Legislator Case Law & Legislation
752/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court judgment for lack of sufficient and specific grounds.

Case Number 752/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment regarding a financial dispute. The appellant argued that the lower court distorted evidence and failed to provide adequate reasoning, but the court found these claims unproven. The decision was based on the absence of specific factual details in the appeal and the lower court's proper evaluation of the documents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19), 559(20), 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal for lack of grounds is inadmissible if the lower court's reasoning is concise yet complete, and a claim of document distortion fails when the appeal does not specify the true content versus the accepted content or demonstrate a harmful evidentiary outcome.

Keywords

AI generated
lack of grounds appeal document distortion insufficient reasoning Code of Civil Procedure evidentiary outcome appellate review legal reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 93(3) of the Constitution
Articles 118(4), 566(1) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1/1999
Supreme Court Case 194/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 752 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 752/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26ης Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κομπλιώνα .

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΓΙΟΥΡΟΓΚΑΖ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΥΓΡΑΕΡΙΩΝ Α.Ε" που εδρεύει στην ... (παραλία ...) και εκπροσωπείται νόμιμα , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Τζήμα με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Μαρτίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 76/2004 του ιδίου Δικαστηρίου, 22/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας και 71/2007 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του και των από 19 Δεκεμβρίου 2008 προσθέτων επ' αυτής λόγων αναίρεσης.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 16 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του αριθμού 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στη προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά κατά την ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου τα εξής: Ο εναγόμενος, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ενάγουσας, από 7-1-1999 μέχρι και 5-1-2001, οπότε παύθηκε με απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων, με την ως άνω ιδιότητά του, στις 10-3-2000, εξέδωσε για λογαριασμό της ενάγουσας, υπογράφοντας επί της εταιρικής έντυπης σφραγίδας της τελευταίας, την υπ' αριθμ. ...

επιταγή, ποσού 20.000.000 δραχμών, πληρωτέα στην Ιονική Τράπεζα Ελλάδος, σε διαταγή "ημών των ιδίων", με χρέωση του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού της ενάγουσας, στο κατάστημα ... της άνω Τράπεζας. Ακολούθως, την ίδια ημέρα, (10-3-2000), ο εναγόμενος οπισθογράφησε για λογαριασμό της την επιταγή αυτή, υπογράφοντας επί της εταιρικής έντυπης σφραγίδας της, την εμφάνισε προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα και την εισέπραξε, χωρίς από τότε να αποδώσει σ' αυτήν το προαναφερόμενο ποσό των 20.000.000 δραχμών.

Περαιτέρω, προς κάλυψη της ενέργειας του αυτής, έδωσε εντολή στο λογιστήριο της ενάγουσας και αυτό εξέδωσε το υπ' αριθμ. ... αποδεικτικό παράδοσης επιταγών, σύμφωνα με το οποίο η εν λόγω επιταγή, μεταξύ άλλων, φέρεται να παραδόθηκε στην Κοινοπραξία με την επωνυμία "...-...-..." με την οποία η ενάγουσα είχε συνεργασία.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στο προαναφερόμενο αποδεικτικό αναφέρεται ως "ημερομηνία λήξεως" της επιταγής η 14-3-2000, τέσσερις ημέρες δηλαδή μετά την πραγματική ημερομηνία εκδόσεώς της. Τα αναγραφόμενα όμως στο εν λόγω αποδεικτικό, δεν ανταποκρίνονται στη πραγματικότητα, δεδομένου ότι η ως άνω Κοινοπραξία ουδέποτε παρέλαβε ή εισέπραξε την επιταγή, αφού αυτή δεν κατέστη νόμιμη κομίστρια εξ οπισθογραφήσεως, αλλά εμφανίστηκε στην πληρώτρια και εισπράχτηκε το ποσό της από τον εναγόμενο, ο οποίος και δεν το απέδωσε στην ενάγουσα.

Τα ως άνω, εκτός των άλλων, συνάγονται από την από το επίσημο εμπορικό βιβλίο της ενάγουσας Καθολικό Τριτοβαθμίον" εκτύπωση του λογαριασμού ... της προαναφερθείσης Κοινοπραξίας της περιόδου από 1-1-2001 έως 31-12-2001, από την οποία προκύπτει ότι την 30-3-2001 και μετά τη διαπίστωση ότι η Κοινοπραξία δεν εισέπραξε το ποσό της επίδικης επιταγής, "πιστώθηκε" ο λογαριασμός αυτός με το ποσό των 20.000.000 δραχμών, με δεδομένο ότι στη θέση "χρέωση" του λογαριασμού καταχωρούνται οι πληρωμές της άνω κοινοπραξίας, ενώ στη θέση "πίστωση" καταχωρούνται οι απαιτήσεις αυτής.

Περαιτέρω, για την περίοδο από 1-1-2000 έως 31-12-2000 προκύπτει η κατά τα ως άνω χρέωση του λογαριασμού της Κοινοπραξίας την 8-3-2000 με το ποσό της υπ' αριθμ. ... απόδειξης εκ δραχμών 21.885.000, (το ποσό του 1.885.000 δραχμών αφορά σε δύο ετέρες επιταγές για τις οποίες δεν υπάρχει αξίωση στην ένδικη αγωγή). Μετά δε τη χρέωση αυτή ο λογαριασμός ήταν χρεωστικός σε βάρος της Κοινοπραξίας με το ποσό των 75.018.003 δραχμών.

Όταν δε την 15-3-2000 πιστώθηκε με το ποσό των 54.050.000 δραχμών με βάση το Τ.Δ.Α. ... της Κοινοπραξίας, τότε παρουσίασε χρεωστικό υπόλοιπο 21.004.153 δραχμών, γεγονός που σημαίνει ότι η Κοινοπραξία είχε εισπράξει από την ενάγουσα προκαταβολές έναντι λογαριασμού το ως άνω ποσό. Εξ αυτών προκύπτει επιπροσθέτως η ευχέρεια της ενάγουσας να δίνει προκαταβολές στην Κοινοπραξία, χωρίς να χρειάζεται η ταμειακή διευκόλυνση αυτής από τον εναγόμενο.

Εξάλλου ουδόλως αποδείχτηκε ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ο ίδιος έδινε προσωπικά του χρήματα στην ως άνω Κοινοπραξία για την έγκαιρη εκτέλεση του έργου, που είχε αναλάβει έναντι της ενάγουσας, (κατασκευή εργοστασίου) και ότι σε τακτοποίηση ισόποσης σχετικής οφειλής της προς αυτόν εξέδωσε ο ίδιος και εισέπραξε την επίδικη επιταγή.

Περί αυτών σαφής είναι η κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, ..., ο οποίος ως εκπρόσωπος της προαναφερθείσας Κοινοπραξίας κατέθεσε με λόγο πλήρους γνώσης όσα κατέθεσε, ενώ αντίθετα η κατάθεση της μάρτυρος ανταπόδειξης, ..., η οποία σημειωτέον είναι κόρη του εναγομένου, ελέγχεται αόριστη και ασαφής και δεν κρίνεται πειστική.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο εναγόμενος πράγματι ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 20.000.000 δραχμών, το οποίο εισέπραξε, κατά τα ως άνω από τον λογαριασμό της ενάγουσας μετά την έκδοση επιταγής αυτής από τον ίδιο με την ιδιότητα του, του προέδρου του Δ.Σ. και οπισθογράφηση αυτής, εφόσον δεν το απέδωσε στο λογαριασμό της εταιρείας, ούτε μετά την από 20-2-2001 εξώδικη πρόσκληση της τελευταίας προς αυτόν.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο το μεν σαφώς εξέθεσε στην απόφασή του το πόρισμα στο οποίο κατέληξε από την εκτίμηση των αποδείξεων το δε διέλαβε σ' αυτή σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης και οι πρώτος και τέταρτος πρόσθετοι από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.

με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει ν' απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων (καταθέσεων μαρτύρων και εγγράφων) καθώς και τις αιτιολογίες του αποδεικτικού πορίσματος είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι καθόσον σύμφωνα με τα προεκτεθέντα η εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου χωρίς τη συνδρομή των από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

εξαιρέσεων οι οποίες και δεν συντρέχουν στη προκειμένη περίπτωση οι δε ελλείψεις που ανάγονται στη στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολογία του αποδεικτικού πορίσματος το οποίο στη προκειμένη περίπτωση διατυπώνεται σαφώς δεν ελέγχονται με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης.

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.11 του Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο το υπ' αριθ. ... έγγραφο της ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΙΣΤΕΩΣ (υποκαταστήματος ...) περί καταθέσεως από τον εναγόμενο του ποσού των 17.000.000 δρχ. στον καταθετικό λογαριασμό της κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ...-...-..." με την οποία η ενάγουσα είχε συνεργασία και το οποίο έγγραφο αυτός προσκόμισε μ' επίκληση στο Εφετείο προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι αυτός δάνεισε χρήματα στην κοινοπραξία και ότι το ποσό της επιταγής το οποίο εισέπραξε κάλυπτε και το δάνειο τούτο.

Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης με την οποία και ρητά αποκρούστηκε ως αναπόδεικτος ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ο ίδιος έδινε δικά του χρήματα στην ανωτέρω κοινοπραξία και ότι σε τακτοποίηση ισόποσης σχετικής οφειλής της προς αυτόν εκδόθηκε και εισπράχθηκε η επίδικη επιταγή, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το πιο πάνω έγγραφο για να καταλήξει στο αντίθετο αποδεικτικό του πόρισμα.

Επίσης από τα ίδια στοιχεία προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, παρά την περί του αντιθέτου αιτίαση του αναιρεσείοντος, που προβάλλεται με το πρώτο σκέλος του τρίτου πρόσθετου λόγου, και το μ' επίκληση προσκομισθέν από αυτόν αντίγραφο της από 16-8-2000 εγκλήσεως της μετόχου της αναιρεσίβλητης ... περί της προκειμένης υπεξαιρέσεως, από το οποίο προκύπτει κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ότι από την ημερομηνία της εγκλήσεως αυτής (16-8-2000) ήταν γνωστό τόσο στην αναιρεσίβλητη όσο και στην ως άνω κοινοπραξία ότι η είσπραξη του ποσού της επιταγής από αυτόν είχε γίνει από τις 10-3-2000, αυτά δε πέραν και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το φερόμενο ως αποδεικνυόμενο γεγονός από το έγγραφο τούτο δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Συνακόλουθα αμφότεροι οι εξεταζόμενοι λόγοι πρέπει ν' απορριφθούν. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι ο οριζόμενος από την πρώτη διάταξη λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου, ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα αναγνώσεως και αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά τα άρθρα 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά αυτό έχει και ακολούθως καταλήγει, στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σ' αυτό, σε επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται και όταν το δικαστήριο εξετίμησε απλώς το περιεχόμενο του εγγράφου, ακριβώς όπως έχει, ύστερα από ορθή ανάγνωση (ΟλΑΠ 1/1999). Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 118 περ. 4, 566 παρ. 1 και 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι για το ορισμένο του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο: 1) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου 2) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό, από το αληθινό περιεχόμενο 3) το επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε, το δικαστήριο για την ύπαρξη ή όχι κρίσιμων πραγματικών γεγονότων και 4) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (Α.Π. 194/2005).

Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αναίρεσης και το δεύτερο σκέλος του τρίτου πρόσθετου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.20 του Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο, αντίστοιχα, του υπ' αριθ. ... εγγράφου της ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΙΣΤΕΩΣ περί καταθέσεως 17.000.000 δραχμών από τον εναγόμενο στον καταθετικό λογαριασμό της κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ...-...-..." και του αντιγράφου της από 16-8-2000 εγκλήσεως της μετόχου της αναιρεσιβλήτου ...

τα οποία αυτός μ' επίκληση προσκόμισε στο Δικαστήριο αυτό. Οι λόγοι αυτοί πρέπει ν' απορριφθούν προεχόντως ως αόριστοι καθόσον δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο και το δικόγραφο προσθέτων λόγων αντίστοιχα το αληθές περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράφων και το από την απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό.

Επίσης και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος από την ίδια διάταξη με τον οποίο υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του μ' επίκληση από αυτόν προσκομισθέντος με αριθ. ... αποδεικτικού παράδοσης και παραλαβής επιταγών είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος διότι οι αιτιάσεις που προβάλλονται ανάγονται σε σφάλμα όχι περί την ανάγνωση τούτου από το Εφετείο αλλά περί την εκτίμηση τούτου από το εν λόγω Δικαστήριο που όμως κατά τα προεκτεθέντα δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

λόγο αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 71/2007 απόφασης του Εφετείου Λαμίας. και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαρτίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ