Supreme Court allows appeal on public costs allocation and remands case for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal regarding the allocation of court costs, finding the lower court erred in not offsetting expenses between parties. The appellant argued that since they partially won and partially lost, costs should have been offset under Article 22 of Law 3693/1957, while the respondent contended otherwise. The court ruled that this provision is substantive law requiring offset in mixed victories, thus remanding the case for a new trial on costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 22 para. 2 Law 3693/1957; When a party partially wins and partially loses in a lawsuit, court costs must be offset between the parties as a matter of substantive law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 752 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 752/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Σταύρο Σπυρόπουλο, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Του αναιρεσίβλητου: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Πρωτόπαπα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1204/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7761/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21/11/2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 15/1/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 21/11/2005 αίτησης για αναίρεση της 7761/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Για το παραδεκτό της άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και το βάσιμο των προβαλλομένων με αυτήν λόγων, προσκομίζεται η 46/2006 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 και 2 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε, αντίστοιχα, με τα άρθρα 28 παρ. 3 ν. 2579/1998 και 42 ν. 2721/1999.
Από τον συνδυασμό των άρθρων 349, 350 και 656 Α.Κ. προκύπτει ότι ο εργοδότης, αν καταγγείλει ακύρως τη σύμβαση εργασίας, περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού και υποχρεούται μέχρις ότου άρει την υπερημερία του να καταβάλει τις αποδοχές υπερημερίας στον απολυθέντα μισθωτό, ο οποίος δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται και η δήλωση βουλήσεώς του να μην αποδεχθεί στο μέλλον τις υπηρεσίες του απολυθέντος.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 εδ. α΄ ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαστική προστασία μπορεί να ζητηθεί και για δικαίωμα κεκτημένο μεν, αλλά μη απαιτητό, δηλαδή να αξιωθεί με αγωγή και να επιδικασθεί παροχή που δεν εξαρτάται από αντιπαροχή και καθίσταται ληξιπρόθεσμη στο μέλλον και συνεπώς μπορούν να ζητηθούν αποδοχές υπερημερίας για το μετά την άσκηση της αγωγής χρονικό διάστημα έως την άρση της υπερημερίας, αφού αυτές δεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας, την οποία ο εργοδότης έχει ήδη αποκρούσει με την ανωτέρω καταγγελία ή και με τη ρητή μη αποδοχή τους.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα : Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε την 20-11-1984 από το Ελληνικό Δημόσιο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως μεταφραστής στο προξενείο της Ελλάδος στα Σκόπια της Γιουγκοσλαβίας και ήδη πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, και με αποδοχές αντίστοιχες εκείνων του Διοικητικού Γραμματέα Ε΄ τάξεως, προσαυξημένες με το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής και τις υπηρεσίες του μέχρι την 27-3-1992, κατά την οποία το αναιρεσείον κατήγγειλε την εργασιακή του σύμβαση.
Με την 2556/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 15-5-1992 αγωγής του αναιρεσιβλήτου και κατέστη τελεσίδικη και αμετάκλητη, κρίθηκε η εν λόγω καταγγελία της σύμβασης εργασίας του άκυρη και υποχρεώθηκε το αναιρεσείον να αποδέχεται στο μέλλον τις υπηρεσίες του αναιρεσίβλητου.
Επί της από 10-4-2001 μεταγενέστερης αγωγής του αναιρεσίβλητου εκδόθηκε η 2763/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καταστάσα τελεσίδικη μετά την επικύρωσή της με την 5897/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής για το διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 25-1-2000.
Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού δέχθηκε την ένσταση ωφελείας των αλλαχού κερδηθέντων από τον αναιρεσίβλητο κατά το επίδικο διάστημα από 26-1-2000 μέχρι 31-12-2002, κατά το οποίο εργάστηκε στην εταιρία "ΙΝΤΕRΑΜΕRΙCΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ" και έλαβε το ποσό των 39.577 ευρώ, έκρινε ότι δικαιούται ο αναιρεσίβλητος να λάβει ως επίδομα αλλοδαπής υπηρεσίας το αιτούμενο ποσό των 113.232 δολλαρίων Η.Π.Α., με την ισοτιμία τους σε ευρώ, επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε κρίνει ομοίως και είχε επιδικάσει το ποσό αυτό, απέρριψε δε την αγωγή κατά το ως άνω κονδύλιο των 39.577 ευρώ που αφορούσε μισθούς υπερημερίας, εξαφανίζοντας ως προς αυτό την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε δεχθεί ως βάσιμη κατ΄ ουσίαν την αγωγή και κατ΄ αυτό.
΄Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 131 παρ. 10, 11 και 13 ν. 419/1976 (προϊσχύσας Οργανισμός Υπουργείου Εξωτερικών) και άρθρ. 135 παρ. 4 και 129 παρ. 5 ν. 2594/1998 (ισχύον Οργανισμός Υπουργείου Εξωτερικών), επειδή δεν απέρριψε την αγωγή και κατά το ως άνω αίτημά της, αφού πρόκειται για υφισταμένη και σε εξέλιξη έννομη σχέση, η οποία διαρκεί μέχρι την άρση της υπερημερίας, η δε παροχή του αναιρεσείοντος για καταβολή των αποδοχών υπερημερίας δεν εξαρτάται από την αντιπαροχή της εργασίας του αναιρεσίβλητου, η οποία αποκρούσθηκε με την ως άνω καταγγελία.
΄Ετσι δε δεν ασκεί οποιαδήποτε έννομη επίδραση το γεγονός ότι ο αναιρεσίβλητος, κατά το ένδικο διάστημα δεν βρίσκεται στην αλλοδαπή αλλά στην Ελλάδα, είναι συνεπώς, αβάσιμος ο πρώτος από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης και πρέπει να αναιρεθεί.
Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 ν. 3693/1957 ορίζει ότι "εις τας δίκας μετά του δημοσίου τα δικαστικά έξοδα συμψηφίζονται όλα α)..... β) όταν έκαστος διάδικος εν μέρει νικήσει και εν μέρει ηττηθεί". Από τη διατύπωση και το σκοπό της διατάξεως αυτής συνάγεται ότι ως μερική νίκη και ήττα διαδίκου, συνεπαγομένη υποχρεωτικώς τον συμψηφισμό των δικαστικών εξόδων, νοείται η αφορώσα στη μερική παραδοχή ή απόρριψη κεφαλαίου της αγωγής.
Είναι διάταξη ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομική και ως τέτοια δεν καταργήθηκε από τον ΚΠολΔ και τον Εισαγωγικό αυτού Νόμο. Με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως του άρθρου 22 παρ. 2 ν. 3693/1957 και της 134423/1992 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, επειδή το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα αλλά επέβαλε εις βάρος του αναιρεσείοντος αυτά, αφού εν μέρει νίκησε και εν μέρει ηττήθηκε το τελευταίο (αναιρεσείον).
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και αφού κράτησε την υπόθεση έκρινε εν μέρει δεκτή ως κατ΄ ουσίαν βάσιμη την αγωγή του αναιρεσίβλητου, υποχρεώνοντας το αναιρεσείον να του καταβάλει τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά ως επίδομα αλλοδαπής υπηρεσίας, καταδικάζοντας το αναιρεσείον στην εν μέρει δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, μειωμένη κατά το άρθρο 22 ν. 3693/1957 σε συνδυασμό με την 134423/1992 ανωτέρω Κ.Υ.Α., την οποία όρισε στο ποσό των 300 ευρώ.
΄Ετσι όπως έκρινε το Εφετείο παραβίασε την προμνησθείσα διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 ν. 3693/1957. Επομένως ο δεύτερος από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος αυτό που καταδίκασε το αναιρεσείον στην εν μέρει δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση το ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 7761/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το άνω μέρος, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Συμψηφίζει εν όλω μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ