Legislator Case Law & Legislation
752/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against tax authority's decision regarding bank's guarantee obligations and statute of limitations.

Case Number 752/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a bank's tax liability. The lower court found that the bank fulfilled its guarantee obligations after the tax authority declared the guarantees void, thereby extinguishing the bank's liability and invalidating the tax assessments. The court rejected the state's arguments that the bank was in default or that the lower court failed to properly apply guarantee laws, ruling that the tax authority's declaration of voidness was the decisive factor. Consequently, the appeal was rejected, and the state was ordered to pay the bank's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(2) of the Code of Civil Procedure; Articles 847 et seq. of the Civil Code: The court held that a tax authority's explicit declaration of the voidness of guarantees extinguishes the guarantor's liability, invalidating subsequent tax assessments, and that a prior demand for payment does not constitute a default if the guarantor's obligation is conditional upon the declaration of voidness.

Keywords

AI generated
tax assessment invalidation bank guarantee obligations statute of limitations court of appeal decision civil procedure appeal guarantee voidness declaration tax authority liability

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 847 et seq. of the Civil Code
Article 340 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 752 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 752/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου, και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Κωνσταντίνα Χριστοπούλου, πάρεδρο του Νομικού συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias AE" και το διακριτικό τίτλο "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστοτέλη Λαμπρακάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-12-2000 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2588/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 3603/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 21-3-2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 19-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η αναιρεσίβλητη Τράπεζα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 8-12-2000 ανακοπή της, με την οποία ζήτησε για τους αναφερομένους σ' αυτήν λόγους την ακύρωση, άλλως τροποποίηση της υπ' αριθ. 11772/200 ταμειακής βεβαίωσης του Προϊσταμένου ΔΟΥ ΦΑΕΕ Αθηνών, την αναγνώριση ως ανυπόστατης της 5375/2000 ατομικής ειδοποίησης χρεών, την ακύρωση, άλλως τροποποίηση του χρηματικού καταλόγου του Δασάρχη Δράμας, την αναγνώριση ότι αυτή εξόφλησε τις αναφερόμενες στην ανακοπή εγγυητικές επιστολές της και την υποχρέωση του καθού η ανακοπή να τις επιστρέψει τις εγγυητικές επιστολές. Η ανακοπή έγινε εν μέρει δεκτή με την υπ' αριθ. 2588/2002 απόφαση του άνω δικαστηρίου, το οποίο ακύρωσε την ταμειακή βεβαίωση και την ατομική ειδοποίηση χρεών. Κατά της αποφάσεως αυτής το καθού Ελληνικό Δημόσιο άσκησε έφεση, η οποία έγινε δεκτή με την προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Μεταξύ της ΔΟΥ Δράμας και της εταιρίας "Αφοί Χ. Σ. ΟΕ" υπεγράφησαν στις 27-12-1996 ....συμβάσεις για αγορά 200 κυβ. μέτρων και 50 κυβ. μέτρων, αντιστοίχως, στρογγυλής ξυλείας λεύκης που δημοπρατήθηκαν από το Δασαρχείο Δράμας, το οποίο στη συνέχεια παρέδωσε στην πιο πάνω εταιρία 216,88 κυβ.

μέτρα και 81,06 κυβ. μέτρα στρογγυλής ξυλείας προς 215,74 δρχ. το κυβ. μέτρο, συνολικού τιμήματος 4.678.969 και 1.748.758 δραχμών, αντιστοίχως. Η πληρωμή των ποσών αυτών συμφωνήθηκε να γίνει σε τρεις ισόποσες δόσεις ανά τρίμηνο, κάθε δόσης ανερχομένης σε 1.568.970 και 588.788 δραχμών. Η αγοράστρια εταιρία κατέβαλε την πρώτη δόση, τη δε πληρωμή της δεύτερης και τρίτης δόσης για τις 19-9-1997 και 19-12-1997 εγγυήθηκε με την έκδοση εγγυητικών επιστολών η Τράπεζα Κρήτης, της οποίας καθολική διάδοχος, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, είναι η ανακόπτουσα εφεσίβλητη.

Ειδικότερα, η Τράπεζα Κρήτης στις 12-6-1997 εξέδωσε τις υπ' αριθμ. 1) ... και ... για 1.555.000 δραχμές κάθε μια και 2) ... και ... για 580.000 δραχμές καθεμιά, εγγυητικές επιστολές προς το Δασαρχείο Δράμας, με βάση τις οποίες εγγυήθηκε ανεπιφύλακτα και ανέκκλητα, παραιτούμενη από τα ευεργετήματα της διαίρεσης και δίζησης υπέρ της Ο.Ε. "Αφοί Σ." και μέχρι το πιο πάνω ποσό που καλύπτουν οι εγγυητικές επιστολές, στο οποίο και μόνο περιορίζεται η υποχρέωσή της για την τέλεια και ολοκληρωτική εκπλήρωση των όρων της σύμβασης που αφορά την αγορά ξυλείας.

Με τις εγγυητικές αυτές επιστολές η τράπεζα ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει το ποσό αυτών στο Δασαρχείο Δράμας, χωρίς αντίρρηση ολόκληρο ή μέρος αυτού μέσα σε τέσσερις εργάσιμες ημέρες μετά από τη λήψη της έγγραφης δήλωσης"ότι κατέπεσε" μέρος ή το σύνολο της εγγυητικής επιστολής. Από το περιεχόμενο των εν λόγω εγγυητικών επιστολών προκύπτει, ότι η εκδότρια αυτών τράπεζα ανέλαβε έναντι του Δασαρχείoυ Δράμας την εντός τεσσάρων εργασίμων ημερών από τη δήλωσή του ότι επήλθε λόγος κατάπτωσης, άμεση καταβολή του καλυπτόμενου ποσού ή μέρους αυτού προς αυτό (Δασαρχείο).

Συνεπώς, η ευθύνη της εγγυήτριας Τράπεζας εξικνείται μέχρι του αναγραφόμενου στις εγγυητικές επιστολές ποσού και πέραν αυτού ουδεμία άλλη υποχρέωση έχει έναντι του δικαιούχου λήπτη των εγγυητικών επιστολών. Περαιτέρω από το περιεχόμενο των εγγυητικών επιστολών προκύπτει ότι η άμεση μετάθεση του χρηματικού ποσού κάθε εγγυητικής επιστολής προς το Δασαρχείο Δράμας που αυτή απευθύνεται θα γίνεται με απλή δήλωση του τελευταίου (Δασαρχείου) ότι κατέπεσε αυτή.

Πραγματικά με το υπ' αριθμ. 2688/18-5-2000 έγγραφό του ο Δασάρχης Δράμας προέβη σε δήλωση κατάπτωσης των εγγυητικών επιστολών με τους επί πλέον τόκους υπερημερίας και τον ΦΠΑ επ' αυτών από 18%. Η ανακόπτουσα - εφεσίβλητη στην άρνηση του εκκαλούντος - καθού η ανακοπή να δεχθεί τα αναγραφόμενα στις εγγυητικές επιστολές ποσά, την καταβολή των οποίων και μόνον είχε υποσχεθεί, προέβη στις 25-5-2000, στη δημόσια κατάθεση αυτών στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και κοινοποίησε στο εκκαλούν καθού τα σχετικά γραμμάτια παρακαταθήκης.

Πρέπει να σημειωθεί ότι το εκκαλούν - καθού η ανακοπή δια του δασάρχη Δράμας πριν από την πιο πάνω δήλωση κατάπτωσης των εγγυητικών επιστολών με σχετικά έγγραφα προς το υποκατάστημα της ανακόπτουσας στη Δράμα, την όχλησε για την καταβολή των ποσών των εγγυητικών επιστολών μετά των τόκων υπερημερίας και του ΦΠΑ επ' αυτών χωρίς όμως την απαραίτητη με βάση το περιεχόμενο των εγγυητικών επιστολών ρητή δήλωση κατάπτωσης αυτών, αφού στο τέλος κάθε εγγράφου επιφυλάσσεται να ζητήσει την εξόφληση των εγγυητικών επιστολών από το Κεντρικό Κατάστημα της τράπεζας.

Συνεπώς, με την κατάθεση στο Τ.Π και Δ αποσβέστηκε η υποχρέωση της ανακόπτουσας - εφεσίβλητης έναντι του εκκαλούντος από τις εγγυητικές επιστολές και ακύρως το εκκαλούν, δια του προϊσταμένου της ΔΟΥ ΦΑΕΕ - Αθηνών προέβη στην έκδοση των προσβληθέντων ταμειακής βεβαίωσης και ατομικής ειδοποίησης χρεών".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες σχετικώς με το ουσιώδες ζήτημα του περιεχομένου των εγγυητικών επιστολών και της έκτασης ευθύνης της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 361 και 847 επ.

Α.Κ., τις οποίες, κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου, φέρεται ότι παραβίασε εκ πλαγίου το Εφετείο. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχεται σαφώς ότι από το περιεχόμενο των εγγυητικών επιστολών προκύπτει ότι με αυτές η Τράπεζα υποσχέθηκε να καταβάλει στο Δασαρχείο Δράμας τα αναγραφόμενα στην κάθε μία εγγυητική επιστολή χρηματικά ποσά ευθύς ως το Δασαρχείο της δηλώσει ότι κατέπεσαν οι εγγυητικές επιστολές και περαιτέρω ( δέχθηκε ) ότι το Δασαρχείο δήλωσε ρητή κατάπτωση των εγγυητικών επιστολών το πρώτον στις 18-5-2000 με αίτημα καταβολής επί πλέον τόκων υπερημερίας και ΦΠΑ 18%, επικαλούμενο ότι με σχετικά έγγραφα είχε προηγουμένως οχλήσει το υποκατάστημα της Τράπεζας στη Δράμα για καταβολή του ποσού των εγγυητικών επιστολών.

Η όχληση αυτή (δέχθηκε το Εφετείο) δεν αποτελούσε ρητή δήλωση κατάπτωσης των εγγυητικών επιστολών, αφού στο τέλος κάθε εγγράφου γινόταν επιφύλαξη εξόφλησης των εγγυητικών επιστολών από το κεντρικό κατάστημα της τράπεζας. Το Ελληνικό Δημόσιο δια του Δασάρχη Δράμας αρνήθηκε να εισπράξει μόνο τα χρηματικά ποσά των εγγυητικών επιστολών που του προσφέρθηκαν εμπρόθεσμα από την Τράπεζα, με αποτέλεσμα η τελευταία να αναγκασθεί να καταθέσει τα ποσά των εγγυητικών επιστολών στο ΤΠΔ.

Σε συνέπεια των παραδοχών του αυτών το Εφετείο δέχθηκε ακολούθως και ορθώς ότι σε υπερημερία δεν περιήλθε η τράπεζα, αλλά το Ελληνικό Δημόσιο και ότι με την ως άνω παρακατάθεση στο ΤΠΔ αποσβέστηκε η εκ των εγγυητικών επιστολών ευθύνη της Τράπεζας, εντεύθεν δε έκρινε ότι ακύρως το Ελληνικό Δημόσιο προέβη στις προσβαλλόμενες με την ανακοπή ταμειακή βεβαίωση και ατομική ειδοποίηση χρεών.

Επομένως, οι πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ και δεύτερος από τον αριθ. 1 του ίδιου άρθρου λόγοι του αναιρετηρίου, με τον πρώτο από τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν αιτιολογεί επαρκώς την κρίση του και δεν παραθέτει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι η ευθύνη της εγγυήτριας Τράπεζας εξικνείται μέχρι του αναγραφόμενου στις εγγυητικές επιστολές ποσού και πέραν αυτού ουδεμία άλλη υποχρέωση έχει και με τον δεύτερο ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις περί εγγυήσεως διατάξεις των άρθρων 847 επ.

του Α.Κ., είναι αβάσιμοι.

Με τον τρίτο από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η τράπεζα δεν περιήλθε σε υπερημερία παρά το γεγονός ότι οχλήθηκε εγγράφως και προφορικώς για την καταβολή των αναφερομένων στις εγγυητικές επιστολές χρηματικών ποσών παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τη διάταξη του άρθρου 340 του Α.Κ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι κατά το περιεχόμενο των εγγυητικών επιστολών η Τράπεζα όφειλε να καταβάλει τα ποσά των εγγυητικών επιστολών μετά τη δήλωση του Δασάρχη περί κατάπτωσής των και τέτοια δήλωση δεν περιείχαν οι οχλήσεις, το πρώτον δε δηλώθηκε κατάπτωση των εγγυητικών επιστολών στις 18-5-2000.

Μετά απ' αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-3-2007 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 3603/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαΐου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ