Legislator Case Law & Legislation
752/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the contested judgment was substantively unfounded.

Case Number 752/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Athens Court of Appeal. The lower court had rejected the appellant's claim for unpaid construction work while partially accepting the defendants' counterclaim for damages. The appellate court found the appellant's argument regarding the payment of the agreed sum to be factually incorrect and legally unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if it challenges a final judgment on substantive grounds, not merely on procedural requests that do not constitute a distinct legal issue requiring separate examination.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive unfoundedness construction contract dispute counterclaim acceptance court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(9)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 12(2) of Law 4055/2012
Articles 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 752 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 752/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Χ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Ξενικάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Κ. του Β., 2) Σ. συζύγου Γ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Βαχαβιόλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/9/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 21/9/2007 ανταγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2672/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3624/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13/1/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 10/10/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως στο σύνολό της.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 3624/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία συνεκδίκασε τις από 20-9-2010 και 2-11-2011, αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Γ. Χ., δέχθηκε την έφεση των αναιρεσίβλητων, κατά της υπ' αριθ. 2672/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος, δέχθηκε δε ακολούθως εν μέρει την ανταγωγή των αναιρεσίβλητων και αναγνώρισε ότι ο αναιρεσείων οφείλει να καταβάλει ως αποζημίωση στους αναιρεσίβλητους, το ποσό των 25.000 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς, στοιχειοθετείται όταν ο κανόνας αυτός, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, δεν εφαρμόζεται, παρότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόζεται χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε σχετική παραβίαση εκδηλώνεται είτε με εσφαλμένη ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με αυτόν τον λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την αξιολόγηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων και τα νομικά σφάλματα κατά την ουσιαστική διερεύνηση της επίδικης διαφοράς. Δηλαδή ελέγχεται αν η αγωγή και κάθε ισχυρισμός, που ασκεί έννομη επιρροή στη διαγνωστέα έννομη σχέση ή έννομη συνέπεια (ένσταση, αντένσταση κλπ.), απορρίφθηκαν ορθά ως μη νόμιμοι ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, η αγωγή ή η ένσταση κλπ.

έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27-28/1998). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και, ως εκ τούτου στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης.

Οι εν λόγω αυτοτελείς ισχυρισμοί πρέπει να είχαν προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο διαφορετικά δεν μπορούσε να τους λάβει υπόψη, αλλά και να είχαν επαναφερθεί νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 2/2001). Αντίθετα, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις αυτοτελών ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 3/1997).

Ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό που προτάθηκε και είτε τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (ΟλΑΠ 12/1997) είτε τον απέρριψε κατά τρόπο έμμεσο και σαφή, όπως συμβαίνει όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε τον ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ του πράγματος, δεχόμενο ότι αποδείχτηκαν περιστατικά αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν την πραγματική βάση αυτού (ΟλΑΠ 11/1996).

Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως αιτιολογία δε που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.

Στοιχειοθετείται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, βάσει των οποίων και μόνο ελέγχεται η έλλειψη ή μη νόμιμης βάσης αυτής, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού νόμου" Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κρίση για την ουσία της υπόθεσης με διατύπωση σχετικού αποδεικτικού πορίσματος ή όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που αφορούν απορριπτικό σκεπτικό αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης ή ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (ΟλΑΠ 3/97 και 13/95).

Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλομένη δέχθηκε ότι: "... ... ... Από την προσήκουσα εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων αμφοτέρων των διαδίκων πλευρών, οι οποίοι εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του, και όλων των εγγράφων που οι διάδικοι, προσκομίζουν μετ' επικλήσεως, τα οποία χρησιμεύουν ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, αλλά και για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού επιτράπηκε το εμμάρτυρο αποδεικτικό μέσο, τις με αριθμούς 16543 και 16544/24.10.2007 ένορκες ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών βεβαιώσεις των Σ.

Χ. και L. P., οι οποίοι εξετάστηκαν κατά πρόταση του ενάγοντος-αντεναγομένου και ελήφθησαν μετά νομότυπη (αρθ. 270 παρ. 2 ΚΠολΔ) κλήτευση των εναγομένων - αντεναγόντων δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση (σχετ. προσκ. με αριθμούς 11535 και 11536/ 19.10.2007 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...), τις με αριθμούς ..., ..., .../23.10.2007 όμοιες ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Καλλιόπης θυγ.

Αντωνίου Βαχαβιόλου, των Λ. Γ., Α. Κ. και Γ. Ζ. αντιστοίχως, οι οποίοι εξετάστηκαν κατά πρόταση των εναγομένων-αντεναγόντων, παρασταθέντος αυτοπρόσωπους του ενάγοντος-αντεναγομένου Γ. Χ., ο οποίος είχε κλητευθεί εμπροθέσμως, δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση κατ' άρθρο 270 παρ.2 ΚΠολΔ, με την από 17.10.2007 κλήση-γνωστοποίηση μαρτύρων (2328/18.10.2007 έκθεση ετιιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...) λαμβανομένων υπόψη αυτεπαγγέλτως των διδαγμάτων της κοινής πείρας (αρθ. 336 παρ,4 ΚΠολΔ] πλήρως αποδείχθηκαν τα εξής:

Οι εναγόμενοι-αντενάγοντες είναι όπως δεν αμφισβητήθηκε, συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, ενός οικοπέδου που βρίσκεται στο ... επί της οδού ... αρ.31, επί του οποίου ανήγειραν διώροφη οικοδομή με βάση τη με αριθμό …/1999 οικοδομική άδεια. Το καλοκαίρι του 2001 μετά από προτροπή της μηχανικού Ε.

Κ. ήρθαν σε επαφή με τον ενάγοντα - αντεναγόμενο και του ζήτησαν να τους υποβάλει έγγραφες προσφορές για την υδραυλική εγκατάσταση, εγκατάσταση δικτύου αποχέτευσης και προσφορά για την υδραυλική εγκατάσταση και την κατασκευή δικτύου αποχέτευσης και όμβριων υδάτων στο ακίνητο τους, και ξεκίνησε τις σχετικές εργασίες τον μήνα Σεπτέμβριο 2001, ενώ λίγο αργότερα και δη στις 21.1.2002 υπέβαλε νέα προσφορά για την εγκατάσταση ψύξης-θέρμανσης, έργο το οποίο επίσης του ανέθεσαν οι εναγόμενοι - αντενάγοντες.

Οι παραπάνω συμφωνίες των διαδίκων δεν προέβλεπαν ρητή ημερομηνία παραδόσεως του όλου έργου, πλην όμως η φύση της κατασκευής, δηλαδή η ανέγερση διώροφης οικοδομής, στην οποία είναι κοινώς γνωστό ότι συμμετέχουν διάφορες ειδικότητες τεχνιτών και κατασκευαστών, υποχρέωνε τον ενάγοντα - αντεναγόμενο να ακολουθεί τον ρυθμό εργασίας των υπολοίπων συνεργείων, ώστε κατά την συναλλακτική πίστη, το ένδικο έργο έπρεπε να εκτελεστεί τμηματικά, εντός του συνήθους χρόνου κατασκευής όμοιων έργων, ο οποίος ήταν, αρχής γενομένης από την εκσκαφή των θεμελίων, αυτός των 24 μηνών, και συνεπώς το σύνολο του έργου ήταν παραδοτέο στους εναγομένους - αντενάγοντες, το αργότερο, τον μήνα Σεπτέμβριο 2003.

Ως εργολαβική αμοιβή του ενάγοντος-αντεναγομένου συμφωνήθηκε το ποσό των 16.140,76 ευρώ για τις εργασίες της υδραυλικής εγκατάστασης και το ποσό των 10.799 ευρώ για τις εργασίες εγκατάστασης ψύξης-θέρμανσης, συμπεριλαμβανομένου του κόστους των υλικών, δηλαδή συνολικά το ποσό των (16.140,76 + 10.799=] 26.940,57 ευρώ. Ο ενάγων-αντεναγόμενος παρέδιδε το έργο τμηματικά, εκτελώντας επί πλέον των συμβατικών και κάποιες εξωσυμβατικές (πρόσθετες) εργασίες, όπως την κατασκευή δεξαμενής πετρελαίου και καμινάδας, όμως το παραδιδόμενο από αυτόν τμηματικά έργο, αποδείχθηκε ότι έφερε ελαττώματα και κακοτεχνίες.

Στην αναγκαία επιδιόρθωση κάποιων από αυτές, κατόπιν σχετικής εντολής των εναγομένων- αντεναγόντων εργοδοτών του, προέβαινε ο ενάγων αντεναγόμενος, πλην όμως ο ικανός χρόνος που απαιτείτο για τις εργασίες επιδιόρθωσης, σε συνδυασμό ιδίως με την συχνή απουσία του τελευταίου από τις εργασίες στην επίδικη οικοδομή, εξ αιτίας της παράλληλης απασχόλησης του ιδίου και του συνεργείου του σε άλλες οικοδομές στο ...

και στο ..., ανέτρεψαν τον ρυθμό εργασίας του, όπως άλλωστε και αυτόν των άλλων συνεργείων της οικοδομής, τα οποία εμποδίζονταν ως εκ τούτου, στην εκτέλεση των εργασιών ανοικοδόμησης, με άμεσο αποτέλεσμα την καθυστέρηση στην ολοκλήρωση του ενδίκου συμβατικού έργου, αλλά και στην αποπεράτωση της όλης οικοδομής.

Μετά την διαπιστωθείσα αυτή υπαίτια αδυναμία του ενάγοντος-αντεναγομένου, να ανταποκριθεί έγκαιρα στις υποχρεώσεις του, και αφού αυτός καθυστέρησε επί εννέα και πλέον μήνες σποραδικά από τα μέσα του έτους 2003 έως τον μήνα Αύγουστο 2004 τις υδραυλικές εργασίες, οι οποίες επειδή προηγούνται άλλων εργασιών, όπως παραδείγματος χάριν, των εργασιών για την επένδυση των διαμερισμάτων με ξυλεία, πλακάκια και μάρμαρα, επιβράδυναν τον ρυθμό της όλης κατασκευής εμποδίζοντας τα λοιπά συνεργεία της οικοδομής να εργαστούν, οι εναγόμενοι - αντενάγοντες, συνεπείς στην συμφωνημένη καταβολή της αμοιβής του δεδομένου ότι μέχρι τον μήνα Αύγουστο 2004 του είχαν καταβάλει τμηματικά το ποσό των 29.000 ευρώ (σχετ.

πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης όπου με δήλωση του πληρεξουσίου Δικηγόρου του ενάγοντος-αντεναγομένου δεν αμφισβητήθηκε η υπογραφή του τελευταίου στις επιδειχθείσες αποδείξεις εισπράξεως και επιταγές), αφού επανειλημμένως καθ' όλο το χρονικό διάστημα της υπερημερίας του, του επισήμαιναν την καθυστέρηση και τον καλούσαν να ανταποκριθεί εγκαίρως στις συμβατικές του υποχρεώσεις, μετά την άρνηση του να συμμορφωθεί και κρίνοντας από την όλως αδιάφορη στάση του, ότι θα ήταν μάταιο να του τάξουν προθεσμία για να εκτελέσει το καθυστερημένο τμήμα του έργου, απηύθυναν προς αυτόν την από 23.7.2004 εξώδικη δήλωση- διαμαρτυρία και πρόσκληση τους, που του επιδόθηκε αυθημερόν (σχετ.

προσκ. ακριβές αντίγραφο της δήλωσης με τη σχετική επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας ...), με την οποία υπαναχώρησαν από τη μεταξύ τους σύμβαση. Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ότι τον μήνα Μάϊο 2004 ο ενάγων-αντεναγόμενος αξίωσε από τους εναγομένους- αντενάγοντες την είσπραξη της εργολαβικής του αμοιβής και εκείνοι τον απέπεμψαν λέγοντας του "πρώτα να τελειώσεις όλο το έργο και μετά να δούμε την αμοιβή σου ... .

Δεν σου δίνουμε δραχμή αν δεν ολοκληρώσεις ... αν θέλεις σήκω να φύγεις...", ούτε τέλος ότι την ίδια ημέρα αποχώρησε αυτός με το συνεργείο του από το ένδικο έργο. Η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δέχθηκε ότι οι εναγόμενοι-αντενάγοντες κατήγγειλαν προφορικά την ένδικη σύμβαση και συνεπώς, όφειλαν κατ' άρθρο 700 ΑΚ να καταβάλουν στον ενάγοντα-αντεναγόμενο το υπόλοιπο της εργολαβικής του αμοιβής, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που προπαρατέθηκαν και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει ως εκ τούτου, κατά παραδοχή του συναφούς λόγου ο οποίος επήγαγε το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως, των εναγομένων-αντεναγόντων παραπονουμένων για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ως βάσιμου και παρέλκουσας της έρευνας των λοιπών λόγων, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και αναγκαίως και κατά την περί δικαστικής δαπάνης διάταξη της και αφού κρατηθεί η υπόθεση, να απορριφθεί η αγωγή ως αβάσιμη απτό ουσιαστική άποψη και να απορριφθεί η πλήττουσα για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων αντίθετη έφεση του ενάγοντος-αντεναγομένου.

Περαιτέρω από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η νόμιμη, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας υπαναχώρηση, επέφερε τα εκεί εκτιθέμενα αποτελέσματα της, μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα των εναγομένων-αντεναγόντων εργοδοτών να λάβουν εύλογη αποζημίωση για την επικαλούμενη ζημία τους από τη μη ή πλημμελή εκτέλεση του υπόψη έργου.

Αποδείχθηκε δε συναφώς, ότι πέραν της ζημίας που υπέστησαν οι αντενάγοντες από την δαπάνη για την αποκατάσταση των κακοτεχνιών του έργου, κονδύλιο για το οποίο ας σημειωθεί, δεν πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση με λόγο εφέσεως και συνεπώς, λόγω της κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ μεταβιβάσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο της υποθέσεως μόνον μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής, το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επεκτείνει την έρευνά του και στο κεφάλαιο αυτό (σχετ.

ΑΠ 2085/1984 Δ 17.78) οι αντενάγοντες υπέστησαν από την υπαίτια καθυστέρηση του αντεναγομένου και τις ακόλουθες ζημίες που τελούν σε άμεση αιτιώδη συνάφεια με την υπερημερία του, οι οποίες πρέπει κατ' αρχήν να αποκατασταθούν: (1) Ο αντεναγόμενος κατά το χρόνο υπαναχωρήσεως δεν είχε ολοκληρώσει τις εργασίες στο λεβητοστάσιο, στα τρία μπάνια στην αποχέτευση και στο σύστημα καμινάδας λεβητοστασίου, δεν είχε εγκαταστήσει ταχυθερμοσίφωνα, δύο κλιματιστικές μονάδες, δύο ηλιακούς συλλέκτες, και οκτώ βρύσες και δεν είχε προβεί σε δοκιμή και έλεγχο των εγκαταστάσεων για διαρροές.

Οι αντενάγοντες αναγκάστηκαν να αναθέσουν μετά παρέλευση δύο ετών περίπου από τότε που το έργο έπρεπε να παραδοθεί κατά τη σύμβαση, την ολοκλήρωση των εργασιών αυτών σε άλλα συνεργεία και εξ αιτίας της εντεύθεν ανατιμήσεως του κόστους των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν και της εργασίας που παρασχέθηκε για την υλοποίηση των εργασιών, δαπάνησαν 11.000 ευρώ περισσότερα από όσα θα κατέβαλαν στον ενάγοντα ως αμοιβή του για τις εργασίες αυτές και έτσι ζημιώθηκαν κατά το ισόποσο, (2) Οι αντενάγοντες ζημιώθηκαν κατά το ποσό των 20.900 ευρώ που συνιστά το διαφυγόν κέρδος τους από την αδυναμία τους να προβούν σε εκμίσθωση επί 9 μήνες και 15 ημέρες, που διήρκεσε η υπερημερία του αντεναγομένου, των διαμερισμάτων του ισογείου και πρώτου ορόφου της ένδικης οικοδομής, επιφάνειας 174 τ.

μ. και 213 τετ. μέτρων αντιστοίχως, με μηνιαίο μίσθωμα 1.000 ευρώ και 1.200 ευρώ αντιστοίχως. Έτσι το σύνολο της ζημίας των αντεναγόντων (θετικής και αποθετικής) ανέρχεται στο ποσό των (11.000 + 20.900 =) 31.900 ευρώ. Με βάση τη συνολική αυτή ζημία και μετά από συνεκτίμηση όλων των στοιχείων που εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, και ιδίως την μερική αθέτηση των υποχρεώσεων του αντεναγομένου και του γεγονότος ότι το μεγαλύτερο μέρος της ζημίας των αντεναγόντων συνίσταται στην απώλεια διαφυγόντος κέρδους, το Δικαστήριο προσδιορίζει ως εύλογη αποζημίωση των αντεναγόντων το ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων (25.000) ευρώ κατά μερική αποδοχή της ανταγωγής ως βάσιμης από ουσιαστική άποψη ... ... ...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 383, 387, 389, 390, 686 και 700 ΑΚ, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, και με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, υπήγαγε στις διατάξεις αυτές τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης για να καταλήξει τελικά στο συμπέρασμα ότι οι αντενάγοντες υπέστησαν κατά κύριο λόγο ζημία που συνίσταται σε απώλεια διαφυγόντος κέρδους, λόγω της μερικής αθέτησης των υποχρεώσεων του αντεναγομένου - αναιρεσείοντος και προσδιόρισαν ως εύλογη αποζημίωση που τους οφείλει ο αναιρεσείων στο ποσό των 25.000 ευρώ.

Επομένως οι, πρώτος και τέταρτος, λόγοι αναίρεσης με τους οποίους επιχειρείται από τον αναιρεσείοντα να θεμελιωθούν πλημμέλειες της προσβαλλόμενης στους αρ. 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι. Εξ ετέρου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 774/1996, 70/2008, 222/2008) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 911/2002, 1021/2002, 105/2005, 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008).

Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή δεν αρκεί ο ισχυρισμός να είχε προταθεί παραδεκτά μόνο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις ) και στο δεύτερο βαθμό, εφόσον αναιρεσιβαλλόμενη είναι απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 48/1986, 1011/1994).

Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993). Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, 1072/2005, 798/2010).

Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1535/1995, 567/1996).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ανωτέρω, ότι αυτή, έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι. Έτσι ο δεύτερος λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος σε σχέση με την αποδιδόμενη μ' αυτόν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού ρητά στην απόφαση διαβεβαιώνεται ότι λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν οι καταθέσεις όλων των μαρτύρων, επαληθεύεται δε η διαβεβαίωση αυτή από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αντίθετα με όσα ο αναιρεσείων υποστηρίζει, ο οποίος εν τέλει, με πρόσχημα τις ως άνω πλημμέλειες, επιχειρεί στην πραγματικότητα να αμφισβητήσει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία των πραγμάτων (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ).

Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432επ. ΚΠολΔ εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Παραμόρφωση εγγράφου κατά την έννοια του παραπάνω αναιρετικού λόγου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1440/2002), δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του.

Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 832/2009, 1627/2010).

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζονται: α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 194/2005).

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο διαστρέβλωσε πλήρως το περιεχόμενο της από 23.07.2004 εξώδικης δήλωσης - διαμαρτυρίας και πρόσκλησης των αναιεσιβλήτων, δεχόμενο ότι οι αναιρεσίβλητοι δηλώνουν στο έγγραφο αυτό ότι υπαναχωρούν από την σύμβαση αναδρομικά ενώ αν το εκτιμούσε ορθώς θα προσέδιδε σε αυτό το περιεχόμενο ότι εμμένουν στη σύμβαση κατά το εκτελεσθεν μέρος της μέχρι 23-7-2004 και ότι υπαναχωρούν μόνο μερικά κατά το ανεκτέλεστο μέρος της. ".

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) όπως και ανωτέρω εκτίθεται, προκύπτει ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και το επίμαχο έγγραφο, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και εν τέλει απέρριψε την αγωγή ενώ δέχθηκε εν μέρει την ανταγωγή.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 27.07.2004 εξωδίκου δηλώσεως, αφού η αντίθετη με το επιχείρημα του λόγου αυτού θέση της εφετειακής απόφασης δεν συνιστά παραμόρφωση του από 23.07.2004 εγγράφου (εξώδικης δήλωσης), αλλά διαφορετική εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, που εκφεύγει, κατά τα προεκτεθέντα, από τον αναιρετικό έλεγχο, αφού εμμέσως με την παραπάνω επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος αποδίδεται τελικά στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα ως προς την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση απ' αυτή των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης.

Συνεπώς είναι αβάσιμος και απορριπτέος και ο τρίτος λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "αίτηση" νοείται οποιαδήποτε αυτοτελής αίτηση διαδίκου για παροχή έννομης προστασίας κάθε μορφής, η οποία δημιουργεί εκκρεμοδικία, όπως είναι ιδίως η αγωγή, η κύρια παρέμβαση, τα ένδικα μέσα κλπ., καθώς και η μη αυτοτελής αίτηση διαδίκου κατά τη διαδρομή δικαστικού αγώνα, εφόσον αυτή προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και συντελεί έτσι στην εξέλιξη της διαδικασίας με σκοπό την έκδοση οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης.

Αντίθετα, ως "αίτηση" δεν νοείται η ένσταση ή η αντένσταση ή ο λόγος έφεσης και γενικά κάθε ισχυρισμός, ο οποίος περιέχει αιτιάσεις κατά της εκκαλούμενης απόφασης για πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες ως προς ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ο οποίος συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, η παράνομη λήψη ή μη λήψη υπόψη του οποίου θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό αυτόν (8).

Επίσης ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν θεμελιώνεται αν από τη μη απάντηση στο αίτημα συνάγεται σιωπηρή απόρριψή του ή αν το αίτημα που αφέθηκε αδίκαστο ήταν δικονομικά απαράδεκτο ή μη νόμιμο ή αλυσιτελές. Ο πέμπτος λόγος αυτός αναίρεσης επομένως, όπως προκύπτει από επισκόπιση της προσβαλλομένης, είναι απορριπτέος διότι, αύτη, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη μετά την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης πρωτόδικης απόφασης χωρίς να κάνει διάκριση των βάσεων αυτής εφόσον άλλωστε οι παραδοχές της προσβαλλόμενης ότι στον αναιρεσείοντα εργολάβο είχε καταβληθεί η συνολικά συμφωνημένη αμοιβή για τις εκτελεσθείσες εργασίες μέχρι την υπαναχώρησεις των αναιρεσιβλήτων ποσού 29900 ευρώ δεν δικαιολογούσαν οποιοδήποτε αδικαιολόγητο πλουτισμό των αναιρεσιβλήτων μετά την υπαναχώρησή τους.

Συνακόλουθα, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των υπ' αριθ. 1619030, 1619031, 1619032, σειρά Α' παραβόλων του Δημοσίου και των υπ' αρ. 066218, 0662189, 066220 παραβόλων του ΤΑΧΔΙΚ, συνολικού ποσού 300 ευρώ, που κατατέθηκαν από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική υπ' αριθ. 28/2014 έκθεση της γραμματέως του Εφετείου Αθηνών.

Εξ άλλου ο αναιρεσείων που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-1-2014 αίτηση του Γ. Χ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 3624/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των υπ' αριθ. 1619030, 1619031, 1619032, σειρά Α' παραβόλων του Δημοσίου και των υπ' αρ. 066218, 0662189, 066220 παραβόλων του ΤΑΧΔΙΚ, συνολικού ποσού 300 ευρώ, που κατατέθηκαν από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική υπ' αριθ. 28/2014 έκθεση της γραμματέως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ