Supreme Court dismisses appeal against LLC partner exit decision due to insufficient evidence of acceptance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a limited liability company against a court order allowing a partner to exit the company. The appellant argued the lower court erred in accepting the partner's claim without full proof, but the court found the partner's payment of his share value was merely compliance with the decision, not acceptance. Consequently, the court ruled that the appeal lacked merit and ordered the appellant to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 29(1), 33(2) of Law 3190/1955; Article 690(1) of the Code of Civil Procedure: In proceedings for a partner's exit from a limited liability company due to a serious reason, the burden of proof is on the applicant, and the court may rely on presumptions and any suitable means to establish the truth of critical facts without being bound by strict evidentiary rules.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 752 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 752/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΒΙΚΙΝΓΚ ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ - ΕΞΑΡΤΗΜΑΤΩΝ ΠΛΟΙΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Κούτη.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Σ. του Ν., ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Καρελλά.
Κοινοποιούμενη και στους προσθέτως παρεμβαίνοντες εταίρους: 1. Α. Γ. του Ι., κάτοικο ... και 2. Ε. - Η. Π. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Ιανουαρίου 2007 αίτηση (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων) του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7162/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 909/2008 του Εφετείου Πειραιώς. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1628/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου (909/2008) και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο αυτό δικαστήριο. Το Εφετείο Πειραιώς εξέδωσε την 70/2012 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την 27 Ιουλίου 2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 27 Σεπτεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης και ν' απορριφθούν οι λοιποί.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο περί απαραδέκτου της αναίρεσης ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου λόγω αποδοχής της προσβαλλομένης απόφασης από την αναιρεσείουσα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον από την από 3 Αυγούστου 2012 απόδειξη προκύπτει ότι η εκ μέρους της καθής εταιρίας καταβολή στον αιτούντα εταίρο του καθορισθέντος με την προσβαλλόμενη απόφαση ποσού της αξίας της εταιρικής μερίδας του τελευταίου ύψους 466.669 ευρώ έγινε απλώς προς συμμόρφωση με την προσβαλλόμενη απόφαση και όχι προς αποδοχή αυτής και ότι η καθής επιφυλάχθηκε για όλα τα αμφισβητούμενα από αυτή κεφάλαια της εν λόγω απόφασης για τα οποία και έχει ασκηθεί η αναίρεση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 2 του ν. 319011955 "περί εταιρειών περιορισμένης ευθύνης", κάθε εταίρος μπορεί να εξέλθει από την εταιρεία για σπουδαίο λόγο με απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών, και ήδη του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, κατ' άρθρο 3 παρ. 2 Εισ.Ν.ΚΠολΔ, το οποίο μάλιστα τέμνει οριστικά τη συγκεκριμένη διαφορά, καθόσο δεν πρόκειται για τοιαύτη των ασφαλιστικών μέτρων, αλλά τηρείται η εν λόγω "διαδικασία με σκοπό την ταχύτερη εκδίκαση της και ως εκ τούτου επιτρέπονται κατά της απόφασης που εκδίδεται τα ένδικα μέσα της εφέσεως και της αναιρέσεως (Ολ.
ΑΠ 754/1986, ΑΠ 1205/1986, ΑΠ 1071/1996). Με την ίδια απόφαση προσδιορίζεται και η αξία της μερίδας συμμετοχής του εξερχόμενου εταίρου, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 29 του ίδιου ως άνω νόμου. Στη παρ 1 του τελευταίου αυτού άρθρου προβλέπεται ότι στο καταστατικό δεν μπορεί να ορίζεται ότι απαγορεύεται η μεταβίβαση του εταιρικού μεριδίου λόγω θανάτου ή προικός, μπορεί όμως να ορίζεται, στις περιπτώσεις αυτές, ότι το μερίδιο θα εξαγοράζεται από πρόσωπο υποδεικνυόμενο από την εταιρεία, στην πραγματική του αξία, που προσδιορίζει ο Πρόεδρος Πρωτοδικών (ήδη Μονομελές Πρωτοδικείο).
Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 22, 41 και 42 του ίδιου ως άνω νόμου (3190/1955), καθώς και εκείνες των άρθρων 42α, 42δ, 43 και 43α του κ.ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών", που εφαρμόζονται αναλόγως, προκύπτει ότι ο εξερχόμενος της εταιρείας εταίρος δικαιούται να λάβει την πραγματική αξία των μεριδίων του, η οποία υπολογίζεται για την περίπτωση εξόδου του απ' αυτήν για σπουδαίο λόγο, κατά το χρόνο συζητήσεως της σχετικής αιτήσεως, στο Μονομελές Πρωτοδικείο.
Η ανωτέρω πραγματική αξία της μερίδας συμμετοχής, σε αντιδιαστολή με την ονομαστική αξία που προκύπτει από το καθοριζόμενο στο καταστατικό ελάχιστο ποσό μερίδας συμμετοχής στο εταιρικό κεφάλαιο, προσδιορίζεται λογιστικώς με βάση την καθαρή εταιρική περιουσία, η οποία διαιρούμενη με τον αριθμό των εταιρικών μεριδίων δίνει την αξία καθενός απ' αυτά (μερίδια).
Όμως, η αξία της πραγματικής μερίδας του εξερχόμενου από την εταιρεία εταίρου, δεν εξάγεται μόνο με βάση των κατά τον χρόνο της εξόδου ενδεικτικώς αναγραφομένων στον ετήσιο ισολογισμό μεμονωμένων στοιχείων της επιχείρησης, αλλά και από άλλα στοιχεία, όπως αφανή αποθεματικά και άϋλα αγαθά, δηλαδή φήμη, πελατεία, επωνυμία, σήμα, καθώς και από εκκρεμείς υποθέσεις, ζημίες προηγούμενων χρήσεων, υποχρεώσεις προς τρίτους κ.λ.π, και συγκεκριμένα ο λογιστικός προσδιορισμός της περιουσίας της εταιρείας θα γίνει, προκειμένου να καθορισθεί η καθαρή μερίδα του εξερχόμενου εταίρου, βάσει του ενεργητικού και παθητικού που παρουσιάζει η εταιρεία κατά τον χρόνο συζητήσεως της αιτήσεως.
του τελευταίου στο Μονομελές Πρωτοδικείο για την έξοδό του απ' αυτήν για σπουδαίο λόγο (Α. Π.1628/2010). Εξετέρου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο(Α.Π.868/2008).
Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο στο οποίο είχε παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση με την υπ. αριθ. 1628/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου μετά την αναίρεση της υπ. αριθ. 909/2008 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου για έλλειψη νόμιμης βάσης, δέχθηκε τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Η πρώτη καθ' ης - εκκαλούσα εταιρεία, με την επωνυμία "Βίκινγκ Ελλάς Ε.Π.Ε.", έχει συσταθεί με το ...
συμβόλαιο του Συμ/φου Αθηνών Αγγέλου Γοργία, το οποίο, καθώς άλλωστε δεν αμφισβητείται, έχει δημοσιευθεί νόμιμα. Μοναδικοί εταίροι και συνδιαχειριστές της εν λόγω εταιρείας τυγχάνουν οι λοιποί διάδικοι Χ. Σ., Α. Γ. και Ε. Η. Π., οι οποίοι συμμετέχουν στο εταιρικό κεφάλαιο κατ' ίσο μέρος. Ειδικότερα, το εταιρικό κεφάλαιο ανέρχεται σε 839.970 ευρώ και είναι διαιρεμένο σε 27.999 εταιρικά μερίδια, ονομαστικής αξίας 30 ευρώ του καθενός, κάθε δε συνέταιρος συμμετέχει σ' αυτό με μία μερίδα συμμετοχής, η οποία αντιπροσωπεύει 9.333 εταιρικά μερίδια και αντιστοιχεί σε 279.990 ευρώ.
Το καταστατικό της εταιρείας, όπως ισχύει σήμερα, περιέχεται στην ... πράξη της Συμ/φου Αθηνών Σταματίας Καραγιαννοπούλου - Ποθητού, που έχει επίσης δημοσιευτεί νόμιμα. Ως σκοπός της εταιρείας έχει οριστεί η κατασκευή, επισκευή, μεταποίηση και εμπορία θαλάσσιων σκαφών διαφόρων τύπων και εξαρτημάτων πλοίων, μεταξύ των άλλων και επωτίδων, αλλά και γενικά οι σιδηροκατασκευές, που περιλαμβάνουν τη συντήρηση συσκευών και μηχανισμών σωστικών μέσων σκαφών.
Στην οδό ..., που είναι η έδρα της, η εταιρεία αυτή προς υλοποίηση του σκοπού της, διατηρεί τα γραφεία της σε ιδιόκτητο ακίνητο, στον ίδιο δε χώρο λειτουργούσαν οι βιοτεχνικές - βιομηχανικές εγκαταστάσεις παραγωγής, συντηρήσεως και αποθηκεύσεως. Η επιχείρηση λειτούργησε ομαλά και ήταν κερδοφόρα επί σειρά ετών.
Από το έτος ωστόσο 2004 η εταιρεία άρχισε να παρουσιάζει ζημίες, ενώ το Νοέμβριο τον 2005 οι τρεις συνέταιροι και συνδιαχειριστές επώλησαν τη συγγενή εταιρεία "Water - Craft Hellas S.A." σε αλλοδαπή εταιρεία και ανέλαβαν έναντι της τελευταίας την υποχρέωση να μην ασκούν ανταγωνιστικές δραστηριότητες. Το γεγονός αυτό είχε ως συνέπεια τον περιορισμό των εργασιών της καθ' ης και τη μεταβίβαση σε τρίτους σημαντικού τμήματος του εξοπλισμού, της και της υλικοτεχνικής υποδομής της.
Παράλληλα η καθ' ης απέλυσε το μεγαλύτερο μέρος του προσωπικού της και από τον Ιούλιο του 2006 περιήλθε ουσιαστικά σε αδράνεια, όλοι δε οι εταίροι συνεργάζονται έκτοτε ή παρέχουν τις υπηρεσίες τους και σε άλλες ομοειδείς επιχειρήσεις. Ειδικότερα, οι Α. Γ. και Ε. Η. Π. παρέχουν τις υπηρεσίες τους βάσει σχετικών συμβάσεων και στην προαναφερόμενη εταιρεία "WATERCRAFT HELLAS SA", ενώ ο αιτών Χ.
Ν. Σ. έγινε μέτοχος μειοψηφίας και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ιντερναυτική Α. Ε. Β. Ε.", που έχει την έδρα της στον Πειραιά, επί της συμβολής των οδών ..., με συναφές εν μέρει αντικείμενο δραστηριότητας στα είδη και μέσα ναυτιλίας. Στην εν λόγω εταιρεία, κύριος μέτοχος της οποίας είναι ο Ν.
Σ., γιος του αιτούντος και πρώην υπάλληλος στην καθ' ης, η τελευταία πώλησε και παρέδωσε τμηματικά κατ' έτος 2006 είδη του μηχανολογικού της εξοπλισμού, συνολικής αξίας υπερβαίνουσας τα 20.000,00 €. Περαιτέρω πιθανολογήθηκε ότι από τον Ιούλιο του 2006 οι καλές σχέσεις των συνεταίρων και διαχειριστών άρχισαν να διαταράσσονται και ήδη εισήλθαν σε στάδιο σκληρής δοκιμασίας, που περιλαμβάνει και δικαστικές διενέξεις σχετιζόμενες με την εταιρική τους ιδιότητα και δράση.
Συντρέχει, επομένως, σπουδαίος λόγος, που δικαιολογεί την έξοδο του αιτούντος από την εταιρία, όπως ορθά έκρινε και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του, κρίση για την οποία ουδέν παράπονο διατυπώνεται με την ένδικη έφεση της πρώτης καθ' ης. Η Τελευταία πάντως δεν λύθηκε αλλά εξακολουθεί να λειτουργεί, έστω και περιορισμένα, μόνο δηλαδή στον τομέα της επισκευής και συντήρησης (και όχι της κατασκευής) σωστικών μέσων σκαφών, διατηρώντας το ακίνητο της στην οδό ...
του Πειραιώς, δύο ΙΧΦ αντ/τα και μικρό μέρος του εξοπλισμού της. Όσον αφορά το εν λόγω ακίνητο, αποδεικνύεται και δεν αμφισβητείται ότι πρόκειται για οικόπεδο, εμβαδού 1.191,90 τ.μ., με τριώροφο κτίριο και παλαιό ισόγειο μηχανοστάσιο, αλλά και τρία μικρά βοηθητικά βιοτεχνικά κτίσματα, που όλα κατασκευάσθηκαν κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1989-4997, Το ισόγειο του κτηρίου περιλαμβάνει κατάστημα, εμβαδού 165,24 τ.μ., με μικρό πατάρι στο πίσω τμήμα του, εμβαδού 51,00 τ.μ., που δεν καλύπτεται από οικοδομική άδεια.
Στο ισόγειο, επίσης, υπάρχει η κύρια είσοδος του κτηρίου ελεύθερη στοά για την είσοδο στο μηχανοστάσιο και βοηθητικά κτίσματα του μηχανοστασίου. Ο ημιώροφος αποτελείται από το κλιμακοστάσιο (15,50 τ.μ.), γραφειακούς χώρους (31,99 τ.μ.) και αποθηκευτικούς χώρους (58,56 τ.μ.). Οι βοηθητικοί βιοτεχνικοί χώροι του μηχανοστασίου είναι τρεις, συνολικής επιφάνειας 57,28 τ.μ.
Οι πρώτος και δεύτερος όροφοι της κύριας οικοδομής περιλαμβάνουν τα κλιμακοστάσια και μια ενιαία (ημιτελή) αίθουσα 110,00 τ.μ. σε κάθε όροφο (στο βόρειο τμήμα τους) και κατά το υπόλοιπο γραφειακούς χώρους επιφάνειας 139,00 τ.μ. σε κάθε όροφο. Το μηχανοστάσιο, που επεκτείνεται στο υπόλοιπο τμήμα του οικοπέδου, καταλαμβάνει και 357,57 τ.
μ. του υποχρεωτικού ακάλυπτου χώρου, ενώ η υπόλοιπη (νομιμοποιημένη) επιφάνεια του είναι 504,71 τ.μ.. Μέσα στο νομιμοποιημένο τμήμα του μηχανοστασίου υπάρχουν βοηθητικά κτίσματα, εμβαδού 57,28 τ.μ., προς χρήση των εργαζομένων. Το εν λόγω ακίνητο βρίσκεται στην σχετικά υποβαθμισμένη και μη εμπορική περιοχή "Παπαστράτος", αλλά η θέση του στην ευρύτερη περιοχή είναι καλή.
Η εγγύς περιοχή είναι καθαρά επαγγελματική, με παλαιά ισόγεια κτίρια βιοτεχνιών, που χρησιμοποιούνται κυρίως από επιχειρήσεις service και εμπορίας ανταλλακτικών, μικρού μεγέθους εξαρτημάτων και εξοπλισμού πλοίων. Από πλευράς υποδομής υπάρχουν όλα τα δίκτυα των Οργανισμών Κοινής Ωφέλειας, ενώ συγκοινωνιακά η περιοχή εξυπηρετείται ικανοποιητικά με τις γραμμές αστικών λεωφορείων 814 και 909 επί της οδού Ασκληπιού με άλλες γραμμές επί της οδού Παλαμιδίου, ενώ σε μεγαλύτερη απόσταση υπάρχει ο σταθμός ΗΣΑΠ.
Από πλευράς ποιότητας κατασκευής αποδεικνύεται ότι πρόκειται για πλακοσκεπές κτήριο με δύο πάνω από το ισόγειο ορόφους, με φέροντα οργανισμό από οπλισμένο σκυρόδεμα. Η θύρα και τα παράθυρα είναι από σκελετό ανωδιωμένου αλουμινίου και υαλοπίνακα. Τα δάπεδα και το κλιμακοστάσιο είναι επιστρωμένα με μάρμαρο Ιωαννίνων, οι εσωτερικοί τοίχοι και οι οροφές είναι επιχρισμένοι με επιχρίσματα τριών στρώσεων και χρωματισμένοι με σπατουλαριστά πλαστικά, ενώ δεν είναι χρωματισμένοι οι εσωτερικοί τοίχοι των δύο "ημιτελών" αιθουσών στο βόρειο τμήμα τον ακινήτου.
Οι αίθουσες αυτές δεν έχουν επίσης φωτιστικά και ολοκληρωμένο σύστημα κλιματισμού τα δάπεδά τους δε είναι επιστρωμένα με πλακάκι μέσης ποιότητας. Οι λειτουργούντες γραφειακοί χώροι εξυπηρετούνται από σύστημα κλιματισμού και στους χώρους υγιεινής ο εξοπλισμός είναι εγχώριος καλής ποιότητας. Ο βιοτεχνικός χώρος του μηχανοστασίου, ύψους 8 μέτρων, έχει ενισχυμένο σιδερένιο σκελετό με δύο Η ενωμένα, αντιρίδες και σκεπή με μονωμένη λαμαρίνα.
Τα παράθυρα, που υπάρχουν στις δύο πλευρές, είναι σιδερένια με απλούς υαλοπίνακες. Τα δάπεδα είναι απλά από ανεπίστρωτο γκρο μπετόν. Τα τρία μικρά κτίσματα εξυπηρετήσεως των εργαζομένων είναι πολύ απλής κατασκευής και σε μέτρια κατάσταση. Τα φωτιστικά είναι φθορίου, κρεμαστά. Η είσοδος στο μηχανοστάσιο είναι με ανασυρόμενο ρολό.
Το ισόγειο κατάστημα είναι καλαίσθητο, με διακόσμηση από συμπαγή τούβλα σε όλα τα υποστυλώματα του, ενώ το πατάρι του είναι μικρό και πολύ απλής κατασκευής. Τέλος στο πίσω ανατολικό τμήμα, υπάρχουν μικρή κουζίνα και χώροι υγιεινής. Τονίζεται ότι οι διάδικοι εταίροι είχαν εκδηλώσει κατά τα έτη 2005 - 2007 την πρόθεση εκποιήσεως του εν λόγω ακινήτου και είχαν δώσει σχετική εντολή προς τη μεσιτική εταιρία "Επενδύσεις - Κ.
Ο.Ε.", που είχε προβεί σε σειρά καταχωρήσεων σχετικών αγγελιών σε εφημερίδες, ζητώντας ως τίμημα το ποσό των 2.000.000,00 €, χωρίς, όμως, θετικό αποτέλεσμα, ώστε η απαίτηση αυτού του ποσού δεν μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλή κρίση για την αγοραία αξία του ακινήτου. Σημειώνεται επίσης ότι κατά την εκτίμηση του αιτούντος και του μάρτυρά του η πραγματική του αξία του εν λόγω ακινήτου ανέρχεται στα 3.000.000 ευρώ, ενώ κατά τη εκτίμηση της πρώτης καθ' ης και του μάρτυρά της δεν υπερβαίνει τα 900.000 ευρώ, ποσό στο οποίο όρισε την αξία αυτή και η εκκαλουμένη.
Εξάλλου, η αντικειμενική αξία του υπόψη ακινήτου, κατά τον κρίσιμο εδώ χρόνο της συζήτησης της υπόθεσης στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (22.2.2007), ανερχόταν στα 621.038,74 ευρώ και η πραγματική του αξία βάσει των βιβλίων της εταιρείας στα 859.451,17 ευρώ (βλ. ιδίως την προσκομιζόμενη από την καθ' ης μηνός από Σεπτεμβρίου του 2011 έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης του Γ, Κ.).
Τέλος, σύμφωνα με την προαναφερόμενη έκθεση εκτίμησης του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών, την οποία προσκομίζει ο αιτών, η συνολική αξία του όλου ακινήτου (οικοπέδου και κτισμάτων) την 1.10.2007 ανερχόταν σε 1.715.659 ευρώ, ενώ, κατά την από μηνός Σεπτεμβρίου 2008 μελέτη εκτίμησης της "King Hellas", την οποία προσκομίζει με επίκληση η πρώτη καθ' ης, η τελική αγοραία του αξία στις 4.8.2008 ανερχόταν στα 1.121.000 ευρώ.
Ενόψει των ανωτέρω αποδεικτικών στοιχείων, πιθανολογείται ότι η πραγματική αξία του όλου ακινήτου (οικοπέδου και κτισμάτων) κατά τον προαναφερόμενο κρίσιμο χρόνο (22.2.2007) ανερχόταν τουλάχιστον στα 1.100.000 ευρώ. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία πιθανολογείται περαιτέρω ότι η πρώτη καθ' ης από τη σύσταση της και μέχρι το τέλος του 2005, καθώς άλλωστε δεν αμφισβητείται, υλοποίησε με επιτυχία το σκοπό της, ανέπτυξε σημαντική δραστηριότητα στο χώρο της, απέκτησε φήμη και πελατεία, μέχρι δε το 2003, όπως ήδη σημειώθηκε, ήταν κερδοφόρα.
Και είναι βέβαια αλήθεια ότι, όπως επίσης προαναφέρθηκε, από το τέλος του 2005 περιόρισε τις δραστηριότητες της μόνο στον τομέα της επισκευής και συντήρησης των σωστικών μέσων σκαφών, συνέχισε όμως την λειτουργία της, διατηρώντας την άδεια ελέγχου σωστικών μέσων που διαθέτει, και την πελατεία της, την οποία όπως αυτή ισχυρίζεται, επιχειρεί να αποσπάσει ο αιτών μέσω της εταιρείας "ΙΝΤΕΡΝΑΥΤΙΚΗ Α.Ε.".
Λαμβανομένων, λοιπόν, υπόψη των περιστατικών που προαναφέρθηκαν και ιδίως της πολυετούς επιτυχούς λειτουργίας της επιχείρησης της πρώτης καθ' ής και της συνεχούς κερδοφόρου πορείας μέχρι και το έτος 2003 αλλά και του γεγονότος ότι, καθώς επίσης δεν αμφισβητείται, η εταιρεία έχει εξοφλήσει τις υποχρεώσεις της προς τρίτους (βλ.
σχετ. την ένορκη βεβαίωση της λογίστριάς της μέχρι το 2006 Α. Κ. - Π.), πιθανολογείται ότι η αξία της επιχείρησης ως συνόλου, δηλαδή του μηχανολογικού της εξοπλισμού και του εξοπλισμού των γραφείων της, των μεταφορικών της μέσων και των προμηθειών της σε υλικά καθώς και της φήμης και της πελατείας της, που αποκτήθηκαν από την εταιρική δραστηριότητα και συνυπολογίζονται στην αξία αυτή, κατά την 22.2.2007 ανερχόταν (χωρίς να υπολογίζεται το εταιρικό ακίνητο) στα 300.000 ευρώ.
Επομένως, η συνολική πραγματική αξία της εταιρικής περιουσίας κατά τον παραπάνω χρόνο ανερχόταν στα (1.100.000 + 300.000 =) 1.400.000 ευρώ η αξία της μερίδας συμμετοχής του αιτούντος στα (1.400.000 : 27.999 εταιρικά μερίδια=50,002 ευρώ ανά εταιρικό μερίδιο χ 9.333 εταιρικά μερίδια =) 466.669 ευρώ. Με τα δεδομένα αυτά, η εκκαλουμένη, εφόσον προσδιόρισε την αξία της μερίδας συμμετοχής του ενάγοντος σε μεγαλύτερο ποσό (566.662 ευρώ), κατά το μέρος αυτό έσφαλε, όπως βάσιμα υποστηρίζει η καθ' ης με την κρινόμενη έφεση της, και πρέπει να εξαφανιστεί".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της καθής η αίτηση και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε καθορισθεί η αξία της εταιρικής μερίδας του αιτούντος σε μεγαλύτερο ποσό εξαφάνισε την απόφαση αυτή και αφού δίκασε την υπόθεση καθόρισε την εταιρική μερίδα του αιτούντος στο ποσό των 466.669 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης καθόσον διέλαβε σ' αυτή σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων που εφάρμοσε χωρίς ν' απαιτούνται προς τούτο και άλλες αιτιολογίες.
Ειδικότερα με βάση τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά καλύπτεται πλήρως το πραγματικό των εφαρμοσθεισών ως άνω διατάξεων και στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης .
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το λοιπό μέρος του είναι απαράδεκτος διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αρίθ.11 περ. γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 868/2008).
Κατ' ακολουθίαν ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. υπό την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του δικαστική ομολογία του αιτούντος που διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της ένδικης αίτησης του είναι προεχόντως αόριστος διότι δεν προσδιορίζεται ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου επικαλέστηκε το αποδεικτικό τούτο μέσο η αναιρεσείουσα.
Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 579 παρ.1 ΚΠολΔ αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, "στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση".
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 580 παρ. 3 και 4 του ΚΠολΔ, "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα) παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο, το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή και στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές", οι αποφάσεις της Ολομελείας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το Δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται μόνο για τα νομικά ζητήματα δικονομικής ή ουσιαστικής φύσεως που επέλυσε ο Άρειος Πάγος. Δεν επιλύεται όμως νομικό ζήτημα αν η αναιρετική απόφαση αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς κατά τα λοιπά να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε.
Στην περίπτωση της εν μέρει αναίρεσης, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο της παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή ως προς τα πληγέντα κεφάλαια της, ως τέτοιων νοουμένων των οριστικών διατάξεων της απόφασης που αποφαίνονται στις επί μέρους αυτοτελείς αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας, επεκτείνεται δε στα αρρήκτως συνδεόμενα προς τα αναιρεθέντα κεφάλαια της, ως τέτοιων νοουμένων όσων αφορούν παρεπόμενα ή παρακολουθήματα της κύριας απαίτησης ή προέρχονται από την ίδια ιστορική και νομική αιτία τα οποία συναναιρούνται και επομένως ως προς ολόκληρο το αναιρεθέν κεφάλαιο η απόφαση αποβάλλει την ισχύ της και παύει να αποτελεί δεδικασμένο ενώ ως προς τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια της απόφασης διατηρείται το δεδικασμένο της.
Έτσι με την αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, οι διάδικοι, οι οποίοι μετέσχον στην αναιρετική δίκη επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα όμως η διαδικασία πριν την αναιρεθείσα απόφαση ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, ενώ στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση και στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος (άρθρο 522).Το δικαστήριο αυτό, ερευνώντας μόνον τους λόγους εφέσεως που είναι σχετικοί με τα κεφάλαια της δίκης για τα οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση, ως προς τα οποία μόνον επανακρίνεται εφόσον ως προς τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια υπάρχει δεδικασμένο που δεν ανατράπηκε με την αναίρεση και δεσμεύει έτσι το δικαστήριο της παραπομπής, δεν δεσμεύεται να κρίνει διαφορετικά επί της ουσίας, και να εκδόσει διαφορετική επί της ουσίας απόφαση.
Το ίδιο δικαστήριο εφόσον προβάλλεται λόγος για κακή εκτίμηση των αποδείξεων εξετάζει το σύνολο των αποδείξεων χωρίς να περιορίζεται στα συγκεκριμένα παράπονα και χωρίς έτσι να δεσμεύεται από την γενομένη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εκτίμηση πραγματικών περιστατικών ως προς τα οποία δεν προβάλλεται συγκεκριμένο παράπονο με την έφεση έστω και αν τα περιστατικά αυτά συντελούν στη διαμόρφωση της οριστικής διάταξης της απόφασης με βάση την οποία και κρίνεται η τυχόν χειροτέρευση ή μη της θέσης του εκκαλούντος.
Εξ ετέρου αν η έφεση κριθεί βάσιμη στην ουσία της εξαφανίζεται η απόφαση και ως προς τη δικαστική δαπάνη και χωρίς ειδικό παράπονο και γίνεται νέος επαναπροσδιορισμός αυτής.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το Δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 Κ. Πολ. Δ. διότι α) παρά το γεγονός ότι με την πρωτόδικη απόφαση η αξία του ακινήτου είχε προσδιορισθεί στο ποσό των 900.000 ευρώ το Εφετείο προσδιόρισε την άξια του ίδιου ακινήτου στο ποσό των 1.100.000 ευρώ χωρίς να έχει προσβληθεί η πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος τούτο και β) επιδίκασε στον αιτούντα δικαστική δαπάνη και για το πρώτο βαθμό χωρίς να υπάρχει αντίστοιχο αίτημα.
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την υπ. αριθ. 7162/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η από 8-1-2007 αίτηση του αιτούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και 1) αναγνωρίστηκε η ύπαρξη σπουδαίου λόγου για την έξοδο του αιτούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου από την πρώτη καθής εταιρία περιορισμένης ευθύνης (ΒΙΚΙΝΓΚ ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ) 2) προσδιορίστηκε η αξία της μερίδας συμμετοχής του αιτούντος στη πρώτη καθής και ήδη αναιρεσείουσας στο ποσό των 566.662 ευρώ αφού δέχθηκε ότι η αγοραστική αξία του ακινήτου περιουσιακού στοιχείου της καθής ανερχόταν στο ποσό των 900.000 ευρώ η δε πραγματική αξία της(όλης) εταιρικής περιουσίας στο ποσό των 1.700.000 (1.700.000 ευρώ δια 27999 εταιρικά μερίδια ίσον 60.716 ευρώ επί 9.333 μερίδια) και 3) συμψηφίστηκαν στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα όλων των διαδίκων.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν εφέσεις και από τις δύο πλευρές οι οποίες και απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες με την υπ. αριθ. 909/2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση από την καθής ΕΠΕ η οποία και έγινε δεκτή με την υπ. αριθ. 1628/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου και αναιρέθηκε η απόφαση αυτή κατά το μέρος του προσδιορισμού της εταιρικής μερίδας για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.) Το Εφετείο στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση κατά το μέρος που αναιρέθηκε για νέα εκδίκαση με την προσβαλλόμενη απόφασή του (70/2012) αφού δίκασε μόνο την έφεση της καθής ως προς την απόρριψη της οποίας και αναιρέθηκε η υπ.
αριθ. 909/2008 απόφαση του Εφετείου δέχθηκε την έφεση αυτή εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το κεφάλαιο που αφορά τον καθορισμό της αξίας της εταιρικής μερίδας του αιτούντος - εφεσίβλητου στην περιουσία της καθής, δίκασε την υπόθεση δέχθηκε κατά ένα μέρος την αίτηση και 1) καθόρισε το ποσό της εταιρικής μερίδας του αιτούντος στο ποσό των 466.660 ευρώ αφού δέχθηκε ότι η πραγματική αξία του ακινήτου της καθής (οικοπέδου και κτισμάτων) ανερχόταν στο ποσό των 1.100.000 ευρώ η δε πραγματική αξία της (όλης) εταιρικής περιουσίας στο ποσό των 1.400.000 ευρώ (1.100.000 αξία ακινήτου συν 300.000 ευρώ αξία της επιχείρησης) και (1.400.000 ευρώ δια 27.999 εταιρικά μερίδια ίσον 50,002 ευρώ επί 9.333 μερίδια ίσον 466.669 ευρώ) και 2 ) Καταδίκασε την καθής σε ένα μέρος της δικαστικής δαπάνης του αιτούντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας από 1500 ευρώ.
Σύμφωνα με τα παραπάνω το Εφετείο κατά την μετ' αναίρεση έρευνα κατ' ουσίαν της έφεσης της αναιρεσείουσας εταιρείας καθ' ής η αίτηση πρωτόδικα που είχε σαν αντικείμενο τη συνολική αξία της εταιρικής περιουσίας της και κατ' ακολουθίαν και της ένδικης εταιρικής μερίδας του αναιρεσιβλήτου, ανεξάρτητα από την επί μέρους αξία των κατ' ιδίαν περιουσιακών στοιχείων καθόρισε το ποσό της εταιρικής μερίδας του αιτούντος που αποτέλεσε και τη σχετική διάταξη του διατακτικού σε 466.669 ευρώ αντί του ποσού των 566.662 ευρώ που είχε ορισθεί με την πρωτόδικη απόφαση.
Η εκτίμηση δε της αξίας του ακινήτου της καθής που αποτελούσε επί μέρους περιουσιακό στοιχείο αυτής στο ποσό των 1.100.000 ευρώ η οποία και έλαβε χώρα στα πλαίσια της έρευνας του λόγου της εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων σε σχέση με το καθορισθέν ποσό της εταιρικής μερίδας, παρά το γεγονός ότι η αξία του ακινήτου τούτου είχε εκτιμηθεί από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο σε μικρότερο ποσό (900.000 ευρώ) και δεν υπήρχε σχετικό κατά τούτο παράπονο στην έφεση δεν συνιστά επιδίκαση μη ζητηθέντος γι' αυτό και ο εξεταζόμενος λόγος κατά το πρώτο ως άνω σκέλος του είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 29 παρ. 1, 33 περ. 2 του ν. 3190/1955 και 3 παρ. 2 ΕισΝΚΠολΔ προκύπτει ότι η αίτηση για έξοδο εταίρου από εταιρία περιορισμένης ευθύνης εξαιτίας σπουδαίου λόγου και για τον προσδιορισμό της αξίας της μερίδας συμμετοχής του δικάζεται από το μονομελές πρωτοδικείο κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
Η νομοθετική αυτή παραπομπή στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων υπηρετεί την ανάγκη ταχείας εκδικάσεως της εν λόγω υποθέσεως, και ως εκ τούτου στη σχετική δίκη, καίτοι μη αφορώσα σε προσωρινή δικαστική προστασία με τη μορφή ασφαλιστικού μέτρου αλλά στην οριστική διάγνωση της υποθέσεως, εφαρμόζεται και το αρθρο 690 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά το οποίο στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων είναι υποχρεωτική η προαπόδειξη και αρκεί η πιθανολόγηση των ισχυρισμών.
Η καθιέρωση της πιθανολογήσεως επάγεται τη διεξαγωγή ελεύθερης αποδείξεως, στο πλαίσιο της οποίας το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τους κανόνες της αποδεικτικής διαδικασίας, τα αποδεικτικά μέσα και τη δύναμη τους, αλλά έχει την ευχέρεια να στηρίξει την κρίση του σε οποιαδήποτε "κατάλληλα" μέσα, τα οποία είναι σε θέση να πιθανολογήσουν την αλήθεια των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων (άρθρο 347 ΚΠολΔ).
Αντίθετη εκδοχή θα προκαλούσε σημαντική δυσχέρεια στη σκοπηθείσα συναφώς γρήγορη δικαστική διάγνωση, και άρα θα οδηγούσε σε αδικαιολόγητη συρρίκνωση του ρυθμιστικού εύρους της επίμαχης νομοθετικής παραπομπής( Α.Π.1149/2008). Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το εφετείο, κατά την εκδίκαση εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, έκρινε ως κατ' ουσία βάσιμη την από 8-1-2007 αίτηση του αναιρεσιβλήτου - εταίρου της αναιρεσείουσας εταιρίας περιορισμένης ευθύνης - για την έξοδο του από την εν λόγω εταιρία ένεκα σπουδαίου λόγου και για τον προσδιορισμό της αξίας της μερίδας συμμετοχής του, στηρίζοντας τη σχετική προς τούτο αποδεικτική του κρίση (κατά τη διαλαμβανόμενη στην ίδια απόφαση βεβαίωσή του) σε απλή πιθανολόγηση των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.
Με την κρίση του αυτή το εφετείο δε υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ. 10 ΠολΔ πλημμέλεια της αποδοχής πραγμάτων εχόντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινών χωρίς απόδειξη. Επομένως, ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση, να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 §4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-7-2012 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "ΒΙΚΙΝΓΚ ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ - ΕΞΑΡΤΗΜΑΤΩΝ ΠΛΟΙΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" για αναίρεση της υπ' αριθμ 70/2012 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 4η Νοεμβρίου 2013.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 7η Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ