Legislator Case Law & Legislation
752/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's rejection of late-filed contract claims due to procedural inadmissibility.

Case Number 752/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the shipping company's appeal against the Piraeus Court of Appeal's decision to reject late-filed contract claims. The lower court ruled that the claims were procedurally inadmissible because they were not substantiated by the documents presented at the time of filing. The Supreme Court agreed, holding that the failure to prove the claims with the available evidence at the initial stages rendered their subsequent introduction untimely and invalid.

Legislator headnote

AI generated

Articles 269(2)(c) and 527(3)(a) of the Code of Civil Procedure; Articles 281 and 300 of the Civil Code: Claims introduced late are inadmissible if the supporting evidence was not available or presented at the initial stages of the proceedings.

Keywords

AI generated
procedural inadmissibility late filed claims burden of proof substantiation requirement Code of Civil Procedure contractual claims appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 580(4) of the Code of Civil Procedure
Article 559(18) of the Code of Civil Procedure
Article 269(2)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 527(3)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 300 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 752 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 752/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Eταιρείας με την επωνυμία "SATINWAVE SHIPPING COMPANY LIMITED" (ΣΑΤΙΝΓΟΥΕΗΒ ΣΙΠΠΙΝΓΚ ΚΟΜΠΑΝΥ ΛΙΜΙΤΕΝΤ) που εδρεύει στη Λεμεσό της Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βρέλλο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "BYBLOS BANK S.A.L) (ΜΠΙΜΠΛΟΣ ΜΠΑΝΚ ΕΣ. ΕΪ ΕΛ), που εδρεύει στην Βηρυττό του Λιβάνου, νόμιμα εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Δημητρίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Μαΐου 1996 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1695/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1071/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8 Νοεμβρίου 2009 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 1735/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου (Α1 Πολιτικό Τμήμα), η οποία αναίρεσε εν μέρει την απόφαση του Εφετείου και παρέπεμψε την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για νέα εκδίκαση. Το Εφετείο Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα) εξέδωσε την 811/2009 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12 Ιανουαρίου 2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 31 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 12 Ιανουαρίου 2010 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 811/2009 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ οι αποφάσεις της ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Τα νομικά ζητήματα, για τα οποία ομιλεί το άρθρο τούτο, μπορεί να ανάγονται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο, γεγονός που προκύπτει τόσο από την αδιάστικτη διατύπωση της διατάξεως, όσο και από το ότι η παραπομπή διατάσσεται επί αναιρέσεως, για παράβαση όχι μόνο του ουσιαστικού, αλλά, με τους κατ' ιδίαν λόγους αναιρέσεως που θεσπίζει το άρθρο 559 ΚΠολΔ, και του δικονομικού δικαίου.

Ιδρύεται δε ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολουθήσει, όσον αφορά το νομικό ζήτημα για το οποίο απαγγέλθηκε η αναίρεση (κατά την προαναφερθείσα έννοια), τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 295/2007).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 269 παρ. 2 εδ. α', β' και γ' του ΚΠολΔ όπως ίσχυε μέχρι την αντικατάστασή του από το άρθρ. 11 του Ν. 2915/2001 από της 1-1-2002 (που ισχύει όμως στην προκειμένη περίπτωση γιατί αφορά υπόθεση που είχε συζητηθεί στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πριν την 1-1-2002), 527 αρ. 3 και 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το Εφετείο, κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων, απέρριψε λόγο έφεσης, με τον οποίο διατυπώθηκαν παράπονα κατά απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκαν γιατί προβλήθηκαν καθυστερημένα ενώπιον αυτού ουσιώδη πράγματα, ως βάση νέου αυτοτελούς ισχυρισμού, που επικαλέσθηκε ο εκκαλών για πρώτη φορά στη μετ' απόδειξη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (ΑΠ 1735/2008).

Κατά δε τις διατάξεις των άρθρ. 269 παρ. 2 εδ. α', β'και γ' του ΚΠολΔ όπως ίσχυε κατά τα προαναφερθέντα μέχρι την 1-1-2002, και 527 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ, μέσα επίθεσης και άμυνας, μπορεί να προβληθούν παραδεκτά για πρώτη φορά μετά την πρώτη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ή στο Εφετείο, εάν: α) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν έγκαιρα από δικαιολογημένη αιτία, β) αν προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα, και γ) αν αποδεικνύονται από έγγραφο ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.

Από τις ίδιες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι σε όλες τις καθιερούμενες περιπτώσεις της βραδείας προβολής ισχυρισμού το δικαστήριο της ουσίας σχηματίζει την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του ως προς το δικαιολογημένο ή όχι της βραδείας προβολής, και ως προς το κατά πόσον συντρέχει κατά περίπτωση μία από τις πιο πάνω προϋποθέσεις, ερευνώντας τα κρίσιμα στοιχεία της δικογραφίας (Ολ.

ΑΠ 12/1991). Ειδικά δε στην περίπτωση, που ο προβαλλόμενος καθυστερημένα ισχυρισμός δικαιολογεί το παραδεκτό της βραδείας προβολής του κατ' άρθρ. 269 παρ. 2 εδ. γ' του ΚΠολΔ ως αποδεικνυόμενος από έγγραφο, από το οποίο όμως η απόδειξη πρέπει να προκύπτει παραχρήμα και άμεσα και όχι σε συνδυασμό με τεκμήρια, η κρίση για το παραδεκτό ή όχι της βραδείας προβολής του όσο συνδυάζεται με την αντίστοιχη κρίση ότι ο νέος ισχυρισμός που θεμελιώνει το λόγο της έφεσης αποδεικνύεται ή όχι παραχρήμα με την έννοια που προαναφέρθηκε, από τα έγγραφα που επικαλέσθηκε ο εκκαλών, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, γιατί αφορά κρίση περί τα πράγματα, του ουσιαστικού Δικαστηρίου (ΑΠ 1990/2007).

ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που επισκοπούνται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα επί της διαδικαστικής πορείας της ένδικης υπόθεσης και του παραδεκτού και βάσιμου των εδώ ερευνώμενων αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 8, 11, 14 και 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, που προβάλλονται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης: 1) Στην από 6 Μαΐου 1996 αγωγή της, η αναιρεσίβλητη εξέθεσε ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα τυγχάνει πλοιοκτήτρια του με σημαία Κύπρου Φ/Γ πλοίου "P." και ασκεί επιχείρηση θαλάσσιας μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων (containers).

Ότι, με βάση σύμβαση θαλάσσιας μεταφοράς, η αναιρεσείουσα ανέλαβε να μεταφέρει απ' το λιμάνι της Βαρκελώνης Ισπανίας στο λιμάνι Λαττάκειας (Λαοδικείας) Συρίας τα λεπτομερώς περιγραφόμενα στην αγωγή εμπορεύματα (επιστρωμένες αμφίπλευρα μοριοσανίδες), των οποίων φορτώτρια ήταν η εταιρία με την επωνυμία "J.

R. E. S.A.", με την έκδοση για το σκοπό αυτόν αντίστοιχα τριών φορτωτικών σε διαταγή (μη κατονομαζόμενους προσώπου), η δε σύμβαση θαλάσσιας μεταφοράς είχε καταρτισθεί μεταξύ της παραπάνω φορτώτριας και της αναιρεσείουσας, η οποία είχε αντιπροσωπευθεί από τη δεύτερη αρχικά εναγόμενη, που δεν είναι διάδικος εν προκειμένω, που, με της σειρά της, είχε αντιπροσωπευθεί από την ναυτική πράκτορά της στην Ισπανία εταιρεία με την επωνυμία "Consignaciones maritimas de Cataluna S.L.".

Ότι τα εμπορεύματα φορτώθηκαν στο πιο πάνω πλοίο στις 9 Μαΐου 1995, στη Βαρκελώνη Ισπανίας, η δε φορτώτρια εταιρεία μεταβίβασε όλα τα επί του φορτίου δικαιώματά της στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη και, ταυτόχρονα, με λευκή οπισθογράφηση και παράδοση, μεταβίβασε σ' αυτή και τις εκδοθείσες φορτωτικές και τα εξ αυτών δικαιώματά της.

Ότι η αναιρεσείουσα με την προαναφερθείσα ιδιότητά της, παρ' ότι γνώριζε ότι παραλήπτης του φορτίου ήταν μόνο ο νόμιμος κομιστής των φορτωτικών, δηλαδή η αναιρεσίβλητη, κατόπιν εντολής της που δόθηκε από τον Πειραιά, τον Ιούλιο του 1995, προφορικά και εγγράφως, επιδίωξε και παρέδωσε, το καλοκαίρι του 1995, τα εμπορεύματα στον M.

S. S., στη Λαττάκεια της Συρίας, παράνομα και μολονότι αυτός δεν ήταν δικαιούχος και νόμιμος κομιστής των φορτωτικών και χωρίς αυτός να προσκομίσει τις αντίστοιχες φορτωτικές, με συνέπεια η αναιρεσίβλητη ενάγουσα ν' απολέσει το σύνολο του φορτίου. Ότι η ζημία που υπέστη η αναιρεσίβλητη ενάγουσα απ' την απώλεια αυτή του φορτίου ανέρχεται σε 170.000 δολάρια ΗΠΑ, που συνιστούν την αξία, την οποία πράγματα του αυτού γένους και της αυτής ποιότητας είχαν στον πιο πάνω τόπο εκφόρτωσης.

Με βάση το ιστορικό αυτό, η αναιρεσίβλητη ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η ήδη αναιρεσείουσα εναγομένη ευθυνόμενη από τη σύμβαση θαλάσσιας μεταφοράς και επικουρικά από αδικοπραξία, να της καταβάλει το συνολικό ποσόν των 170.000 δολαρίων ΗΠΑ, άλλως το σε δραχμές ισάξιο κατά το χρόνο πληρωμής, άλλως το σε δραχμές ισάξιο κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής, το οποίο, επικουρικότερα, κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής, ανέρχεται σε 40.800.000 δραχμές και μάλιστα νομιμότοκα απ' την έγγραφη όχλησή της, στις 4 Οκτωβρίου 1995, άλλως απ' την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. 2) Η αναιρεσείουσα, για πρώτη φορά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και στη μετ' απόδειξη συζήτηση, προέβαλε, με τις προτάσεις της, ως αποδεικνυόμενες, κατά τους ισχυρισμούς της, εγγράφως, τις ενστάσεις της καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αξίωσης της αναιρεσίβλητης ενάγουσας και της συνυπαιτιότητας της τελευταίας στην πρόκληση της ζημίας της, επικαλούμενη ότι η αναιρεσίβλητη ενάγουσα σκόπιμα, αντίθετα από τις αρχές της καλής πίστης, των συναλλακτικών ηθών και της διεθνώς επικρατούσας συναλλακτικής πρακτικής μεταξύ διαμεσολαβουσών τραπεζών στη μεταφορά πραγμάτων δια θαλάσσης, παρέλειψε:

α) να την ενημερώσει μέχρι τις 10 Ιουλίου 1995 (ημερομηνία εξόδου του φορτίου απ' το τελωνείο Λαττάκειας) ότι κατέστη νόμιμη κομίστρια των φορτωτικών, λόγω καταβολής της αξίας των εμπορευμάτων και β) ν' αποστείλει τις εις χείρας της (λόγω καταπιστευματικής μεταβίβασης) δηλαδή προς ασφάλεια της πληρωμής της αξίας του φορτίου, τρεις φορτωτικές στη Συριακή τράπεζα "Commercial bank of Syria" με εντολή προς αυτή να τις παραδώσει στο M.

S. S., με τον αναγκαίο όρο της ταυτόχρονης καταβολής απ' αυτόν, με βάση την υποσχετική του επιστολή, του ποσού των 120.000 δολαρίων ΗΠΑ, παραλείψεις, οι οποίες οδήγησαν την ενισταμένη αναιρεσείουσα στην απόφαση να παραδώσει το φορτίο χωρίς επίδειξη των φορτωτικών, με συνέπεια την πρόκληση ζημιάς στην ενάγουσα. 3) Οι ισχυρισμοί αυτοί της αναιρεσείουσας απορρίφθηκαν απ' το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε, κατά ένα μέρος, την αγωγή της αναιρεσίβλητης, ως απαράδεκτες, κατά τη διάταξη του άρθρ. 269 παρ. 2 του ΚΠολΔ, λόγω αδικαιολόγητης βραδείας προβολής τους. 4) Η απόρριψη εκείνη απ' το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προβλήθηκε ως εσφαλμένη με τον τρίτο λόγο της από 23 Νοεμβρίου 2005 έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο επανέφερε αυτή στο Εφετείο τους ίδιους ισχυρισμούς της, ως αποδεικνυόμενους, κατά τα προβαλλόμενα από αυτήν, εγγράφως. 5) Κατά τη συζήτηση της έφεσης και προς απόδειξη με έγγραφα της βασιμότητας του παραδεκτού της βραδείας προβολής των ίδιων ισχυρισμών, η αναιρεσείουσα δήλωσε, με τις προτάσεις της στο Εφετείο, ότι προσκομίζει με επίκληση τα έγγραφα εκείνα, που ανέφερε και στην έφεσή της σε νόμιμη μετάφραση, δηλαδή:

α) την υπ' αριθ. 296.671/29-12-1994 άδεια εισαγωγής στη Συρία του ένδικου φορτίου μοριοσανίδων και β) την από 2 Ιουλίου 1995 επιστολή της διαμεσολαβούσας κρατικής τράπεζας στη Συρία "Commercial bank of Syria" προς το Υπουργείο Οικονομίας και Εξωτερικού Εμπορίου της Συρίας. 6) Το Εφετείο Πειραιώς, με την υπ' αριθ. 1071/2006 απόφασή του, απέρριψε τον προαναφερθέντα 3ο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας και τους με αυτόν επαναφερόμενους ισχυρισμούς της από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 300 του ΑΚ ως απαραδέκτως προβληθέντες κατά τις διατάξεις των άρθρων 269 παρ. 2 και 527 αριθ. 3 του ΚΠολΔ στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στη μετ' απόδειξη συζήτηση, γιατί έκρινε με την ίδια απορριπτική αιτιολογία και του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι: "η αναιρεσείουσα ως εναγομένη ήταν σε γνώση των επικαλουμένων από αυτή ως άνω παραλείψεων της αναιρεσίβλητης ενάγουσας και μπορούσε ευχερώς να τις προβάλλει κατά την ημερομηνία της πρώτης συζήτησης της αγωγής (25-2-1997)". 7) Η απορριπτική αυτή κρίση της υπ' αριθ. 1071/2006 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς προσβλήθηκε από την αναιρεσείουσα με την από 16-4-2007 αίτηση αναίρεσης. 8) Με την υπ' αριθ. 1735/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου έγινε δεκτή η προαναφερθείσα αίτηση αναίρεσης, μόνο κατά το μέρος της που αφορούσε την απόρριψη από την υπ' αριθ. 1071/2006 απόφαση του 3ου λόγου της από 23-11-2005 έφεσης της αναιρεσείουσας και των δύο ισχυρισμών της από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 300 του ΑΚ ως δικονομικά απαραδέκτως προβληθέντων γιατί κρίθηκε από την αναιρετική απόφαση ότι οι ίδιοι πιο πάνω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 300 ΑΚ, προβλήθηκαν κατ' αρχάς παραδεκτά στη μετ' απόδειξη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και στο Εφετείο κατά τη συζήτηση της έφεσης, ως αποδεικνυόμενοι, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας εγγράφως (άρθρα 527 αριθ. 3 και 269 § 2γ περ.

α' του ΚΠολΔ), εφόσον για το παραδεκτό της βραδείας αυτής προβολής, δεν ήταν αναγκαία η πανηγυρική επίκληση στο δικόγραφο της έφεσης της αναιρεσίβλητης του κειμένου και του αριθμού της διάταξης του παραπάνω άρθρου 269 § 2γ περ. α' του ΚΠολΔ, αλλ' αρκούσε η επίκληση του γεγονότος ότι οι προσβαλλόμενες ενστάσεις αποδεικνύονται απ' τα πιο πάνω δύο επικαλούμενα έγγραφα, ενόψει του ότι η διάταξη αυτή (του άρθρου 269 § 2γ περ.

α' του ΚΠολΔ), πριν απ' την τροποποίησή της με το άρθρο 11 του Ν. 2915/2001, όπως είχε εφαρμογή στην προκείμενη υπόθεση λόγω του χρόνου της πρώτης συζήτησης της αγωγής (25-2-1997), για το παραδεκτό της βραδείας προβολής δεν απαιτούσε επιπλέον και το ότι ο διάδικος δεν γνώριζε ούτε μπορούσε να είχε πληροφορηθεί έγκαιρα την ύπαρξη των εγγράφων και το περιεχόμενό τους. 9) Το Εφετείο Πειραιώς στο οποίο εισήχθη στη συνέχεια η υπόθεση, ως Δικαστήριο της παραπομπής κατά τις διατάξεις των άρθρων 579 παρ. 1, 580 παρ. 3 και 4 και 581 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, ερευνώντας την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται από την προηγηθείσα υπ' αριθ. 1735/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, δηλαδή "για το παραδεκτός της βραδείας προβολής των πιο πάνω δύο ενστάσεων της αναιρεσείουσας όσο συνδεόταν αποκλειστικά το παραδεκτό αυτό με την έννοια της έγγραφης απόδειξής τους περιοριστικά από τα πιο πάνω δύο έγγραφα, που επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα" δέχθηκε το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, όπως εκτίθεται στην αρχική νομική σκέψη της παρούσας, τα ακόλουθα: "Απ' την εξέταση του περιεχομένου των δυο παραπάνω εγγράφων που ανέφερε και στην έφεσή της η αναιρεσείουσα κι επικαλείται ότι αποδεικνύουν τη βασιμότητα των παραπάνω ερευνωμένων ενστάσεών της και προσκομίζει, σε νόμιμη μετάφραση, προκύπτουν απλώς, από μεν το πρώτο, δηλαδή την υπ' αριθ. 296.671/29-12-1994 άδεια εισαγωγής στη Συρία του ένδικου φορτίου μοριοσανίδων, ότι εισαγωγέας της συνολικής ποσότητας των προς εισαγωγή μοριοσανίδων ήταν ο M.

S. S., ο οποίος και παρέλαβε το ένδικο φορτίο στη Λαττάκεια της Συρίας, (παράνομα, μολονότι δεν ήταν δικαιούχος και νόμιμος κομιστής των φορτωτικών και χωρίς αυτός να προσκομίσει τις αντίστοιχες φορτωτικές, όπως έχει ήδη κριθεί αμετάκλητα με την υπ' αριθμ. 1071/2006 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, κατά το μη αναιρεθέν μέρος της), κι ότι η αξία F.Ο.Β.

της όλης επιτρεπόμενης με την άδεια αυτή να εισαχθεί στη Συρία ποσότητας (3.000 τόνων) ήταν 1.200.000 δολάρια Η.Π.Α. κι η πληρωμή τους θα γινόταν με επιταγή τουλάχιστον 180 ημερών, από δε το δεύτερο, δηλαδή την από 2 Ιουλίου 1995 επιστολή της διαμεσολαβούσας κρατικής τράπεζας στη Συρία "Commercial bank of Syria" προς το Υπουργείο Οικονομίας και Εξωτερικού Εμπορίου της Συρίας, ότι δικαιούχος (εισαγωγέας) του ενδίκου φορτίου, παρτίδας απ' τη συνολική ποσότητα των προς εισαγωγή μοριοσανίδων, ήταν ο M.

S. S., ότι η τελευταία αυτή τράπεζα έχει παραλάβει απ' τη χώρα προέλευσης τα συνοδευτικά έγγραφα εισαγωγής της, απ' τη συνολική ποσότητα των προς εισαγωγή μοριοσανίδων, παρτίδας των 300 τόνων (που συνιστά το ένδικο φορτίο), αξίας 120.000 δολαρίων Η.Π.Α. κι ότι έχει παραδώσει το τιμολόγιο της μεταφοράς στο ενδιαφερόμενο μέρος (προφανώς στο M.

S. S.), έναντι κατάλληλης υποσχετικής επιστολής που υποχρεώθηκε να υπογράψει. Τα περιστατικά, όμως, αυτά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση της ένδικης αξίωσης της αναιρεσίβλητης προς αποζημίωση ίση με την αξία των εμπορευμάτων, τα οποία, όπως κρίθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμ. 1071/2006 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, κατά το μη αναιρεθέν μέρος της, κατά τα παραπάνω, η αναιρεσείουσα εκναυλώτρια, που είχε αναλάβει τη μεταφορά τους απ το λιμάνι της Βαρκελώνης σ' εκείνο της Λαττάκειας, παρέδωσε στο M.

S. S., παράνομα, μολονότι δεν ήταν δικαιούχος και νόμιμος κομιστής των φορτωτικών και χωρίς αυτός να προσκομίσει τις αντίστοιχες φορτωτικές, αντί της αναιρεσίβλητης κυρίας αυτών και νόμιμης από οπισθογράφηση κομίστριας των εκδοθεισών φορτωτικών, αλλ' ούτε συνιστούν πταισματική συμπεριφορά της τελευταίας, ευρισκόμενη σε αιτιώδη συνάφεια με την επελθούσα ένδικη ζημιά, που να οδηγεί σε κρίση για συνυπαιτιότητά της στην πρόκληση αυτής της ζημιάς της.

Ειδικότερα, δεν συνιστούν λόγο, ο οποίος να μπορεί να δικαιολογήσει σύγχυση στην αναιρεσείουσα για το πρόσωπο, το οποίο νομιμοποιείτο να παραλάβει το ένδικο φορτίο, δεδομένου ότι, με την ιδιότητα της εταιρείας που ασκεί επιχείρηση μεταφοράς εμπορευμάτων, γνώριζε ότι ο εισαγωγέας δεν καθίσταται δικαιούχος από μόνη την εξασφάλιση της άδειας εισαγωγής του εμπορεύματος.

Αντίθετα, η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα δεν είχε υποχρέωση εκ των προτέρων, πριν, δηλαδή, εμφανίσει τις φορτωτικές με σκοπό την παραλαβή του φορτίου, να ειδοποιήσει το μεταφορέα για το ότι κατέστη νόμιμη κομίστρια αυτών και να του επισημάνει την υποχρέωση να μην παραδώσει το φορτίο σε τρίτο μη κομιστή των φορτωτικών ή σε μη εξουσιοδοτημένο απ' αυτόν (κομιστή)".

Κατέληξε δε το Εφετείο μετά τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης ότι: "δεν αποδείχθηκε η βασιμότητα των ένδικων ενστάσεων της αναιρεσείουσας εναγομένης από τα πιο πάνω επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από αυτή δύο έγγραφα, και πρέπει να απορριφθούν, όπως και ο τρίτος λόγος της έφεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα".

Οι παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζουν επαρκώς στο υποχρεωτικό πλαίσιο του μετ' αναίρεση ελέγχου το απορριπτικό διατακτικό της ως προς τον ερευνηθέντα 3ο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας γιατί κρίθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ότι τα δύο έγγραφα που επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα κατά το πόρισμα του αναιρετικού ελέγχου δεν απεδείκνυαν από μόνα τους τις δύο ενστάσεις της από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 300 του ΑΚ, ώστε δεν εδικαιολογείτο η βραδεία προβολή τους είτε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατά τη μετ' απόδειξη συζήτηση, είτε και για πρώτη φορά στο Εφετείο κατά τις διατάξεις των άρθρων 269 παρ. 2 εδ.

γ' στοιχ. α' και 527 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ με την επίκληση και μόνο των πιο πάνω δύο εγγράφων. Επομένως, το Εφετείο όχι παρά το νόμο και ειδικά κατά παραβίαση του πιο πάνω δικονομικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 269 παρ. 2 εδ. γ' στοιχ. α' και 527 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ όπως ίσχυαν μέχρι την 31-12-2001 έκρινε ότι απαραδέκτως προβλήθηκαν οι δύο ενστάσεις της αναιρεσείουσας, γιατί δεν αποδεικνυόταν παραχρήμα από τα ίδια δύο έγγραφα και απέρριψε ως αβάσιμο και τον μετ' αναίρεση ερευνηθέντα τρίτο λόγο της έφεσης της στην ίδια έκταση του μετ' αναίρεση ελέγχου και επομένως τα όσα αντίθετα προβάλλονται με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης κατά το ένα μέρος τους υπό την επίκληση πλημμελειών από τον αριθ. 14 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα.

Εξάλλου, το Εφετείο, δεσμευόμενο κατά την έρευνα της υπόθεσης στο πλαίσιο του προηγηθέντος αναιρετικού ελέγχου, ερεύνησε τους δύο προβληθέντες ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 300 του ΑΚ, μόνο υπό το αναγκαίο πρίσμα της παραχρήμα απόδειξής τους από τα δύο επικληθέντα έγγραφα ως αναγκαίας δικονομικής προϋπόθεσης για την παραδεκτή προβολή τους για πρώτη φορά καθυστερημένα στην μετ' απόδειξη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά και στο Εφετείο, και τους απέρριψε ως απαραδέκτως προβληθέντες, γιατί έκρινε ανέλεγκτα ότι οι ίδιοι ισχυρισμοί δεν αποδεικνυόταν παραχρήμα μόνο από τα δύο αυτά έγγραφα.

Επομένως, α) ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το άλλο μέρος του, με την επίκληση πλημμελειών από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν ερεύνησε το σύνολο των προβληθέντων από την αναιρεσείουσα πραγματικών περιστατικών για τη θεμελίωση της ένστασής της από τη διάταξη του άρθρ. 281 του ΑΚ, β) ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το άλλο μέρος του και ο τρίτος λόγος υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ που αφορούν παραβίαση ευθείας και εκ πλαγίου της διάταξης του άρθρ. 281 του ΑΚ κατά την απόρριψη των ίδιων ενστάσεων και γ) ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης υπό την επίκληση πλημμελειών από τον αριθμό 11 στοιχ.

γ' του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ που έχουν σχέση με τη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο και άλλων εγγράφων κρίνονται αβάσιμοι στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτησή αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττωμένη μεν στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-1-2010 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία SATINWAVE SHIPPING COMPANY LIMITED για αναίρεση της υπ' αριθ. 611/2009 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια.(2.700) Ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Μαϊου 2011 και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 17 Μαϊου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ