αποπληρωμή), ανερχόταν στις 25-5-2005 στο συνολικό ποσό των 75.660,20 ευρώ, όπως ειδικότερα αναλύεται στο δικόγραφο της αγωγής και πληροφορήθηκε αργότερα.
‘ Ότι υπάλληλος της εναγομένης, (αγνώστων λοιπών στοιχείων στον ίδιο και τον πληρ. δικηγόρο του), επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον πληρ. δικηγόρο του στις 2-3-2005, δηλ. περίπου 2 μήνες μετά την επίδοση στην εναγομένη του από 3-1-2005 κατασχετηρίου του, κατά τα προαναφερόμενα, αλλά και μία εβδομάδα πριν από τον πλειστηριασμό του πλοίου "..." κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα, και τον ρώτησε αν υπάρχει κάποια άλλη αξίωσή του έναντι του ανωτέρω οφειλέτη του και από ποιά αιτία.
Ο πληρ. δικηγόρο του, ανυποψίαστος, απάντησε καταφατικά και ανέφερε στην υπάλληλο της εναγομένης λεπτομερώς όλα τα παραπάνω σχετικά με τον δανεισμό του A. E. R. Z. εκ μέρους του με το ποσόν των 115.000 €, δήλωσε δε ο δικηγόρος του, πως για την εξασφάλιση της εν λόγω απαίτησής του, εκδόθηκε η προαναφερόμενη συν/κη, η οποία όμως μόλις την προηγούμενη ημέρα είχε λήξει, χωρίς να πληρωθεί νομίμως, και για το λόγο αυτό επρόκειτο λίαν άμεσα να προβεί στην έκδοση της σχετικής διαταγής πληρωμής, δεδομένου ότι ο ανωτέρω οφειλέτης του ουσιαστικά είχε προσωρινώς εξαφανισθεί, ώστε να αποφύγει την αποπληρωμή της πιο πάνω οφειλής του.
‘ Ότι, μετά από αυτήν την ενημέρωση, η υπάλληλος της εναγομένης ευχαρίστησε τον δικηγόρο του και υποσχέθηκε σ’ αυτόν αφ’ ενός ότι θα στείλει το παραπάνω κατασχετήριο την επόμενη κιόλας ημέρα στη νομική υπηρεσία της εναγομένης για τις περαιτέρω ενέργειες, καθώς και ότι συντομότατα θα μιλήσει μαζί του για πληρέστερη πληροφόρηση ο νομικός σύμβουλος της εναγομένης.
‘ Ότι κατά τον ανωτέρω χρόνο και τη σχετική τηλεφωνική επικοινωνία της με τον δικηγόρο του, η εν λόγω υπάλληλος της εναγομένης παρέλειψε σκοπίμως, παρανόμως και πέραν πάσης εννοίας συναλλακτικής - κοινωνικής ηθικής, να αναφέρει στον τελευταίο, έστω και τότε, αφ’ ενός το οτιδήποτε για τα προαναφερόμενα δάνεια της εναγομένης προς τον οφειλέτη του, καθώς επίσης και ότι μετά την χορήγηση των πιο πάνω δανείων, η εναγομένη δάνεισε τον οφειλέτη του, καταβάλλοντας σ’ αυτόν τα εξής ποσά κατά τις κατωτέρω ημερομηνίες: 1) την 14-12-2004 ευρώ 1.000, 2) την 14-12-2004 ευρώ 2.500, 3) την 31-12-2004 ευρώ 1000, 4) την 3-1-2005 ευρώ 3.200, 5) την 9-2-2005 ευρώ 1000, 6) την 10-2-2005 ευρώ 2.500, ενώ όλα τα παραπάνω παρέλειψε να αναφέρει η υπάλληλος της εναγομένης, μολονότι ασφαλώς γνώριζε αυτά, εφόσον δεν είναι λογικό να αγνοούσε τις λεπτομέρειες της πιο πάνω υπόθεσης και να ανέλαβε να συνεννοηθεί σχετικά για αυτήν με τον δικηγόρο του, υποκλέπτοντας μάλιστα τις μελλοντικές προθέσεις του, χωρίς να γνωρίζει περί τίνος ακριβώς πρόκειται.
‘ Ότι επιπλέον η υπάλληλος της εναγομένης παρέλειψε τότε, κατά τον ίδιο τρόπο, να αναφέρει στον δικηγόρο του ότι, επειδή ο οφειλέτης του αδυνατούσε οικονομικά να εξοφλήσει την εναγομένη, συμφώνησε η τελευταία μαζί του, το καλοκαίρι του έτους 2004, να τον χρηματοδοτήσει για να εκπλειστηριάσει το επί έτη παροπλισμένο στη θαλάσσια περιοχή της Χαλκίδας πλοίο ..., ούτως ώστε και εκείνος να εισπράξει τα οφειλόμενα, αλλά και να αποπληρωθεί η αξίωσή της από το ποσό του εκπλειστηριάσματος, που θα εισέπραττε ο οφειλέτης του μέσω του πίνακα κατατάξεως, προς τούτο δε τον χρηματοδότησε, για όλη τη διαδικασία, από την έκδοση τίτλου εκτελεστού κατά της πλοιοκτήτριας - εργοδότριας αυτού εταιρίας για αξίωση ύψους 141.182,52 €, καθώς και για όλη την επακολουθήσασα διαδικασία εκτελέσεως και πλειστηριασμού, με ποσό 16.822,32 €.
‘ Ότι επιπλέον η υπάλληλος της εναγομένης απέκρυψε παρανόμως από τον δικηγόρο του ότι, προς μείζονα διασφάλιση της εναγομένης, ο οφειλέτης του συμφώνησε και χορήγησε ανέκκλητο συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο στη δικηγόρο της εναγομένης Δ. Σ., να εισπράξει εκείνη το ποσό, για το οποίο θα κατετάσσετο στον οικείο πίνακα κατατάξεως, και να του αποδώσει 35.000,00 €, ως υπόλοιπο που εδικαιούτο να λάβει, μετά την εξόφληση των υποχρεώσεών του, (141.182,52 - 106.182,52), ενώ το ποσό της οφειλής θα το απέδιδε η εν λόγω δικηγόρος στην εκπρόσωπο της εναγομένης, Π.
Σ., που ενεργούσε κατ’ εντολήν της, δυνάμει των εσωτερικών τους σχέσεων, αποσιωπώντας επίσης η εν λόγω υπάλληλος παράνομα και ανήθικα από τον δικηγόρο του το γεγονός ότι ο οφειλέτης του είχε συμφωνήσει με την ανωτέρω Π. Σ., επί τη καταβολή την ημέρα του πλειστηριασμού του υπολοίπου των 35.000 ευρώ που εδικαιούτο να λάβει, να της εκχωρήσει το σύνολο των αξιώσεών του επί του εκπλειστηριάσματος, συμφωνία που κοινή συναινέσει δεν υλοποιήθηκε, διότι τα μέρη ανέμεναν την είσπραξη μέσω του πίνακα κατατάξεως.
‘ Ότι επιπροσθέτως η εν λόγω υπάλληλος της εναγομένης απέκρυψε, δολίως και κατά παράνομο και ανήθικο τρόπο, από τον δικηγόρο του το γεγονός ότι ο οφειλέτης του, με την προαναφερόμενη οικονομική βοήθεια της εναγομένης, επέτυχε την έκδοση της υπ’ αριθμ. ...2004 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας και του υπ’ αριθμ. ...2004 α’ απογράφου εκτελεστού της πιο πάνω διαταγής πληρωμής.
‘ Ότι έτσι, δυνάμει του ανωτέρω τίτλου και βάσει της υπ’ αριθμ. ...2005 έκθεσης αναγκαστικής κατασχέσεως ε/γ πλοίου του δικ. επιμελητή Χαλκίδας Γ. Κ. και της υπ’ αριθμ. ...2005 περίληψης της ως άνω κατασχετήριας έκθεσης, επρόκειτο να εκτεθεί σε λίαν άμεσο χρόνο και συγκεκριμένα την 9-3-2005 σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό το ως άνω πλοίο ...
ενώπιον της συμ/φου Χαλκίδας Ε. Μ., γεγονότα τα οποία, ο ίδιος και ο πληρ. Δικηγόρος του αγνοούσαν παντελώς αλλά και ούτε μπορούσαν να γνωρίζουν, εξαιτίας της παράνομης, κακόπιστης και λίαν ανήθικης προαναφερόμενης συμπεριφοράς των εκπροσώπων της εναγομένης προς αυτούς. ‘ Ότι η εναγομένη ουδόλως είχε ενημερώσει μέχρι τότε αλλά ούτε και μεταγενέστερα, την ανωτέρω συ/φο - υπάλληλο του πλειστηριασμού - σχετικά με το ήδη επιδοθέν σ’ αυτήν από 3-1-2005 κατασχετήριό του, ώστε η εν λόγω συμ/φος - έχοντας υπ’ όψιν της το πιο πάνω γεγονός - έστω και μετά την σύνταξη του απαραίτητου πίνακα κατατάξεως πλειστηριάσματος, να μεριμνήσει:
α) για την μη καταβολή του πιο πάνω οφειλόμενου σε αυτόν συνολικού ποσού 29.754,87 € +115.000 € = 144.754,87 € στον οφειλέτη του - επισπεύδοντα τον πλειστηριασμό του πλοίου, β) για την παρακράτηση και απόδοση σε αυτόν του εν λόγω ποσού και την κατ’ αυτόν τον τρόπο, (έστω και μερική), εξόφληση της προαναφερθείσας απαίτησής του, δεδομένου, ότι μέχρι τότε, αλλά και μεταγενέστερα, ουδείς άλλος δανειστής του επισπεύδοντος οφειλέτη του προέβη σε νόμιμη κατάσχεση της πιο πάνω απαίτησής του εις χείρας της εναγομένης, (ως τρίτης), όπως έπραξε ο ίδιος και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι θα προσκόμιζε στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, αφ’ ενός εκτελεστό τίτλο για την ανωτέρω απαίτησή του ποσού 115.000 € και αφ’ ετέρου τελεσίδικη απόφαση επί της πιο πάνω ανακοπής του (βάσει του άρθρου 986 ΚΠολΔ).
‘ Ότι η εναγομένη, για την εξασφάλιση και εξόφληση της ανωτέρω απαίτησής της έναντι του οφειλέτη του, δεν ακολούθησε τη νόμιμη οδό της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου και δεν ενημέρωσε (παρανόμως) την υπάλληλο του πλειστηριασμού για την ύπαρξη της δικής του απαίτησης, κατά τα προαναφερόμενα, αλλά προτίμησε να βάλει τον οφειλέτη του να υπογράψει ανέκκλητο συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο στη δικηγόρο της εναγομένης Δ.
Σ., να εισπράξει εκείνη το ποσό, για το οποίο θα κατετάσσετο ο οφειλέτης του στον οικείο πίνακα κατατάξεως και να του αποδώσει το υπόλοιπο ποσό 35.000 €, μετά την εξόφληση των υποχρεώσεων του τελευταίου προς την εναγομένη, με αποκλειστικό σκοπό να αποφύγει τη σύμμετρη ικανοποίηση της απαίτησής της μαζί με τη δική του, (εφόσον ουδέν προνόμιο είχε η απαίτηση της εναγομένης σε σύγκριση με τη δική του) και αντιστοίχως να επιτύχει την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της δικής της απαίτησης.
‘ Ότι με την προαναφερόμενη παράνομη, ανήθικη και κακόπιστη συμπεριφορά, (παράλειψη ενημέρωσής του για την δανειοδότηση του οφειλέτη του από την εναγομένη με υψηλά ποσά), των νομίμων εκπροσώπων και υπαλλήλων της εναγομένης προς τον ίδιο, του δημιουργήθηκε πλάνη σχετικά με τη δυνατότητα του οφειλέτη του να τον εξοφλήσει και αυτή ακριβώς η πλάνη τον οδήγησε σε περιουσιακή διάθεση, (δηλ.
την εκ νέου δανειοδότηση του οφειλέτη του με το αιτηθέν υψηλό ποσόν των 115.000 €), στην οποία ασφαλώς ουδέποτε θα προέβαινε, αν δεν τον εξαπατούσε, κατά τον πιο πάνω τρόπο η εναγομένη. ‘ Ότι από την εν λόγω περιουσιακή διάθεση προκλήθηκε σε αυτόν σημαντικότατη περιουσιακή βλάβη, (κίνδυνος σοβαρός απώλειας, δηλ.
μη απόδοσης του δανεισθέντος ποσού), καθώς και αντίστοιχο περιουσιακό όφελος στην εναγομένη, εφόσον αυτή επρόκειτο άμεσα να λάβει το ποσό που δάνεισε στον οφειλέτη του, (106.182,52 €), από το ποσό, για το οποίο θα κατατασσόταν ο τελευταίος στον οικείο πίνακα κατατάξεως, για τη διανομή του πλειστηριάσματος πλοίου, κατά τα προαναφερόμενα, (141.182,52 €), από το οποίο όμως (ποσό) επρόκειτο να εξοφληθεί ο ίδιος, εφόσον ο οφειλέτης του ουδέν άλλο περιουσιακό στοιχείο διέθετε, με συνέπεια η εν λόγω συμπεριφορά των εκπροσώπων ή υπαλλήλων της εναγομένης να αποτελεί αναμφισβήτητα, όχι μόνον αξιόποινη συμπεριφορά ως απάτη (άρθρο 386 Π.Κ.), αλλά ταυτόχρονα και ζημιογόνο αδικοπραξία, εξαιτίας της οποίας η αντίδικός του ευθύνεται προς πλήρη αποζημίωσή του (άρθρα 914 επ., 919 Α.Κ.).
‘ Ότι ειδικότερα η επελθούσα σε αυτόν ζημία από τη συμπεριφορά των εκπροσώπων ή υπαλλήλων της εναγομένης συνίσταται στο ότι πράγματι την 9-3-2005 εκτέθηκε σε αναγκαστικό δημόσιο πλειστηριασμό, ενώπιον της συμ/φου Χαλκίδας Ε. Μ., το ανωτέρω ε/γ πλοίο και συντάχθηκε σχετικά η υπ’ αριθμ. ...9-3-2005 έκθεση της πιο πάνω συμ/φου, με την οποία το πλειστηριασθέν πλοίο κατακυρώθηκε στην εταιρία με την επωνυμία "...." στο ποσόν των 670.000 €.
‘ Ότι η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος συνέταξε τον υπ’ αριθμ. .../26-4-2005 πίνακα κατάταξης εκπλειστηριάσματος πλοίου και την υπ’ αριθμ. .../26-4-2005 πρόσκληση προς τους αναγγελθέντες δανειστές, βάσει δε του ανωτέρω πίνακα κατατάξεως, ο οφειλέτης του κατετάγη προνομιακά και οριστικά για την αξίωσή του ποσού 141.182,52 € κατά της ανωτέρω εργοδότριάς του.
‘ Οτι αυτός (ενάγων), χωρίς να γνωρίζει τα προαναφερόμενα, προέβη στην κατάθεση της από 28-4-2005 αιτήσεώς του, για την έκδοση διαταγής πληρωμής, απευθυνομένης προς τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ ...2005 διαταγή πληρωμής του πιο πάνω δικαστή, που έκανε καθ’ ολοκληρίαν δεκτή την ανωτέρω αίτησή του, διέταξε τον οφειλέτη του να καταβάλλει σε αυτόν το ποσό των 115.000 € με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της λήξεως της ανωτέρω, (εκδοθείσας σε βάρος του προς εξασφάλιση της εν λόγω απαίτησής του), συν/κης μέχρις εξοφλήσεως και επιπλέον καταδίκασε τον εν λόγω οφειλέτη του στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης ποσού 1.600 €.
Ότι την πιο πάνω διαταγή πληρωμής, μαζί με την από 26-5-2005 επιταγή προς πληρωμή, επέδωσε δύο φορές στον οφειλέτη του και συγκεκριμένα την 26-5-2005, όπως αποδεικνύεται από την υπ’ αριθμ. .../2005 έκθεση επίδοσης του δικ. επιμελητή Χαλκίδας Α. Γ., καθώς και την 29-7-2005, όπως αποδεικνύεται από την υπ’ αριθμ. .../2005 έκθεση επίδοσης του ίδιου πιο πάνω δικ.
επιμελητή, χωρίς όμως ο οφειλέτης του να ασκήσει ανακοπή κατ’ αυτής, με συνέπεια η παραπάνω διαταγή πληρωμής να αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου. ‘ Οτι η υπάλληλος του ανωτέρω πλειστηριασμού συμ/φος Ε. Μ. κατέθεσε νόμιμα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, (γραφείο Χαλκίδας), το ποσό του επιτευχθέντος πλειστηριάσματος (670.000 €), μετά την αφαίρεση των πάσης φύσεως εξόδων εκτελέσεως ύψους 16.822,32 €, δηλ.
κατέθεσε δημοσίως το συνολικό ποσό των 653.177,68 €. ‘ Ότι με δεδομένα όλα τα παραπάνω, (κυρίως δε την παράλειψη της εναγομένης να ενημερώσει την υπάλληλο του πλειστηριασμού για την τελεσθείσα κατάσχεση εις χείρας τρίτου κατά τα προαναφερόμενα, παρά τη σχετική νόμιμη υποχρέωσή της προς τούτο, κατά τελολογικά διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 985 και 988 ΚΠολΔ), αλλά και το γεγονός ότι κατά του πιο πάνω πίνακα διανομής του πλειστηριάσματος δεν ασκήθηκε κάποια ανακοπή από τους δανειστές της καθ’ ης η εκτέλεση, γίνεται απολύτως εμφανές, ότι ο οφειλέτης του μπορούσε ανά πάσα στιγμή να εισπράξει από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το αναλογούν σ’ αυτόν ποσό των 141.182,52 € βάσει του προαναφερθέντος υπ’ αριθμ. .../26-4-2005 πίνακα κατάταξης εκπλειστηριάσματος πλοίου και μετά από σχετική προς τούτο εντολή της υπαλλήλου του πλειστηριασμού προς τον αρμόδιο υπάλληλο του ανωτέρω ταμείου, σύμφωνα με τη ρητή επιταγή του άρθρου 980 ΚΠολΔ, όπως πράγματι έγινε, (εφόσον δεν υπήρχε νόμιμος λόγος να γίνει κάτι άλλο), καθώς ο οφειλέτης του, ανακαλώντας το προγενέστερο συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο στη δικηγόρο της εναγομένης Δ.
Σ., εισέπραξε το οφειλόμενο σ’ αυτόν ποσό τον 141.182,52 € από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων στις 25-5-2005, μέσω τρίτου δικηγόρου και αυθημερόν έστειλε με έμβασμα όλο το πιο πάνω ποσό στην οικογένειά του στην Αίγυπτο, με συνέπεια σήμερα να στερείται οποιουδήποτε εμφανούς περιουσιακού στοιχείου, ώστε να μπορέσει να εξοφληθεί από αυτό, έστω και μερικώς, η αξίωσή του συνολικού ποσού ύψους 29.754,87 €, για την εξασφάλιση και ικανοποίηση της οποίας προέβη στην προαναφερόμενη κατάσχεση εις χείρας τρίτου και ανέμενε φυσιολογικά να εξοφληθεί βάσει αυτής.
‘ Ότι ορισμένα μόνο στοιχεία της προαναφερόμενης παράνομης, κακόπιστης και ανήθικης ζημιογόνου συμπεριφοράς της εναγομένης πληροφορήθηκε ο πληρ. δικηγόρος του για πρώτη φορά στις 27-5-2005, όταν η συνάδελφός του Δ. Σ. τον ενημέρωσε, πως ο οφειλέτης του είχε ήδη πριν από δύο ημέρες εισπράξει το πιο πάνω ποσό των 141.182,52 €, κατά τα προαναφερόμενα, υποδεικνύοντας ταυτόχρονα σ’ αυτόν - δυστυχώς τώρα όμως πλέον "κατόπιν εορτής" - να προβεί σε κατάσχεση εις χείρας τρίτου για το οφειλόμενο ποσό των 29.754,87 €, προς όλα τα υποκαταστήματα τραπεζών στη Χαλκίδα, σε κάποιο από τα οποία προφανώς ήλπιζε η ανωτέρω πληρ.
δικηγόρος της εναγομένης ότι θα είχε καταθέσει ο οφειλέτης του το ληφθέν από αυτόν ποσό των 141.182,52 €, παραβλέποντας όμως η τελευταία ότι ουδεμία απολύτως τράπεζα μπορούσε - λόγω του πρακτικά απαραβίαστου τραπεζικού απορρήτου - να πληροφορήσει, για το αν ο οφειλέτης του είχε καταθέσει κάποιο ποσό σ’ αυτήν, καθώς και τι ποσό είχε τυχόν καταθέσει, οπότε η ανωτέρω υπόδειξη ήταν ουσιαστικά για τον ίδιο "δώρον άδωρον", ενώ αργότερα, μετά από έρευνα του φακέλου του πιο πάνω πλειστηριασμού, ο πληρ.
δικηγόρος του αντιλήφθηκε πλήρως όλα τα στοιχεία της παράνομης ζημιογόνου συμπεριφοράς της εναγομένης εις βάρος του. ‘ Ότι από την προαναφερόμενη παράνομη, κακόπιστη και ανήθικη ζημιογόνο συμπεριφορά της εναγομένης και τη συνακόλουθη πρόκληση σε αυτόν περιουσιακής ζημίας συνολικού ποσού 29.754.87 € + 116.600 €=146.354,87 € κατά τα προαναφερόμενα, υπέστη επίσης σοβαρή ηθική βλάβη, η οποία συνίσταται στην πρόκληση αγωνίας, ανησυχίας αλλά και ανείπωτου πόνου, λύπης, πικρίας και στενοχώριας για την απώλεια της δυνατότητας να του επιστραφούν τα πιο πάνω δανεισθέντα ποσά, τα οποία αποτελούν κυρίως (αλλά όχι αποκλειστικά), το προϊόν της σκληρής απασχόλησής του, ως αλλοδαπού εργάτη στην Ελλάδα, σε - πολλές φορές - πάνω από δύο θέσεις εργασίας και τα οποία (ποσά) κανονικά έπρεπε να σταλούν στην οικογένειά του (σύζυγο και τέκνο) στην Αίγυπτο, για την βελτίωση της ζωής των οποίων συνεχώς εργάζεται, ενώ επίσης αισθάνθηκε έντονη οργή, θυμό και αγανάκτηση για την αδικαιολόγητα εχθρική υποχθόνια, ύπουλη και παράνομη ανωτέρω συμπεριφορά της εναγομένης εις βάρος του, εξαιτίας της οποίας ουσιαστικά απώλεσε, από τη μια στιγμή στην άλλη, τις ανωτέρω υψηλόποσες απαιτήσεις του, οι οποίες αποτελούσαν (αν όχι το μοναδικό, τουλάχιστον) το σπουδαιότερο περιουσιακό στοιχείο του, αλλά ταυτόχρονα και έντονο φόβο, τρόμο, αγωνία και ανησυχία για την γενικότερη τύχη της οικογένειάς του στην Αίγυπτο, κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα στην αγωγή, λαμβανομένων δε υπ’ όψιν, όλων των προαναφερομένων, για την χρηματική ικανοποίηση της σοβαρότατης ηθικής βλάβης που υπέστη, η εναγομένη πρέπει να του καταβάλλει το δίκαιο και εύλογο ποσό των 20.000 ευρώ, δεδομένης της εν γένει κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, του συνόλου των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης, της αποκλειστικής υπαιτιότητας της εναγομένης για την προκληθείσα σε αυτόν (υλική και ηθική) ζημία.
Ισχυριζόμενος περαιτέρω ο ενάγων, ότι η εναγομένη του οφείλει, ως αποζημίωση, για τις ήδη πιο πάνω αναφερόμενες αιτίες: α) το ποσό των 29.754,87 €, (για το οποίο είχε προβεί σε νόμιμη κατάσχεση εις χείρας τρίτου κατά τα προαναφερόμενα), βάσει των άρθρων 985 παρ. 3 ΚΠολΔ και 914 επ. ΑΚ, εφόσον η συμπεριφορά της εναγομένης στην συγκεκριμένη περίπτωση παραβιάζει βάναυσα τις υποχρεώσεις της από τα άρθρο 985 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ, κατά τα προαναφερόμενα, β) το ποσό των 116.600 € βάσει των άρθρων 914 επ., 919 ΑΚ, σύμφωνα με τα ανωτέρω και γ) το ποσό των 20.000 €, βάσει του άρθρου 932 ΑΚ, κατά τα προαναφερθέντα, και μάλιστα με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από τότε που επήλθε η ζημία του, δηλ.
την 25-5-2005, (ημερομηνία, κατά την οποίαν ο οφειλέτης του εισέπραξε το ποσό των 141.182,52 €, κατά τα προαναφερόμενα, αντί γι’ αυτόν, όπως θα έπρεπε βάσει του άρθρου 988 ΚΠολΔ, με συνέπεια να απολέσει ουσιαστικά τη δυνατότητα να εισπράξει, έστω και εν μέρει, το οφειλόμενο σε αυτόν, μέχρι τότε, συνολικό ποσό των 146.354,87 € και να υποστεί συνακόλουθα την ανωτέρω σοβαρότατη ηθική βλάβη), άλλως από την επίδοση της αγωγής του και μέχρι την ολοσχερή του εξόφληση, ζήτησε, κατά παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλλει το ποσό των 166.354,87 ευρώ, (29.754,87, ως αποζημίωση λόγω της παραλείψεως της κατ’ άρθρο 985 παρ. 1 του ΚΠολΔ δηλώσεως, 116.600 ευρώ, ως αποζημίωση για την θετική περιουσιακή ζημία που υπέστη και 20.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη), νομιμοτόκως από τις 25-5-2005, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως.
Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη με την υπ’ αριθμ. 102/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας και κατόπιν ασκήσεως της από 28-7-2009 εφέσεως του αναιρεσείοντος, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 9/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας, το οποίο, επικυρώνοντας την εκκαλούμενη απόφαση, δέχτηκε ότι η αγωγή, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη, τόσο για το αιτούμενο κονδύλιο αποζημίωσης των 29.754,87 ευρώ, επειδή, κατά τις παραδοχές του, μόνη υπόχρεη ν προβεί στην επίμαχη δήλωση του άρθρου 985 ΚΠολΔ, ήταν η τρίτη πλοιοκτήτρια αλλοδαπή εταιρεία, η οποία συνακόλουθα υπέχει αποκλειστική αποζημιωτική ευθύνη έναντι του κατασχόντος ενάγοντος από τη σχετική παράλειψή της, νομιμοποιούμενη, επομένως, μόνο αυτή παθητικώς στην ένδικη αγωγή, όσο και για τα υπόλοιπα κονδύλια αυτής προς αποκατάσταση της υλικής και ηθικής ζημίας, που υποστηρίζει ότι υπέστη ο ενάγων από την περιγραφόμενη συμπεριφορά των εκπροσώπων ή υπαλλήλων της εναγομένης, καθόσον, "υπό τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, δεν στοιχειοθετείται (ποινική ή αστική) απάτη ή εν γένει αδικοπραξία της εναγομένης και με την ευρύτερη έννοια της ΑΚ 919".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και απορρίπτοντας την αγωγή ως μη νόμιμη, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 211, 214, 914 επ, 919, 922 ΑΚ και 985 ΚΠολΔ, αφού, ενόψει του περιεχομένου της από 16-9-2005 αγωγής του αναιρεσείοντος, που προαναφέρθηκε, δεν συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής τους.
Ειδικότερα, υπόχρεη υποβολής της δήλωσης του άρθρου 985 παρ. 1 του ΚΠολΔ και καταβολής της οριζόμενης στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου αποζημίωσης, σε περίπτωση παράλειψής της, είναι, στην προκείμενη υπόθεση, μόνο η αλλοδαπή πλοιοκτήτρια εταιρεία με την επωνυμία "...", στα χέρια της οποίας, ως τρίτης, ο ενάγων-αναιρεσείων επέβαλε την κατάσχεση της απαίτησης του οφειλέτη του, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή του και κατά της οποίας άλλωστε ο ίδιος απηύθυνε την από 2-2-2005 ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ, με συνέπεια μόνη αυτή να νομιμοποιείται παθητικώς έναντι του τελευταίου, ως κατασχόντος δανειστή, για την προκληθείσα από την παράλειψη υποβολής της σχετικής δήλωσης ζημία του, όχι όμως και η εναγομένη, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, ήταν άμεσος αντιπρόσωπος της ανωτέρω αλλοδαπής εταιρείας στην Ελλάδα, αφού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 211 του ΑΚ, η εναγομένη, ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό της συγκεκριμένης εταιρείας, είναι ξένη προς τη διαδικασία και τα αποτελέσματα της επιβληθείσας από τον ενάγοντα κατάσχεσης των άρθρων 983-990 ΚΠολΔ, τα οποία επέρχονται υπέρ και σε βάρος της προαναφερόμενης αντιπροσωπευόμενης εταιρείας ως τρίτης.
Περαιτέρω, μέχρι τη 10-6-2004, που χορηγήθηκε το δάνειο των 115.000 ευρώ στον A. E. R. Z. από τον ενάγοντα, η εκπρόσωπος της εναγομένης Π. Σ. δεν απέκρυψε από τον τελευταίο ή τον πληρεξούσιο δικηγόρο του τον επικείμενο πλειστηριασμό του πλοίου ..., ούτε διαβεβαίωσε αυτούς για τη φερεγγυότητα του συγκεκριμένου δανειολήπτη, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, επί των σχετικών ερωτημάτων τους για την ύπαρξη άλλων δανειστών του τελευταίου, οι οποίοι θα απέκλειαν ή θα περιόριζαν ενδεχομένως την ικανοποίηση των ήδη υφισταμένων αλλά και της μελλοντικής πιό πάνω αξίωσής του από το αιτηθέν δάνειο των 115.000 €, απάντησε ότι - από όσα η ίδια γνώριζε μέχρι τότε (Απρίλιος - Μάϊος 2004) - δεν "θα έπρεπε να χρωστούσε και σε άλλους" ο οφειλέτης του, χωρίς όμως να είναι σίγουρη για κάτι τέτοιο, δηλαδή διατηρώντας τις σχετικές επιφυλάξεις.
Επίσης, από τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, δεν προκύπτει, ότι η εκπρόσωπος της εναγομένης ή οι υπάλληλοι αυτής είχαν κάποια συμβατική ή νόμιμη, απορρέουσα ακόμη και από τους κανόνες της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, υποχρέωση προς πληροφόρηση ή ενημέρωση του ενάγοντα, τόσο για την έναντι του νομικού προσώπου της οφειλής του A.
E. R. Z. από τις δανειοδοτήσεις των ετών 1997, 1998 (3-2-1997 έως 5-1-1998), ή του χρονικού διαστήματος Δεκεμβρίου 2004 - Φεβρουαρίου 2005, όσο και για την επίσπευση πλειστηριασμού του ως άνω πλοίου από τον τελευταίο, με δική της χρηματοδότηση το καλοκαίρι του 2004, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος, στη συγκεκριμένη υπόθεση, για αθέμιτη εμπρόθετη παραπλάνηση του ενάγοντα, δηλαδή συμπεριφορά, που τείνει να δημιουργήσει ή διατηρήσει εσφαλμένη αντίληψη ή εντύπωση με την απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση των αληθινών γεγονότων, τα οποία, είτε από την καλή πίστη, και τα συναλλακτικά ήθη, είτε από υφιστάμενη ιδιαίτερη σχέση, η εναγομένη είχε υποχρέωση να ανακοινώσει προς τον ενάγοντα.
Παράλληλα, με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά, δεν θεμελιώνεται αποζημιωτική ευθύνη της εναγομένης από τυχόν διαπραχθείσα απάτη, (αστική ή ποινική), των εκπροσώπων ή υπαλλήλων της σε βάρος του ενάγοντα, αφού ο ίδιος δεν επικαλείται στην αγωγή του κάποια νομική υποχρέωση της εναγομένης, απορρέουσα από νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη πράξη και κινδυνώδη ενέργεια των οργάνων της, προς κοινοποίηση στον ενάγοντα των ανωτέρω, φερόμενων ως αληθών γεγονότων, ώστε η απόκρυψη ή παρασιώπησή τους να μην εντάσσεται στη σφαίρα του αθεμίτου, στοιχείο αναγκαίο για τη συνδρομή της συγκεκριμένης μορφής απάτης.
Σε κάθε περίπτωση όμως, η περιγραφόμενη από τον ενάγοντα ζημιογόνος συμπεριφορά των οργάνων της εναγομένης, δεν τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την επικαλούμενη ζημία του, αφού οι παραλείψεις των εκπροσώπων ή υπαλλήλων της εναγομένης που επικαλείται, δεν συνιστούν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, περιστατικά πρόσφορα και ικανά από μόνα τους, να επιφέρουν το επικαλούμενο επιζήμιο αποτέλεσμα της παραπλάνησης του ενάγοντα σχετικά με τη φερεγγυότητα του οφειλέτη του A.
E. R. Z. ή την πραγματοποίηση του ανωτέρω πλειστηριασμού, εξαιτίας της οποίας (παραπλάνησης), προέβη στη δανειοδότησή του με το ποσό των 115.000 €. Αντίθετα, η μη ικανοποίηση των απαιτήσεών του έναντι του ως άνω οφειλέτη του από το ποσό των 141.182,52 €, που καταβλήθηκε σε αυτόν από το εκπλειστηρίασμα του πλοίου ..., οφείλεται αποκλειστικά στο γεγονός, ότι ο τελευταίος εισέπραξε το συγκεκριμένο ποσό και απέστειλε τούτο με έμβασμα στην οικογένειά του στην Αίγυπτο, αντί να αποδώσει αυτό, σύμφωνα με τις ρητές υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις του, προς τον ενάγοντα, όπως ο ίδιος υποστηρίζει στην αγωγή του.
Ενόψει των εκτεθέντων, οι περιεχόμενοι στην υπό κρίση αίτηση δύο λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1α ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ενώ οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1β ΚΠολΔ, περί παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον, για τη θεμελίωσή τους, δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν, αν και έπρεπε, και σε τι συνίσταται η παραβίαση.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 10/2014 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-5-2014 αίτηση του H. M. M. S. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 9/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ